Legislator Case Law & Legislation
1383/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that common sense errors constitute unreviewable evidence assessment, not legal interpretation.

Case Number 1383/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's judgment regarding compensation for a train accident. The appellants argued the lower court erred in fact-finding and violated common sense by failing to examine specific safety protocols and causal links. The court ruled that these arguments targeted the unreviewable assessment of evidence rather than the interpretation of legal rules, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: Appeals challenging a judgment solely on grounds that the court violated common sense in assessing evidence or determining facts are inadmissible as they constitute an unreviewable re-evaluation of the evidence assessment.

Keywords

AI generated
common sense errors evidence assessment inadmissible appeal unreviewable facts legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1383/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ε. Δ. του Χ., κατοίκου ... και 5) Π. Δ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανατάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." (ΣΤΑ.ΣΥ. Α.Ε.), πρώην "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριάννα Κορδοπάτη, η οποία ανακάλεσε την από 9-12-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. της δικηγόρου Σολομόνης Παραλίδου. Η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 28-1-2009 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Α.Ε." και την από 2-6-2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2921/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3158/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων αγωγή, με την οποία ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά τις εκεί διακρίσεις για το θάνατο του υιού και αδελφού τους, που προκλήθηκε από αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου (εναγόμενου), που είχε προστηθεί από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, αλλά και από αυτοτελή αμέλεια των οργάνων της τελευταίας.

Η ως άνω εναγομένη εταιρεία άσκησε προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), στην οποία είχε ασφαλίσει την αστική της ευθύνη έναντι τρίτων, η τελευταία δε άσκησε υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε με την 2921/2018 απόφασή του κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή και την προσεπίκληση με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους κυρίως εναγομένους και την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Το Εφετείο με την 3158/2019 απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις και ακολούθως, μετά την εκ νέου έρευνα της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε από τους κυρίως ενάγοντες που ηττήθηκαν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή ως κατωτέρω εκτίθενται.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 604/2015).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα", συνάγονται τα ακόλουθα:

Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011), Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 1723/2014). Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).

Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71ΑΚ (ΑΠ 1885/2014), και Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 263/2021).

Τέλος, κατά το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 221/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Επίσης, σύμφωνα με το αυτό ως άνω άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 12/10/2006 και περί ώρα 22.48 ο εναγόμενος-εκκαλών Δ. Κ. (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας τον υπ' αριθμ. … συρμό της "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", εκινείτο στη γραμμή από το Σταθμό "Αγ.

Αντώνιος" προς το σταθμό "Αγ. Δημήτριος", προστηθείς στην εκτέλεση του παραπάνω δρομολογίου από την εναγομένη-εκκαλούσα της (α) έφεσης (ΣΤΑΣΥ.ΑΕ) (δεύτερη αναιρεσίβλητη), με την οποία τον συνέδεε σχέση εξαρτημένης εργασίας και η οποία,... είχε την εκμετάλλευση και λειτουργία των συρμών του Μετρό. Η σύνθεση του συρμού, κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν A06-B06-C06-C05Β05-Α05, με το Α05 να είναι το μπροστινό όχημα στην κίνηση του συρμού προς τον σταθμό "Δάφνη" και το C06 το τέταρτο όχημα στην κατεύθυνση κίνησης του συρμού.

Το μήκος κάθε οχήματος ήταν 17 μέτρα και το συνολικό μήκος του συρμού 106 μέτρα, ενώ η αποβάθρα είχε μήκος 108 μέτρα και πλάτος 4 μέτρα. Στην αρχή της αποβάθρας στην κατεύθυνση κίνησης του συρμού υπάρχει μία οθόνη, στην οποία εμφανίζεται σε δύο κομμάτια (split), το μισό του ενός τρένου και το μισό του άλλου τρένου, από τις δύο κάμερες που υπάρχουν στην αποβάθρα.

Εκεί βλέπει ο οδηγός και μπορεί να εξακριβώσει αν έχει ολοκληρωθεί η αποβίβαση και η επιβίβαση και αν οι επιβάτες έχουν απομακρυνθεί από τον συρμό, ώστε ακολούθως, όταν βεβαιωθεί γι' αυτό να πιέσει το κομβίο για το κλείσιμο των θυρών και στη συνέχεια να ξεκινήσει τον συρμό. Όταν ο συρμός βρίσκεται εν στάσει, το μέτωπο της καμπίνας του οδηγού απέχει περίπου 2 μέτρα από την οθόνη της αποβάθρας, ενώ όταν η καμπίνα οδήγησης εισέλθει στην σήραγγα (για την επομένη στάση) ο οδηγός δεν έχει πλέον οπτική επαφή με την οθόνη της αποβάθρας.

Ενόψει δε του ότι ο συρμός δεν διαθέτει πλευρικά καθρέφτες και είναι ηχομονωμένος, ο οδηγός έχει οπτική επαφή μόνο προς τα εμπρός ενώ δεν έχει πλέον καμία ορατότητα και εποπτεία του πίσω μέρους του συρμού... Περαιτέρω σύμφωνα με: α) την "Τεχνική Περιγραφή του Λειτουργικού Μέρους", που έχει συντάξει η εργολάβος του έργου και κατασκευάστρια των συρμών "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ", (Υποομάδα Τροχαίου Υλικού), β) τον "ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΔΗΓΩΝ ΣΥΡΜΩΝ" της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, (εφεξής Κανονισμός), ο οποίος εγκρίθηκε με την ΥΑ 14338/1503/1999 του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 1899Β/ 19.10.1999) και διέπει τις ενέργειες των Οδηγών Επιβατικών Συρμών της "Αττικό Μετρό") και της θυγατρικής της εταιρείας (άρθρο l.l) και γ) το Εγχειρίδιο "Διαδικασίες ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ") που έχει συντάξει η Υπηρεσία Τροχαίου Υλικού της ΑΜΕΛ ήδη ΣΤΑ.ΣΥ, προβλέπονται αφενός τα τεχνικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά του συρμού αυτού καθώς και τα καθήκοντα και οι ενέργειες των Οδηγών Συρμών.

Ειδικότερα από τα ανωτέρω προκύπτει (και δεν αμφισβητείται) ότι εντός κάθε οχήματος του ανωτέρω συρμού υπάρχουν 6 ή 8 θύρες ανοίγματος και καθεμία εξ' αυτών έχει έναν μοχλό με τον οποίο απελευθερώνεται για να ανοίξει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Αν η χειρολαβή αυτή τραβηχτεί, κόβει την έλξη στον συρμό (τον ακινητοποιεί) εφόσον όμως ο συρμός βρίσκεται εν στάσει ή έχει ταχύτητα μικρότερη των 3 χλμ/ώρα.

Επιπλέον, εκτός από τις χειρολαβές εκτάκτου ανοίγματος θύρας, υπάρχουν εντός κάθε οχήματος και (4) μοχλοχειριστήρια σήματος κινδύνου Η ενεργοποίηση σήματος κινδύνου, εντός 20 δευτερολέπτων από την εκκίνηση του συρμού, κόβει (αυτόματα) την έλξη στον συρμό (τον ακινητοποιεί) και επιπλέον ανοίγει κανάλι επικοινωνίας του οδηγού του Συρμού με την καμπίνα των επιβατών για να ενημερωθεί ο οδηγός για την αιτία που ενεργοποιήθηκε το σήμα κινδύνου.

Εξάλλου, όσον αφορά τα καθήκοντα των Οδηγών Συρμών, από τον Κανονισμό προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ο Οδηγός συρμών οφείλει να συμμορφώνεται με τις εντολές τις οποίες λαμβάνει για την λειτουργία του συστήματος από τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας, τον Επόπτη Λειτουργίας, τους Επιβλέποντες Λειτουργίας, τον Ελεγκτή Κυκλοφορίας Αμαξοστασίου (άρθρ.4.2.ΙΟ)", "να ακολουθεί τις εντολές αναχώρησης από τους σταθμούς σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία (άρθρ.4.2.Ι "να ακολουθεί τις σχετικές διαδικασίες όταν αντιμετωπίζει κάποιο συμβάν ή βλάβη (4.2.18)" να διατηρεί συνεχή επικοινωνία, μέσω του συστήματος ασύρματης επικοινωνίας του θαλάμου οδήγησης με τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας και να τον ενημερώνει αμέσως σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόβλημα, συμβάν ή βλάβη διακόψει την πορεία του συρμού, γίνει κάποιο ατύχημα σε ανθρώπους, γίνει κάποιο ατύχημα με το συρμό (αρθρ.4.2.2Ο)".

Στο δε Εγχειρίδιο "Διαδικασίες Λειτουργίας", στην Διαδικασία ΔΛ 7-20 με τίτλο "Δρομολόγηση συρμών" προβλέπονται τα εξής: "3. Ο Οδηγός πρέπει να πραγματοποιήσει όλους τους οπτικούς ελέγχους και να εκτελέσει όλες τις ενέργειες που περιγράφονται στην παρούσα διαδικασία, πριν o συρμός αφήσει τον σταθμό" "5.Ι.1 Όταν o συρμός σταθμεύσει πλήρως στην αποβάθρα του σταθμού, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να:

ανοίξει τις πόρτες του συρμού, κοιτάξει την οθόνη ελέγχου αποβάθρας για να δει την κίνηση των επιβατών καθώς αυτοί εισέρχονται και εξέρχονται του συρμού, περιμένει για τη πράσινη σταθερή φωτεινή ένδειξη στο ταμπλό του οδηγού, η οποία δείχνει ότι η Αναχώρηση Κατ' Εντολή έχει δοθεί. Όταν η φωτεινή ένδειξη της Αναχώρησης Κατ' Εντολή ενεργοποιηθεί, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να κοιτάξει την οθόνη ελέγχου αποβάθρας και να ελέγξει ότι δεν υπάρχουν επιβάτες που προσπαθούν να επιβιβασθούν στο συρμό.

Εάν υπάρχουν επιβάτες που προσπαθούν να επιβιβασθούν στο συρμό, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να περιμένει 5 δευτερόλεπτα το μέγιστο. Όταν δεν υπάρχουν επιβάτες που προσπαθούν να επιβιβασθούν στο συρμό, ή τα 5 δευτερόλεπτα έχουν περάσει, o Οδηγός Συρμού πρέπει να πιέσει το κουμπί για την εκκίνηση της διαδικασίας κλεισίματος των θυρών (πρώτα θα ηχήσει ο προειδοποιητικός ήχος), να ελέγξει ότι η φωτεινή ενδεικτική ένδειξη για το άνοιγμα των θυρών έχει σβήσει".

Στο ίδιο ως άνω εγχειρίδιο, στην διαδικασία ΔΑ 7-18 με τίτλο " Σήμα κινδύνου ορίζεται: "5.Ι.I Εάν κάποιος επιβάτης ενεργοποιήσει το Σήμα Κινδύνου Επιβατών εντός 20 δευτερολέπτων από την έναρξη αναχώρησης του συρμού από μία αποβάθρα σταθμού, ο Οδηγός Συρμού θα λάβει μία οπτική και ακουστική προειδοποίηση στον θάλαμο του και θα αντιληφθεί μία αυτόματη έκτακτη εφαρμογή των φρένων με αποτέλεσμα την ακινητοποίηση του συρμού.

Όταν ο συρμός ακινητοποιηθεί, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να έλθει σε επαφή, μέσω του συστήματος επικοινωνίας Σήματος Κινδύνου Επιβατών, με τον επιβάτη ο οποίος ενεργοποίησε το σήμα κινδύνου, για να μάθει ποιό είναι το πρόβλημα και (να) του ζητήσει όπως επαναφέρει το μοχλό στην αρχική του θέση, να επικοινωνήσει με τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας και τον ενημερώσει για το πρόβλημα, να χρησιμοποιήσει το Σύστημα Αναγγελιών (ΣΑ) και να ενημερώσει τους επιβάτες ότι είχε ενεργοποιηθεί το σήμα κινδύνου, θα προκύψει κάποια καθυστέρηση από τη διερεύνηση που θα κάνει, (να) ζητήσει συγγνώμη για τυχόν αναστάτωση.

Εάν δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μέσω του συστήματος επικοινωνίας Σήματος Κινδύνου Επιβατών, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να ενημερώσει τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας, (να) ασφαλίσει το συρμό, (να) βαδίσει μέχρι το όχημα στο οποίο είχε ενεργοποιηθεί το Σήμα Κινδύνου Επιβατών", "5.2.Ι. Εάν κάποιος επιβάτης ενεργοποιήσει το Σήμα Κινδύνου Επιβατών μεταξύ σταθμών, δηλαδή κατά οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά τα 20 δευτερόλεπτα που ακολουθούν την έναρξη αναχώρησης του συρμού από τον προηγούμενο σταθμό, ο Οδηγός Συρμού θα λάβει μία οπτική και ακουστική προειδοποίηση στο θάλαμό του, αλλά ο συρμός δεν θα ακινητοποιηθεί αυτομάτως.

Εάν συμβεί αυτό, ο Οδηγός Συρμού πρέπει να χρησιμοποιήσει το σύστημα επικοινωνίας για να μιλήσει με τον επιβάτη ο οποίος ενεργοποίησε το σήμα κινδύνου και να εκτιμήσει την κατάσταση, να ενημερώσει τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας για την κατάσταση, να προσπαθήσει να επικοινωνήσει μέσω του ΣΑ με τον επιβάτη ή με κάποιον που να μπορεί να τον ενημερώσει για την κατάσταση, ζητώντας του να επαναφέρει τον μοχλό στην αρχική του θέση, ενημερώνει τον Ρυθμιστή Κυκλοφορίας για το πρόβλημα και για το αν απαιτείται βοήθεια".

O παραπάνω συρμός έφθασε, περί ώρα 23.04, στον υπόγειο Σταθμό "Αγ. Ιωάννης" και ο οδηγός στάθμευσε στο προβλεπόμενο σημείο στάσης και άνοιξε τις θύρες προκειμένου να αποβιβαστούν και επιβιβαστούν επιβάτες. Ο συρμός παρέμεινε στην αποβάθρα του Σταθμού "Αγ. Ιωάννης" περί τα (20) δευτερόλεπτα, προτού δοθεί το προειδοποιητικό ηχητικό σήμα της αναχώρησης, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό και τον προγραμματισμό των δρομολογίων.

Μεταξύ των επιβατών που επέβαιναν στον ανωτέρω συρμό ήταν και ο Α. Δ., ηλικίας 24 ετών, γιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών (αναιρεσειόντων), ο οποίος καθόλη την διαδρομή προς τον σταθμό "Αγ. Ιωάννης" καθόταν στο κάθισμα με γερμένο κεφάλι και κλειστά μάτια. Όταν ο συρμός έφθασε στον παραπάνω Σταθμό και άνοιξαν οι θύρες, ώστε να γίνει η διαδικασία αποβίβασης-επιβίβασης επιβατών, κάποιος επιβάτης στην προσπάθειά του να σηκωθεί και να μετακινηθεί προς την πόρτα σκούντησε τον Α.

Δρόσο, οπότε αυτός αφυπνίσθηκε, σηκώθηκε από το κάθισμά του, εξήλθε του συρμού και απομακρύνθηκε με ασταθή βηματισμό περίπου 1,5 με 2 μέτρα κάνοντας λίγα βήματα προς την έξοδο, ευρισκόμενος σε κατάσταση και ασταθούς βαδίσματος και εμφανούς ζάλης (η αιτία της οποίας δεν εξακριβώθηκε),.... Ο οδηγός του συρμού αφού βεβαιώθηκε, από τον έλεγχο της οθόνης της αποβάθρας ότι ολοκληρώθηκε η αποβίβαση επιβίβαση ενεργοποίησε το ηχητικό σήμα προειδοποίησης για το κλείσιμο των θυρών και την επανεκκίνηση του συρμού και ακολούθως έθεσε τον συρμό σε κίνηση, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό και τις "Διαδικασίες Λειτουργίας".

Κατά τον χρόνο αυτό o Α. Δ., ο οποίος μετά την αποβίβασή του είχε κάνει λίγα βήματα κατευθυνόμενος προς την έξοδο, ξαφνικά και για άγνωστο λόγο, άλλαξε απότομα πορεία κινήθηκε και πάλι προς τον συρμό σταμάτησε πλησίον της αμαξοστοιχίας και επιχείρησε να εισέλθει εντός οχήματος του συρμού, ενώ οι πόρτες είχαν κλείσει και ο συρμός εκινείτο.

Κατά την κίνησή του αυτή παρασύρθηκε από τον συρμό, ο οποίος, κατά τον ανωτέρω χρόνο, είχε ήδη εκκινήσει και είχε εισέλθει και εντός της σήραγγας, οπότε ο εναγόμενος οδηγός δεν είχε καμία οπτική επαφή με το πίσω μέρος του συρμού και δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του πεζού την οποία δεν μπορούσε και να προβλέψει.

Συγκεκριμένα, ο Α. Δ., ο οποίος... ήταν σε κατάσταση ζάλης και ασταθούς βαδίσματος, ακούμπησε το σώμα του πλευρικά στον συρμό, το αριστερό του πόδι σφηνώθηκε στο κενό μεταξύ της αποβάθρας του σταθμού, πλάτους 8-9 εκατοστών και παγιδεύτηκε μεταξύ του οδηγού (βάσης) της θύρας που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αποβάθρα και εκτείνεται μερικά εκατοστά προς αυτή.

Σφηνωμένος έτσι ο ανωτέρω παρασύρθηκε από το τέταρτο (C-06) όχημα του κινούμενου συρμού και σύρθηκε επί 18 μέτρα περίπου μέχρι το τέλος της αποβάθρας, όπου προσέκρουσε με δύναμη, λόγω της εν τω μεταξύ επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας σε μικρό μεταλλικό πορτάκι της σήραγγας που οδηγεί στον επόμενο υπόγειο σταθμό της "Δάφνης"- και επί 4 μέτρα εντός της σήραγγας.

Ο παθών απεγκλωβίστηκε όταν ολόκληρος ο συρμός εισήλθε εντός της σήραγγας, λόγω του χαμηλότερου υψομέτρου του πεζοδρομίου της σήραγγας σε σχέση με την αποβάθρα, οπότε επέπεσε, τέσσερα μέτρα μετά την έναρξη της σήραγγας, στο επίπεδο κάτω από την αποβάθρα, δηλαδή στον χώρο μεταξύ της πρώτης σιδηροτροχιάς και του τοιχώματος του πεζοδιαδρόμου απ' όπου και ανασύρθηκε.

Ο παθών διακομίσθηκε με το ΕΚΑΒ σε Νοσοκομείο και συνεπεία των τραυμάτων του απεβίωσε στις 27/10/2006. Για την διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα συστήθηκε από την εναγομένη εταιρεία Επιτροπή η οποία συνέταξε το υπ'αριθμ.ΑΣ-.../12- 10-2006 Πόρισμα Διερεύνησης Περιστατικού (εφεξής Πόρισμα), στο οποίο καταγράφονται αφενός τα αντικειμενικά ευρήματα από την επιθεώρηση του εμπλεκόμενου συρμού και αφετέρου τα συμπεράσματα των συντακτών του Πορίσματος, με βάση τα ευρήματα και τα τεχνικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά του συρμού.

Σύμφωνα με το Πόρισμα αυτό "βρέθηκαν κηλίδες αίματος στο εξωτερικό του συρμού κάτω από τη βάση στήριξης της πρώτης θύρας του C-06 οχήματος που ήταν το τέταρτο όχημα στην κατεύθυνσης κίνησης του συρμού. Μπροστά και πίσω από τις κηλίδες του αίματος υπήρχαν ελαφρά ξυσίματα στην μπογιά, δείγμα του ότι υπήρξε επαφή με κάτι το οποίο σύρθηκε πάνω στην επιφάνεια αυτή.

Εκ της θέσεως των ξυσιμάτων αυτών συμπεραίνεται ότι η επαφή με το αντικείμενο που τα προκάλεσε έγινε καθ' ύψος κάτω από το δάπεδο του συρμού και την επιφάνεια της αποβάθρας. Πέντε (5) περίπου μέτρα πίσω από το προηγούμενο σημείο και συγκεκριμένα στην εξωτερική επιφάνεια του συρμού, πίσω από τη δεύτερη θύρα του τέταρτου οχήματος, υπήρχαν κηλίδες αίματος σε σημείο 35 εκατοστά περίπου καθ' ύψος από το δάπεδο του συρμού και την επιφάνεια της αποβάθρας.

Πέραν των ανωτέρω σημείων δεν υπάρχει κανένα άλλο ίχνος ή κηλίδες επί του συρμού.... Επίσης, εντός του ανωτέρω τέταρτου οχήματος (C-06) βρέθηκαν ενεργοποιημένες (4) χειρολαβές εκτάκτου ανοίγματος θύρας από τις υπάρχουσες οκτώ (8). Η ενεργοποίηση χειρολαβής ανοίγματος θύρας, όπως ήδη εκτέθηκε, κόβει την έλξη στο συρμό (τον ακινητοποιεί) εφόσον αυτό βρίσκεται εν στάσει ή έχει ταχύτητα μικρότερη των 3 χλμ/ώρα.

Εκ του γεγονότος ότι ο συρμός δεν α κινητοποιήθηκε με την ενεργοποίηση της πρώτης χειρολαβής συμπεραίνεται ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ο συρμός είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 3 χλμ/ώρα. Εντός του ίδιου οχήματος (C-06) βρέθηκαν ενεργοποιημένα και (2) μοχλοχειριστήρια σήματος κινδύνου από τα υπάρχοντα (4).

Η ενεργοποίηση σήματος κινδύνου εντός 20 δευτερολέπτων από την εκκίνηση του συρμού κόβει την έλξη σε αυτόν (τον ακινητοποιεί) και επιπλέον ανοίγει κανάλι επικοινωνίας με τον οδηγό του Συρμού. Εκ του γεγονότος ότι ο συρμός δεν ακινητοποιήθηκε με την ενεργοποίηση του πρώτου μοχλοχειριστηρίου συνάγεται ότι είχαν παρέλθει τα 20" από την εκκίνηση, οπότε με τις επιδόσεις του συγκεκριμένου τροχαίου υλικού, ο συρμός πρέπει να είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 65 χλ/ώρα και μικρότερη των 80 χλμ/ώρα και να είχε καλύψει απόσταση μεγαλύτερη των 175 μέτρων και βρισκόταν ήδη εντός της σήραγγας.

Σε άλλα οχήματα του συρμού δεν βρέθηκαν ενεργοποιημένες χειρολαβές ανοίγματος θύρας ούτε μοχλοί σήματος κινδύνου". Σύμφωνη με τις ανωτέρω διαπιστώσεις του Πορίσματος τυγχάνει και η Έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων Δ. Κ. του γραφείου Πραγματογνωμόνων "ΤΡΟΧΟΓΝΩΜΩΝ"). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και οι προπεριγραφείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος αποδεικνύονται πλήρως από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων.

Καταρχήν ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης Ι. Σ., μηχανικός και πρόεδρος της Επιτροπής που συ στήθηκε από την εναγομένη, για την διερεύνηση του ένδικου ατυχήματος, κατέθεσε ότι "από τα ευρήματα που βρέθηκαν προέκυψε ότι ο συρμός είχε εκκινήσει κανονικά για τη συνέχιση του δρομολογίου προς Δάφνη και τότε ο επιβάτης κινήθηκε ξανά προς το συρμό και προσέκρουσε πλευρικά στο συρμό και το πόδι του έπεσε εντός του κενού μεταξύ συρμού και αποβάθρας.

Τα ίχνη αίματος είναι κάτω από τον οδηγό της πρώτης θύρας στο 4ο όχημα ακριβώς κάτω και στην αρχή της πόρτας ούτε στη μέση ούτε στο τέλος της πόρτας ...Χωράει ένα πόδι στο διάκενο αυτό (σελ.24 και 25 Πρακτικών). Η ανωτέρω κατάθεση επιβεβαιώνεται από τις διαφωτιστικές για τις συνθήκες του ατυχήματος καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων- συνεπιβατών του παθόντος, οι οποίοι έχουν ιδίαν αντίληψη για το συμβάν και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσαν ότι άκουσαν τον θόρυβο (από την "σύγκρουση") όταν ο συρμός ήταν εν κινήσει ενώ όσον αφορά την κίνηση του παθόντος και τον χρόνο και τον τρόπο εγκλωβισμού του από τον συρμό ιδιαίτερα κατατοπιστική, σαφής και πειστική τυγχάνει η κατάθεση στο ποινικό δικαστήριο της αυτόπτου μάρτυρος Β.

Π., για την αξιοπιστία της οποίας δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει το δικαστήριο, η οποία είχε εξέλθει από το ίδιο βαγόνι με τον θανόντα και παρακολούθησε το ατύχημα από την αποβάθρα, έχοντας πλήρη οπτική επαφή. Αυτή ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι "ο παθών άλλαξε πορεία και πήγε πάλι κολλητά στο τρένο και του έπιασε το πόδι στο κενό που υπήρχε...πιάστηκε το αριστερό του πόδι...

είμαι απολύτως βέβαιη ότι δεν πιάστηκαν τα ρούχα του... είχε σταθεί ακριβώς μπροστά στην πόρτα..., για λίγο στάθηκε όρθιος και μετά παρασύρθηκε". Αλλά και οι λοιποί αυτόπτες μάρτυρες ουδέποτε κατέθεσαν ότι ο παθών παγιδεύτηκε στην θύρα του συρμού. Ειδικότερα οι μάρτυρες-συνεπιβάτες παθόντος που παρέμειναν σ' αυτό, (Α.

Α., Α. Σ., Α. Μ., Δ. Φ.) αναφέρουν όλοι ανεξαιρέτως ότι είδαν τον παθόντα να κατευθύνεται προς την έξοδο, o οδηγός έκλεισε τις πόρτες αφού ακούστηκε πρώτα ο χαρακτηριστικός ήχος κλεισίματος των θυρών, ο συρμός ξεκίνησε, με την εκκίνηση το νεαρό άτομο αλλάζοντας ξαφνικά πορεία πλησιάζει πάλι τον συρμό και προσέκρουσε σε αυτόν ενώ το τρένο είχε αρχίσει να κινείται, άκουσαν τον θόρυβο της σύγκρουσης ενώ το τρένο ήταν εν κινήσει.

Όλοι δηλαδή οι μάρτυρες κατέθεσαν η κίνηση του πεζού έλαβε χώρα όταν είχαν κλείσει οι πόρτες του συρμού και ότι άκουσαν τον θόρυβο της σύγκρουσης ενώ το τρένο ήταν εν κινήσει και προχωρούσε. Εξάλλου, δύο μάρτυρες (Α. Σ. και Δ. Φ.) ρητά αναφέρουν στις προανακριτικές τους καταθέσεις ότι οι επιβάτες του επόμενου βαγονιού (ήτοι του 4ου)) ήταν αυτοί που είδαν την σύγκρουση και αποπειράθηκαν να ενημερώσουν τον οδηγό ενεργοποιώντας το σύστημα κινδύνου.

Πράγματι, όπως παρακάτω θα αναφερθεί ειδικότερα, μόνο στο 4ο βαγόνι (C-06) του συρμού βρέθηκαν ενεργοποιημένες χειρολαβές έκτακτου ανοίγματος θύρας και μοχλοί σήματος κινδύνου. Όλα αυτά ενεργοποιήθηκαν από τους επιβάτες του 4ου βαγονιού όταν αυτοί, αντελήφθησαν το περιστατικό, κατά τη διαδρομή μεταξύ των δύο σταθμών, οπότε αιφνιδιάσθηκαν και άρχισαν να ενεργοποιούν διάφορους μοχλούς.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο και επιβεβαιώνονται και από τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό με το ένδικο ατύχημα σχεδιάγραμμα, την έκθεση αυτοψίας και το Υπηρεσιακό Σημείωμα, όπου καταγράφονται τα αντικειμενικά ευρήματα για την κατάσταση του συρμού, το σημείο πρόσπτωσης και εγκλωβισμού του πεζού και η εντεύθεν παράσυρσή του.

Ταυτόσημου περιεχομένου τυγχάνουν και οι δοθείσες από τον εναγόμενο στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας εξηγήσεις. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως η οποία δεν έχει ιδίαν αντίληψη για τις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο παθών παρασύρθηκε από τον συρμό επειδή τα ενδύματά του παγιδεύτηκαν σε θύρα βαγονιού και ότι ο εναγόμενος αμελώς φερόμενος έθεσε τον συρμό σε κίνηση παρόλο που είχε εγκλωβιστεί o εν λόγω επιβάτης στον συρμό.

Την ίδια εκδοχή υποστηρίζει και o διορισθείς από τους ενάγοντες τεχνικός σύμβουλος Δ. Κ., στην έκθεση του οποίου διαλαμβάνεται ότι " δεν είναι δυνατόν να εγκλωβίστηκε τοιουτοτρόπως το πόδι του παθόντος διότι τότε θα υπήρχαν συντριπτικές σωματικές βλάβες όπως ακρωτηριασμοί και προκρίνεται η άποψη του εγκλωβισμού των ενδυμάτων του παθόντος".

Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κανέναν αποδεικτικό στοιχείο και απεναντίας αντικρούεται, μεταξύ άλλων, από όλες τις καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων οι οποίοι με βεβαιότητα κατέθεσαν ότι ο θόρυβος (σ.σ από το χτύπημα -παράσυρσή του παθόντος) ακούστηκε όταν ο συρμός ήταν εν κινήσει, η δε μάρτυρας Β.

Π. είναι κατηγορηματική ότι δεν πιάστηκαν ρούχα του παθόντος στη θύρα, αλλά και από την σχετική υπ'αριθμ..../30-10- 2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών στην οποία αναφέρονται μεταξύ των λοιπών σοβαρών τραυμάτων και εκτεταμένα τραύματα στο αριστερό πόδι. Εξάλλου, εάν είχαν παγιδευτεί τα ρούχα ή κάποιο μέλος του σώματος του παθόντος στη θύρα του συρμού, οι πόρτες τεχνικώς δεν θα μπορούσαν να κλείσουν και το τρένο δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει, όπως τούτο προκύπτει από το Εγχειρίδιο Λειτουργίας του συρμού της κατασκευάστριας εταιρείας αλλά και την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι.

Σ., μηχανικού και γενικού διευθυντή λειτουργίας του Μετρό και τις σύστοιχες καταθέσεις του ιδίου μάρτυρα στην ποινική δίκη και του Β. Τ. ο οποίος επίσης έχει τεχνικές γνώσεις για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την λειτουργία του τρένου, από τις οποίες (καταθέσεις) προκύπτει ότι όταν οι θύρες βρίσκονται σε διαδικασία κλεισίματος, αν συναντήσουν εμπόδιο εμφανίζεται ένδειξη στην καμπίνα του οδηγού και το τραίνο δεν δύναται αυτόματα να εκκινήσει καθώς και ότι αν η πόρτα δεν έχει κλείσει και ασφαλίσει ο συρμός δεν μπορεί να ξεκινήσει.

Σημειώνεται ότι κατά τον χρόνο που ο παθών παρασύρθηκε από τον συρμό η καμπίνα του Οδηγού είχε ήδη εισέλθει στην σήραγγα οπότε ο εναγόμενος οδηγός είχε απομακρυνθεί από την οθόνη της αποβάθρας και έτσι δεν είχε οπτική επαφή ούτε με την κίνηση στην αποβάθρα ούτε με το πίσω μέρος του συρμού. Ενόψει δε του ότι ο συρμός δεν διαθέτει πλευρικά καθρέφτες ο εναγόμενος δεν είχε πλέον καμία αντίληψη για το τι συμβαίνει στο πίσω μέρος του συρμού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την διαδρομή μεταξύ των δύο σταθμών και ενώ ο συρμός είχε ήδη μετακινηθεί κατά 46 μέτρα εμφανίσθηκε στον έμπροσθεν του οδηγού ηλεκτρονικό πίνακα ένδειξη προσπάθειας απασφάλισης των θυρών πρώτα στη δεξιά μεριά του συρμού και κατόπιν στην αριστερή, ενώ στη συνέχεια επακολούθησαν και σήματα κινδύνου.

Ενόψει τούτων ο οδηγός ελάττωσε ταχύτητα και προσπάθησε να μιλήσει με τον επιβάτη που πάτησε το σήμα κινδύνου και προέβη και σε αναγγελία σε όλο τρένο καλώντας τους επιβάτες να επικοινωνήσουν μαζί του εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα καθώς και να απομακρυνθούν από τις θύρες, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η προσπάθεια βίαιου ανοίγματος των θυρών.

Ταυτόχρονα επανασφάλισε τις θύρες, πατώντας το αντίστοιχο κομβίο κλεισίματος θυρών, όπως προβλέπεται από τις Διαδικασίες Λειτουργίας και τον Κανονισμό, ενέργεια απολύτως ενδεδειγμένη για λόγους ασφάλειας των επιβατών, αφού τα χειριστήρια απασφάλισης των θυρών ελευθερώνουν τις πόρτες οι οποίες μπορούν πλέον να ανοίξουν χειροκίνητα από τους επιβάτες (αρ. 3.2 Λειτουργικού Μέρους), οπότε εάν δεν τις επανασφάλιζε ο οδηγός και αυτές άνοιγαν με συρμό κινούμενο και μάλιστα εντός σήραγγας, οι επιβάτες διέτρεχαν σοβαρότατο κίνδυνο.

Περαιτέρω και δεδομένου ότι δεν απάντησε κανένας επιβάτης στην αναγγελία του οδηγού ούτε έλαβε αυτός οποιαδήποτε ενημέρωση για το τι συμβαίνει, ώστε να εκτιμήσει την κατάσταση και να πράξει ανάλογα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό και τις "Διαδικασίες Λειτουργίας", ούτε του δόθηκε εντολή από τον Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας για διακοπή της πορείας του συρμού μέσα στη σήραγγα, συνέχισε την πορεία του μέχρι τον επόμενο σταθμό, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις "Διαδικασίες Λειτουργίας" (ΔΛ 7-18 αρ.5.2.Ι).

Άμεση τροχοπέδηση του συρμού, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, ο εναγόμενος δεν όφειλε ούτε ήταν ενδεδειγμένο να ενεργήσει, καταρχήν διότι σύμφωνα με τον Κανονισμό και τις "Διαδικασίες Λειτουργίας" έκτακτη πέδηση προβλέπεται (ΔΛ-7-2Ο, 5.1.3) όταν ο οδηγός αντιληφθεί την ύπαρξη έκτακτου προβλήματος και ειδικότερα ότι επιβάτης/αντικείμενο έχει πιαστεί από την πόρτα του συρμού την ώρα που αναχωρεί, ενώ εν προκειμένω ο συρμός ήταν ήδη εν κινήσει, ο οδηγός δεν αντελήφθη εγκλωβισμό επιβάτη ή αντικειμένου στην πόρτα του συρμού ούτε είχε τέτοια οπτική δυνατότητα αφού βρισκόταν ήδη εντός της σήραγγας, ούτε έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση για την ύπαρξη κάποιου προβλήματος εντός του συρμού και επομένως δεν είχε καμία αντίληψη περί του ότι συνέτρεχε περίπτωση άμεσης τροχοπέδησης.

Ο εναγόμενος έλαβε γνώση μόνο των ενδείξεων απασφάλισης θυρών και σημάτων κινδύνου, τις οποίες αντιμετώπισε με τις προβλεπόμενες και σύμφωνες με τον Κανονισμό και τις Διαδικασίες Λειτουργίας ενέργειες, όπως όφειλε. Επιπροσθέτως, έκτακτη τροχοπέδηση και ακινητοποίηση του συρμού εντός της σήραγγας δεν ήταν και ενδεδειγμένο να ενεργήσει, καθόσον θα ήταν λίαν επικίνδυνη για τους επιβάτες, αφού όταν ο συρμός είναι α κινητοποιημένος οι πόρτες απασφαλίζουν οπότε οι επιβάτες μπορούσαν να αποβιβαστούν μέσα στη σήραγγα, με κίνδυνο να τους χτυπήσει άλλο διερχόμενο τρένο η το ρεύμα που υπάρχει στις ράγες αλλά και να συγκρουστεί ο ακινητοποιημένος συρμός με τον επόμενο συρμό.

Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, ακόμα κι αν ο εναγόμενος ενεργούσε, κατά τον ανωτέρω χρόνο, έκτακτη πέδηση, το ατύχημα κατά τον χρόνο αυτό, είχε ήδη συντελεσθεί και δεν μπορούσε με την εν λόγω ενέργεια να αποφευχθεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα, συνεκτιμωμένης και της επιπλέον αποστάσεως που θα διένυε ο συρμός μέχρι να ακινητοποιηθεί, και επομένως ελλείπει ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παράλειψης και του επιζήμιου αποτελέσματος.

Υπό τα πλήρως ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και το εξ αυτού αποτέλεσμα του θανάτου του, τυγχάνει ο ίδιος ο παθών, καθόσον από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες που βρέθηκε να επιδείξει, ως μέσος συνετός επιβάτης τροχιοδρόμου, αυτός ενώ είχε απομακρυνθεί από τον συρμό κατευθυνόμενος προς την έξοδο ξαφνικά και απότομα άλλαξε πορεία, και παρόλο που είχε ηχήσει το ενδεικτικό σήμα για το κλείσιμο των θυρών και την επικείμενη εκκίνηση του συρμού, παραβίασε την τεθείσα για λόγους ασφαλείας διαχωριστική κόκκινη γραμμή που υπάρχει στο δάπεδο της αποβάθρας και αγνοώντας την υποχρέωσή του να βρίσκεται έξω από την γραμμή αυτή και να μην πλησιάζει προς τον συρμό, μετά τα ανωτέρω ηχητικά σήματα και την εκκίνηση του συρμού, αυτός παραταύτα κατευθύνθηκε και πάλι αιφνίδια και ανεξέλεγκτα, προς τον συρμό, επιχειρώντας να εισέλθει εντός αυτού, ενώ η θύρα του βαγονιού είχε κλείσει και o συρμός είχε ξεκινήσει.

Περαιτέρω δε χωρίς έλεγχο των κινήσεών του ακούμπησε πλευρικά στον συρμό από τον οποίο παρασύρθηκε με τα εντεύθεν αποτελέσματα, θέτοντας έτσι και ο ίδιος, με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του, τους όρους διακινδύνευσης της σωματικής του ακεραιότητας και ζωής. Στοιχεία υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν αφού αυτός δεν μπορούσε, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να το αποφύγει ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας.

Ειδικότερα κριτήριο επιμελούς συμπεριφοράς σε περιπτώσεις ατυχημάτων με αυτοκίνητο ή άλλα μεταφορικά μέσα είναι η εκ μέρους του οδηγού τήρηση ή όχι των κατά περίπτωση ισχυόντων κανόνων για την οδήγηση, καθώς επίσης η έγκαιρη ή καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου και η ύπαρξη δυνατότητας ή μη διενεργείας αποφευκτικού χειρισμού.

Το αποτέλεσμα δε αυτό της αμέλειας του δράστη πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την συμπεριφορά του. Κατά συνέπεια ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος αναιρείται σε περίπτωση που το αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος όπως στην περίπτωση ξαφνικής εισόδου στο ρεύμα πορείας του άλλου (.......) ή απρόβλεπτης, ξαφνικής και ανέλεγκτης πτώσεως του παθόντος στο κινούμενο όχημα.

Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές μπορεί να υποστηριχθεί ότι έχουμε μια αυτοπροσβολή του θύματος και ανυπαρξία πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού του οχήματος στο οποίο ο παθών επέπεσε με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, γιατί είναι ολοφάνερο ότι ο οδηγός δεν επέδειξε καμία αμελή ζημιογόνο συμπεριφορά αλλά o παθών έθεσε από μόνος του όλους τους όρους κινδύνου για την προσβολή του.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις ανωτέρω τις περιστάσεις, ως μέσος συνετός και επιμελής επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, της εμπειρίας του και των προσωπικών του γνώσεων.

Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη σε όλες τις οφειλόμενες και ενδεδειγμένες ενέργειες για την ασφαλή κίνηση του συρμού και την διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας των επιβατών, καθόσον οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, ήλεγξε επαρκώς και με προσοχή την κάμερα της αποβάθρας του σταθμού ώστε να βεβαιωθεί ότι είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αποβίβασης- επιβίβασης των επιβατών και αφού βεβαιώθηκε για τούτο έθεσε σε κίνηση τον συρμό.

Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορούσε να αποφύγει τον ανωτέρω παθόντα ο οποίος επέπεσε επί του ήδη κινούμενου συρμού και εγκλωβισθείς παρασύρθηκε αυτόν, καθόσον λόγω της ως άνω ξαφνικής και απρόβλεπτης κίνησης του παθόντος ο οποίος κυριολεκτικά ερρίφθη επί του συρμού, ο εναγόμενος δεν μπορούσε να κάνει καμία δυνατή και προσήκουσα ενέργεια που όφειλε και μπορούσε να προβεί κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική για να τον αποφύγει.

Όπως δε ήδη εκτέθηκε δεν αποδείχθηκε, ως στοιχείο αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου ότι αυτός εκκίνησε τον συρμό μολονότι είχαν πιαστεί τα ρούχα του παθόντος στη θύρα του συρμού και ότι από έλλειψη προσοχής δεν αντελήφθη τούτο και ότι έτσι παρέσυρε τον παθόντα. Το ότι o εναγόμενος δεν μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρσή του παθόντος οφείλεται αποκλειστικά στην κίνηση του ίδιου του παθόντος, o οποίος εντελώς ξαφνικά, αναπάντεχα αλλά και ανέλεγκτα και όταν πλέον ο συρμός είχε ξεκινήσει, κυριολεκτικά ερρίφθη επί του συρμού, δημιουργώντας εκ της απερισκέπτου αυτής ενεργείας του σπουδαίο κίνδυνο για τη ζωή του.

Εξάλλου κατά τον μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα όταν ο εναγόμενος έλαβε γνώση των ενδείξεων απασφάλισης των θυρών και των σημάτων κινδύνου, το ζημιογόνο αποτέλεσμα κατά τον χρόνο αυτό, είχε ήδη επέλθει, έτσι ώστε η παράλειψη του εναγομένου να ενεργήσει άμεση τροχοπέδηση, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την έννοια της πρόσφορης αιτίας με την επελθούσα ζημία.

Ενόψει των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών καταρχήν δεν δύναται να καταλογισθεί στον εναγόμενο οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά κατά την οδήγηση του ένδικου συρμού δημιουργική καταστάσεως κινδύνου, αλλά απεναντίας αυτός ενήργησε όπως όφειλε να προβεί κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική να ενεργήσει, συνεπώς δεν μπορεί να του καταλογισθεί έλλειψη προσοχής ή καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, αφού όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει το ατύχημα, το οποίο ήταν πέρα από κάθε δυνατή πρόβλεψη του μέσου συνετού οδηγού.

Επομένως η συμπεριφορά του εναγομένου δεν δύναται να χαρακτηρισθεί αμελής σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα αφού δεν προέκυψε ουδεμία πράξη ή παράλειψή του η οποία αφενός να αντίκειται στους κανόνες που διέπουν την οδήγηση των οδηγών συρμών, την κοινή πείρα και λογική, την εμπειρία μέσου συνετού οδηγού και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ούτε ο εναγόμενος παρέλειψε να επιδείξει την κατά νόμο οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή, γιατί υπό τις εκτιθέμενες εξαιρετικές και απρόβλεπτες περιστάσεις, ουδέν το ανθρωπίνως εφικτό μπορούσε να πράξει προς αποφυγή του συμβάντος, οφειλομένου, ως προελέχθη, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος που έθεσε από μόνος του τους όρους κινδύνου προσβολής του εννόμου αγαθού της σωματικής της ακεραιότητας,.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε συνυπαίτιους τον οδηγό και τον παθόντα κατά ποσοστό 50% έκαστον, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, και οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι.

Περαιτέρω, όσον αφορά την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, στην οποία, πέραν της αντικειμενικής ευθύνης της, ως προστήστασας, αποδίδεται και αυτοτελής αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνισταμένη στην από αμέλεια (των οργάνων της-7Ι ΑΚ), παράλειψη να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας κατά την λειτουργία των συρμών του Μετρό των οποίων έχει την ευθύνη λειτουργίας (ύπαρξη Σταθμάρχη και κάμερα μεταφοράς εικόνας στην καμπίνα του οδηγού) τέτοια αδικοπρακτική συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε.

Καταρχήν αποδείχθηκε ότι στον συγκεκριμένο Σταθμό όπως και σε όλους τους σταθμούς του Μετρό που λειτουργεί η εναγομένη, είχε τοποθετηθεί και υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο Σταθμάρχης, ο οποίος εκτελούσε επιμελώς τα καθήκοντα του (άνοιγμα κλείσιμο σταθμού, επίβλεψη-έλεγχο της ορθής λειτουργίας των εγκαταστάσεων, επικοινωνία με το επιβατικό κοινό, παρακολούθηση καμερών) και επίσης υπήρχε και λειτουργούσε το Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας του Μετρό, που ελέγχει την κίνηση των συρμών αλλά και τις κάμερες αυτού.

Όσον δε αφορά την τοποθέτηση συστήματος μεταφοράς εικόνας από τις κάμερες των αποβαθρών εντός των θαλάμων οδήγησης συρμών, ώστε οι Οδηγοί να έχουν εικόνα της κατάστασης στις αποβάθρες των σταθμών τόσο κατά την άφιξη των συρμών στους σταθμούς όσο και κατά την αναχώρησή τους από αυτούς, είναι αληθές ότι η εναγομένη δεν είχε ούτε έχει μέχρι σήμερα έγκατα στήσει στους συρμούς της ευθύνης της τέτοιο σύστημα, αλλά διατήρησε τους συρμούς όπως της παραδόθηκαν με τα λειτουργικά συστήματα που είχε τοποθετήσει η κατασκευάστρια εταιρεία και τα οποία λειτουργούσαν επαρκώς και παρείχαν ασφάλεια χωρίς να έχει δημιουργηθεί παρόμοιο περιστατικό, ώστε να υπαγορεύεται η λήψη επιπλέον πρόσθετων μέτρων.

Αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί εν προκειμένω, να στοιχειοθετηθεί, υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, αιτιώδης σύνδεσμος, με βάση την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας, μεταξύ της ανωτέρω παράλειψης και της επέλευσης του θανατηφόρου ατυχήματος, διότι κι αν ακόμα είχε τοποθετηθεί τέτοιο σύστημα το ένδικο ατύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί, αφού κι αν ακόμα έβλεπε ο οδηγός από την εν λόγω κάμερα, κατά τον χρόνο που βρισκόταν εντός της σήραγγας το πίσω μέρος του συρμού, το ζημιογόνο αποτέλεσμα είχε ήδη επέλθει από την προηγούμενη αιφνίδια κίνηση του πεζού και την επί 24 μέτρα τουλάχιστον παράσυρση αυτού.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστηρίου που έκρινε ότι η εναγομένη (δια των οργάνων της) επέδειξε την παραπάνω αμελή συμπεριφορά, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός 7ος λόγος της (α) έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας (ήδη αναιρεσιβλήτων) εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και μετά την εκ νέου έρευνα της αγωγής, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 330 β', 299, 71 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, αφού, ειδικότερα, υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται υπαιτιότητα και δη αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προστηθέντος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθώς και των οργάνων της τελευταίας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και κυρίως χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το ουσιαστικά αβάσιμο του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο θάνατος του υιού και αδελφού των αναιρεσειόντων οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου (ως προστηθέντος της δεύτερης), αλλά και σε αμέλεια των οργάνων της τελευταίας αυτοτελώς, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση, ειδικότερες παραδοχές:

α) ότι ο θανών, επιβάτης του συρμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με οδηγό τον πρώτο αναιρεσίβλητο, που ταξίδευε κατά τον κρίσιμο χρόνο καθισμένος με γερμένο κεφάλι και κλειστά μάτια, αφυπνίσθηκε αιφνιδίως κατά την άφιξη του συρμού στο σταθμό του Αγίου Ιωάννη από επιβάτη που τον "σκούντησε" ακουσίως κατά την αποβίβασή του, εξήλθε και αυτός του συρμού σε κατάσταση ασταθούς βαδίσματος και εμφανούς ζάλης, ενώ δε αποβιβάστηκε του συρμού και είχε απομακρυνθεί, κατευθυνόμενος προς την έξοδο, ξαφνικά και απότομα άλλαξε πορεία και, παρόλο που είχε ηχήσει το ενδεικτικό σήμα για το κλείσιμο των θυρών και την επικείμενη εκκίνηση του συρμού, παραβίασε την για λόγους ασφαλείας τεθείσα διαχωριστική κόκκινη γραμμή στο δάπεδο της αποβάθρας, παρά την υποχρέωσή του να βρίσκεται έξωθεν αυτής και να μην πλησιάζει προς το συρμό μετά τα ηχητικά σήματα και την εκκίνησή του, και όλως αιφνιδίως και ανεξέλεγκτα κατευθύνθηκε και πάλι προς το συρμό, επιχειρώντας να εισέλθει εντός αυτού, ενώ η θύρα του βαγονιού είχε κλείσει και ο συρμός είχε ξεκινήσει και χωρίς έλεγχο των κινήσεών του ακούμπησε πλευρικά στο συρμό, από τον οποίον παρασύρθηκε, θέτοντας ο ίδιος με τη συμπεριφορά του τους όρους διακινδύνευσης της σωματικής του ακεραιότητας και ζωής με αποτέλεσμα το θάνατό του, β) ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του συρμού, προέβη σε όλες τις οφειλόμενες και ενδεδειγμένες ενέργειες για την ασφαλή κίνησή του και τη διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας των επιβατών, καθόσον οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, ήλεγξε επαρκώς και με προσοχή την κάμερα της αποβάθρας του σταθμού ώστε να βεβαιωθεί ότι είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αποβίβασης-επιβίβασης των επιβατών και αφού βεβαιώθηκε γι'αυτό έθεσε σε κίνηση το συρμό, γ) σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε με καμία δυνατή και προσήκουσα ενέργεια ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες για να τον αποφύγει τον θανόντα, λόγω της απρόβλεπτης κίνησής του, ο οποίος εντελώς ξαφνικά, αναπάντεχα και ανεξέλεγκτα, και όταν πλέον ο συρμός είχε ξεκινήσει, κυριολεκτικά ερρίφθη επί του συρμού, δ) δεν παγιδεύτηκαν ενδύματα του θανόντος ούτε μέλος του σώματός του στη θύρα του συρμού διότι όταν συναντήσουν εμπόδιο κατά τη διαδικασία κλεισίματος, εμφανίζεται ένδειξη στην καμπίνα του οδηγού και ο συρμός δεν μπορεί να εκκινήσει όταν η θύρες δεν έχουν κλείσει και ασφαλίσει, ε) κατά το χρόνο που ο θανών παρασύρθηκε από το συρμό, η καμπίνα του οδηγού είχε ήδη εισέλθει στη σήραγγα και ο οδηγός δεν είχε οπτική επαφή με την κίνηση στην αποβάθρα ούτε με το πίσω μέρος του συρμού και δη υπό την παραδοχή ότι ο συρμός είχε μήκος 106μ και η αποβάθρα 108μ, στ) ένδειξη προσπάθειας απασφάλισης των θυρών και επακόλουθα σήματα κινδύνου εμφανίστηκαν στον ηλεκτρονικό πίνακα του οδηγού ενώ ο συρμός είχε ήδη μετακινηθεί κατά 46 μέτρα εντός της σήραγγας, ζ) ο οδηγός ελάττωσε ταχύτητα, προέβη σε αναγγελία σε όλο το τραίνο, καλώντας τους επιβάτες να επικοινωνήσουν μαζί του αν υπάρχει πρόβλημα, να απομακρυνθούν από τις θύρες, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για την ασφάλειά τους, επανασφάλισε δε τις θύρες και συνέχισε την πορεία του ενόψει του ότι ουδείς επιβάτης απάντησε στην αναγγελία του, ουδεμία ενημέρωση έλαβε, ούτε και του δόθηκε εντολή από το Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας για διακοπή της πορείας του συρμού εντός της σήραγγας, η) ακόμη κι αν είχε τροχοπεδήσει με κίνδυνο για τους επιβάτες από το ηλεκτρικό ρεύμα στις ράγες ή τη σύγκρουση με άλλο διερχόμενο συρμό, το ατύχημα κατά το χρόνο αυτό είχε ήδη συντελεστεί, θ) στο συγκεκριμένο σταθμό όπως και σε όλους τους σταθμούς της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε τοποθετηθεί και υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο Σταθμάρχης που εκτελούσε επιμελώς τα καθήκοντά του (άνοιγμα - κλείσιμο σταθμού, επίβλεψη - έλεγχο της ορθής λειτουργίας των εγκαταστάσεων, επικοινωνία με το επιβατικό κοινό, παρακολούθηση καμερών), ι) υπήρχε και λειτουργούσε το Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας του Μετρό που ελέγχει την κίνηση των συρμών και τις κάμερες αυτού, κ) η δεύτερη αναιρεσίβλητη διατήρησε τους συρμούς όπως της παραδόθηκαν με τα λειτουργικά συστήματα που είχε τοποθετήσει η κατασκευάστρια εταιρεία τα οποία λειτουργούσαν επαρκώς και παρείχαν ασφάλεια χωρίς να έχει δημιουργηθεί παρόμοιο περιστατικό ώστε να υπαγορεύεται η λήψη επιπλέον πρόσθετων μέτρων, όπως η τοποθέτηση συστήματος μεταφοράς εικόνας από τις κάμερες στις αποβάθρες στους θαλάμους οδήγησης των συρμών ώστε οι οδηγοί να έχουν εικόνα της κατάστασης σ' αυτές κατά την άφιξη και την αναχώρησή τους από τους σταθμούς, αφού κι αν ακόμη είχε τοποθετηθεί τέτοιο σύστημα και οδηγός έβλεπε καθ' όν χρόνο βρισκόταν εντός της σήραγγας το πίσω μέρος του συρμού, το ατύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί γιατί το ζημιογόνο αποτέλεσμα είχε ήδη επέλθει από την προηγούμενη αιφνίδια κίνηση του πεζού και την επί 24 τουλάχιστον μέτρα παράσυρσή του.

Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούν για τη μη θεμελίωση της αποδιδόμενης με την αγωγή εξ αμελείας ευθύνης των αναιρεσιβλήτων υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις και για να θεωρηθεί ότι τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά γεγονότα δεν συνιστούν αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Συνεπώς, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών με τις ακόλουθες αιτιάσεις ότι: "α) ενώ κατονομάζει το βαγόνια από το οποίο παρασύρθηκε ο θανών, δεν αναφέρει από ποιο βαγόνι εξήλθε, β) δεν ήλεγξε ο οδηγός την κάμερα στην αποβάθρα πριν εκκινήσει το συρμό, γ) υιοθέτησε τμήματα μόνο της κατάθεσης των μαρτύρων (με επίκληση σύγκρισης των καταθέσεων μεταξύ της ποινικής και αστικής δίκης), δ) ενώ δέχεται ότι υπήρχε σταθμάρχης και οθόνες που μετέφεραν την εικόνα από τις αποβάθρες και ότι αυτός εκτελούσε επιμελώς τα καθήκοντά του, δεν αιτιολογεί αν κατά τον κρίσιμο χρόνο τις παρακολουθούσε, γιατί δεν μπορούσε να τα κάνει όλα ταυτόχρονα, ε) δεν εξετάζει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράλειψης παρακολούθησης των καμερών και του ζημιογόνου αποτελέσματος, ούτε τον αιτιώδη σύνδεσμο στην περίπτωση που υπάλληλος ήλεγχε τις κάμερες, στ) είναι ανεπαρκής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η αιτιολογία της παράλειψης τοποθέτησης συστήματος μεταφοράς εικόνας από τις κάμερες στις αποβάθρες εντός του θαλάμου οδήγησης", είναι αβάσιμος, πέραν του απαραδέκτου αυτού, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αρ. 19 του άνω άρθρου και της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιχειρείται να επανελεγχθεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, ο αυτός ως άνω λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ωσαύτως για πλημμέλεια από τον αρ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚπολΔ, με την αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης α) "ότι το πόδι και μόνον του θανόντος πιάστηκε ανάμεσα στο συρμό και την αποβάθρα με αποτέλεσμα να παρασυρθεί", β) "κι αν ακόμη είχε εγκατασταθεί σύστημα μεταφοράς εικόνας των καμερών της αποβάθρας στην καμπίνα του οδηγού το ατύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί, αφού ακόμη κι αν έβλεπε ο οδηγός το πίσω μέρος του συρμού στην κάμερα όντας μέσα στη σήραγγα, το ζημιογόνο αποτέλεσμα είχε ήδη επέλθει από την προηγούμενη αιφνίδια κίνηση του πεζού και την επί 24 μέτρα παράσυρσή του", είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν (χωριστές) προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2019 αίτηση των: 1. Χ. Δ., 2. Χ. Δ., 3 .Γ. Δ., 4. Ε. Δ., 5.Π. Δ. για αναίρεση της με αρ. 3158/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους δύο πρώτους εξ αυτών και ομοίως για την τρίτη αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ