Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding factual findings and legal characterization of lease contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two companies against a First Instance Court decision. The appellants argued that the lower court's findings were insufficient to apply the relevant legal rule, yet the Court held that the appellate court is not bound by the factual findings of the annulled first-instance decision and can evaluate facts differently. Consequently, the Court found no error in the lower court's independent assessment of the lease contract's status and rejected the appeal on these grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19 and 18 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not bound by the factual findings of the annulled first-instance decision and may evaluate facts differently, provided it does not contradict the legal characterization established in the annulled decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1383 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1383/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε." και δ.τ. "ΜΕΒΟ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "R. W. Μ. Α. Ε. Ε. Π. & Υ. Τ. - Ε. - Ψ. & «Π. και ήδη «P. R. Μ. Α. Ε. Ε. Π. & Υ. Τ., Ο. Σ., Ε., Ψ. & «Π. και δ.τ. "P. R. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "M. S. Η. Ε. Ε. Κ. Σ. Μ. Α. «Ε. και δ.τ. "M. S. Μ. «Α. (πρώην "M. S. Η. Ε. Ε. Κ. Σ. Α. Ε.", λόγω συγχώνευσης της 2ης στην 1η εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μικρουλέα, που με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ""Τ. E. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Β. Της αναιρεσείουσας: Α. τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E. Α. «Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "1 ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "R. W. Μ. Α. Ε. Ε. Π. & Υ. Τ. - Ε. - Ψ. & Π." και δ.τ. "R. W. Μ. «Α. και ήδη «P. R. Μ. Α. Ε. Ε. Π. & Υ. Τ., Ο. Σ., Ε., Ψ. & Π.." και δ.τ. "P. R. Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "M. S. Η. Ε. Ε. Κ. Σ. Μ. Α. «Ε., λόγω συγχώνευσης της 2ης στην 1η εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μικρουλέα, που με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε." και δ.τ. "ΜΕΒΟ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2012 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε." και προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1090/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η "M. S. H. G.", επί της οποίας εκδόθηκε η 794/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας αμετάκλητα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η ως άνω από 26-1-2012 αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 4-4-2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2325/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4225/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε μεταξύ άλλων και η ήδη αναιρεσείουσα με την από 1-11-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1636/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 471/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 21-5-2021 αίτησή της και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 23-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής τους, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η από 21-05-2021 (αριθμ. κατάθ. 505/24-05-2021) αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Ε. Κ. Τ. Ε." και β) η από 23-05-2021 (515/26-05-2021) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Τ.
E. E. Α. Ε." κατά της υπ' αριθμ. 471/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς υπαγόμενης στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης είχε ασκήσει πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας της πρώτης αίτησης, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων του αναφερόμενου ομολογιακού δανείου, που είχε εκδώσει η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, και ως εκ τούτου η προσθέτως παρεμβαίνουσα έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αίτησης αναίρεσης, όπως έχει ήδη κριθεί με την εκδοθείσα, για την ίδια διαφορά, υπ' αριθμ. 1636/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την επίκληση λόγων, που μπορούν και να διαφέρουν από εκείνους της αναίρεσης της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1186/2022, ΑΠ 754/2019).
Επομένως, πρέπει οι δύο αιτήσεις να συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς συνάφειάς τους (άρθρ. 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δικ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν 4335/2015), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Επί 1) της από 26-01-2012 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας της από 21-05-2021 αίτησης αναίρεσης, εταιρείας "...", 1ης ενάγουσας, και των, μη διαδίκων στο παρόν στάδιο της δίκης, 2, 2ου και 3ου εναγόντων αντίστοιχα, και 2) της από 04-04-2014 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των εναγόντων της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσείουσας της από 23-05-2021 αίτησης αναίρεσης "Τράπεζας Eurobank ΑΕ", στρεφομένων κατά α) της εταιρείας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στο παρόν στάδιο της δίκης, και β) της εταιρείας με την επωνυυμία "...
AE", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2325/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς την 1η εναγομένη, ως προς δε τη 2η εναγομένη απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από την αδικοπραξία και όσα κονδύλια συνέχονται με αυτήν, ήτοι τα της ηθικής βλάβης, και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη (σύμβαση μίσθωσης), ενώ η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από τους ενάγοντες και την προσθέτως παρεμβαίνουσα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4225/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση, απορρίφθηκε η μεν αγωγή, ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, κατά την επικουρική βάση της (αδικοπρακτική ευθύνη) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά την κύρια βάση της (ενδοσυμβατική ευθύνη) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η δε πρόσθετη παρέμβαση (απορρίφθηκε) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω απόφασης οι ενάγοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησαν δύο αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 1636/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν αυτές δεκτές, αναιρέθηκε εν μέρει η εφετειακή απόφαση ως προς το κεφάλαιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης και μόνο ως προς τις αναιρεσείουσες ...
και Τράπεζα Eurobank ΑΕ και την αναιρεσίβλητη "... AE" και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 471/2021 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις της εταιρείας ...
και της Τράπεζας Eurobank αντίστοιχα, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της εφεσίβλητης εταιρείας "... AE", η οποία ήδη συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη εταιρεία "...", μετονομασθείσα σε "... AE".
Ι. Επί της από 21-05-2021 αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "..." Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ακόμη, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνο, αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 270/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1633/2018, ΑΠ 1030/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του ανωτέρω άρθρου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1181/2013).
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "Το έτος 2004 η εδρεύουσα στη ... (μη διάδικος στην παρούσα μετ' αναίρεση δίκη) πρώτη εναγομένη αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ανήκει στον, γερμανικών συμφερόντων, διεθνή Όμιλο με την επωνυμία "..." και δραστηριοποιείται στον τομέα του λιανικού εμπορίου ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, με τα εμπορικά σήματα "2" και "S.", είναι δε μητρική της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, με την επωνυμία "1", ήδη μετονομασθείσα σε "M.
S. Η. Ε. Ε. Κ. Σ. Α. Ε." , η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, [...], κατόπιν προφορικών διαπραγματεύσεων με τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, ανέθεσε σ' αυτούς και αυτοί ανέλαβαν το έργο της ανεύρεσης ακινήτου [οικοπέδου] στην περιοχή ... και ανεγέρσεως σ' αυτό κατάλληλου για τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν, κτηρίου, το οποίο να πληροί τις απαιτούμενες προς τούτο προδιαγραφές, προκειμένου στη συνέχεια να εκμισθωθεί από την ιδρυθησομένη από τους δεύτερο, και τρίτο ενάγοντες εταιρία [πρώτη ενάγουσα], έναντι ανταλλάγματος [μισθώματος], στη δεύτερη εναγομένη θυγατρική της πρώτης, η οποία συνεστήθη τον Οκτώβριο του έτους 2004, για την στέγαση και λειτουργία καταστήματος εμπορίας ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών κλπ ειδών με το εμπορικό, σήμα "...".
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής υπέδειξαν στους νομίμους εκπροσώπους [2 και, άλλα ανώτατα στελέχη της] της πρώτης εναγομένης, ένα ακίνητο, κείμενο στην 2, εμβαδού 8.130 τ.μ., επί του οποίου υφίσταντο δύο παλαιά κτήρια, το ένα των οποίων με το ήμισυ της οικοπεδικής έκτασης, ήταν εκμισθωμένο από την ιδιοκτήτρια του όλου ακινήτου ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "1", στην εταιρία με την επωνυμία "Φ.
Α.Ε". Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τις διαπραγματεύσεις από την πλευρά του ως άνω Ομίλου διεξήγαγαν στελέχη της πρώτης εναγομένης, [πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτέκτονες, νομικοί σύμβουλοι γερμανικής και ελληνικής υπηκοότητας] εκπροσωπώντας τα συμφέροντα πάντοτε του ως άνω αλλοδαπού Ομίλου, οι οποίοι λόγω της πολυπλοκότητας της επιχειρούμενης επένδυσης και λειτουργίας του νέου καταστήματος, αφού αυτό θα κατασκευαζόταν από την αρχή καθ' υπόδειξή τους, ώστε να ανταποκρίνεται, πλήρως, στις ανάγκες τους, είχαν σε καθημερινή βάση επαφές με τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες.
Στην συνέχεια ιδρύθηκε από τους τελευταίους, κατά τα συμφωνηθέντα με τους νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, η πρώτη ενάγουσα, με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή, ανάπτυξη και διαχείριση ακινήτων, δυνάμει του υπ' αρ. 8443/1.6.2Ο06 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών 1, η οποία καταχωρήθηκε στα Γενικά Μητρώα ΑΕ και ΕΠΕ της Νομαρχίας Αθηνών με αρ. 60781/01ΑΤ/Β/06/209/2006 και ενεκρίθη με την υπ' αρ.
ΕΜ 9331/2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, περίληψη του καταστατικού της οποίας δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αρ. 4272/2006 ΦΕΚ τ.ΑΕ και ΕΠΕ. Στην συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα προέβη στην αγορά των μετοχών της ιδιοκτήτριας, του άνω ακινήτου "Γ. ΑΕ" και με το υπ' αρ. 133/18.12.2006 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμ/φου, στην απορρόφηση της εν λόγω εταιρίας, από την ίδια [πρώτη ενάγουσα], η οποία [απορρόφηση] ενεκρίθη με την υπ' αρ.
ΕΜ-334/2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο με αρ. 577/2007 Φύλλο της ΕτΚ τ.ΑΕ και ΕΠΕ και στην μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου και της εγκριτικής ως άνω απόφασης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Ν. .... Έτσι η πρώτη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου και υπεισήλθε, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, στην μισθωτική σύμβαση, στη θέση της εκμισθώτριας "Γ.
ΑΕ". Πριν από την ως άνω απορρόφηση της τελευταίας εταιρίας από. την πρώτη ενάγουσα "1", μεταξύ της τελευταίας και της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "M. S. Η. Ε. Σ. «Α., και ήδη «M. S. Η. Ε. Εμπορική και Συμμετοχική Ανώνυμη Εταιρία" με τον διακριτικό τίτλο "1 ΑΕ", η οποία είναι μητρική εταιρία όλων των θυγατρικών εταιριών του Ομίλου "1 S." στην Ελλάδα μετά τη σύνταξη των οικονομοτεχνικών μελετών και σχεδίων από την πρώτη εναγομένη σε συνεργασία με το τεχνικό γραφείο των (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, καταρτίσθηκε η από 26-7-2006 εμπορική σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η πρώτη ενάγουσα εκμίσθωσε στη δεύτερη εναγομένη (θυγατρική της πρώτης εναγομένης) τα κτίρια και εγκαταστάσεις που επρόκειτο να ανεγερθούν από την, ως άνω, εκμισθώτρια επί του ανωτέρω ακινήτου (οικοπέδου) μετά την κατεδάφιση των υφισταμένων δύο κτιρίων (το ένα εκ των οποίων ήταν εκμισθωμένο, όπως προεκτέθηκε, στην εταιρία "Φ.
Α..Ε."), με δικά της έξοδα και σύμφωνα με τους όρους και τα σχέδια της αντισυμβαλλομένης δεύτερης εναγομένης, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, συνολικού εμβαδού 5.800 τ.μ., από τα οποία τουλάχιστον τα 4.100 τ.μ. θα χρησιμοποιούντο ως χώροι πώλησης, ενώ τα υπόλοιπα ως βοηθητικοί χώροι, όπως αυτοί αποτυπώνονται έγχρωμα στα σχεδιαγράμματα, που προσαρτώνται στην εν λόγω σύμβαση (παράρτημα
ΙΙΙ), η ακριβής επιμέτρηση των οποίων θα γινόταν, κατά την παράδοσή τους, στη μισθώτρια, με δωρεάν παραχώρηση 220 θέσεων στάθμευσης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την πώληση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων κουζίνας, ειδών οικογενειακής ψυχαγωγίας, ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.λπ., για χρονική διάρκεια 15 ετών, με δικαίωμα της μισθώτριας για μονομερή παράταση της μίσθωσης για 15 συνολικά έτη.
Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του άνω μισθωτηρίου ορίσθηκε ότι: "Η παράδοση του μισθίου και η έναρξη ισχύος της σύμβασης εμπορικής μίσθωσης έχει προγραμματισθεί για το Μάρτιο 2009, αλλά ο μισθωτής μπορεί να αρνηθεί την παράδοση μεταξύ της 1ης Ιουνίου και 30ής Αυγούστου και μεταξύ Ιανουαρίου και 28ης Φεβρουαρίου.
Η έναρξη λειτουργίας του μισθίου έχει προγραμματισθεί για τις 5-9-2009. Ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποστείλει στο μισθωτή μια δεσμευτική γνωστοποίηση της παράδοσης του μισθίου με συστημένη επιστολή έξι μήνες πριν την πραγματική ημερομηνία παράδοσης. Αυτή η ειδοποίηση προϋποθέτει την έκδοση μιας νομικά δεσμευτικής οικοδομικής άδειας για την ανεμπόδιστη χρήση του ακινήτου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 ανωτέρω.
Η κατάσταση "έτοιμο προς χρήση" του μισθίου συμπεριλαμβάνει την ολοκλήρωση του πεζοδρομίου, του χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων και της πρόσοψης, καθώς και όλων εγκαταστάσεων και μέτρων που είναι υπ' ευθύνη του εκμισθωτή με βάση την παρούσα σύμβαση και τις οικοδομικές προδιαγραφές, οι οποίες εγγυώνται την ανεμπόδιστη λειτουργία της επιχείρησης του μισθωτή.
Με το άρθρο 6 το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 18,60 ευρώ ανά τ.μ. της μίσθιας επιφάνειας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο παράρτημα
ΙΙ με κίτρινο, πράσινο και κόκκινο χρώμα, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, με τον ακριβή προσδιορισμό της να γίνεται κατά την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου καταστήματος, προκαταβαλλόμενο την 3η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό, το αργότερο δε έξι μήνες μετά την παράδοση των κτιρίων και εγκαταστάσεων, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως με το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Ελλάδας.
Με την ίδια σύμβαση (άρθρο 6 παρ. 9), η δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια) υποσχέθηκε να παραδώσει στην ενάγουσα (εκμισθώτρια) μια εταιρική εγγύηση (εγγυητική επιστολή) έκδοσης της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με το υπόδειγμα κειμένου, προσαρτημένου στο μισθωτήριο έγγραφο "...ανερχόμενη στο ποσό των 13.000.000 ευρώ για τη διάρκεια των 15 ετών, υπολογιζόμενης από την ημερομηνία των εγκαινίων της επιχείρησης του μισθωτή για το κοινό.
Από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή, αυτό το ποσό θα μειώνεται μετά ταύτα κάθε μήνα κατά 72.222 ευρώ. Ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει την εταιρική εγγύηση μόνο αν ο μισθωτής έχει τερματίσει τη μισθωτήρια σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 43 π.δ. 34/1995 πριν να έχουν παρέλθει τα δεκαπέντε [15] έτη μίσθωσης, που υπολογίζονται από την ημερομηνία ανοίγματος της επιχείρησης στο κοινό.
Σε αυτήν την περίπτωση, ο εκμισθωτής δεν μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση από τον μισθωτή, την οποία δικαιούται ο πρώτος, δυνάμει του νόμου σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού της μίσθωσης και αντίστοιχα ένα τέτοιο ποσό αφαιρείται ή κρατείται από την απαίτηση που μπορεί να έχει. ο εκμισθωτής...". Με το άρθρο 34 με τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ" ορίστηκε ότι ο μισθωτής δικαιούται να ακυρώσει την παρούσα σύμβαση, χωρίς να οφείλει οποιαδήποτε ποσό στον εκμισθωτή για ζημιές, στις παρακάτω τρείς περιπτώσεις :-1] στην περίπτωση, που η νόμιμα δεσμευτική οικοδομική άδεια για τα ενοικιασμένα κτήρια δεν εκδοθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2007 το αργότερο .- 2] στην περίπτωση, που ο μισθωτής δεν έχει λάβει ειδοποίηση για την ημερομηνία δεσμευτικής παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4 μέχρι στις 30/6/2009 το αργότερο και 3] στην περίπτωση, που η παράδοση των κτιριακών εγκαταστάσεων [μισθίων χώρων] δεν έχει λάβει χώρα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2009, το αργότερο.
Με το άρθρο 35 του μισθωτηρίου εγγράφου επιφυλάχθηκε στην μισθώτρια [δεύτερη εναγομένη] το δικαίωμα [ΟΡΤΙΟΝ] να μισθώσει και τους πρόσθετους χώρους, που η πρώτη ενάγουσα - εκμισθώτρια ήθελε αναπτύξει, αξιοποιήσει και οικοδομήσει στο άνω ακίνητο, αντί μισθώματος 5,50€ το τ.μ., τους οποίους η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην μισθώτρια πριν από την οποιαδήποτε προσφορά τους σε τρίτους.
Τέλος, στο άρθρο 36 περιελήφθηκε ρήτρα, σύμφωνα με την οποία η ένδικη σύμβαση μίσθωσης θα ετίθετο σε ισχύ μετά την έγκρισή της από τους μετόχους της πρώτης εναγομένης [μητρικής της δεύτερης μισθώτριας], σε διαφορετική δε περίπτωση [δηλαδή μη έγκρισής της], θα θεωρείτο ως μηδέποτε γενομένη ["θα καταστεί άκυρη" κατά λέξη διατύπωση].
Δηλαδή με τον ως άνω όρο συμφωνήθηκε ότι τα αποτελέσματα της ένδικης μισθωτικής σύμβασης τελούν υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισής της από τους εναγομένους της πρώτης εναγομένης εταιρίας (άρθρο 201 ΑΚ), σε περίπτωση δε μη έγκρισής της (ματαίωσης της αίρεσης), θα θεωρείται αυτή, ως "μηδέποτε γενομένη".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ενημερώθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων ότι το ένα από τα υφιστάμενα κτίρια με το ήμισυ της οικοπεδικής έκτασης ήταν εκμισθωμένο από την ιδιοκτήτρια του όλου ακινήτου εταιρία με την επωνυμία "Γ. Α.Ε." στην εταιρία με την επωνυμία Φ.
Α..Ε." από το έτος 1996 και για 17 έτη και ότι για την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την εν συνεχεία παράδοση του μισθίου στη δεύτερη εναγομένη έπρεπε να προηγηθεί η αποχώρηση της ανωτέρω μισθώτριας (Φ. Α..Ε."), με καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, λόγω ανοικοδόμησης, κατ' άρθρο 23 π.δ. 34/1995 εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας μετά την αγορά του ακινήτου (από την, ως άνω, ιδιοκτήτρια εταιρία) και την υπεισέλευση αυτής, ως εκμισθώτριας, στη θέση της τελευταίας, ώστε ακολούθως να κατεδαφισθούν τα υφιστάμενα επί του ακινήτου δύο κτίρια και να αρχίσουν οι οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση των νέων κτιριακών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τα σχεδιαγράμματα και τους όρους της Τεχνικής Περιγραφής και Προδιαγραφής του Μισθωμένου Αντικειμένου, που προσαρτώνται στη μισθωτική σύμβαση.
Όπως δε προκύπτει από την από 14-9-2011 επιστολή της πρώτης ενάγουσας προς τη δεύτερη εναγομένη, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, η απόδοση του μισθίου από την υφιστάμενη μισθώτρια αναμενόταν να γίνει στις 31-3-2009 (χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή επί λέξει: "διαπιστώσαμε ότι μπορούσε να γίνει καταγγελία της μίσθωσης και να αποδοθεί το ακίνητο ελεύθερο στις 31-3-2009").
Ενόψει της ανωτέρω εκκρεμότητας, όσον αφορά την αποχώρηση της υφιστάμενης μισθώτριας από το ένα εκ των κτιρίων του ακινήτου, συμφωνήθηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης η τροποποίηση των άρθρων 4 και 34 της ανωτέρω εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, με το παράρτημα Ι, ως εξής: " α) Αρθρο 4:
Η "M. S. E. H. H. Α..Ε.. αναγνωρίζει την «F.» S..A.." ως τον υφιστάμενο μισθωτή. Συνεπακόλουθα, όλες οι ημερομηνίες εξαρτώνται από την αποχώρηση του υφιστάμενου μισθωτή. Η παράδοση των χώρων και η έναρξη της Σύμβασης Μίσθωσης έχει προγραμματισθεί 18 μήνες μετά την αποχώρηση του υφιστάμενου μισθωτή, αλλά ο μισθωτής δύναται αρνηθεί την παράδοση μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ής Αυγούστου και μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και 28ης Φεβρουαρίου".
Δηλαδή, με το εν λόγω άρθρο, όπως τροποποιήθηκε, η παράδοση των μισθίων χώρων και η έναρξη της μίσθωσης εξαρτήθηκε από την ημερομηνία αποχώρησης της υφιστάμενης μισθώτριας και προγραμματίσθηκε να λάβει χώρα 18 μήνες μετά από αυτήν (αποχώρηση), ενώ αντίστοιχη εξάρτηση της παραχώρησης των μισθίων χώρων και της έναρξης της μίσθωσης από την ημερομηνία έκδοσης νόμιμης οικοδομικής άδειας δεν συνομολογήθηκε, ώστε το δεκαοκτάμηνο να υπολογίζεται μετά την έκδοση αυτής.
Β) Άρθρο 34. Ο μισθωτής δικαιούται να ακυρώσει την παρούσα σύμβαση χωρίς να υποχρεούται να αποζημιώσει τον εκμισθωτή στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Αν η νόμιμη δεσμευτική οικοδομική άδεια δεν έχει εκδοθεί το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου 2009. 2) Αν δεν έχει παρασχεθεί στο μισθωτή μια δεσμευτική ημερομηνία παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4 το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου 2010. 3) Αν η παράδοση του μισθωμένου ακινήτου (κενού ατόμων και προϊόντων) σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης Μίσθωσης δεν έχει πραγματοποιηθεί το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2010".
Με το εν λόγω άρθρο (περίπτωση 3) όπως τροποποιήθηκε, συμφωνήθηκε, να εκπληρωθεί η παροχή, δηλαδή η παράδοση του μισθίου ακινήτου στην εναγομένη μισθώτρια έως την 31-12-2010, κατά λογική δε ακολουθία συμφωνήθηκε με το ίδιο άρθρο (περίπτωση 2) να παρασχεθεί στη μισθώτρια μια δεσμευτική ημερομηνία παράδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 της σύμβασης (που, κατά τα ανωτέρω, προβλέπει την υποχρέωση της εκμισθώτριας να αποστείλει στη μισθώτρια μια δεσμευτική γνωστοποίηση της παράδοσης του μισθίου έξι μήνες πριν την πραγματική ημερομηνία παράδοσης) έως την 30-6- 2010, δηλαδή έξι μήνες πριν την 31-12-2010.
Όπως δε προεκτέθηκε, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, η εκ μέρους της υφιστάμενης μισθώτριας απόδοση του μίσθιου αναμενόταν να λάβει χώρα στις 31-3-2009, οπότε το προβλεπόμενο στο, ως άνω, τροποποιηθέν άρθρο 4 δεκαοκτάμηνο από την αποχώρησή της συμπληρωνόταν στις 30-9-2010, δηλαδή πριν τη συμφωνημένη ημερομηνία εκπλήρωσης της παροχής (31-12-2010), ώστε να μην υφίσταται αντίφαση μεταξύ των προβλεπομένων στα ανωτέρω άρθρα της σύμβασης όρων.
Επισημαίνεται δε, ότι το άρθρο 34 της σύμβασης δεν καταργήθηκε με το άρθρο 4 αυτής (όπως αμφότερα τροποποιήθηκαν), σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ' αριθ. 4225/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μη αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής, αφού, όπως προεκτέθηκε, με την υπ' αριθ. 1636/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι, για το ζήτημα αυτό, που είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Το ανωτέρω παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μισθωτηρίου εγγράφου και ενιαίο σώμα με αυτό, υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή την πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) και τη δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια). Αναπόσπαστο τμήμα της ένδικης μισθωτικής σύμβασης αποτέλεσαν, επίσης, το παράρτημα
ΙΙ, στο οποίο απεικονίζονται τα σχέδια των εγκαταστάσεων, το παράρτημα
ΙΙΙ, στο οποίο διατυπώνονται οι κτιριακές προδιαγραφές της μισθώτριας (σχετικά με τον τρόπο κατασκευής του κτιρίου, το είδος των κατασκευαστικών υλικών, τη διαμόρφωση του γύρωθεν χώρου, τους χρωματισμούς, την εσωτερική διαρρύθμιση, το είδος και τον τρόπο λειτουργίας θυρών και παραθύρων, την κατασκευή και λειτουργία των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, φωτισμών, ηλεκτρικών ακουστικών συστημάτων, του τηλεφωνικού συστήματος, των καλωδιώσεων, ανελκυστήρων κ.λπ., το παράρτημα IV, στο οποίο αποτυπώνεται η διαφημιστική έννοια και το παράρτημα V, στο οποίο αποτυπώνεται το Σχέδιο-Υπόδειγμα Εγγυητικής Επιστολής, επισυνάπτονται δε στη μισθωτική σύμβαση η τεχνική περιγραφή και η προδιαγραφή του μισθωμένου αντικειμένου (εξωτερικό περίβλημα), κέλυφος, πυρήνας (κύριο σώμα) και αναλυτικά σχέδια, τα οποία αποτελούν ενιαίο σώμα με τη μισθωτική σύμβαση.
Η τελευταία, όπως τροποποιήθηκε με το Παράρτημα Ι, εγκρίθηκε από τους μετόχους της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 36 του μισθωτηρίου εγγράφου, γεγονός το οποίο ο Δημήτριος Αντωνίου, ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, γνωστοποίησε εγγράφως στην ενάγουσα με την από 11-8-2006 επιστολή του.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για να καταστεί ενεργός η μισθωτική σύμβαση και να επέλθουν τα αποτελέσματά της, έπρεπε να λάβει χώρα πραγματική παράδοση των πληρούντων τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές μισθίων χώρων, κατόπιν προηγούμενης δεσμευτικής γνωστοποίησης στην εναγομένη της παράδοσης του μισθίου, έξι μήνες πριν από την πραγματική ημερομηνία παράδοσης αυτού.
Περαιτέρω, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το εν λόγω άρθρο (34) της σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε, είναι ασαφές και χρήζει ερμηνείας, όσον αφορά το αν o ανωτέρω χρονικός προσδιορισμός εκπλήρωσης της παροχής (έως την 31-12-2010) συμφωνήθηκε αποκλειστικός, ώστε να κριθεί αν η επίδικη σύμβαση είναι ή όχι ακριβόχρονης εκτέλεσης, δηλαδή σύμβαση, κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, πλην όμως η καθυστερημένη εκπλήρωση της παροχής είναι δυνατή και σε μεταγενέστερο χρόνο, παρότι έχει συμφωνηθεί ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εκπλήρωση (σύμφωνα και με τις νομικές παραδοχές της, ως άνω, σναιρετικής απόφασης).
Από το εν λόγω άρθρο, ερμηνευόμενο προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο του μισθωτηρίου εγγράφου και των αποτελούντων αναπόσπαστο μέρος του προσαρτημένων σ' αυτό παραρτημάτων και των λοιπών συνθηκών, υπό τις οποίες έγινε η δήλωση βούλησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
η εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους της εκμισθώτριας δεν συμφωνήθηκε να γίνει αποκλειστικά, κατά την έννοια του άρθρου 401 ΑΚ, έως το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του μισθίου, δηλαδή αποκλειστικά έως 31-12-2010, αφού στην εν λόγω σύμβαση και στο άρθρο 34, ειδικότερα, δεν περιέχεται ειδική συμφωνία των μερών, που να αποτυπώνει τη σύνδεση συγκεκριμένου συμφέροντος της εναγομένης μισθώτριας στη χρήση της προς εκπλήρωση παροχής με το συγκεκριμένο χρονικό σημείο (δηλαδή το αργότερο έως 31-12-2010), ώστε ο χρονικός αυτός προσδιορισμός της εκπλήρωσης της παροχής να αποτελεί τέτοιο ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, ώστε αν αυτή είναι καθυστερημένη να μη συνιστά εκπλήρωση και να επέρχεται πτώση της όλης σύμβασης, την οποία τα μέρη δεν θα είχαν καταρτίσει, χωρίς την πίστη για την τήρηση του χρόνου εκπλήρωσης.
Επομένως, το δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη σύμβαση με βάση τους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες κρίνει ότι δεν αποτελεί σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε αντιθέτως, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα-ενάγουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση έφεσής της, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, καθώς και η εκκαλούσα-προσθέτως παρεμβαίνουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της υπό κρίση έφεσής της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανωτέρω παλαιάς μισθώτριας (Φ. Α..Ε.") αγωγή απόδοσης μισθίου για ανοικοδόμηση, καταγγέλλοντας με το δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, κατ' άρθρο 23 ν. 813/1978 (όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 34/1995 και όπως το εν λόγω άρθρο είχε τροποποιηθεί με την παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 1741/1999 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 παρ. 2γ του ν. 4242/2014) πριν τη συμπλήρωση δωδεκαετίας στη χρήση του μισθίου (η οποία συμπληρωνόταν στις 30-9-2008), κατ' άρθρο 69 ΚΠολΔ, ώστε να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα αυτής έξι μήνες μετά τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, δηλαδή στις 31-3-2009 (άρθρο 28 π.δ. 34/1995).
Συγχρόνως επιμελήθηκε της έκδοσης της υπ' αριθ.513/2007 άδειας κατεδάφισης των υφισταμένων στο ακίνητο κτιρίων και της υπ' αριθ. 965/2007 οικοδομικής άδειας, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, κατ' άρθρο 24 του π.δ. 34/1995, στις 14-9-2007, πριν δηλαδή τη συζήτηση της εν λόγω αγωγής. Επί της τελευταίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3038/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την απόδοση της χρήσεως του μισθίου στην πρώτη ενάγουσα [εκμισθώτρια] στις 31/3/2009 και την καταβολή στην ως άνω μισθώτρια αποζημίωσης, ίσης με 18 μηνιαία μισθώματα ήτοι το ποσό των 350.000€.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την άνω μισθώτρια έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 4273/2008 απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας η μισθώτρια εταιρία Φ. Α.Ε άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς και δύο αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης απόδοσης, επί της πρώτης των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 82/2009 απόφαση του ΑΠ, με την οποία χορηγήθηκε, στην αιτούσα [τότε αναιρεσείουσα] προθεσμία τριάντα [30] ημερών προς απόδοση του μισθίου ήτοι μέχρι 30/4/2009 και επί της δεύτερης εκδόθηκε η υπ' αρ. 149/2009 απορριπτική απόφαση.
Επί της αιτήσεως αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αρ.1908/2009 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται ότι η ως άνω μισθώτρια άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών αίτηση αναψηλάφησης κατά της προδιαληφθείσας υπ' αρ. 4273/2008 απόφασης, η οποία δεν συζητήθηκε λόγω παραίτησής της από το δικόγραφο αυτής. Στην συνέχεια η πρώτη ενάγουσα [εκμισθώτρια] κοινοποίησε στην άνω μισθώτρια εταιρία την από 22/5/2009 επιταγή προς απόδοση του μισθίου σε εκτέλεση της ως άνω υπ' αρ. 3038/2007 εξωστικής απόφασης.
Κατά της ως άνω επιταγής, η άνω μισθώτρια άσκησε την υπ' αρ. 90195/164/27.5.2009 ανακοπή και την υπ' αρ. 90488/7701/2009 αίτηση αναστολής, στην οποία σώρευσε και αίτημα για χορήγηση προσωρινής διαταγής, η οποία και χορηγήθηκε. Παράλληλα 67 εργαζόμενοι της άνω μισθώτριας εταιρίας και προμηθευτές αυτής άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ αυτής.
Επ' αυτών [ανακοπής και αιτήσεως αναστολής] εκδόθηκε η υπ' αρ. 6626/2009 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τελικά μετά από τις ανεπιτυχείς ως άνω προσπάθειες της μισθώτριας εταιρίας Φ. Α.Ε, με την άσκηση απ' αυτήν πληθώρας ενδίκων μέσων [προσωρινών διαταγών και αιτήσεων αναστολής], προκειμένου να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο, παρά την έκδοση της υπ' αρ. 3038/20Ο7 αμετάκλητης εξωστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποχώρησε απ' αυτό στις 3/9/2009, αφού της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση από την πρώτη ενάγουσα εταιρία [εκμισθώτρια].
Παράλληλα κατά της υπ' αρ. 965/2007 οικοδομικής αδείας, η εργάτρια της ως άνω μισθώτριας εταιρίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε απ' αυτήν ως παρένθετο πρόσωπο, Α. Σ. άσκησε αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζητώντας την ακύρωσή της και την διακοπή των οικοδομικών εργασιών, με το επιχείρημα ότι το οικοδομικό τετράγωνο 357, στο οποίο επρόκειτο να ανεγερθεί το μίσθιο κατάστημα, είχε χαρακτηριστεί πολεοδομικά για χρήση Β. [βιομηχανικών κτηρίων κλπ] και όχι για χρήση γενικής κατοικίας.
Επί της αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ' αρ. 12/2009 απορριπτική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με βάση έγγραφα, που προσκομίστηκαν από την ως άνω αιτούσα Α.. Σ., τα οποία εξασφάλισε από την Διοίκηση [Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών], ανακλήθηκε η προδιαληφθείσα οικοδομική άδεια [965/2007] από την Πολεοδομία Αθηνών και διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών από 28/4/2009.
Κατά της ως άνω ανακλητικής απόφασης της Διευθύντριας της Πολεοδομίας Αθηνών, η πρώτη ενάγουσα άσκησε αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στην συνέχεια, η ως άνω μισθώτρια εταιρία και 71 εργαζόμενοι σ' αυτήν, άσκησαν αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με αίτημα την ακύρωση της υπ' αρ. 2075/2008 αδείας κατεδάφισης της Πολεοδομίας Αθηνών [η οποία είχε αναθεωρηθεί με την υπ' αρ. 1081/2009 απόφαση της ίδιας Υπηρεσίας], η οποία είχε εκδοθεί μετά τη λήξη της χρονικής ισχύος υπ' αρ. 513/2007 άδειας κατεδάφισης.
Επί της άνω αιτήσεως αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 269/2009 και 259/2010 απορριπτικές αποφάσεις, αντίστοιχα. Μέχρι την έκδοση των εν λόγω απορριπτικών αποφάσεων είχε ήδη λήξει η χρονική ισχύς της ως άνω 2075/2008 άδειας κατεδάφισης και η πρώτη ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 1800/2009 αδείας κατεδάφισης και έτσι κατέστη δυνατή, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο έτους 2009, η ολοκλήρωση των εργασιών κατεδάφισης των υφισταμένων στο οικόπεδο κτηρίων.
Παράλληλα κατόπιν αλλεπάλληλων ενεργειών της πρώτης ενάγουσας προς την Διοίκηση, η Διευθύντρια της Πολεοδομίας με την υπ' αρ. πρωτ. 20508/2483/24.12.2009 απόφασή της ανακάλεσε την υπ' αρ. 5504/28.4.2009 απόφαση [ορθή επανάληψη της υπ' αρ. 5774/28.4.2009 όμοιας] περί ανάκλησης της υπ' αρ. 965/2007 οικοδομικής αδείας και παράλληλα ανακάλεσε, στις 28/12/2009, με το υπ' αρ.πρωτ. 12963/28.12.2009 έγγραφό της το Σήμα Διακοπής των οικοδομικών εργασιών της Πολεοδομίας Αθηνών προς το ΑΤ Ν. ....
Στην συνέχεια υπεγράφη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "1" η από 4/2/2010 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε σ' αυτήν η κατασκευή του κτηρίου, με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές και τους όρους, που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και σύμφωνα με την υπ' αρ. 965/2007 οικοδομική άδεια, με χρόνο παράδοσης του κτηρίου έτοιμου και στο στάδιο που προβλεπόταν από τη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης από 26/7/2006 εμπορική σύμβαση μίσθωσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010.
Μετά την κατάρτιση της από 4/2/2020 σύμβασης, η εργολήπτρια εταιρία άρχισε την εκτέλεση του έργου. Περαιτέρω, τον Ιούνιο 2010 η πρώτη ενάγουσα απέστειλε στο νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης μισθώτριας, Δ. Α., την από 29-6-2010 επιστολή, με την οποία, συμμορφούμενη στο σχετικό όρο του μισθωτηρίου εγγράφου για δεσμευτική ειδοποίηση της μισθώτριας έξι μήνες πριν από την πραγματική παράδοση του μισθίου, του γνωστοποίησε ότι θα είναι έτοιμο προς παράδοση στις 10-12-2010 και να προσέλθει προς παραλαβή του κατά την ανωτέρω ημερομηνία, δηλαδή πριν τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης της 31-12-2010.
Ωστόσο, η πρώτη ενάγουσα, παρά τη δέσμευση, που, κατ' άρθρο 4 της σύμβασης, ανέλαβε με την, κατά τα ανωτέρω, γνωστοποίηση της παράδοσης του μισθίου στις 10-12-2010, δεν παρέδωσε τούτο στην εναγομένη μισθώτρια κατά την ορισθείσα αυτή ημερομηνία, ούτε κατά τη συμπλήρωση εξαμήνου από την αποστολή αυτής (29-12-2010), αφού μέχρι τότε δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες ανέγερσης των κτιρίων, λόγω της επακολουθήσασας της αποστολής της επιστολής (14-10-2010) διακοπής των εργασιών, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω γνωστοποίηση δεν συνιστά τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 της σύμβασης σχετικής υποχρέωσης της ενάγουσας για την παράδοση του μισθίου οποτεδήποτε, δηλαδή και μετά την 29-12-2010 και μάλιστα σε άγνωστο χρόνο, αφού κατά το σαφές, κατά τούτο, περιεχόμενο του άρθρου 4, με την προβλεπόμενη σ' αυτό επιστολή πρέπει να γνωστοποιείται συγκεκριμένη ημερομηνία πραγματικής παράδοσης του μισθίου, έξι μήνες πριν από αυτήν.
Περαιτέρω, όσον αφορά τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 14-10-2010 δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 1899/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της ασκηθείσας από την Α. Σ. αίτησης ακύρωσης κατά της υπ' αριθ. 965/2007 οικοδομικής άδειας, η οποία την δέχθηκε ως βάσιμη, ακύρωσε την εν λόγω οικοδομική άδεια για έλλειψη αιτιολογιών και ανέπεμψε αυτήν στη διοίκηση για νόμιμη κρίση κατά το αιτιολογικό της.
Απόσπασμα της εν λόγω απόφασης προσκομίσθηκε από την Α. Σ. στην Πολεοδομία Αθηνών, η οποία, με το υπ' αριθ. πρωτ. 31398/1952/2010 έγγραφό της προς το Α.Τ. Ν. ... διέταξε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, η οποία διήρκεσε έως 7-4-2011, με αποτέλεσμα κατά το χρονικό αυτό διάστημα να μην εκτελούνται εργασίες στο μίσθιο.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, η πρώτη ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του ΣτΕ, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 12/6/2013, οπότε αναβλήθηκε για τις 4/12/2013 και εκ νέου για την δικάσιμο της 3/2/2014. Ενόψει όμως, της βεβαίας βραδύτητας στην έκδοση απόφασης επί της άνω εφέσεως, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε αίτηση προς την Πολεοδομία Αθηνών, επισυνάπτοντας όλα τα σχέδια, τις μελέτες και εγκρίσεις, που αποτελούσαν τον Φάκελο της υπ' αρ. 965/2007 αδείας οικοδομής, με πρόσθετο στοιχείο την από 8/6/2011 Τεχνική-Αιτιολογική Έκθεση του αρχιτέκτονα Ε.
Μ., προκειμένου να συμπληρωθεί η αιτιολογία της ως άνω αδείας, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω 1899/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Μετά από μελέτη του φακέλου, η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Ν. ...ς ... [αρμόδιας προς έκδοση της αδείας μετά την νομοθετική μεταβολή και την κατάργηση των Νομαρχιών] εξέδωσε την υπ' αρ. 99/2011 άδεια, με την οποία επανέφερε σε ισχύ την υπ' αρ. 965/2007 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας [Βόρειος Τομέας], της Νομαρχίας Αθηνών και με το υπ' αρ.πρωτ. 12438/377/8.4.2011 έγγραφο της προς το Α.Τ.
Ν. ..., ανακάλεσε το προηγούμενο έγγραφο περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών. Κατά της ως άνω [99/2011] αδείας οικοδομής, η Α. Σ., προφανώς, υποκινούμενη και κατόπιν εντολής της μισθώτριας "Φ. Α.Ε", της οποίας ήταν εργαζόμενη, άσκησε την από 1/6/2011 [αρ.κατ.2080/2011] αίτηση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, περί ακύρωσης αυτής καθώς και την υπ' αρ.
ΑΝ 579/2011 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής. Επί της άνω αίτησης ακύρωσης εκδόθηκε η υπ' αρ. 2209/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών [Ακυρωτικός Σχηματισμός], η οποία την απέρριψε, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης από την αιτούσα του υπογράφοντος το δικόγραφο δικηγόρου και επί της άνω αίτησης αναστολής, η υπ' αρ. 407/2011 απορριπτική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου [Ακυρωτικός Σχηματισμός σε Συμβούλιο].
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες. Μετά την ανάκληση της απόφασης διακοπής των οικοδομικών εργασιών, συνεχίσθηκε η εκτέλεσή τους από 8-4-2011. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το μίσθιο δεν παραδόθηκε στην εναγομένη μισθώτρια στις 31-12-2010, οπότε, όπως προεκτέθηκε, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί η παράδοσή του, αλλά ούτε και στις 3-3-2011, οπότε συμπληρώθηκε το χρονικό διάστημα των 18 μηνών από την αποχώρηση της παλαιάς μισθώτριας (3-9-2009), με την πάροδο του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε, είχε προγραμματισθεί η παράδοσή του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 13-7-2011, δηλαδή μετά πάροδο τριών και πλέον μηνών από την, κατά τα ανωτέρω, άρση της διακοπής των οικοδομικών εργασιών (7-4-2011), οπότε κατέστη δυνατή η συνέχισή τους, οι εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί, ούτε προσδιορίσθηκε από την ενάγουσα o χρόνος ολοκλήρωσής τους, χωρίς τούτο να συνδέεται με τις εκ μέρους της Α.
Σ. υποβληθείσες αίτηση ακύρωσης της υπ' αριθ. 99/2011 οικοδομικής άδειας και συναφούς αίτησης αναστολής, που όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα κοινοποιήθηκαν σ' αυτήν στις 7-6-2011, δηλαδή μετά πάροδο δύο μηνών από την άρση διακοπής των εργασιών, αφού οι εργασίες δεν διακόπηκαν εκ νέου, η σχετική δε υποβληθείσα αίτηση περί χορήγησης προσωρινής διαταγής για τη διακοπή τους απερρίφθη από το δικαστήριο.
Επισημαίνεται ότι στην από 14-9-2011 επιστολή της, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, η ενάγουσα ανέφερε ότι τον Οκτώβριο 2010 είχαν εκτελεσθεί εργασίες που υπερέβαιναν σε ποσοστό το 80% του συνόλου των εργασιών του έργου, το οποίο θα ολοκληρωνόταν στις 10-12-2010, αν δεν είχε μεσολαβήσει διακοπή των εργασιών στις 14-10-2010.
Απαιτείτο, δηλαδή, κατά τη σχετική δήλωση της ενάγουσας, χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο μηνών (από 14-10-2010 έως 10-12-2010) για την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του μισθίου. Ωστόσο, αν τούτο ήταν ακριβές, εφόσον, στη συνέχεια, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η άρση της διακοπής των εργασιών έλαβε χώρα στις 7-4-2011, το έργο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί στις 7-6-2011, δηλαδή μετά πάροδο δύο μηνών, κατά μείζονα δε λόγο μεταγενέστερα, στις 13-7-2011, πράγμα που δεν συνέβη.
Κατά την ανωτέρω ημερομηνία (13-7-2011) πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα γραφεία της μισθώτριας μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των συμβαλλομένων, κατά την οποία, με τα ανωτέρω δεδομένα, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης δήλωσαν στους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας τη βούλησή τους να μην παραλάβουν το μίσθιο και να μην εγκατασταθούν σ' αυτό κατά τον μελλοντικό και άγνωστο, τότε, χρόνο παράδοσής του, λόγω καθυστέρησης αυτής (παράδοσης), με την πάροδο του συμφωνημένου, προς τούτο, χρόνου, που προβλεπόταν στο άρθρο 34 της σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε και της παρείχε, στην περίπτωση αυτή, της μη παράδοσης του μισθίου έως την 31-12-2010 και χωρίς τη συνδρομή άλλης προϋπόθεσης, το δικαίωμα να ακυρώσει αζημίως τη σύμβαση.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη δεν επιθυμούσε πλέον τη σύμβαση λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης, εξαιτίας της οποίας έλαβε την απόφαση να αποσύρει από την ελληνική αγορά το εμπορικό σήμα M. S. διακόπτοντας τη λειτουργία των αντιστοίχων καταστημάτων της που λειτουργούσαν με το σήμα αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, η ενάγουσα απέστειλε στη εναγομένη μισθώτρια την από 14-9-2011 επιστολή, στην οποία δηλώνει ότι αντιτίθεται στην εκφρασθείσα στις 13-7-2011 βούληση της εναγομένης να μην παραλάβει το μίσθιο και ακολούθως, αφού αναφέρει συνοπτικά τους, μη οφειλόμενους σε υπαιτιότητά της, λόγους, εξαιτίας των οποίων δεν κατέστη εφικτή τόσο η παράδοση του μισθίου κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε (31-1-2010), όσο και η προ εξαμήνου (δηλαδή τον Απρίλιο 2011) αποστολή επιστολής για δεσμευτική γνωστοποίηση του χρόνου παράδοσής του, δηλώνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...το κτίριο θα είναι έτοιμο και στη διάθεσή σας μέχρι τις 20-10-2011 και σας καλούμε να το παραλάβετε σύμφωνα με τη μεταξύ μας εμπορική σύμβαση στις 20-10-2011.
Σε περίπτωση που δεν παραλάβετε το κτίριο την, ως άνω, ημερομηνία, σας δηλώνουμε ότι θα θεωρήσουμε ότι υπαναχωρήσατε υπαίτια από τη σύμβαση και θα ζητήσουμε την αποκατάσταση κάθε ζημίας μας...". Η εναγομένη, με την από 18-10-2011 απαντητική επιστολή της δήλωσε τα ακόλουθα: "Ενόψει της επιστολής σας, όπως μας την εγχειρίσατε αυθημερόν 14-9-2011 στα γραφεία της έδρας μας, θα θέλαμε να σας εκφράσουμε και γραπτώς τη δήλωση βούλησής μας, όπως σας τη διατυπώσαμε προφορικά και κατά τη συνάντηση της 13-7-2011, ότι η μεταξύ μας σύμβαση της 26-7-2006 ήδη από 13-7-2011 έχει ακυρωθεί βάσει του άρθρου 34 αυτής και συνεπώς δεν θα προσέλθουμε προς παραλαβή κατά την 20-10-2011".
Μετά την άπρακτη πάροδο της ανωτέρω ταχθείσας προθεσμίας (20-10-2011), η ενάγουσα κοινοποίησε (και) στην εναγομένη μισθώτρια την από 14-11-2011 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία, διαμαρτυρόμενη για την επικαλούμενη αντισυμβατική και εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά της, την καλεί και πάλι να προσέλθει και να παραλάβει το μίσθιο, να της καταβάλει άμεσα τη συμφωνημένη εγγύηση, ύψους 13.000.000 ευρώ, να προβεί στη διενέργεια των συμφωνημένων με το άρθρο 3 της μισθωτικής σύμβασης εργασιών στο μίσθιο, για να καταστεί τούτο λειτουργικό και να της καταβάλλει το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα.
Η εναγομένη μισθώτρια, με την από 2-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, αρνήθηκε τους περιεχόμενους στην από 14-11-2011 επιστολή ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως αβάσιμους και επανέλαβε ότι δεν υφίσταται μεταξύ τους οποιοσδήποτε συμβατικός ή άλλος δεσμός, λόγω ακύρωσης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 34 αυτής, όπως διατυπώθηκε προφορικώς κατά τη συνάντηση της 13-7-2011 και εγγράφως στην από 18-10-2011 επιστολή της.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την ενάγουσα υπαίτια παράβαση εκ μέρους της εναγομένης της σύμβασης και ειδικότερα του άρθρου 4 αυτής, όπως τροποποιήθηκε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, με το εν λόγω άρθρο, η παράδοση του μισθίου και η έναρξη της μίσθωσης εξαρτήθηκε μόνο από την ημερομηνία αποχώρησης της υφιστάμενης μισθώτριας και προγραμματίσθηκε να λάβει χώρα 18 μήνες μετά από αυτήν (αποχώρηση).
Η εν λόγω δε προθεσμία παρήλθε, όπως προεκτέθηκε, στις 3-3-2011, χωρίς μέχρι τότε να λάβει χώρα παράδοση του μισθίου. Το επικαλούμενο δε γεγονός ότι η περαιτέρω καθυστέρηση παράδοσης του μισθίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, αλλά στη δικαστική εμπλοκή της σε σχέση με το κύρος της εκδοθείσας για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών οικοδομικής άδειας, δεν θεμελιώνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα της εναγομένης, ώστε η άρνησή της να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011 να συνιστά υπαίτια παράβαση εκ μέρους του εν λόγω συμβατικού όρου.
Επισημαίνεται ότι, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα θεμελιώνει την ερευνώμενη από το παρόν δικαστήριο κύρια βάση της αγωγής περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης στην εκ μέρους αυτής, κατά τα ανωτέρω, υπαίτια παράβαση της σύμβασης, εκδηλούμενη με την άρνησή της να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011 και όχι σε μη νόμιμη άσκηση εκ μέρους της δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια, αρνούμενη να παραλάβει το μίσθιο ακίνητο στις 20-10-2011, εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη την πλήρωση της αίρεσης, από την οποία εξαρτώντο τα αποτελέσματα της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, ώστε η παράδοση του μισθίου να θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε στον ανωτέρω χρόνο και να υφίσταται έκτοτε ενεργός σύμβαση, παράγουσα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από τα ακόλουθα: 1) Από το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του μισθίου (31-12-2010), αλλά και από τη συμπλήρωση δεκαοκταμήνου από την αποχώρηση της παλαιάς μισθώτριας (3-9-2009) μέχρι τη δήλωση της εναγομένης, στις 13-7-2011, ότι δεν θα παραλάβει το μίσθιο, παρήλθε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες, ώστε να καταστεί το μίσθιο έτοιμο προς παράδοση, αλλά και χωρίς να είναι δυνατόν να προβλεφθεί ο ακριβής χρόνος παράδοσής του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι μέχρι τότε (13-7-2011) η ενάγουσα δεν είχε αποστείλει στην εναγομένη σχετική δεσμευτική γνωστοποίηση παράδοσης του μισθίου, κατ' άρθρο 4 παρ. 2 της σύμβασης, πλην της προαναφερόμενης από 29-6-2010 επιστολής, που, όμως, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αφορούσε στη μη πραγματοποιηθείσα παράδοση του μισθίου στις 10-12-2010. 2) Η ενάγουσα, αν και κάλεσε, με την από 14-9-2011 επιστολή της, την εναγομένη να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011, δεν τήρησε προηγουμένως την ανωτέρω υποχρέωσή της (άρθρο 4 παρ. 2 της σύμβασης), καθόσον δεν της απέστειλε, με επιστολή, προ εξαμήνου, δηλαδή στις 20-4-2011, δεσμευτική γνωστοποίηση της παράδοσης του μισθίου κατά την ανωτέρω ημερομηνία (20-10-2011), παρά το γεγονός ότι ήδη, από 7-4-2011, είχε αρθεί, όπως προεκτέθηκε, η διακοπή των οικοδομικών εργασιών. 3) Η καθυστέρηση παράδοσης του μισθίου, συνδεόμενη με την, κατά τα ανωτέρω, δικαστική εμπλοκή της ενάγουσας, η οποία είχε αποκλειστικά την πρωτοβουλία και την ευθύνη χειρισμού των σχετικών δικών, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης.
Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα της τελευταίας για την καθυστέρηση εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία, με την ένδικη σύμβαση, ανέλαβε το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης του μισθίου (31-12-2010) έλαβε χώρα, χωρίς αποτέλεσμα, συζήτηση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για κατάρτιση νέας μισθωτικής σύμβασης, που να αφορά μίσθιο μικρότερης έκτασης. 4) Δεν αποδείχθηκε ότι στις 20-10-2011 το μίσθιο ήταν έτοιμο προς χρήση, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 και 3 της σύμβασης, ώστε να λάβει χώρα πραγματική και προσήκουσα παράδοση αυτού και, ειδικότερα, ότι είχαν εκτελεσθεί όλες ανεξαιρέτως οι συμφωνηθείσες εργασίες, που αναφέρονται στις οικοδομικές προδιαγραφές και στα παραρτήματα, καθώς και ότι είχε ολοκληρωθεί το πεζοδρόμιο και οι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων.
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από 12-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, την κατάρτιση του οποίου δεν αμφισβητεί η ενάγουσα, η τελευταία εκμίσθωσε το ένδικο μίσθιο ακίνητο σε τρίτη μισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, με δαπάνες της, όλες τις ηλεκτρολογικές εργασίες, παρότι την εκτέλεσή τους είχε αναλάβει η ενάγουσα, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης.
Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει ενεργός μίσθωση, δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή στην ενάγουσα της εταιρικής εγγύησης, για πληρωμή μισθωμάτων και για διενέργεια των επωφελών δαπανών του μισθίου. Οι τρίτος και τέταρτος, κατά το αντίστοιχο μέρος τους και o έκτος λόγοι της από 1-6-2016 (αριθ.
κατ. 1783/2016) έφεσης, καθώς και οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι της από 1-6-2016 (αριθ. κατ. 1803/2016) έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα-ενάγουσα και η εκκαλούσα-προσθέτως παρεμβαίνουσα, αντίστοιχα, υποστηρίζουν το αντίθετο είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, εφόσον έγινε δεκτό ότι δεν υφίσταται ενεργός μίσθωση, η επικουρικώς ασκηθείσα κατ' άρθρο 43 π.δ. 34/1995 καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους της εναγομένης καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως και η ασκηθείσα υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις της 1ης ενάγουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ήδη αναιρεσειουσών των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, κατά της 2325/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή ως προς την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 383 επ., 389, 202, 361, 575, 576 και 577 ΑΚ αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ....
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη εκτίθεται, ότι για να καταστεί ενεργός η από 26-7-2006 εμπορική σύμβαση μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων και να επέλθουν τα αποτελέσματά της, έπρεπε να λάβει χώρα πραγματική παράδοση των πληρούντων τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές μισθίων χώρων, κατόπιν προηγούμενης δεσμευτικής γνωστοποίησης στην εναγομένη της παράδοσης του μισθίου, έξι μήνες πριν από την πραγματική ημερομηνία παράδοσης αυτού, ότι ναι μεν η ένδικη σύμβαση δεν είναι ακριβόχρονης εκτέλεσης, αλλά από το συμφωνημένο (κατ' άρθρο 34 της σύμβασης μίσθωσης) χρόνο παράδοσης του μισθίου (31-12-2010), αλλά και από τις 03-03-2011, οπότε συμπληρώθηκε το δεκαοκτάμηνο (κατά το άρθρο 4 της ίδιας σύμβασης) από την αποχώρηση της παλαιάς μισθώτριας (03-09-2009), μέχρι τη δήλωση της εναγομένης στις 13-07-2011, ότι δεν θα παραλάβει το μίσθιο, παρήλθε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες, ώστε να καταστεί το μίσθιο έτοιμο προς παράδοση, αλλά και χωρίς να είναι δυνατό να προβλεφθεί ο ακριβής χρόνος παράδοσής του, ότι μέχρι τότε (13-07-2011) η ενάγουσα δεν είχε αποστείλει στην εναγομένη σχετική δεσμευτική γνωστοποίηση παράδοσης του μισθίου, κατ' άρθρο 4 παρ. 2 της σύμβασης, πλην της από 29-06-2010 επιστολής, που, όμως, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αφορούσε στη μη πραγματοποιηθείσα παράδοση του μισθίου στις 10-12-2010.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα δεν απέστειλε στην εναγομένη, με επιστολή, προ εξαμήνου, ούτε μέχρι τις 20-04-2011, δεσμευτική γνωστοποίηση για την παράδοση του μισθίου στις 20-10-2011, παρότι ήδη, από τις 7-04-2011, είχε αρθεί η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, αλλά την κάλεσε με την από 14-09-2011 επιστολή της να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011, η δε μισθώτρια αρνήθηκε την παραλαβή με την από 18-10-2011 απαντητική επιστολή της επισημαίνοντας την, ήδη από τις 13-07-2011, εκ μέρους της άσκηση του κατ' άρθρο 34 της σύμβασης δικαιώματός της, ότι ούτε στις 20-10-2011 ήταν το μίσθιο έτοιμο προς χρήση, καθόσον δεν είχαν εκτελεσθεί όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες (πεζοδρόμιο, χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, όλες οι συμφωνημένες ηλεκτρολογικές εργασίες), ότι για την προεκτιθέμενη καθυστέρηση παράδοσης του μισθίου λόγω της δικαστικής εμπλοκής της ενάγουσας, η τελευταία είχε αποκλειστικά την πρωτοβουλία και την ευθύνη χειρισμού των σχετικών δικών, ενώ για την καθυστέρηση εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας, η ίδια, με την ένδικη σύμβαση, ανέλαβε το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο.
Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, η σύμβαση μίσθωσης ουδόλως ενεργοποιήθηκε, διότι η χρήση του μισθίου δεν είχε παραδοθεί στη μισθώτρια όχι μόνο μέχρι τις 13-07-2011, παρότι είχε παρέλθει το κατ' άρθρο 4 της ίδιας σύμβασης δεκαοκτάμηνο και εύλογος χρόνος μετά από αυτό, αλλά ούτε και μέχρι τις 20-10-2011, οπότε και πάλι δεν ήταν έτοιμο για χρήση, ώστε να λάβει χώρα πραγματική και προσήκουσα παράδοση αυτού, λόγω μη εκτέλεσης όλων των συμφωνηθεισών εργασιών, ούτε προηγήθηκε δεσμευτική γνωστοποίηση παράδοσης του μισθίου προ εξαμήνου και ως εκ τούτου η μη παραλαβή του μισθίου από την εναγομένη στις 20-10-2011 δεν συνιστά υπαίτια παράβαση των όρων της σύμβασης εκ μέρους της τελευταίας.
Κρίση για αναδρομική κατάργηση της μισθωτικής σχέσης δεν διέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και είναι αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τη μνεία στην προσβαλλόμενη, ότι δεν παραδόθηκε το μίσθιο στις 03-03-2011, οπότε συμπληρώθηκε το χρονικό διάστημα των 18 μηνών από την αποχώρηση της παλαιάς μισθώτριας (03-09-2009), ούτε στις 07-06-2011, δηλαδή μετά την πάροδο δύο μηνών από την άρση διακοπής των εργασιών, διάστημα που σύμφωνα με την εκμισθώτρια απαιτείτο για την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, ούτε στις 13-07-2011, οπότε η αναιρεσίβλητη δήλωσε τη βούλησή της να μην παραλάβει το μίσθιο, επειδή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες και ήταν άγνωστος μέχρι τότε ο χρόνος παράδοσής του.
Αντίθετα, το Εφετείο, αφού έκρινε, κατόπιν ερμηνείας του άρθρου 34 της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ότι αυτή δεν ήταν ακριβόχρονης εκτέλεσης, ερεύνησε το εύλογο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο έπρεπε να παραδοθεί το μίσθιο και αποφάνθηκε, ότι το διάστημα αυτό εκτεινόταν μέχρι τις 13-07-2011, οπότε όμως δεν παραδόθηκε και ήταν μελλοντικός και άγνωστος ο χρόνος παράδοσής του.
Επίσης, η αιτίαση με τον έκτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε, ότι συνέτρεξε ανωτέρα βία από 25-10-2010 έως 08-04-2011, αντιφατικά έκρινε, ότι η παροχή έπρεπε να εκπληρωθεί μέχρι τις 03-03-2011, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ουδόλως έγινε δεκτό, ότι η μη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο μίσθιο, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, οφείλεται σε ανωτέρα βία.
Ακολούθως, ζήτημα πραγματικών ελαττωμάτων δεν τέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά έγινε δεκτό, ότι η εκμισθώτρια δεν εκπλήρωσε τη συμβατική υποχρέωσή της να εκτελέσει όλες τις συμφωνημένες οικοδομικές εργασίες, προκειμένου να παραδώσει το μίσθιο στη μισθώτρια, πέραν του ότι στην ένδικη υπόθεση ουδέποτε παραδόθηκε η χρήση του μισθίου, έτσι ώστε, σε κάθε περίπτωση, δεν συντρέχει ζήτημα ύπαρξης ή μη πραγματικών ελαττωμάτων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο και με το δεύτερο λόγο, κατά το ΣΤε σκέλος του, είναι αβάσιμα.
Άλλωστε, η παραδοχή ότι υπόχρεη εκτέλεσης των ηλεκτρολογικών εργασιών σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση μίσθωσης ήταν η εκμισθώτρια, δεν είναι αντιφατική με εκείνη (την παραδοχή), σύμφωνα με την οποία υπόχρεη για τις εν λόγω εργασίες κατέστη η επόμενη μισθώτρια της ενάγουσας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο, κατά το ΣΤγ σκέλος του, καθόσον πρόκειται για διαφορετικές συμβάσεις, από τις οποίες καταδεικνύεται, ότι η αναιρεσείουσα δεν ολοκλήρωσε τις αναληφθείσες από αυτήν εργασίες και γι' αυτό, παρότι ήταν συμβατική υποχρέωσή της η εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών με την ένδικη σύμβαση, επειδή δεν πραγματοποιήθηκαν, στην επόμενη μίσθωση η εκμισθώτρια με το από 12-03-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με τρίτη μισθώτρια συμφώνησε να εκτελεσθούν οι εργασίες αυτές από την τελευταία.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το Ε σκέλος του, για ενδοιαστική αιτιολογία ως προς την παραδοχή του Εφετείου, ότι αν ήταν ακριβές αυτό που αναφερόταν στην από 14-09-2011 επιστολή της αναιρεσείουσας, ότι απέμενε προς εκτέλεση τον Οκτώβριο του 2010 το 20% των οικοδομικών εργασιών, εν τέλει δεν εκτέλεσε τις εργασίες αυτές από τις 07-04-2011 έως τις 13-07-2011, είναι απαράδεκτη, καθόσον η ανωτέρω παραδοχή δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία, αλλά είναι επιχείρημα, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης, στηρίχθηκε δε (το επιχείρημα αυτό) στα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και καταδεικνύει, ότι παρά τις υποσχέσεις της, η τελευταία δεν ολοκλήρωσε τις οικοδομικές εργασίες εντός ευλόγου χρόνου, αφότου έληξε η απαγόρευση των οικοδομικών εργασιών (07-04-2011).
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος και έκτος λόγοι αναίρεσης στο σύνολό τους και ο δεύτερος λόγος, κατά τα Ε, Στγ και ΣΤε σκέλη του. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι "με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα θεμελιώνει την ερευνώμενη από το παρόν δικαστήριο κύρια βάση της αγωγής περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης στην εκ μέρους της τελευταίας, κατά τα ανωτέρω, υπαίτια παράβαση της σύμβασης, εκδηλούμενη με την άρνησή της να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011 και όχι σε μη νόμιμη άσκηση εκ μέρους της δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση", όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την 1636/2018 αναιρετική απόφαση (44η σελ.).
Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τις εξής, επικουρικώς προβαλλόμενες, αιτιάσεις του, και δη α) κατά το Α σκέλος του, με το οποίο προσάπτει τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων των άρθρων 387 εδ.
β και 390 του ΑΚ, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί, ότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπεμφαίνεται κρίση περί υπαναχώρησης από τη μισθώτρια, καθόσον, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, στην περίπτωση αυτή δεν εκτίθεται, πώς εκδηλώθηκε η βούληση υπαναχώρησης, πώς έγινε και από ποιον έγινε, για να κριθεί, αν κατά τον κρίσιμο χρόνο συνέτρεχαν ή όχι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του εν λόγω διαπλαστικού δικαιώματος, β) κατά τα ΣΤ α και β σκέλη του ίδιου λόγου, με τα οποία αποδίδονται οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8α και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον ήθελε κριθεί, ότι το Εφετείο στήριξε την υπαναχώρηση, επαλλήλως, και στην ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων και γ) κατά το ΣΤδ σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ήθελε κριθεί, ότι το Εφετείο δέχθηκε υπαναχώρηση λόγω ελαττωμάτων.
Με το Β σκέλος του δεύτερου λόγου η αναιρεσείουσα, παραπονείται, ότι κατά παράβαση του άρθρου 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι πέραν του διαστήματος από 14-10-2010 έως 07-04-2011, που υπήρχε διακοπή εργασιών, ομοίως ήταν αδύνατη η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και κατά το διάστημα από 03-09-2009 έως 28-12-2009, το οποίο χρονικό διάστημα δεν αφαίρεσε από το 18μηνο, παρότι οφειλόταν σε ανωτέρα βία.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, καθόσον έγινε δεκτό, ότι η δικαστική εμπλοκή της αναιρεσείουσας με την προηγούμενη μισθώτρια και οι εξ αυτής καθυστερήσεις στην εκτέλεση των εργασιών ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της εκμισθώτριας και του επιχειρηματικού κινδύνου, που ανέλαβε με τη σύμβαση.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2009 έγιναν εργασίες και δη ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατεδάφισης δυνάμει της υπ' αριθμ. 1800/2009 άδειας κατεδάφισης, πέραν του ότι η αναιρεσείουσα με την από 14-09-2011 επιστολή της ανέφερε, ότι τον Οκτώβριο του 2010 είχε εκτελεσθεί το 80% των εργασιών στο μίσθιο και ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν στις 10-12-2010, αν δεν είχε μεσολαβήσει η διακοπή των οικοδομικών εργασιών στις 14-10-2010, ήτοι σε λιγότερο από δύο (2) μήνες, διάστημα, το οποίο όμως η ίδια υπερέβη κατά πολύ (από την άρση της διακοπής των εργασιών στις 7-4-2011 έως τις 13-7-2011), χωρίς να ολοκληρώσει τις εργασίες.
Εφόσον δε, ο περί ανωτέρας βίας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε για τους προεκτεθέντες λόγους και όχι επειδή το Εφετείο έκρινε, ότι "δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια συμμετείχε στις παράνομες πράξεις, που εμπόδισαν την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής", όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, παραπονούμενη, επικουρικώς, για ευθεία παράβαση του άρθρου 342 του ΑΚ με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το Γ σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η σχετική αιτίαση, ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το Δ σκέλος του ίδιου λόγου προσάπτει στην προσβαλλόμενη παράβαση από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παρότι έγινε δεκτό, ότι η 965/2007 οικοδομική άδεια ανακλήθηκε από την Πολεοδομία στις 28-09-2009 και ότι η διακοπή των οικοδομικών εργασιών διήρκεσε μέχρι το τέλος του έτους 2009, στη συνέχεια, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, έκρινε, ότι κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2009 ήταν δυνατή η εκτέλεση και ολοκλήρωση των εργασιών κατεδάφισης.
Η προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη των πραγματικών περιστατικών, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, πέραν του ότι στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η ανάκληση αφορούσε μόνο στην οικοδομική άδεια και όχι και στην άδεια κατεδάφισης, η οποία, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, παρέμεινε σε ισχύ.
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Άλλωστε, κατά τις διατάξεις των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 1281/2013, ΑΠ 255/2009, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).
Δεν δημιουργείται, όμως, αμφιβολία και δεν υπάρχει κενό στη δήλωση βουλήσεως στην περίπτωση, που ο δηλών εκφράστηκε σαφώς και περιέλαβε στη δήλωσή του όλα, όσα θέλησε (ΑΠ 1119/2021, ΑΠ 737/2021, ΑΠ 559/2019, ΑΠ 1281/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ... με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της, κατά το 3Α σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι, κατά παράβαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κρίθηκε δια της ερμηνευτικής οδού, ότι έπρεπε η εκμισθώτρια να προβεί για 2η φορά σε προ εξαμήνου συστημένη επιστολή προς τη μισθώτρια για την παράδοση του μισθίου, παρότι δεν προβλέπεται αυτό από τη σύμβαση.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κανένα κενό στη διατύπωση του άρθρου 4 της σύμβασης μίσθωσης, αλλά έκρινε με σαφήνεια, ότι έπρεπε να προηγηθεί προ εξαμήνου δεσμευτική γνωστοποίηση παράδοσης του μισθίου, καθόσον δεν είχε γίνει η παράδοση κατόπιν της, το πρώτον κοινοποιηθείσας, από 29-06-2010 επιστολής, αφού δεν παραδόθηκε τελικά το μίσθιο στο τέλος του 2010, γιατί δεν ήταν έτοιμο.
Ακολούθως, με το Β σκέλος του τρίτου λόγου από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται, ότι παρότι είχε προτείνει παραδεκτά, ότι από τις 07-04-2011 έως τις 09-09-2011, οπότε απορρίφθηκε η από 01-06-2011 αίτηση αναστολής της Α. Σ. με την υπ' αριθμ. 497/9-9-2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, υπήρχε αντικειμενική αδυναμία να ολοκληρωθούν οι εργασίες, εντούτοις με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι δεν υπήρχε αναστολή οικοδομικών εργασιών κατά το άνω διάστημα και ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να αποστείλει προ 6μήνου συστημένη επιστολή, έτσι ώστε δεν λήφθηκε υπόψη ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός της.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει, ότι επικαλέστηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτόδικο δικαστήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και τον επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ούτε γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό αυτόν το πρώτον στο Εφετείο.
Στη συνέχεια, με το Γ σκέλος του τρίτου λόγου προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα είχε το συμβατικό βάρος να επαναλάβει για 2η φορά τη συστημένη επιστολή για την παράδοση του μισθίου, παρότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης-βάρους ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει πρωτοδίκως με τις προτάσεις της τον ισχυρισμό, ότι η από 29-06-2010 επιστολή κοινοποιήθηκε προσχηματικά, διότι δεν παραδόθηκε το μίσθιο στις 10-12-2010 (σελ. 33 των από 02-05-2014 πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης), και επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό κατ' έφεση και με τις κατ' έφεση προτάσεις της κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο.
Ως εκ τούτου, όχι παρά το νόμο δέχθηκε η προσβαλλόμενη, ότι δεν προηγήθηκε η προ εξαμήνου πρόσκληση για δεσμευτική παράδοση του μισθίου. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως (ΑΠ 638/2014).
Με το Δ σκέλος του τρίτου λόγου η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη για παράβαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άρθρου 4 παρ. β της από 26-7-2006 Εμπορικής Σύμβασης Εκμίσθωσης, όπως μεταφράσθηκε από την Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, με την κρίση του, ότι η εκμισθώτρια είχε συμβατική υποχρέωση να προβεί στην προαναφερόμενη ειδοποίηση, παρότι η ειδοποίηση αυτή, όπως εκτίθεται στην εν λόγω επίσημη μετάφραση, ήταν προαιρετική και δη "υπό αίρεση (προαιρετική) με την έκδοση μιας νόμιμα δεσμευτικής οικοδομικής άδειας".
Πέραν του ότι αφενός δεν εκτίθεται, ότι προσκομίσθηκε με νόμιμη επίκληση η ανωτέρω μετάφραση της Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 1875/2006), αφετέρου είναι διαφορετική η έννοια της φράσης "υπό αίρεση" από την έννοια της λέξης "προαιρετική", σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της δέχεται τη συμβατική υποχρέωσή της να αποστείλει συστημένη επιστολή προ εξαμήνου (σελ. 23 και 24 της από 26-01-2012 αγωγής) και απλώς αιτιολογεί, ότι η σχετική παράλειψή της οφείλεται στην αδυναμία της να αποστείλει την επιστολή προ εξαμήνου, προκειμένου να παραδώσει το μίσθιο είτε στις 29-06-2011 είτε στις 04-10-2011, λόγω της αντιδικίας της με την προηγούμενη μισθώτρια και της διακοπής των οικοδομικών εργασιών.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω παράβασης του άρθρου 350 του ΑΚ, διότι έγινε δεκτό, ότι η εκμισθώτρια δεν προέβη "σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της παροχής προς τη μισθώτρια" στις 20-10-2011, παρότι δεν απαιτείτο πραγματική προσφορά του μισθίου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, εφόσον ήδη από τις 13-07-2011 η μισθώτρια είχε δηλώσει, ότι δεν πρόκειται να το παραλάβει.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την ανωτέρω επικαλούμενη παραδοχή, αλλά έκρινε, ότι στις 20-10-2011 το μίσθιο δεν ήταν έτοιμο προς χρήση, ώστε να λάβει χώρα πραγματική και προσήκουσα παράδοση αυτού, λόγω μη εκτέλεσης όλων των συμφωνημένων οικοδομικών εργασιών.
Εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ένστασης του άρθρου 350 του ΑΚ, κατ' επέκταση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής ούτε της αντένστασης του άρθρου 352 του ΑΚ και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ο κατ' άρθρο 352 ΑΚ ισχυρισμός, παρότι δεν τον είχε προτείνει η εναγομένη μισθώτρια ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι ομοίως απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 17/2017, 2200/2014, 1929/2014, 1741/2012, ΑΠ 748/2013, ΑΠ 651/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ψέγει την προσβαλλόμενη, ότι άφησε αίτηση αδίκαστη κατά παράβαση του αριθμού 9 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, παραπονείται, ότι παρότι στο αιτητικό του δικογράφου της αγωγής υπήρχε και αυτοτελές αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της γενομένης υπαναχώρησης της μισθώτριας από τη μισθωτική σύμβαση, το Εφετείο δεν ερεύνησε το αίτημα αυτό ούτε διέλαβε καμία σκέψη περί αυτού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, αντιθέτως δέχθηκε, ότι η αγωγή "δεν έχει ως βάση την υπαναχώρηση".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι η αγωγή δεν έχει ως βάση την υπαναχώρηση, έτσι ώστε δεν τίθεται ζήτημα αδίκαστης αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι αναιρεσείουσα δεν διελάμβανε τέτοιο αίτημα με την αγωγή της, αλλά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 01-06-2016 έφεσής της, επιχείρησε το πρώτον με τον 5ο λόγο αυτής να υποστηρίξει, ότι η άρνηση παραλαβής του μισθίου από τις εναγόμενες υποδήλωνε άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και ότι το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας αφορούσε, κατά το αληθές νόημα της αγωγής, στο διαπλαστικό δικαίωμα της υπαναχώρησης, που ασκήθηκε με την άρνηση παραλαβής του μισθίου και την προηγηθείσα έγγραφη δήλωση των εφεσίβλητων.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε με την 1636/2018 αναιρετική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον κατ' έφεση. Επομένως, το Εφετείο ορθώς έκρινε, ότι η ενάγουσα θεμελιώνει την ερευνώμενη κύρια βάση της αγωγής περί ενδοσυμβατικής ευθύνης στην εκ μέρους της εναγομένης υπαίτια παράβαση της σύμβασης μίσθωσης, εκδηλούμενη με την άρνηση της τελευταίας να παραλάβει το μίσθιο στις 20-10-2011 και όχι σε μη νόμιμη άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση (30ό φύλλο, 2η σελ.
της προσβαλλόμενης).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-05-2021 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "..." και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΙΙ. Επί της από 23-05-2021 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "1 ΑΕ" Η αναιρεσείουσα Τράπεζα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της από 23-05-2021 αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθόσον εσφαλμένως ερμήνευσε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, δεχόμενο, ότι δεν επρόκειτο για ενεργή σύμβαση μίσθωσης, αλλά για μίσθωση υπό αίρεση, η ενεργοποίηση της οποίας προϋπέθετε την έγκαιρη παράδοση του μισθίου εκ μέρους της εκμισθώτριας και αφού δεν παραδόθηκε έγκαιρα σ' αυτήν, ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η σύμβαση μίσθωσης και, συνακόλουθα, δεν γεννήθηκαν υποχρεώσεις από τη σύμβαση μίσθωσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι με την προσβαλλόμενη ερμηνεύθηκε με βάση την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρ. 173, 200 ΑΚ), το άρθρο 34 της σύμβασης μίσθωσης μόνο για το αν η σύμβαση ήταν ακριβόχρονης εκτέλεσης (άρθρο 401 του ΑΚ) και κρίθηκε, ότι δεν ήταν ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Επίσης, ήδη είχε κριθεί ερμηνευτικά, ότι το άρθρο 34 της μισθωτικής σύμβασης δεν καταργήθηκε με το άρθρο 4 της ίδιας σύμβασης, σύμφωνα με τις παραδοχές της 4225/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και όπως έγινε δεκτό και με την 1636/2018 αναιρετική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δεν διαπίστωσε κενό ή κάποια αμφιβολία στο τι πραγματικά θέλησαν τα μέρη, ώστε αυτή (σύμβαση) να έχει ανάγκη ερμηνείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων, δέχθηκε σαφώς, ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης δεν ενεργοποιήθηκε, διότι το μίσθιο δεν είχε παραδοθεί στη μισθώτρια όχι μόνο μέχρι τις 13-07-2011, παρότι είχε παρέλθει το κατ' άρθρο 4 της ίδιας σύμβασης δεκαοκτάμηνο και εύλογος χρόνος μετά από αυτό, αλλά ούτε και μέχρι τις 20-10-2011, οπότε και πάλι δεν ήταν έτοιμο για χρήση, ώστε να λάβει χώρα πραγματική και προσήκουσα παράδοση αυτού, λόγω μη εκτέλεσης όλων των συμφωνημένων οικοδομικών εργασιών, ενώ επιπρόσθετα δεν απέστειλε η εκμισθώτρια στη μισθώτρια, προ εξαμήνου, δεσμευτική γνωστοποίηση παράδοσης του μισθίου.
Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα διατυπώνει το δικαστήριο της ουσίας με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα, χωρίς να διαπιστώνει, ούτε με έμμεσο τρόπο, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των μερών και χωρίς να προσφεύγει ή να υπαινίσσεται σε κανένα σημείο προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους δεν εφάρμοσε.
Άλλωστε, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα της μη ενεργοποίησης της σύμβασης μίσθωσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 4 (όπως η παρ. 3 του άρθρου 580 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ.4 του Ν 4045/2012 και 65 παρ.1 του Ν 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01-01-2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του Ν 4335/2015) και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν 4335/2015) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα, που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν, της έκτασης της αναίρεσης ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, αφού η παραπομπή μπορεί να λάβει χώρα μετά την αναίρεση της απόφασης για ουσιαστικό ή δικονομικό λόγο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 515/2021, ΑΠ 629/2010, ΑΠ 778/2009, ΑΠ 1843/2008).
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά αυτά. Αν τούτο εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην εν λόγω περίπτωση λειτουργεί αυτόνομα (ΑΠ 109/2006).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 515/2021, ΑΠ 1097/2008). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή, παρότι με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου είχε κριθεί το νομικό ζήτημα, ότι το αντικείμενο της δίκης ήταν ολοκληρωμένη και ενεργός σύμβαση μίσθωσης μεταξύ εκμισθώτριας και μισθώτριας, εντούτοις το Εφετείο έκρινε αντιθέτως, ότι αντικείμενο της δίκης ήταν μη συντελεσμένη υπό αίρεση σύμβαση εμπορικής μίσθωσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, με την 1636/2018 αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η 4225/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (αριθμός 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής.
Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 23-05-2021 αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα Τράπεζα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από α) 21-05-2021 (αριθμ. κατάθ. 505/24-5-2021) και β) 23-05-2021 (αριθμ. κατάθ. 515/26-05-2021) αιτήσεις για αναίρεση της 471/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ σε βάρος καθεμίας αναιρεσείουσας. Και Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τις αναιρεσείουσες αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ……………
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην………….
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ