Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal errors and distortions in appeal petition. Appeal rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision on June 22, 2006. The appellant argued the lower court erred in interpreting labor contract termination laws and distorted evidence regarding fraud, but failed to cite specific articles or facts. The court ruled that the appeal petition lacked the required clarity and specificity mandated by the Code of Civil Procedure, rendering the grounds for review inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly identify the specific legal provision violated and the factual basis for the alleged error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1384 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1384/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλαμούτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα
.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6870/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και, αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποια δηλαδή επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, που είναι αναγκαία για την επάρκειά τους ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., χωρίς όμως να εκτίθενται τα πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία έγινε η παραβίαση αυτή. Επίσης, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, υπό την ανωτέρω διατύπωσή τους, δεν περιέχουν τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία, είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου σφάλμα του Εφετείου, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' ουσία, δεχθέν ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού δεν αντίκειται στις καθοριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
αρχές και β) τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα από το Εφετείο, που έκρινε επί της ουσίας την υπόθεση, υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο εκτίθεται σ' αυτό το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως. Επίσης, καθόσον αφορά τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, δεν καθορίζονται σ' αυτό:
α) οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, β) ποια είναι η αντίφαση των αιτιολογιών και σε τι συνίσταται αυτή και γ) ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά, στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση αυτή, που είναι αναγκαία για την επάρκειά τους. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαιρείται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21.1.1999 εγγράφου της αναιρεσίβλητης, που εκτίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο, με το να δεχθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε συνεπεία ασκήσεως κατά του αναιρεσείοντος ποινικής διώξεως και για την αξιόποινη πράξη της απάτης πέραν εκείνων που διαλαμβάνονται στην από 24.12.1998 έγκληση της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν στήριξε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο την κρίση του Εφετείου ότι η επίμαχη καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, αλλ' αντίθετα συνεκτίμησε τούτο μαζί με τις άλλες αποδείξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της αριθ. 6870/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ