Legislator Case Law & Legislation
1383/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of legal interest and erroneous lower court reasoning.

Case Number 1383/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of her claim based on unjust enrichment. While the appellant argued the lower court erred in dismissing the claim, the Court found no legal interest in overturning the decision because the appellant had already lost on the primary cause of action regarding fraudulent transfer. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939 et seq. of the Civil Code; Article 943 paragraph 2 of the Civil Code: A claim based on unjust enrichment is inadmissible if the primary claim fails and there is no legal interest in overturning the final judgment, even if the lower court's reasoning was flawed.

Keywords

AI generated
unjust enrichment fraudulent transfer legal interest appeal dismissal Civil Code provisions legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 939 to 945 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 937 of the Penal Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1383/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαραγκάκη. Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζύγου Ε. Κ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βιδάκη. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προεδρεύουσάς του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2012 και 15-11-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6134/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2018 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 945 ΑΚ, που προβλέπουν την προστασία των δανειστών σε περίπτωση που ο οφειλέτης τους προβαίνει σε απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων με σκοπό τη βλάβη τους, προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις για τη διάρρηξη της απαλλοτριώσεως είναι: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη, β) σκοπός βλάβης των δανειστών, η οποία προκαλείται με την ελάττωση λόγω της απαλλοτριώσεως της περιουσίας του οφειλέτη, με αποτέλεσμα η περιουσία που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών και γ) γνώση του τρίτου, προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών.

Η καταδολίευση δανειστών, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 1734/2007).

Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβην των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα.

Περαιτέρω, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Με την έννοια αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, τίκτουσα υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, υπάρχει και στην περίπτωση της καταδολίευσης των δανειστών (ΟλΑΠ 12/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα... (αναιρεσείουσα), λόγω μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης που είχε συνάψει με τον υπεργολάβο οικοδομών- μαρμαρά Ε. Κ., ... σύζυγο της εναγομένης Χ.

Κ.... (αναιρεσίβλητης), στον οποίο είχε αναθέσει την τοποθέτηση μαρμάρων σε ανεγειρόμενη οικοδομή της..., προέβη στην άσκηση διαφόρων ενδίκων μέσων κατ' εκείνου, επιδιώκοντας να υποχρεωθεί ο τελευταίος να αποκαταστήσει τη ζημία, την οποία φερόταν ότι είχε υποστεί αυτή (...αναιρεσείουσα) συνεπεία της - κατά τους ισχυρισμούς της - αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, εν τέλει δε δικαιώθηκε.

Ακολούθως, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των κατά του ως άνω υπεργολάβου αξιώσεών της, οι οποίες είχαν πλέον εξοπλισθεί με εκτελεστούς τίτλους, κοινοποίησε σε αυτόν την από 16-4-2008 επιταγή προς εκτέλεση, με βάση την οποία ο εν λόγω οφειλέτης της επιτάχθηκε να της καταβάλει: Α) το ποσό των 933,48 ευρώ...

ως δικαστική δαπάνη η οποία είχε επιδικασθεί υπέρ αυτής με την υπ' αριθ 762/2006 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου β) το ποσό των 2.934,47 ευρώ, το οποίο της επιδικάσθηκε ως αποζημίωση με βάση την υπ' αριθ. 2624/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, πλέον των δικαστικών εξόδων ποσού 542,16 ευρώ και συνολικά το ποσό των 3.476,63 ευρώ, το οποίο μετά από συμψηφισμό με αντίθετη αξίωση του αναφερθέντος αντιδίκου της υπεργολάβου διαμορφώθηκε στο ποσό των 3.156,86 ευρώ και γ) το ποσό των 434 ευρώ...

το οποίο της είχε επιδικασθεί ως δικαστική δαπάνη με βάση την υπ αριθ 7697/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της επιταγής εκείνης. Περαιτέρω λόγω μη οικειοθελούς συμμόρφωσης του προαναφερθέντος αντιδίκου και οφειλέτη της προς το διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων, επιδίωξε να ενημερωθεί για την περιουσιακή κατάσταση του τελευταίου για να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση των περιουσιακών στοιχείων αυτού, για το λόγο δε αυτό κατέθεσε αίτηση στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς με αίτημα να υποχρεωθεί αυτός να υποβάλει κατάσταση περιλαμβάνουσα τα περιουσιακά του στοιχεία, δίδοντας συγχρόνως βεβαιωτικό όρκο περί της αληθείας της.

Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ'αριθ 69/2008 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία επιδόθηκε στον προαναφερθέντα αντίδικο οφειλέτη της εν λόγω ενάγουσας την 23-10-2008... δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε αυτός να υποβάλει κατάλογο περιλαμβάνοντα τα περιουσιακά του στοιχεία και παράλληλα να δώσει τον προβλεπόμενο από το νόμο βεβαιωτικό όρκο περί της αλήθειας του...

Ακολούθως ο ως άνω... οφειλέτης της ... ενάγουσας άσκησε έφεση κατά της ως άνω υπ' αριθ 69/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, παράλληλα δε άσκησε... αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσής του, η συζήτηση της οποίας... προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 7-11-2008.

Μετά τη συζήτηση ωστόσο της ως άνω αίτησης και συγκεκριμένα την 12-11-2008 (επί της οποίας- αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ 258/2008 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ανεστάλη η εκτέλεση της υπ' αριθ 69/2008 ομοίας του ίδιου δικαστηρίου, μόνο ως προς το σκέλος του διατακτικού της με βάση το οποίο απαγγελλόταν προσωπική κράτηση κατά του οφειλέτη για την περίπτωση του να δώσει τον βεβαιωτικό όρκο), o προαναφερθείς οφειλέτης της ενάγουσας προχώρησε στην πώληση σε τρίτο πρόσωπο, αντί τιμήματος 2.500 ευρώ, του με αριθμό κυκλοφορίας ...86 IX μεταχειρισμένου επιβατηγού αυτοκινήτου...

το οποίο αποτελούσε το μοναδικό εμφανές περιουσιακό του στοιχεία. Κατ' αυτόν τον τρόπο ματαιώθηκε, έστω και εν μέρει, η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας κατά του προαναφερθέντος οφειλέτη της, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου, δοθέντος ότι εκμηδενίσθηκε η περιουσία του, με συνέπεια την πρόκληση στην ενάγουσα αντίστοιχης περιουσιακής ζημίας.

Η τελευταία (ενάγουσα) ισχυρίστηκε στην ένδικη αγωγή της ότι η... εναγομένη (αναιρεσίβλητη), σύζυγος του ως άνω οφειλέτη της, συνέδραμε θετικά τον τελευταίο στην αλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων και ειδικότερα ότι τελώντας η εν λόγω αντίδικός της σε γνώση των προς αυτή (ενάγουσα) ανωτέρω οφειλών του και επιδιώκοντας τη μη ικανοποίησή τους προς βλάβη της περιουσίας της, συγχρόνως δε και ενεργώντας σε συμπαιγνία με αυτόν, δεχόταν ως δωρεά από τον τελευταίο χρηματικά ποσά, τα οποία αντιστοιχούσαν στις μηνιαίες δόσεις, τις οποίες κατέβαλε αυτή για την εξόφληση ενός στεγαστικού δανείου ύψους 200.000 ευρώ, εξοφλητέου εντός είκοσι (20) ετών με την καταβολή αντιστοίχων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, το οποίο της είχε χορηγηθεί από την τράπεζα ...

για την ανέγερση μιας οικοδομής..., με άμεση συνέπεια την πλήρη απαλλοτρίωση της αντίστοιχης περιουσίας του ως άνω οφειλέτη της. Από τα τεθέντα, ωστόσο, υπό την κρίση του δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των προαναφερθέντων αγωγικών ισχυρισμών, ειδικότερα δε, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της- οφειλέτη της ενάγουσας με σκοπό την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου.

Τούτο δε διότι πλήρως αποδείχθηκε ότι οι σχετικές δόσεις για την εξόφληση του ως άνω δανείου είχαν καταβληθεί από αυτήν την ίδια την εναγόμενη, από δικά της αποκλειστικά εισοδήματα προερχόμενα αφενός από τα μισθώματα τα οποία ελάμβανε από την προς τρίτους εκμίσθωση ενός ακινήτου της κειμένου στον ίδιο τόπο στον οποίο αναγειρόταν η ως άνω κατοικία της (βλ....

από 1-6-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως...) και αφετέρου από το τίμημα ύψους 140.000 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει αυτή από την πώληση ενός ακινήτου της... στην ... (βλ.... υπ' αριθ. ....64/2008 προσύμφωνο αγοραπωλησίας 1/2 εξ αδιαιρέτου δασοτεμαχίου...). Παράλληλα αποδείχθηκε επίσης ότι κατά την κρίσιμη εκείνη χρονική περίοδο συνέδραμαν οικονομικά την εναγομένη για την εξόφληση των ως άνω υποχρεώσεών της και τα τέκνα της...

Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνονταν η ιστορική βάση της ως άνω ένδικης αγωγής, έπρεπε να είχε απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, τόσο ως προς την ως άνω κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, αφού... τα συγκροτούντα αυτές πραγματικά περιστατικά είναι ταυτόσημα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας στηρίζεται κυρίως μεν στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά στη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ομοίως, ως προς τις ανωτέρω βάσεις, είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, κατέληξε στο πόρισμα του, αφού σύμφωνα με όσα παραπάνω ανελέγκτως δέχτηκε, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη, σύζυγος του πιο πάνω οφειλέτη της αναιρεσείουσας, τελώντας σε γνώση των οφειλών αυτού προς την τελευταία και σε συμπαιγνία μεταξύ τους, συνέδραμε θετικά τον ανωτέρω οφειλέτη στην απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων, δεχόμενη από αυτόν ως δωρεές χρηματικά ποσά, τα οποία κατέβαλε για την εξόφληση δόσεων του στεγαστικού δανείου της, και συνεπώς το Εφετείο διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα προς επιστήριξη του ανωτέρω λόγου αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα τις σχετικές δόσεις του δανείου από δικά της εισοδήματα, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης η εκμίσθωση του ακινήτου της έλαβε χώρα την 1-6-2008, με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια ως προς την ύπαρξη εισοδημάτων από μισθώματα κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2008, ενώ, εξάλλου, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ο ακριβής χρόνος πώλησης του έτερου ακινήτου της αναιρεσίβλητης και είσπραξης του συμφωνηθέντος τιμήματος, ώστε να έχει η αναιρεσίβλητη τη δυνατότητα εξόφλησης αντίστοιχων τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά το έτος 2008, ούτε και αναφέρονται τα χρηματικά ποσά, με τα οποία συνέδραμαν την αναιρεσίβλητη τα τέκνα της, με αποτέλεσμα, λόγω των ανωτέρω ελλείψεων, να μη μπορεί να προσδιοριστεί, αν η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τις δόσεις του δανείου από δικά της χρήματα, αν πράγματι κατέβαλε η ίδια τις δόσεις κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και, επίσης, σε ποιο συνολικό ποσό ανέρχονται οι ως άνω δόσεις.

Ωστόσο, οι προβαλλόμενες πιο πάνω ελλείψεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς, αφού, όπως αναφέρθηκε, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Κατά συνέπεια, ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αναίρεσης, αναφορικά με τις προβαλλόμενες πιο πάνω ελλείψεις, είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).

Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη διάρρηξη της απαλλοτριώσεως αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, και η γνώση του τρίτου, προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών. Η γνώση τεκμαίρεται μαχητά υπέρ του δανειστή, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, ή από αγχιστεία έως και το δεύτερο, εκτός αν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση, ενώ η παραπάνω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.

Σύμφωνα με το άρθρο 943 ΑΚ το αποτέλεσμα της διάρρηξης είναι ότι ο τρίτος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν (παρ. 1), πλην, όμως, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία ο τρίτος, αν ήταν καλόπιστος, ευθύνεται μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (παρ. 2).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία (αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας), εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) (αρθ. 219 ΚΠολΔ) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.

ΑΠ 22/2003, ΑΠ 1709/2017, ΑΠ 701/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 17-7-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτίθενται σε αυτή τα ακόλουθα: α) ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα είχε κατά του Ε. Κ. τις αναφερόμενες στην αγωγή αξιώσεις, έχοντας επιτύχει σε βάρος του την έκδοση σχετικών δικαστικών αποφάσεων, αλλά η επιχειρηθείσα κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση κατέστη ατελέσφορη, β) ότι η αναιρεσίβλητη, σύζυγος του ανωτέρω οφειλέτη της αναιρεσείουσας, είναι κυρία της περιγραφόμενης κάθετης ιδιοκτησίας, στην οποία ανεγείρει πενταώροφη οικοδομή, με τη λήψη στεγαστικού δανείου 200.000 ευρώ, εξοφλητέου εντός 20 ετών σε 228 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η εξόφληση των οποίων, καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως την άσκηση της αγωγής γινόταν στο όνομα της αναιρεσίβλητης, αλλά με χρήματα του συζύγου της Ε.

Κ., ο οποίος προέβαινε σε δωρεές προς την αναιρεσίβλητη, καταβάλλοντας τις μηνιαίες δόσεις του εν λόγω δανείου, τις οποίες αυτή αποδεχόταν, με αποτέλεσμα η περιουσία του ανωτέρω οφειλέτη της να μειώνεται κατά τα αντίστοιχα ποσά και, συνακόλουθα, να ματαιώνεται αντίστοιχα η ικανοποίηση των αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατ' αυτού, ο οποίος δεν έχει άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, γεγονός το οποίο αμφότεροι γνώριζαν, γ) ότι η καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών εκ μέρους του Ε.

Κ. έγινε με πρόθεση βλάβης της αναιρεσείουσας με συνέπεια τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών (άρθρ. 397 ΠΚ), επί πλέον δε, ανάμεσα στην αναιρεσίβλητη και στο σύζυγό της Ε. Κ. υπήρξε συμπαιγνία, εφόσον αμφότεροι ενεργώντας από κοινού και χρησιμοποιώντας τεχνάσματα, με βάσει σχέδιο που είχαν καταστρώσει, επεδίωκαν συνεργαζόμενοι την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων του Ε.

Κ. προς βλάβη της αναιρεσείουσας και δ) ότι τα ανωτέρω καταβληθέντα προς εξόφληση των δόσεων του δανείου χρηματικά ποσά υπερβαίνουν το ποσό των 6.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά του Ε. Κ., με αποτέλεσμα λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού και της αναιρεσίβλητης να έχει υποστεί η αναιρεσείουσα ισόποση ζημία, την οποία η αναιρεσίβλητη οφείλει να αποκαταστήσει καταβάλοντας σε αυτή ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό.

Ενόψει αυτών, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 6.000 ευρώ, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατ' άρθρο 939 ΑΚ και όλως επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη ήταν καλόπιστη κατά το χρόνο των ένδικων χαριστικών απαλλοτριώσεων, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της και ο πλουτισμός της αυτός σώζεται μέχρι σήμερα.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά την ανωτέρω δεύτερη επικουρική βάση αυτής, θεμελιούμενη σε πραγματικά περιστατικά εν μέρει διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίζεται η κύρια και η πρώτη επικουρική βάση αυτής, αφού για τη νομιμότητα της βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε και το στοιχείο της γνώσης της αναιρεσίβλητης περί του δόλου του οφειλέτη της αναιρεσείουσας, που απαιτείται για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, ερευνώμενη δε μετά την απόρριψη των δύο προηγούμενων βάσεων, λόγω της επικουρικής άσκησης αυτής, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι, κατά την ενιαία εκδίκαση των λοιπών βάσεων, ιδία της θεμελιούμενης στο άρθρο 939 ΑΚ, διαγνώστηκε ότι δεν συνέτρεξε η προϋπόθεση της (χαριστικής) απαλλοτρίωσης από τον οφειλέτη της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη (άρθρ. 943 παρ. 2 ΑΚ), αφού, με βάση τις ανελέγκτως γενόμενες δεκτές παραδοχές του Εφετείου, ο ανωτέρω οφειλέτης της αναιρεσείουσας δεν προέβη σε δωρεές προς την αναιρεσίβλητη εξοφλώντας δόσεις του δανείου που αυτή είχε λάβει.

Ωστόσο, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6134/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απέρριψε την αγωγή, κατά την ως άνω δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως μην νόμιμη, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι είναι επιβοηθητικής φύσεως, επικυρώνοντας και κατά το μέρος αυτό των πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Κατά συνέπεια, το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό αυτής εσφαλμένο, πλην όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση, ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την αγωγή κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 943 παρ. 2 και 904 ΑΚ, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2018 αίτηση της Μ. Ν. για αναίρεση της 44/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπροεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ