Legislator Case Law & Legislation
1383/2020 AI generated

1383/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1383/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1383/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λ.), ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 ν. 1397/1983 σε συνδυασμό με άρθρο 14 ν.2519/1997 ασκεί την εποπτεία στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών υγείας και λειτουργίας των νοσοκομείων οιασδήποτε νομικής μορφής και ειδικά στον τρόπο άσκησης του ιατρικού, του νοσηλευτικού, του επιστημονικού και του εκπαιδευτικού έργου, ενώ αποδέκτης της ίδιας επιστολής προς πληροφόρηση ήταν και ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1383/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαβαλιάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1809/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζων την κατηγορία τον Κ. Π. του Η., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 183/10-1-2020 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 9-7-2020 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 127/20.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση, από 9-1-2020 (αριθμός πρωτ: 183/10-1-2020) δήλωση του Α. Π. του Α., προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1809/27-6-2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επίσης, οι από 9-7-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης, ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 509 του Κ.Π.Δ.) με την κατάθεσή τους ενώπιον της αρμοδίας Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η σχετική από 9-7-2020 έκθεση κατάθεσης.

Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί, γιατί περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ αυτών συνάφειας και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία, μόνο ως προς τους λόγους που αφορούν την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον κατά τα λοιπά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, κατ'αρθρο 64 του ν.4689/2020.

Σημειωτέον ότι η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία Κ. Π., ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο (όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 1-6-2020 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικ. Εισαγγελίας Θεσ/νικης, Α.Γ., και Σ.Τ.

που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας), οι οποίοι επέδωσαν την υπ' αριθμό 127/2020 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με θυροκόλληση, τόσο στον ίδιο τον υποστηρίζοντα την κατηγορία, όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλογλου Στυλιανό, τον οποίο όρισε ως αντίκλητου του, προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο της 7-7-2020, κατά την οποία, με την υπ' αριθμ. 861/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στην οποία ο υποστηρίζων την κατηγορία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της.? II.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2, 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης ένορκης εξέτασής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του.

Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του δικαστηρίου, των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 εδ. η' Κ.Π.Δ, που εφαρμόστηκε στην προκείμενη περίπτωση: "Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού (εννοείται: του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται προκαταρκτική εξέταση) που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας".

Η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει μεν ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής ανάγνωσης και αξιολόγησης της προανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου ως υπόπτου, όμως αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του. Ήδη με νέο άρθρο 244 παρ.3 του από 1-7-2019 ισχύοντος ΚΠΔ το τελευταίο τούτο ορίζεται πλέον ρητώς, αφού τυχόν παραμονή στη δικογραφία της προηγούμενης έγγραφης εξέτασης του υπόπτου που έγινε με όρκο ή χωρίς τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων της παρ1 εδαφ.

β', συνιστά προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Επομένως, βάσει της διάταξης αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία έχει καταθέσει κατά την ανωμοτί ή ένορκη εξέτασή του στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης.

Συνακόλουθα τούτων, η κατά παράβαση της απαγόρευσης αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω κατάθεσής του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 2125/2017). III. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1809/2019 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή.

Ειδικότερα το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων "Στην Αθήνα, την 6.4.2012, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις και πειθαρχικές παραβάσεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές. Πλέον συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος απέστειλε τη με ημεροχρονολογία 6-4-2012 επιστολή του, προς τον (τότε) Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας (Α.

Λ.), ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 ν. 1397/1983 σε συνδυασμό με άρθρο 14 ν.2519/1997 ασκεί την εποπτεία στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών υγείας και λειτουργίας των νοσοκομείων οιασδήποτε νομικής μορφής και ειδικά στον τρόπο άσκησης του ιατρικού, του νοσηλευτικού, του επιστημονικού και του εκπαιδευτικού έργου, ενώ αποδέκτης της ίδιας επιστολής προς πληροφόρηση ήταν και ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Με την επιστολή αυτή ο κατηγορούμενος καταμήνυσε, μεταξύ άλλων, τον εγκαλούντα Κ. Π. του Η., ιατρό χειρουργό - (τότε) αναπληρωτή καθηγητή στην Α' Προπαιδευτική Χειρουργική του ΝΠΔΔ ΠΓΝΘ ..., ως υπαίτιο τέλεσης των ποινικά κολάσιμων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αλλά και του πειθαρχικού παραπτώματος της παράβασης των κανόνων της ιατρικής δεοντολογίας, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων σε βάρος του εγκαλούντος, τα ακόλουθα ψευδή πραγματικά περιστατικά: "Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ, Σεβόμενος και εκτιμώντας το έργον Σας στο Υπουργείο Υγείας και προπαντός τις τιτάνιες Σας προσπάθειες στην αναμόρφωση του συστήματος Υγείας, έχω να Σας αναφέρω τα εξής:

Στο Νοσοκομείο ... υπηρετεί ο Αναπληρωτής Καθηγητής κ. Π. Κ. τα τελευταία χρόνια υπάρχει και πληθώρα ανεξήγητων θανάτων και επιπλοκών, οι οποίοι συνεκαλύφθηκαν με γνώση του Διοικητού του ..., κ. Γ. Β. και των Διευθυντών της Α "..., ... Παραθέτω ενδεικτικά κατάλογο ασθενών χρηζόντων περαιτέρω διευκρίνησης Ασθενής Π., έτος 2009, διεγχειρητική τρώση κάτω κοίλης φλέβας και Θάνατος του ασθενούς, χειρουργός κ.

Π. Κ., συνενοχή και συγκάλυψη από τον καθηγητή κ. Φ.. ...Ασθενής Π. Τ., νεαρός ηλικίας. Χειρουργήθηκε προσφάτως.

Αριθμός φακέλου ..., από τον ..., τηλ. .... Από ιατρικό λάθος του χειρουργού κ. Π. Κ. και παρουσία και ενδεχομένως συνυπευθυνότητα του επιμελητού Β ΕΣΥ κ. Π. Δ., δημιουργία χολοπερποναίου κατά την διάρκεια χολοκυστεκτομής. Η ασθενής διέφυγε ως εκ θαύματος τον θάνατο. Προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος κατά την καθημερινή ενημέρωση και την έκδοση εξιτηρίου με ψευδή διάγνωση.

Συνυπεύθυνος για τη συγκάλυψη ο διευθυντής της Κλινικής κ. Μ. Μάρτυς ο Αναπληρωτής Καθηγητής κ. Μ. Α....... Τα προαναφερόμενα, όμως, ήταν ψευδή, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών δεν είχε τελέσει τα παραπάνω ποινικά και πειθαρχικά αδικήματα, που του απέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε επίσης ως ιατρός χειρουργός, στον βαθμό του επίκουρου καθηγητή στην Α'ΠρΧ του ΠΓΝΠ ..., καθόσον ειδικότερα ουδέποτε νοσηλεύθηκε κατά το έτος 2009, στο νοσοκομείο ..., ασθενής με το επώνυμο Π., παρουσιάζοντας την πάθηση και τα προβλήματα που αναφέρονταν στην κρινόμενη καταγγελία, αντιθέτως νοσηλεύθηκε ασθενής υπό στοιχεία Π.

Π., η οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση lege artis (σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης) χωρίς να υπάρξει ιατρικό σφάλμα, μάλιστα δε θεράπων χειρουργός ιατρός της ασθενούς δεν ήταν ο εγκαλών, αλλά ο ιατρός Ε. Φ.. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά την ασθενή Τ. Π., νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο ... και υποβλήθηκε σε άρτια χειρουργική επέμβαση, από την οποία προκλήθηκε μια συνήθης επιπλοκή, που δεν αποδίδεται σε ιατρικό σφάλμα του εγκαλούντος.

Πάρα ταύτα ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη εν γνώσει του στην τέλεση της προεκτεθείσας πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη του νυν εγκαλούντος, καθόσον με αφορμή την προαναφερόμενη επιστολή την οποία απέστειλε, ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αφού διαβίβασε αντίγραφο αυτής, παρήγγειλε προς το ΣΕΥΥΠ (Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας) Περιφερειακό Γραφείο Μακεδονίας - Θράκης, τη διενέργεια έρευνας για τη διακρίβωση των καταγγελλομένων, μάλιστα εξεδόθησαν προς τούτο εντολές ελέγχου και διενέργειας ΕΔΕ (σχετ.

υπ' αριθ. ... εντολή διενέργειας ελέγχου και ...7.2012 εντολή διενέργειας ΕΔΕ), οι δε Επιθεωρητές Υγείας προέβησαν στη σύνταξη πορισμάτων και δη αυτού που γνωστοποιήθηκε στον Γενικό Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου ...2012, με το οποίο αποφάνθηκαν στην περίπτωση της Π. Π. ότι δεν διασταυρώθηκαν τα καταγγελλόμενα και στην περίπτωση της Τ.

Π. ότι ισχύουν εν μέρει τα καταγγελλόμενα και δη ότι υπήρξε επιπλοκή συνήθης που αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος Α. Π. δεν είχε ιδία αντίληψη των καταγγελλομένων περιστατικών και ότι η καταγγελία του σχετικά με τις παραπάνω ασθενείς (Π. και Π.) έλαβε χώρα λόγω της υφιστάμενης αντιπαλότητας του εγκαλούντος και του 1ου κατηγορουμένου, (παράβαση άρθρου 229 § 1 ΠΚ)".

Όπως προκύπτει από τη παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην κατά τα άνω καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του, όλα τα έγγραφα που φέρονται ως αναγνωσθέντα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, και δύο ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του αναιρεσείοντος, που ελήφθησαν μετά το φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία καταδικάστηκε, ήτοι η από 25.07.2012 μαρτυρική κατάθεση ένορκης διοικητικής εξέτασής του, και η από 10.11.2016 έκθεση ένορκης εξέτασής του ως μάρτυρος, οι οποίες δόθηκαν πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερομένους στο άρθρο 72 του Κ.Π.Δ.

τρόπους. Τις εν λόγω ένορκες καταθέσεις του, ενώ έπρεπε να έχουν τεθεί στο αρχείο της Εισαγγελίας, το Εφετείο αφού τις ανέγνωσε στο ακροατήριο του, στη συνέχεια τις συνεκτίμησε ως αποδεικτικά μέσα και τις έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην κατά τα άνω καταδικαστική του κρίση, ανεξαρτήτως από τη (μη απαιτούμενη άλλωστε) ρητή αναφορά του σε αυτές.

Οι εν λόγω δε καταθέσεις περιείχαν επιβαρυντικά στοιχεία για τον αναιρεσείοντα, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, με αυτές επαναλαμβάνει και ενισχύει την άποψή του για την αλήθεια των περιστατικών, τα οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι αποτελούν το περιεχόμενο της ψευδούς καταμηνύσεως.

IV. Όμως, η κατ' αυτό τον τρόπο αποδεικτική αξιοποίηση των ενόρκων αυτών καταθέσεων του αναιρεσείοντος προσβάλλει το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ' άρθρον 171 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και ανεξαρτήτως από τη μη εναντίωση του τελευταίου στην ανάγνωση αυτών(πρβλΑΠ1193/2016) .

Συνεπώς ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, ως αλυσιτελών.

V. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β' και 511 εδ.γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη αναιρεθείσα κατά τα άνω, απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την αξιόποινη πράξη της Ψευδούς καταμήνυσης, κατ' άρθρο 229 παρ.1 ΠΚ, που έχει την μορφή πλημμελήματος, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα στις 6-4-2012 και, επομένως, έως το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου (01-09-2020), παρήλθε έκτοτε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.

Κατ' ακολουθίαν, αφού κρίθηκε βάσιμος ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Αναιρεί την με αριθμό υπ' αριθ. 1809/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων ...) καταδικάστηκε για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ως άνω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για το ότι: "1) Στην Αθήνα, την 6.4.2012, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις και πειθαρχικές παραβάσεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές. Πλέον συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος απέστειλε τη με ημεροχρονολογία 6-4-2012 επιστολή του, προς τον (τότε) Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας (Α.

Λ.), ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 ν. 1397/1983 σε συνδυασμό με άρθρο 14 ν.2519/1997 ασκεί την εποπτεία στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών υγείας και λειτουργίας των νοσοκομείων οιασδήποτε νομικής μορφής και ειδικά στον τρόπο άσκησης του ιατρικού, του νοσηλευτικού, του επιστημονικού και του εκπαιδευτικού έργου, ενώ αποδέκτης της ίδιας επιστολής προς πληροφόρηση ήταν και ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Με την επιστολή αυτή ο κατηγορούμενος καταμήνυσε, μεταξύ άλλων, τον εγκαλούντα Κ. Π. του Η., ιατρό χειρουργό - (τότε) αναπληρωτή καθηγητή στην Α' Προπαιδευτική Χειρουργική του ΝΠΔΔ ΠΓΝΘ ..., ως υπαίτιο τέλεσης των ποινικά κολάσιμων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αλλά και του πειθαρχικού παραπτώματος της παράβασης των κανόνων της ιατρικής δεοντολογίας, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων σε βάρος του εγκαλούντος, τα ακόλουθα ψευδή πραγματικά περιστατικά: "Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ, Σεβόμενος και εκτιμώντας το έργον Σας στο Υπουργείο Υγείας και προπαντός τις τιτάνιες Σας προσπάθειες στην αναμόρφωση του συστήματος Υγείας, έχω να Σας αναφέρω τα εξής:

Στο Νοσοκομείο ... υπηρετεί ο Αναπληρωτής Καθηγητής κ. Π. Κ. τα τελευταία χρόνια υπάρχει και πληθώρα ανεξήγητων θανάτων και επιπλοκών, οι οποίοι συνεκαλύφθηκαν με γνώση του Διοικητού του ..., κ. Γ. Β. και των Διευθυντών της Α "..., ... Παραθέτω ενδεικτικά κατάλογο ασθενών χρηζόντων περαιτέρω διευκρίνησης Ασθενής Π., έτος 2009, διεγχειρητική τρώση κάτω κοίλης φλέβας και Θάνατος του ασθενούς, χειρουργός κ.

Π. Κ., συνενοχή και συγκάλυψη από τον καθηγητή κ. Φ.. ...Ασθενής Π. Τ., νεαρός ηλικίας. Χειρουργήθηκε προσφάτως.

Αριθμός φακέλου ..., από τον ..., τηλ. .... Από ιατρικό λάθος του χειρουργού κ. Π. Κ. και παρουσία και ενδεχομένως συνυπευθυνότητα του επιμελητού Β ΕΣΥ κ. Π. Δ., δημιουργία χολοπερποναίου κατά την διάρκεια χολοκυστεκτομής. Η ασθενής διέφυγε ως εκ θαύματος τον θάνατο. Προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος κατά την καθημερινή ενημέρωση και την έκδοση εξιτήριου με ψευδή διάγνωση.

Συνυπεύθυνος για τη συγκάλυψη ο διευθυντής της Κλινικής κ. Μ. Μάρτυς ο Αναπληρωτής Καθηγητής κ. Μ. Α....... Τα προαναφερόμενα, όμως, ήταν ψευδή, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών δεν είχε τελέσει τα παραπάνω ποινικά και πειθαρχικά αδικήματα, που του απέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε επίσης ως ιατρός χειρουργός, στον βαθμό του επίκουρου καθηγητή στην Α'ΠρΧ του ΠΓΝΠ ..., καθόσον ειδικότερα ουδέποτε νοσηλεύθηκε κατά το έτος 2009, στο νοσοκομείο ..., ασθενής με το επώνυμο Π., παρουσιάζοντας την πάθηση και τα προβλήματα που αναφέρονταν στην κρινόμενη καταγγελία, αντιθέτως νοσηλεύθηκε ασθενής υπό στοιχεία Π.

Π., η οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση lege artis (σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης) χωρίς να υπάρξει ιατρικό σφάλμα, μάλιστα δε θεράπων χειρουργός ιατρός της ασθενούς δεν ήταν ο εγκαλών, αλλά ο ιατρός Ε. Φ.. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά την ασθενή Τ. Π., νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο ... και υποβλήθηκε σε άρτια χειρουργική επέμβαση, από την οποία προκλήθηκε μια συνήθης επιπλοκή, που δεν αποδίδεται σε ιατρικό σφάλμα του εγκαλούντος.

Πάρα ταύτα ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη εν γνώσει του στην τέλεση της προεκτεθείσας πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη του νυν εγκαλούντος, καθόσον με αφορμή την προαναφερόμενη επιστολή την οποία απέστειλε, ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αφού διαβίβασε αντίγραφο αυτής, παρήγγειλε προς το ΣΕΥΥΠ (Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας) Περιφερειακό Γραφείο Μακεδονίας - Θράκης, τη διενέργεια έρευνας για τη διακρίβωση των καταγγελλομένων, μάλιστα εξεδόθησαν προς τούτο εντολές ελέγχου και διενέργειας ΕΔΕ (σχετ.

υπ' αριθ. ... εντολή διενέργειας ελέγχου και ...7.2012 εντολή διενέργειας ΕΔΕ), οι δε Επιθεωρητές Υγείας προέβησαν στη σύνταξη πορισμάτων και δη αυτού που γνωστοποιήθηκε στον Γενικό Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου ...2012, με το οποίο αποφάνθηκαν στην περίπτωση της Π. Π. ότι δεν διασταυρώθηκαν τα καταγγελλόμενα και στην περίπτωση της Τ.

Π. ότι ισχύουν εν μέρει τα καταγγελλόμενα και δη ότι υπήρξε επιπλοκή συνήθης που αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος Α. Π. δεν είχε ιδία αντίληψη των καταγγελλομένων περιστατικών και ότι η καταγγελία του σχετικά με τις παραπάνω ασθενείς (Π. και Π.) έλαβε χώρα λόγω της υφιστάμενης αντιπαλότητας του εγκαλούντος και του 1ου κατηγορουμένου, (παράβαση άρθρου 229 § 1 ΠΚ) ".

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ