1384/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1384/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' ΚΠολΔ, ως προς αμφότερες τις αναιρεσίβλητες - καθών οι πρόσθετοι λόγοι τραπεζικές εταιρείες. Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη ... ΑΕ, μετά τη νόμιμη παραίτηση της από 12-6-2017 (αρ. κατ. 34/ 2017) έφεσης του αναιρεσείοντα (την οποία αυτός είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και απευθυνόταν μόνο κατά της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας), με την από 10-9-2017 (αρ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1384/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Παπότη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της "..." και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκε η 49/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2017 αίτησή του και τους από 9-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001, ΑΠ 845/2012).
Η κρινόμενη από 6-6-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστεί με τους από 9-1-2018 (αρ. κατ. 8/2018) πρόσθετους λόγους αυτής, που επίσης έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 1 και 2, 573 και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 246 του ίδιου Κώδικα), με την επισήμανση, ότι η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απευθύνονται κατά απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ, ως προς αμφότερες τις αναιρεσίβλητες - καθών οι πρόσθετοι λόγοι τραπεζικές εταιρείες. Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη ... ΑΕ, μετά τη νόμιμη παραίτηση της από 12-6-2017 (αρ. κατ. 34/ 2017) έφεσης του αναιρεσείοντα (την οποία αυτός είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και απευθυνόταν μόνο κατά της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας), με την από 10-9-2017 (αρ.
κατ. 132/2017) δήλωση παραίτησης αυτού ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών), που κοινοποιήθηκε νόμιμα (άρθρα 124 παρ. 1 σε συνδ. 297 ΚΠολΔ) στην 2η αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη, στις 26-9-2017, όπως προκύπτει από την με αρ. 6508Γ'/26-9-2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Σ.
Γ.. Έκτοτε, (26-9-2017), η πρωτόδικη προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς την 2η αναιρεσίβλητη ... ΑΕ. Εξάλλου, από την επομένη ημέρα (27-9-2017) άρχισε η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) που συμπληρωνόταν στις 27-10-2017.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 6-6-2017, έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα ως προς την ως άνω 2η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία (άρθρα 495 παρ. 1, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω και όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη ... ΑΕ, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και ως προς αυτήν και η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί επίσης εμπρόθεσμα ως προς αυτήν. Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα από την 1η αναιρεσίβλητη, στις 7-4-2017, όπως τούτο συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα, στη 2η σελίδα των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο μέρος. Από την επομένη (8-4-2017) άρχισε να τρέχει η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), που συμπληρώθηκε στις 8-5-2017, χωρίς ο αναιρεσείων να ασκήσει έφεση κατά της 1ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, Έκτοτε και από την επομένη ημέρα (9-5-2017) άρχισε να τρέχει και η 30ήμερη προθεσμία της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω της Αρχής της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, που ισχύει στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 180/2014, ΑΠ 845/2012), η οποία συμπληρωνόταν στις 9-6-2017 και συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στις 6-6-2017 (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά κατά τα προαναφερθέντα ως προς αμφότερες τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 3869/2010 - ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή, σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή, που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 745 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται, ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.
Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.
Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.
Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν, στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.
Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες διατάξεις του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 636/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 636/2017 όπου παρ.). Επιπλέον, τούτων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρο 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ 1131/1987).
Διότι, στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.
Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (ΑΠ 640/2003). Επίσης, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ, στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (ΑΠ 2270/2014).
Συνεπώς, η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα (ΑΠ 528/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (91/2015).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ορθά εκτιμάται, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ (αντί του εσφαλμένου εκ του αριθμού 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε την αίτησή του περί υπαγωγής του στον Ν. 3869/2010 λόγω της δήθεν εκ μέρους του παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία (κατοχή μετοχών στην Κυπριακή εταιρεία ...) και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, που αυτές είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περί παραβίασης εκ μέρους του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, διότι δήθεν αυτός δεν ανέφερε στην αίτησή του περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, ότι κατείχε 1.200 μετοχές της Κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία ..., παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 3869/2010, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω κύριου και 1ου πρόσθετου (κατά το Α' σκέλος) αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε σε βάρος των ήδη αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών την από 18-3-2015 (αρ.
κατ. 67/2015) αίτηση για τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων, κατ' άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, οφειλών του και περί υπαγωγής του στο νόμο αυτό, με την οποία ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του προς τις πιστώτριες ως άνω τράπεζες, τις οποίες οφειλές ανέφερε σε αναλυτική κατάσταση, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας του, καθώς και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων, που επίσης περιέγραφε στην αίτησή του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει στο Ειρηνοδικείο και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση.
Εξάλλου, από τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Ειρηνοδικείου Σερρών της δικασίμου 1-2-2017, κατά την οποία η ως άνω αίτηση συζητήθηκε, τα οποία επίσης παραδεκτά επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εκείνης (άρθρα 259, 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν το πρώτον η Ειρηνοδίκης έδωσε το λόγο στην πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντα, Χριστίνα Παπότη, η τελευταία δήλωσε και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων διορθώνει και συμπληρώνει την αίτησή του ως προς τη συμμετοχή του σε ανώνυμες εταιρείες, από τις οποίες ο αιτών δεν είχε κανένα οικονομικό όφελος - εισόδημα, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκθέτει και στις προτάσεις του, αναφορικά με μετοχές σε ανώνυμες εταιρείες, που από παραδρομή και αμέλεια, όπως ανέφερε σ' αυτές, δεν αναγράφονται στην αίτηση, κατά τα αναλυτικά και με πληρότητα αναφερόμενα, τόσο στο κύριο σώμα των προτάσεών του ενώπιον του Ειρηνοδικείου (βλ.
σελ. 228 έως 230, σύμφωνα με την αρίθμηση του αιτούντα), τα οποία επίσης, επαναλαμβάνονται και στις σελίδες 249 έως 251 στην προσθήκη -αντίκρουση αυτών. Πιο συγκεκριμένα, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων συμπληρωματικά ανέφερε, ότι είναι μέτοχος σε ποσοστό 10% στην ανενεργή από το έτος 2013 ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., δηλαδή, πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 και ότι επίσης, κατέχει 1.200 μετοχές αξίας 1,71 ευρώ καθεμιά και συνολικής αξίας 2.052 ευρώ στην Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία ..., που είναι η μοναδική μέτοχος της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία έχει ήδη μεταβιβάσει τις μετοχές της στην Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία ...
και ότι ο αιτών - αναιρεσείων με τις δύο τελευταίες εταιρείες δεν έχει ουδεμία σχέση, ούτε ότι έλαβε μέρισμα από τη συμμετοχή του σ' αυτές.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Σερρών, κατ' ακριβή αντιγραφή, δέχτηκε (βλ. σελ. 3 έως 5 αυτής) τα ακόλουθα: "η αίτηση, όπως διορθώθηκε παραδεκτά και συμπληρώθηκε με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις του... είναι και νόμιμη σύμφωνα με τα άρθρα 1, 4, 8 και 9 του Ν. 3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των επίδικων χρεών του... επομένως πρέπει η ένδικη αίτηση κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα...".
Επίσης, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά του Ειρηνοδικείου Σερρών, οι καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες προέβαλαν παραδεκτά στο ακροατήριο τον ισχυρισμό περί πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος, καθώς και τις ενστάσεις ανειλικρινούς δήλωσης αυτού και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος περί υπαγωγής του στον Ν. 3869/2010.
Επί πλέον η ήδη 1η αναιρεσίβλητη προέβαλε και τον ισχυρισμό της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε νόμιμο τον ισχυρισμό περί πτωχευτικής ικανότητας, ως στηριζόμενο στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης, ως στηριζόμενη στο άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, τον ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης, ως στηριζόμενο στο άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου και την ένσταση περί καταχρηστικότητας της αίτησης, ως στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ και ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί και ενστάσεις πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και στην ουσία τους (βλ.
σελ. 5 της προσβαλλόμενης απόφασης). Ακολούθως, το Ειρηνοδικείο, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης ανειλικρινούς δήλωσης του αιτούντος, απέρριψε την αίτησή του περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχτηκε, ότι κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των λοιπών προταθέντων ενστάσεων και ισχυρισμών των διαδίκων.
Πιο συγκεκριμένα το Ειρηνοδικείο Σερρών δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "..Από την επ' ακροατηρίω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όλη γενικώς τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
Κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο των επικαιροποιημένων στοιχείων του φακέλου του αιτούντος - οφειλέτη από το παρόν Δικαστήριο, πέραν των όσων ήδη εκτίθενται στο εισαγωγικό της ένδικης υπόθεσης δικόγραφο, αλλά και τις υπεύθυνες δηλώσεις περί περιουσιακών στοιχείων που προηγήθηκαν της επικαιροποίησης του ως άνω φακέλου, διαπιστώθηκε η από βαριά αμέλεια ανειλικρίνεια της δήλωσης του αιτούντος - οφειλέτη αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία (ήτοι κατοχή μετοχών ανωνύμων εταιρειών - βλ.
ιδίως προσκομιζόμενο μεθ' επικλήσεως από την καλούσα - καθ' ης η αίτηση από 25-05-2015 έγγραφο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου για την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "...") και -αντιστοίχως- τα εισοδήματά του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παράβασης από τον αιτούντα του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010, γενόμενης δεκτής της σχετικής ένστασης των καθ' ων τραπεζών ως ουσιαστικά βάσιμης, καθώς, ο νόμος δεν διακρίνει τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα σε προσοδοφόρα ή μη και συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί μη προσοδοφόρων περιουσιακών στοιχείων που παραλείφθηκαν από τη δήλωσή του, δεν ασκεί ουδεμία νομική επιρροή στην ως άνω παράβαση.
Τέλος, λόγω της απόρριψης της αίτησης ως ουσιαστικά αβάσιμης για τον παραπάνω λόγο, παρέλκει η εξέταση των λοιπών ενστάσεων και ισχυρισμών των διαδίκων, ενώ δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται (άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010)...". Κρίνοντας έτσι το Ειρηνοδικείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ορθά, κατ' αρχήν, δέχτηκε ότι παραδεκτά συμπληρώθηκε και διορθώθηκε η αίτηση ως προς τη συμμετοχή του αιτούντος σε ανώνυμες εταιρείες με τη δήλωση αυτού, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη νομική σκέψη, ενόψει του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, είναι επιτρεπτή η ανωτέρω συμπλήρωση της αίτησης.
Όμως, το Ειρηνοδικείο με το να απορρίψει την αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή στο πραγματικό της των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, αν και δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με τη δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις του, συμπλήρωσε και διόρθωσε παραδεκτά την αίτησή του ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία, εντούτοις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι διαπιστώθηκε η από βαριά αμέλεια αυτού ανειλικρίνεια της δήλωσής του αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία.
Οι παραδοχές αυτές του Ειρηνοδικείου συγκρούονται και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα της ανειλικρίνειας της δήλωσης του αιτούντα ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία και έτσι δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που εφάρμοσε αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα η ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη απαιτεί, την οποία το Ειρηνοδικείο παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο 1ος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ και ο 1ος πρόσθετος λόγος κατά το Α' σκέλος του εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που αφορά την απόρριψη της αίτησης υπαγωγής στον Ν. 3869/2010 ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω ανειλικρινούς δήλωσης του αιτούντα.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω δεκτών γεννώμενων λόγων αναίρεσης (κύριου και πρόσθετου, κατά το Α' σκέλος αυτού) οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων Τραπεζικών εταιρειών, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο περί ανειλικρινούς δήλωσης της αίτησης περί υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, και ειδικότερα:
Α) του 1ου πρόσθετου λόγου κατά το Β' σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη για ευθεία παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο του λόγου αυτού, διότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει τη διαδικασία και τον τρόπο άσκησης της αίτησης περί υπαγωγής στον Ν. 3869/2010 και συνεπώς, η παραβίασή της δεν ιδρύει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και Β) του 2ου πρόσθετου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αφενός μεν προβάλλεται απαράδεκτα, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται τέτοιος αναιρετικός λόγος, όπως έχει εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αφετέρου δε, διότι το Ειρηνοδικείο ερεύνησε τον αυτοτελή ισχυρισμό - "πράγμα" του αναιρεσείοντα για τη συμμετοχή του στην Κυπριακή ως άνω εταιρεία και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης ανειλικρινούς δήλωσης, που είχαν υποβάλει οι πιστώτριες τράπεζες.
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής (κεφάλαιο περί ανειλικρινούς δήλωσης) και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που ο αναιρεσείων έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Έξοδα δεν επιδικάζονται, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 49/2017 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ως προς το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, που αφορά το κεφάλαιο περί ανειλικρινούς δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος-αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στον Ν.3869/2010.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα,
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ