Legislator Case Law & Legislation
1384/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court judgment due to insufficient evidence of overtime hours in the original complaint.

Case Number 1384/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a former employee against a labor court judgment that had dismissed her claim for unpaid overtime. Although the lower court found the complaint vague regarding specific wage amounts, the appellate court discovered detailed records of monthly salaries and overtime hours within the original complaint documents. Consequently, the court ruled that the original judgment was based on an incomplete assessment of the evidence and ordered the case to be remanded for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment dismissing a claim for unpaid overtime is void if the original complaint contains sufficient factual data regarding salary and overtime hours to substantiate the claim, requiring remand for re-evaluation.

Keywords

AI generated
Labor Law Overtime Pay Appeal Procedure Insufficient Evidence Remand for Trial Code of Civil Procedure Public Entity Liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 12(4) of Law 4055/2012
Article 113 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1384 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1384/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, που ανακάλεσε την από 28-9-2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ-ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6264/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/5/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 2-2-2015 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας, στην σημερινή δικάσιμο η προκειμένη υπόθεση, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 27ης Ιανουαρίου 2015 λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015.

Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ... Μαρτίου 2015 και ... Μαρτίου 2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Π. που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η καλούσα-αναιρεσείουσα αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποίαν ορίσθηκε δικάσιμος η 27η Ιανουαρίου 2015 κατά την οποίαν και ματαιώθηκε, καθώς και αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος με την οποίαν ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο καθ’ ου η κλήση-αναιρεσίβλητο, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ- ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ". Επομένως, εφόσον αυτό δεν παραστάθηκε κατά την, από την σειρά του πινακίου, νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτό παρόν ( άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό και μόνο δίκαιο (Α.Π. 178/2010).

Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 648 επόμ. του Α.Κ. και 6 του Νόμου 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. ( άρθρο 38 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. ), συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου, να δίνει δεσμευτικές, για τον εργαζόμενο, εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζόμενου προς αυτές ( Α.Π. 1507/2004, Α.Π. 1618/2003 ). Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει, για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη ( Ολ.

Α.Π. 28/2005, Α.Π. 821/2006, Α.Π. 459/2004 ). Εργοδότης, εξάλλου, είναι αυτός που συνάπτει την σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκώντας επ’ αυτού το διευθυντικό δικαίωμα και καταβάλλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι και κύριος της επιχειρήσεως, στην οποίαν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, ενώ δεν παύει να έχει τη δυνατότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού, από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια ειδικής συμφωνίας του με τον τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει απ’ ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος.

Ακόμη, από τις διατάξεις των υπ’ αριθμ. 8.900/1946 και 25.825/1946 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκαν και συμπληρώθηκαν με την υπ’ αριθμ. 25.825/1951 Υπουργική Απόφαση προκύπτει ότι στους εργαζομένους : α ) κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου κατά ποσοστό 75% του 1/25 του μηνιαίου μισθού του ή 75% του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού του ή του νομίμου ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονικό ημερήσιο ωράριο ( Α.Π. 436/2010, Α.Π. 809/2010 ) και β ) κατά τη νύκτα ( από 22.00 μ.μ.

έως 06.00 π.μ. ) καταβάλλεται προσαύξηση 25% του νομίμου ημερομισθίου ( Α.Π. 1221/2005, Α.Π. 1520/2003 ). Για να είναι ορισμένη και επιδεκτική εκτιμήσεως η αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά την καταβολή αποδοχών ή διαφορές αυτών των εργαζομένων ή μισθωτών που συνδέονται με τον εργοδότη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν (αγωγή) το ύψος του μηνιαίου μισθού του, οι ώρες της νυκτερινής του εργασίας και της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, οι διαφορές αποδοχών, οι προσαυξήσεις της νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας και εορτών.

Άλλως η αγωγή και, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, απορρίπτεται, από το τελευταίο, ως απαράδεκτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως λόγω της αοριστίας της ( Α.Π. 1611/2008, Α.Π. 187/2006 ).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ. Σ. με την ένδικη από 15-11-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 256927/5299/2007 αγωγή της, όπως παραδεκτά διορθώθηκε και την οποία, μαζί με άλλους είκοσι έξη ( 26 ) συναδέλφους της, απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των : 1 ) ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε. " 2 ) ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ και 3 ) Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία " ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ ", ισχυρίσθηκε ότι στα πλαίσια προγράμματος αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας και απασχολήσεως ανέργων στην φύλαξη σχολικών κτιρίων, που καταρτίσθηκε δυνάμει της με αριθμό 34.100/1999 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η χρηματοδότηση του οποίου γινόταν από τους φορείς που αναφέρονται ειδικότερα σ’ αυτήν, προσλήφθηκε από κοινού από τους εναγομένους και απασχολήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2004, 2005 και 2006 με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως φύλακας σχολικών συγκροτημάτων του τρίτου εναγομένου Δήμου Αργυρούπολης.

Ότι καθώς κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, υπέβαλε σχετικές αιτήσεις σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004 και, αφού το αρμόδιο Τμήμα του Α.Σ.Ε.Π. έκρινε ότι πληρούσε τις οριζόμενες, από το ανωτέρω Π.Δ/μα, προϋποθέσεις, οι συμβάσεις της με τον εναγόμενο Δήμο μετατράπηκαν σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από την 14-9-2006 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του.

Ότι αυτή ( ενάγουσα ) τελούσε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2004, 2005 και 2006, απασχολουμένη σε σχολικά συγκροτήματα εντός των ορίων του εναγομένου Δήμου, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας σε οκτάωρη ημερήσια βάση, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, παρέχουσα και νυκτερινή εργασία, με μηνιαίες αποδοχές που υπολείπονταν των νομίμων και χωρίς καταβολή των προσαυξήσεων για την εργασία της, τις Κυριακές, Σάββατα και αργίες, τη νυκτερινή εργασία, τα επιδόματα εορτών και τις αποδοχές και επιδόματα αδείας του πιο πάνω χρονικού διαστήματος.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την παραδεκτή, στον πρώτο βαθμό, παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς την πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, ζήτησε, να υποχρεωθεί το τρίτο εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία " ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ ", με βάση τις επικαλούμενες συμβάσεις της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επικουρικά δε με βάση τις, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διατάξεις να της καταβάλει, το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.961,87 ΕΥΡΩ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 100/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, για όλους τους ανωτέρω ενάγοντες, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ. Σ., όπως και οι λοιποί είκοσι έξη ( 26 ) συνάδελφοί της, άσκησαν την από 11-1-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 290/2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 6264/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με αυτήν, ενώ για τους λοιπούς συναδέλφους της, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 7 του Νόμου 2915/2001, δικάσθηκε η αγωγή και στην συνέχεια έγινε δεκτή η τελευταία ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος γι’ αυτούς, ενώ αντιθέτως για την ίδια και για τους αναφερομένους, σε αυτήν, λόγους, απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή της ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ελεγχόμενο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής, προκύπτει ότι η πιο πάνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ενώ παρέθετε σ’ αυτήν και δη σε τρεις στήλες των υπ’ αριθμ. 138 και 139 σελίδων της αγωγής αυτής, τα απαραίτητα, για το ορισμένο της, στοιχεία ( άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ) και συγκεκριμένα το νόμιμο μηνιαίο μισθό της των ετών 2004, 2005 και 2006, τις ώρες τις νυκτερινής της εργασίας, τις ώρες εργασίας των αργιών, εορτών και Κυριακών κ.λ.π., εντούτοις η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω αγωγή της ως αόριστη και ανεπίδεκτη εκτιμήσεως.

Στην συνέχεια των ανωτέρω το προαναφερόμενο Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με την προσβαλλομένη απόφασή του και αναφορικά με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ. Σ. ότι η αγωγή της είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον, ενώ διεκδικούσε το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.961,87 ΕΥΡΩ, για τις ίδιες, όπως και οι λοιποί ενάγοντες, αιτίες ( διαφορές αποδοχών, προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και αποδοχές και επιδόματα αδείας και εορτών, αντιθέτως, ουδόλως εκτίθενται στο δικόγραφο το ύψος του νομίμου μισθού της (νομίμου) καθώς και οι ώρες της νυκτερινής της εργασίας και της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ουσιαστική βασιμότητα του αιτούμενου ποσού ).

Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον ή απόφασή του δεν είναι επιβλαβέστερη για την εκκαλούσα, έκρινε την αγωγή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής αποφάσεως και αυτό αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση. Όμως, από την επισκόπηση των τριών στηλών των υπ’ αριθμ. 138 και 139 σελίδων του δικογράφου της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Μ.

Σ., που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα η τελευταία, προέκυψε ότι εκτίθενται σε αυτές ο νόμιμος μηνιαίος μισθός της : α ) του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 31-12-2004 ανερχόμενος στο ποσό των 916 ΕΥΡΩ, β ) του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2005 ανερχόμενος στο ποσό των 943 ΕΥΡΩ και γ ) του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως 31-12-2006 ανερχόμενος στο ποσό των 966 ΕΥΡΩ.

Επίσης, προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 πραγματοποίησε 138 ώρες νυκτερινής εργασίας και 32 ώρες εργασίας σε αργίες και Κυριακές, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 πραγματοποίησε 138 ώρες νυκτερινής εργασίας και 40 ώρες εργασίας σε αργίες και Κυριακές και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 πραγματοποίησε 102 ώρες νυκτερινής εργασίας και 24 ώρες εργασίας σε αργίες και Κυριακές.

Έτσι, με βάση τα παραπάνω η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Μ. Σ. περιέχει όλα τα απαιτούμενα, για το ορισμένο της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση ( άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 4 του Νόμου 4055/2012 και που ισχύει από τις 2-4-12, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ιδίου Νόμου ), του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση, από δικαστή, άλλον από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση. Τέλος, πρέπει το αναιρεσίβλητος Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου " ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ ", ως ηττώμενο διάδικο, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ. και άρθρο 22 του Νόμου 3693/1957), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 6264/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριακοσίων ( 300 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ