1384/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1384/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Full text
Απόφαση 1384 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1384/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε. (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.)", νομίμως εκπροσωπούμενου: α) από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην … και β) από την Α. Γ., ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης "Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευστράτιο Συνοίκη, νομικό σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2267/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 1485/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 7-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον και πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό του για αοριστία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι για τη θεμελίωσή του το αναιρεσείον δεν παραθέτει το φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του όπως προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε επικαλείται παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού αυτού με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επαναφορά του ενώπιον του εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση διότι δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για δε τη θεμελίωσή του, αφού παραθέτει τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., με την οποία ρυθμίζονται τα της χορήγησης χρηματικής αμοιβής στο προσωπικό της, καθώς και ερμηνεία αυτών, εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Συνεπώς, η εν λόγω αμοιβή συνδέεται με την προσφοράν εκτάκτων υπηρεσιών, μη έχουσα την μορφήν εκουσίας μισθολογικής παροχής του εργοδότου προς μερικούς των εργαζομένων του, η οποία πρέπει να επεκταθή και εις τους υπολοίπους, ως εσφαλμένως εδέχθη το Εφετείον Αθηνών, παραβιάσαν τοιουτοτρόπως τας διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 του Α.Κ.
και 17 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και καταστήσαν την προσβαλλομένην απόφασίν του αναιρετέαν (άρθρο 559 περ. 1 Κωδ.Πολ.Δικ.)". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία κατά το αναιρεσείον συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 447 Κ.Πολ.Δ. "Το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 444", ήτοι για εμπορικά βιβλία και βιβλία τηρούμενα από τους αναφερόμενους επαγγελματίες.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερθείσα πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: α) το από 12-5-2006 πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το ίδιο (αναιρεσείον) και της Π.Ο.Σ.Π.Ε.Ρ.Τ.
και β) την 91/3-2-2010 βεβαίωση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., τα οποία αυτό επικαλέσθηκε και προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει την αβασιμότητα της αγωγής και ειδικότερα ότι στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις καταβολής της επίδικης αμοιβής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος: α) κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος διότι, πέρα από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", γίνεται και ειδική μνεία του εγγράφου αυτού (φύλλο 4, σελίδα 7 της προσβαλλομένης) και β) κατά το δεύτερο σκέλος του ως απαράδεκτος διότι το έγγραφο τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το αναιρεσείον είχε εκδοθεί από την αρχικά εναγομένη Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον, και συνακόλουθα δεν αποδεικνύει υπέρ του εκδότη του, αφού το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι προσκομίσθηκε από τον αντίδικό του ούτε πρόκειται για κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 444 παρ. 1 περ. α και β Κ.Πολ.Δ. έγγραφα.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 1485/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ