Supreme Court dismisses appeal on divorce property claim, ruling statute of limitations barred and new defense inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' final judgment in a divorce property dispute. The appellant argued the lower court erred in accepting a statute of limitations defense raised for the first time during the appeal and in rejecting her claim of abuse of rights. The court held that the limitation period began immediately upon the final divorce decree and that the new defense was inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400 and 1401 of the Civil Code; Article 527, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations for a spouse's claim to share in acquired assets begins immediately upon the final dissolution of marriage, and defenses raised for the first time in the appeal proceedings are inadmissible if they do not alter the basis of the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1383 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1383/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωτηρίου Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26/5/2015 αγωγή της ήδη αναιρσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4203/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3914/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 11-10-2019 (9712/931/17-10-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 3914/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1400 και 1401 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αξίωση του ενός συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα που ο έτερος απέκτησε, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, γεννάται, στην περίπτωση λύσεως του γάμου, αμέσως μετά το αμετάκλητο της αποφάσεως διαζυγίου, χρονικό σημείο, το οποίο αποτελεί και την αφετηρία έναρξης της διετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής.
Κατ' άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, πρώτη εξαίρεση στον κανόνα της απαγόρευσης προβολής νέων ισχυρισμών το πρώτον στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αποτελούν οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε ασκήσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κύρια ή αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης.
Συγκεκριμένα, οι νέοι ισχυρισμοί πρέπει να αναφέρονται στο αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, όπως τούτο οριοθετείται από τους λόγους της έφεσης και αποσκοπούν στη διαφύλαξη του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης. Έτσι, τόσον ο ενάγων όσον και ο εναγόμενος ή παρεμβάς, όταν είναι εφεσίβλητοι, μπορούν να προτείνουν, με τις προτάσεις στην κατ' έφεση δίκη, απεριόριστα, νέους πραγματικούς ισχυρισμούς προς απολογία κατά της έφεσης, ήτοι οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, όπως την ένσταση παραγραφής, παρότι δεν προτάθηκε ή προτάθηκε απαραδέκτως στην πρωτοβάθμια δίκη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος, αόριστος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής και, επομένως, επουσιώδης, αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 73/2020, Α.Π. 258/2018, Α.Π. 29/2012, Α.Π. 1862/2008), καθώς και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 989/2018), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1030/2017).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη. Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων διαμορφώνονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες. Στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό της διαδικαστικής πράξης, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο της εν λόγω πράξης. Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί, στη συνέχεια, αυτή και ως προς τη βασιμότητά της (Α.Π. 236/2020, Α.Π. 95/2020).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε τόσον πρωτοδίκως όσον και στην κατ' έφεση δίκη, υπό την έννοια της διαστρέβλωσης του περιεχομένου του ισχυρισμού αυτού, τον οποίο απέρριψε.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και συγκεκριμένα από τις από 27-3-2017 έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή υποστήριξε ότι "... ως προς το επί της οδού ...
οικόπεδο που αγοράστηκε στη διάρκεια του έγγαμου βίου μας και επί του οποίου ανεγέρθηκε πενταόροφη πολυκατοικία με κοινές δαπάνες, δεν διεκδικώ κάτι, αφού έχει μετάσχει κατά 45% τόσον στην αγορά του οικοπέδου όσο και στην ανέγερση της πολυκατοικίας, εξ ου και είμαι ικανοποιημένη. Πλην, ο αντίδικος διεκδικεί με την αγωγή του το 45% της αξίας της εν λόγω οικοδομής, το οποίο μου ανήκει.
Είναι, συνεπώς, εξόχως καταχρηστική η διεκδίκηση του αντιδίκου, σε κάθε δε περίπτωση επαναλαμβάνω την διατυπωθείσα με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης πρόταση σε συμψηφισμό προς την απαίτησή του τού ποσού των € 497.250, στο οποίο ο ίδιος αναβιβάζει την αξία του μεριδίου μου [45%] στην εν λόγω πολυκατοικία.
Δηλαδή, το ποσό αυτό διεκδικώ από την εξ € 1.060.000 αξία όλης της οικοδομής, την οποία παραθέτει ο αντίδικος και από το αξίας € 607.750 δικό του μερίδιο [55%] με δεδομένο ότι συνέβαλα ποικιλοτρόπως στην επαύξηση της γαμικής περιουσίας του αντιδίκου τόσο με την απασχόλησή μου στην οικογενειακή εστία και στην ανατροφή των τέκνων μας, όσο και με την απασχόλησή μου αρχικώς στην επιχείρηση επισκευής και εμπορίας μοτοποδηλάτων του αντιδίκου, εν συνεχεία δε στις ανεγέρσεις τριών πολυκατοικιών...".
Από την επισκόπηση της 4203/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη του χωρίου, που αφορά στον ανωτέρω ισχυρισμό, προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής "... αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα-εναγομένη συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της διά της απόκτησης των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 1/3 της αξίας αυτών, ήτοι κατά το ποσό των (621.929 χ 1/3=) 207.309,66 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να συμψηφιστεί η απαίτηση ύψους 169.617 ευρώ του ενάγοντος-εναγομένου κατά της ενάγουσας-εναγομένης, γενομένης δεκτής της σχετικής προβαλλόμενης ένστασης συμψηφισμού αυτής...".
Περαιτέρω, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό λόγο χωρίου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "... Οι διάδικοι... απέκτησαν της υπ' αριθμ. 37988/12-6-1989 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου … Δ. Φ., την κυριότητα ενός οικοπέδου...
στο ......, κατά ποσοστό 55% εξ αδιαιρέτου ο ενάγων-εναγόμενος και 45% η ενάγουσα-εναγομένη, έναντι του αναγραφόμενου τιμήματος 6.949.238 δρχ. Επί του οικοπέδου αυτού ανεγέρθηκαν εννέα οριζόντιες ιδιοκτησίες... Οι ως άνω ιδιοκτησίες διατηρήθηκαν στην περιουσία των διαδίκων μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου τους...
Εξάλλου, η ενάγουσα-εναγομένη δεν διεκδικεί με την αγωγή της την καταβολή ποσού εκ μέρους του αντιδίκου της λόγω της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του από την απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, δοθέντος ότι, όπως εκθέτει, αρκείται στο ποσοστό 45% που της ανήκει, αφού έχει συμμετάσχει κατά το ποσοστό αυτό στην αγορά του οικοπέδου όσο και στην ανέγερση της ως άνω πολυκατοικίας και ως εκ τούτου τα περιουσιακά αυτά στοιχεία...
τα οποία αποτιμώνται σε 621.929 ευρώ, δεν θα ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας του ενάγοντος-εναγομένου... Πρέπει ν' απορριφθεί ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος-εναγομένου ότι η δαπάνη για την αγορά και ανέγερση των προαναφερόμενων ακινήτων προήλθε αποκλειστικά από την εργασία του ως ουσία αβάσιμος.
Ωστόσο, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1400 εδ.β' του ΑΚ και ενόψει του ότι η ενάγουσα-εναγομένου δεν περιλαμβάνει ένσταση μηδενικής συμβολής του ενάγοντος-εναγομένου ως προς την απόκτηση εκ μέρους της του ποσοστού 45% των προαναφερόμενων ακινήτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ίδιος συνέβαλε κατά ποσοστό 1/3 στην αύξηση της περιουσίας της για την απόκτηση των ακινήτων αυτών...
Σημειωτέον εδώ ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησης της ενάγουσας-εναγομένης, που αυτή προέβαλε με τις προτάσεις της, δεχόμενο ότι η τελευταία συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της στην απόκτηση των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 1/3, ήτοι κατά το ποσό των (621.929χ1/3=) 207.309,66 ευρώ, ποσό με το οποίο εσφαλμένα συμψήφισε την άνω αποδειχθείσα απαίτηση των 169.617 ευρώ του ενάγοντος-εναγομένου κατά της ενάγουσας-εναγομένης, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, αυτή ρητά στην αγωγή της εκθέτει ότι δεν διεκδικεί κάτι και επομένως, δεν προβάλει καμιά απαίτηση σχετικά με την εν λόγω οικοδομή...".
Από το περιεχόμενο του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης καθώς και από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, όπως προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, χωρίς να διαστρεβλώσει το περιεχόμενό του και τον απέρριψε δεχόμενο τ' ανωτέρω αναφερόμενα.
Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε ότι "... η ενάγουσα κατέθεσε την ένδικη αγωγή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο από 27-5-2015 και την επέδωσε στις 3-6-2015..., ήτοι μετά την παρέλευση της διετίας του άρθρου 1401 εδ. γ' ΑΚ από την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων (6-5-2013). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης της εκκαλούσας... ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται με τις προτάσεις μόνο ως υπεράσπιση της έφεσης της αντιδίκου του (527 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η από 25-9-2018 έφεση της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο ζητεί να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η προαναφερθείσα από 26-5-2015 αγωγή της...".
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, στο πρώτο σκέλος του λόγου τούτου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της αξίωσής του, που προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, παρότι απαραδέκτως προβλήθηκε προς αντίκρουση της εφέσεώς της και στο δεύτερο σκέλος του ότι το Εφετείο, επίσης απαραδέκτως, απέρριψε σιγή την ένστασή της περί καταχρηστικής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ασκήσεως του δικαιώματος τούτου.
Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και, εντεύθεν απορριπτέος. Και τούτο διότι, ο ήδη αναιρεσίβλητος, με τις από 14-11-2018 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε στο Εφετείο, ως εφεσίβλητος, παραδεκτά, προέβαλε, το πρώτον, την, κατ' άρθρο 1401 του Α.Κ., ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προς υπεράσπισή του κατά της από 25-9-2018 (90179/6101/28-9-2018) έφεσής της.
Ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του, που, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, αφορά στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, δεδομένου ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου υποβολής της ως άνω περί παραγραφής ενστάσεώς του και τον απέρριψε σιγή, καταλήγοντας σε αντίθετη προς τις απόψεις της κρίση, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2019 (9712/931/17-10-2019) αίτηση της Π. Μ. του Ι. για αναίρεση της 3914/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ