1383/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά-Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1383/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007 σελ. 168 και επ.)". Σε περίπτωση που η αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα έχουν γίνει αμετάκλητα πρίν την καταδίκη το αρμόδιο Συμβούλιο για την κρίση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ακυρώνει την αμετάκλητη καταδίκη χωρίς να διατάξει νέα συζήτηση (Δαλακούρας ό.π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1383 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1383/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά-Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1) Α. Τ. του Π., κατοίκου ... και 2) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαρκουλάκο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1763/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ’ αριθμ. πρωτ. …/21-1-2016 και …/21-1-2016, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2016.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ‘ Αννα Ζαΐρη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 86/19-5-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 12-1-2016 αίτηση των :
α) Α. Π. Τ. κατοίκου ... (... ) και β) Ι. Γ. Κ. κατοίκου ... (...) με την οποία ζητούν προς το συμφέρον τους την επανάληψη της διαδικασίας της 1763/7-5-2014 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας για ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη και ηθική αυτουργία σε αυτή ο δεύτερος, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 4 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημμέλημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την ίδια πράξη με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα.
Για την εφαρμογή του λόγου αυτού απαιτείται μετά την αμετάκλητη καταδίκη να αποκαλυφθεί αθωωτικό δεδικασμένο για την ίδια πράξη αδιαφόρως αν αυτό συνετελέσθη πρίν η μετά την καταδίκη. Αν το αθωωτικό δεδικασμένο συνέβη πρίν την αμετάκλητη καταδίκη για να αποτελέσει λόγο επανάληψης πρέπει αυτό (αθώωση - αμετάκλητο) να ήταν άγνωστο τόσο στο δικαστήριο όσο και στον καταδικασθέντα που δεν μπορούσε έτσι να το προβάλλει (ΑΠ 7/2003, ΑΠ 782/2002, ΑΠ 1192/2003, Π.
Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007 σελ. 168 και επ.)". Σε περίπτωση που η αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα έχουν γίνει αμετάκλητα πρίν την καταδίκη το αρμόδιο Συμβούλιο για την κρίση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ακυρώνει την αμετάκλητη καταδίκη χωρίς να διατάξει νέα συζήτηση (Δαλακούρας ό.π.
σελ. 175 βλ. και ΑΠ 1351/2003 σύμφωνα με την οποία ο Α.Π. σε αντίστοιχες περιπτώσεις -μεταγενέστερη της καταδίκης απαλλαγή - παύει οριστικά την ποινική δίωξη). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμελήματα από το Πενταμελές Εφετείο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
III. Με την παραπάνω 1763/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (η αναίρεση κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 294/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου) η πρώτη αιτούσα Α. Τ. καταδικάστηκε για ψευδορκία μάρτυρα και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό): "Στην Αθήνα στις 4-12-2007 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 27-5-2007 αγωγής του δευτέρου κατηγορουμένου και συζύγου της Ι.
Κ. εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης αυτού κατέθεσε ψευδώς σε ερώτηση μελών του Δικαστηρίου, πώς απέκτησε ο σύζυγός της το ακίνητο και πώς το εκμεταλλεύθηκε από το 1987 και μετά ότι "... Αυτό είχε γίνει μία αγοραπωλησία προφορική με τον πεθερό μου... Γύρω στο 85, κάπου εκεί... Ως αποθήκες... και οι δύο το νεμότανε, αυτό το ξέρω...
έχουν πράγματά τους μέσα, έμεναν τα καλοκαίρια, αυτό... τον γνώρισα γιατί πήγαινε σε αυτό το οικόπεδο και εγώ μένω παραπέρα... εγώ σαν γειτόνισσα ήξερα ότι είναι ιδιοκτήτες...". Ο δεύτερος αιτών Ι. Κ. καταδικάστηκε με την ίδια απόφαση για ηθική αυτουργία στην παραπάνω ψευδορκία και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό) στον ίδιο τόπο και χρόνο προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα στην πρώτη κατηγορουμένη σύζυγό του την απόφαση να τελέσει την πράξη αυτή της ψευδορκίας μάρτυρα.
Το δικαστήριο αυτό (Πενταμελές Εφετείο) στο σκεπτικό του δέχθηκε κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα : "Ο Ι. Γ. του Ε. πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση και το έτος 1979 σκότωσε τη μητέρα του στην οικία τους επί της οδού ..., στη Βάρη Αττικής. Δυνάμει της υπ’ αριθμό 3523/1979 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ανωτέρω Ι.
Γ. τέθηκε σε δικαστική απαγόρευση και ορίστηκε επίτροπος αυτού ο πατέρας του Ε. Γ... Για την προαναφερόμενη ανθρωποκτονία, με το υπ’ αριθμό 2057/1979 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επειδή κρίθηκε ότι δεν είχε ικανότητα προς καταλογισμό, απαλλάχθηκε κάθε κατηγορίας και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών, διότι κρίθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Έκτοτε νοσηλευόταν σε διάφορα ψυχιατρικά καταστήματα. Στις 11-5-1989 στην ανωτέρω οικία σκότωσε τον πατέρα του και τη μητριά του. Με το υπ’ αριθμό 927/1990 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της οπλοχρησίας και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών και η φύλαξή του σ’ αυτό ως επικίνδυνου για τη δημόσια ασφάλεια.
Μετά το έγκλημα η ως άνω οικία σφραγίστηκε από την αρμόδια αστυνομική αρχή και διατάχθηκε η αποσφράγισή της με την υπ’ αριθμό 443/5-12-1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία εκδόθηκε μετά από σχετική αίτηση του Ν. Γ. του P., ο οποίος ορίσθηκε ως προσωρινός επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου δυνάμει της υπ’ αριθμό 592/3-7-1989 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και ως οριστικός επίτροπος με την υπ’ αριθμό 2805/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε αντικατάσταση δε αυτού ορίσθηκε επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου η θεία του Ε.
Μ.. Η τελευταία αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθμό 6217/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου και ήδη συμπαραστατούμενου Ι. Γ., ο εξάδελφος αυτού Β. Γουργιώτης του Γ.. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στον Ι. Γ. λόγω κληρονομιάς είναι και η ανωτέρω οικία μαζί με το οικόπεδό της έκτασης 901,68 τετραγωνικών μέτρων.
Το μήνα Μάιο του έτους 2007 ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-5-2007 και υπ’ αύξ. αριθμ. κατάθ. 5407/29- 5-2007 αγωγή του κατά του Γ. Γ. του Ε., με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι ο πατέρας του Γ. Κ. αγόρασε για λογαριασμό του, βάσει γενικού πληρεξούσιου εγγράφου, από τον Ε.Γ.
την ως άνω οικία με το οικόπεδό της δυνάμει του από 2-2-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς και ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου, να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης προς μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σ’ αυτόν και να διαταχθεί η μεταγραφή της δήλωσης αυτής και της εκδοθησόμενης απόφασης στη μερίδα του στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου - Κτηματολογικού Γραφείου Κορωπίου.
Επί της αγωγής αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παρέστη ο εναγόμενος, ο οποίος είχε κληθεί ως άγνωστης διαμονής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 2651/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ενάγων και τώρα δεύτερος κατηγορούμενος αναγνωρίσθηκε κύριος του προαναφερόμενου ακινήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, που έγινε στις 4-12-2007, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης η πρώτη κατηγορούμενη Ά.
Τ., σύζυγος του δεύτερου κατηγορούμενου, η οποία κατέθεσε σε ερώτηση μελών του Δικαστηρίου, πώς απέκτησε ο σύζυγός της το ακίνητο και πώς το εκμεταλλεύθηκε από το 1987 και μετά ότι "... Αυτό είχε γίνει μία αγοραπωλησία προφορική με τον πεθερό μου... Γύρω στο 85, κάπου εκεί... Ως αποθήκες... και οι δύο το νεμότανε, αυτό το ξέρω...
έχουν πράγματά τους μέσα, έμεναν τα καλοκαίρια, αυτό... τον γνώρισα γιατί πήγαινε σε αυτό το οικόπεδο και εγώ μένω παραπέρα... εγώ σαν γειτόνισσα ήξερα ότι είναι ιδιοκτήτες...". Δηλαδή η δεύτερη εναγομένη κατέθεσε επιβεβαιώνοντας την ιστορική βάση της αγωγής του δεύτερου κατηγορούμενου συζύγου της ότι με προφορική συμφωνία αγόρασε το επίδικο ακίνητο ο πεθερός της Γ.
Κ. το έτος 1985 και ότι έκτοτε νέμονταν αυτό και οι δύο, ο σύζυγος και ο πεθερός της, ότι είχαν πράγματα μέσα σ’ αυτό, ότι πήγαιναν τα καλοκαίρια, ότι σαν γειτόνισσα ήξερε ότι είναι ιδιοκτήτες και ότι γνώρισε το σύζυγό της γιατί πήγαινε σε αυτό το οικόπεδο και ότι η ίδια μένει παραπέρα. Όμως τα όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα από την πρώτη κατηγορούμενη ως μάρτυρα στην πολιτική δίκη είναι ψευδή και τα κατέθεσε με δόλο και εν γνώσει της αναλήθειας τους, η δε γνώση της προκύπτει από τα εξής γεγονότα: 1) η ίδια αγόρασε οικόπεδο στην άνω περιοχή, γειτονικό με το επίμαχο, στις 5-4-2000, ενώ πριν την αγορά αυτού δεν είχε καμία σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, 2) παντρεύτηκε με το δεύτερο κατηγορούμενο το έτος 2007, τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς της είδε για πρώτη φορά, όταν έκτιζε στο οικόπεδό της και μετά τον ξαναείδε το έτος 2005, 3) ο πατέρας του δεύτερου κατηγορούμενου (πεθερός της) αποβίωσε στις 19-12-1997 και ως εκ τούτου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι νέμονταν το επίμαχο ακίνητο και οι δύο και ότι πήγαιναν τα καλοκαίρια μετά την 19-12-1997 και 4) μέχρι την 11-5-1989, που έλαβε χώρα η προαναφερόμενη διπλή δολοφονία, διέμεναν στην ανωτέρω οικία ο πατέρας και η μητριά του Ι.
Γ. αλλά και ο τελευταίος κατά τα διαστήματα που δεν νοσηλευόταν, μετά δε το έγκλημα η οικία σφραγίσθηκε από την αστυνομική αρχή και αποσφραγίστηκε το μήνα Δεκέμβριο του 1989. Από αυτά υποδεικνύεται με σαφήνεια ότι καταθέτοντας η πρώτη κατηγορούμενη ότι, ως γειτόνισσα, ήξερε ότι είναι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου ο σύζυγός της και ο πατέρας αυτού, ο οποίος το αγόρασε με προφορική συμφωνία το έτος 1985 και ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ως άνω αγωγής (δηλαδή το έτος 2007) αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο, γνώριζε ότι όλα αυτά είναι ψευδή και τα κατέθεσε με δόλο και εν γνώσει της αναλήθειας τους, προκειμένου η πολιτική δίκη να αποβεί υπέρ του ενάγοντος συζύγου της.
Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκειμένου να αποδείξει ότι απέκτησε κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, από δόλο προκάλεσε την απόφαση στην πρώτη κατηγορούμενη σύζυγό του να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, όπως και έγινε, ασκώντας την επιρροή που είχε πάνω σ’ αυτήν ως σύζυγός της και ενεργώντας με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, πράγμα που πέτυχε, για να καρπωθούν στη συνέχεια μαζί το συγκεκριμένο οικόπεδο.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η πρώτη κατηγορούμενη κατά την απολογία της στο πρωτόδικο ποινικό δικαστήριο παραδέχθηκε ότι της είπε ο σύζυγός της να πει όσα κατέθεσε στο πολιτικό δικαστήριο, ο δε ισχυρισμός της στην ίδια απολογία, ότι πίστευε ότι αυτά είναι αληθινά, δεν κρίνεται πειστικός, γιατί αναιρείται από τα προαναφερόμενα στοιχεία.
Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν πληρούται κατά την κρίση του δικαστηρίου η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η πρώτη κατηγορούμενη Ά., Τ. του Π. του πρώτου εγκλήματος και ο δεύτερος κατηγορούμενος Τ.
Κ. του δευτέρου εγκλήματος, όπως ειδικότερα στο διατακτικό. Η δικογραφία αυτή (ΑΒΜ : ΙΔ 2012/585) σχηματίστηκε με αφορμή την από 15-2-2010 μήνυση της Ε. Μ. συμπαραστάτριας του παραπάνω Ι. Γ. που ήταν έγκλειστος στο Ψυχιατρείο Αττικής (ΔΑΦΝΙ) και, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αιτούντων για απάτη στο δικαστήριο ανώτερη των 73.000 ευρώ (Κ.) και άμεση συνέργεια σε αυτή (Τ.), καθώς και ψευδορκία μάρτυρα (Τ.) και ηθική σε αυτή αυτουργία (Κ.).
Ο Ανακριτής επειδή οι πράξεις της ψευδορκίας και της ηθικής σε αυτή αυτουργίας κινδύνευαν με παραγραφή ζήτησε τον χωρισμό της δικογραφίας για τα πλημμελήματα αυτά που έγινε δεκτός με το 169/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Έτσι μετά τον χωρισμό αυτό ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με το από 29-5-2012 έγγραφό του διαβίβασε την σχετική δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο οποίος με το…./25-10-2012 κλητήριο θέσπισμα του παρέπεμψε τους αιτούντες στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του Ι.
Κ.. Η παραπομπή αυτή κατέληξε στην έκδοση της παραπάνω 1763/2014 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αυτοί ζητούν τώρα την επανάληψη (βλ. φ/α των σχετικών εγγράφων που αυτεπαγγέλτως συλλέξαμε και προσκομίζουμε). Παράλληλα για το ίδιο ακριβώς κεφάλαιο της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σχηματίστηκε και άλλη δικογραφία (ΑΒΜ:
ΑΙ \Γ 2012/5848) η οποία διαβιβάστηκε στον ίδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το από 15-10-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και πάλι λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του Ι. Κ.. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με το από 21-10-2012 έγγραφό του επέστρεψε την δικογραφία αυτή στον ίδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και διέταξε η υπόθεση αυτή να εισαχθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών επειδή κατά την άποψή του δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής χωρίς όμως, όπως είχε υποχρέωση, να προσδιορίσει αυτές.
Μετά από αυτό εισήχθη η υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο, αναφερόμενο αποκλειστικά στην σχετική απαλλακτική εισαγγελική πρόταση, εξέδωσε το 4423/28-11-2012 βούλευμά του με το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος των ήδη κατηγορουμένων. Το βούλευμα αυτό έγινε αμετάκλητο στις 28-12-2012, αφού δεν ασκήθηκε εντός μηνός από την δημοσίευσή του κανένα ένδικο μέσο εναντίον του.
Μάλιστα οι αιτούντες είχαν κληθεί και είχαν δώσει και έγγραφες εξηγήσεις στην συγκεκριμένη αυτή δικογραφία (βλ. φ/α των σχετικών εγγράφων που αυτεπαγγέλτως συλλέξαμε και προσκομίζουμε). Δηλαδή παρουσιάζεται εδώ το παράδοξο φαινόμενο: α) για την ίδια υπόθεση να σχηματίζονται χωρίς κάποιο δικονομικό ή ουσιαστικό λόγο δύο δικογραφίες από τον ίδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών που τις χειρίστηκαν διαφορετικοί εισαγγελείς (Π.
Ι. και Β. Χ.) και β) ο ίδιος Εισαγγελέας Εφετών για την ίδια υπόθεση να παραπέμπει στο ακροατήριο τους κατηγορουμένους (Α. Κ. ) και αργότερα να διατάσει χωρίς αιτιολογία την εισαγωγή αυτής στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (Ε. Π. - Μ.). IV. Με τις από 12-1-2016 αιτήσεις τους, που τις κατέθεσαν στις 21-1-2016, οι κατηγορούμενοι αυτοί ζητούν από τον Άρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ τους και την εξαφάνιση της αμετάκλητης αυτής καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά επειδή για την ίδια ακριβώς πράξη αθωώθηκαν, αμετάκλητα με το 4423/28-11-2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Συγκεκριμένα το Συμβούλιο αυτό αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία εναντίον τους, αναφερόμενο εξ’ ολοκλήρου στην σχετική πρόταση του εισαγγελέα. Το σκεπτικό του βουλεύματος με βάση την πρόταση αυτή είναι το ακόλουθο: "Μεταξύ των άλλων, η Ε. Μ. ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια του Ι. Γ., στην υπό κρίση μήνυσή της, αναφέρει ότι κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμ. 120286/2007 αγωγής του α’ κατηγ/νου, Ι.
Κ. κατά του Ι. Γ., στις 4/12/2007, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η β’ κατηγ/νη, Ά. Τ., κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς, κατ’ εντολήν του α’ κατηγ/νου και συζύγου της ότι υπήρχε συμφωνία για την αγορά του ακινήτου κειμένου στη θέση "..." Βάρης Αττικής με τον πατέρα του Ι. Γ. και ότι από το 1987 μέχρι το 2007, ο σύζυγός της και α’ κατηγ/νος ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίσης ακίνητο.
Όπως προκύπτει, όμως από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, που προσκομίζονται και τις απολογίες των κατηγορουμένων, η β’ κατηγ/νη Ά. Τ., γνώρισε τον σύζυγό της για πρώτη φορά, όσο έχτιζε το σπίτι της μετά το έτος 2000, αφότου αγόρασε και το γειτονικό με το επίδικο ακίνητο και έχει προσωπική αντίληψη των πράξεων νομής και κατοχής του επί του επιδίκου ακινήτου από την χρονολογία αυτή και μετά, τα όσα δε ανέφερε για γεγονότα προγενέστερα του έτους 2000, τα γνωρίζει από διηγήσεις του συζύγου της και γειτόνων.
Επίσης, από την μηνύτρια δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για πραγματική άσκηση νομής από την ίδια ή τον ίδιο μάρτυρά της, Β. Γ., προσκομίζεται δε από τον κατηγορούμενο Ι. Κ. δήλωση του Δήμου Βάρης ότι ουδέποτε κλήθηκε για καθαρισμό του επίδικου ακινήτου από την μηνύτρια. Αντίθετα, προσκομίζονται έγγραφα, από την πλευρά των νυν κατηγορουμένων, που αποδεικνύουν ως αληθή όσα κατέθεσε η Ά.
Τ. στη συζήτηση της ως άνω αγωγής στις 4-12-2007. Άλλωστε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εδέχθη την αγωγή του α κατηγ/νου και με την υπ’ αριθμ. 2651/2008 απόφασή του, τον αναγνώρισε, ως κύριο του επίδικου οικοπέδου. Επειδή, από παραπάνω δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, σε βάρος των κατηγορουμένων Ι. (Τ. - Κ.) Κ.
και Ά. Τ. για την τέλεση των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, θα πρέπει το Συμβούλιό Σας να αποφανθεί να μην γίνει κατηγορία σε βάρος τους, για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις ". Από την αντιπαραβολή των δύο αυτών αμετάκλητων κρίσεων, δηλαδή της καταδικαστικής απόφασης και του απαλλακτικού βουλεύματος, συνάγεται ότι αυτά εκδόθηκαν για το ίδιο ιστορικό γεγονός από πλευράς τόπου, χρόνου, περιστάσεων και δραστών και μάλιστα με αφορμή την ίδια από 15-2-2010 μήνυση της Ε.
Μ.. Και τα δύο δικαστικά όργανα (Πενταμελές Εφετείο - Συμβούλιο Πλημμελειοδικών) ασχολήθηκαν και έκριναν την ίδια κατάθεση της Α. Τ. για το αν ο συγκατηγορούμενός της και σύζυγός της Ι. Κ. και ο πατέρας του κατείχαν από το 1987 το επίδικο ακίνητο που αυτός διεκδικούσε από τον παραπάνω Ι. Γ. με αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η αναλυτική αιτιολογία του Εφετείου και η συνοπτική του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αφορούν κατά βάση τα ίδια γεγονότα. Εξάλλου η αμετάκλητη κρίση ορισμένων γεγονότων ως αληθών δημιουργεί δεδικασμένο και για τα άλλα περιστατικά της ίδιας κατάθεσης που δεν ερευνήθηκαν δηλαδή δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την απαλλαγή νέα ποινική δίωξη για άλλα κεφάλαια της ίδιας κατάθεσης (Σ.ΕΦ.
Λάρισας 149/1984 Αρμ. 39.317, Λ. Μαργαρίτης Το νομικό αντικείμενο της ψευδορκίας σελ. 247, Γάφος Ειδικό ΠΔ! σελ. 130). Έτσι με βάση αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Πενταμελές Εφετείο με την καταδικαστική του απόφαση έκρινε διαφορετικά γεγονότα από αυτά που έκρινε προγενέστερα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το απαλλακτικό βούλευμά του.
Τέλος από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι αιτούντες γνώριζαν το απαλλακτικό αυτό βούλευμα όταν η υπόθεση εκδικαζόταν στο Πενταμελές Εφετείο και δεν το προσκόμισαν και έτσι καταδικάστηκαν και μάλιστα ο δεύτερος φυλακίστηκε με βάση την απόφαση αυτή. Επειδή ύστερα από όσα παραπάνω εκθέτουμε προκύπτει ότι οι αιτούντες καταδικάστηκαν αμετάκλητα από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την 1763/2014 απόφασή του παρά το ότι οι ίδιοι για τις ίδιες πράξεις είχαν αθωωθεί προηγουμένως αμετάκλητα με το 4423/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, πρέπει οι αιτήσεις τους αυτές για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ τους της καταδικαστικής απόφασης να γίνουν δεκτές και η απόφαση αυτή να ακυρωθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνουν δεκτές οι από 12-1-2016 αιτήσεις των : α) Ά. Π. Τ. κατοίκου ... (...) και β) Ι. Γ.Κ. κατοίκου ... (...) με τις οποία ζητούν προς το συμφέρον τους την επανάληψη της διαδικασίας της 1763/7-5-2014 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών καθένας για ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη και ηθική αυτουργία σε αυτή ο δεύτερος και Β) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο των αιτούντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 12-1-2016 αιτήσεις επαναλήψεως διαδικασίας της υπ’ αριθμ. 1763/2014 αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των: ‘ Α. Π. Τ. και Τ. (Ι.- Κ.) Κ. του Γ., οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Σύμφωνα με το άρθρο 525 αρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις, σύμφωνα δε με τη δεύτερη από αυτές, αν μετά από την οριστική καταδίκη, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, ενώ σύμφωνα με την τέταρτη περίπτωση της ως άνω διατάξεως, αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα.
Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται επανάληψη διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο που δίκασε, είναι δε αδιάφορο αν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί ότι δεν είχε υποβληθεί στην κρίση των δικαστών για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 650/2000 Ποιν.Χρ.
ΝΑ/34). Ως νέα άγνωστα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την παραπάνω διάταξη, μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο (εγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε.
Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προκλήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Δεν είναι, πάντως, άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται, ο, από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 788/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠΔ, το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, το οποίο, αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον άλλου δικαστηρίου, ομοιόβαθμου προς εκείνο που καταδίκασε, στην περίπτωση δε του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 Κ.Π.Δ.
ομοιόβαθμου προς το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικώς. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη καταδίκη ακολούθησε, για την ίδια πράξη, αθωωτική απόφαση, αναγκαία καθίσταται, προς άρση της αβεβαιότητας από την ύπαρξη δύο αντιφατικών αποφάσεων, η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο και για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει αναγκαίως να ακυρωθούν και οι δύο αποφάσεις.
Αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε η αθωωτική απόφαση, δηλαδή στην περίπτωση που η τελευταία εκδόθηκε και έγινε αμετάκλητη πριν από την καταδίκη, το Συμβούλιο θα περιορισθεί στην ακύρωση μόνο της μεταγενέστερης αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, χωρίς να διατάξει νέα συζήτηση της υποθέσεως, δηλαδή η αθωωτική απόφαση αποκτά πλήρως την ισχύ της και αυτό από σεβασμό προς το δεδικασμένο της αθωωτικής αποφάσεως.
Η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, σε κάθε περίπτωση εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ακυρώνεται μόνο η καταδικαστική απόφαση και όχι η αθωωτική, η οποία, μετά την ακύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως, αναπτύσσει πλήρως τις συνέπειές της, θα καθιστούσε κενό γράμμα τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 εδ. β Κ.Π.Δ., κατά την οποία το αρμόδιο Συμβούλιο, αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, παραπέμπει την υπόθεση να συζητηθεί, στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 ΚΠΔ, σε άλλο δικαστήριο, ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικώς την υπόθεση (ΑΠ. 1351/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 12-1-2016 αιτήσεις τους, που κατατέθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 21-1-2016, οι αιτούντες ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας της υπ’ αριθμ. 1763/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση δύο (2) ετών ο καθένας, για ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη και ηθική αυτουργία σ’ αυτή ο δεύτερος, για τους λόγους ότι: 1) προ της εκδόσεως της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, είχε εκδοθεί το υπ’ αριθμ. 4423/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει σε βάρος τους κατηγορία για τις ίδιες με τις διαλαμβανόμενες στην καταδικαστική απόφαση πράξεις και αυτοί (αιτούντες) δεν γνώριζαν την έκδοσή του και 2) δεν υποβλήθηκε το ως άνω βούλευμα, ούτε στο πρωτοδίκως δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1433/18-2-2013 καταδικαστική επίσης σε βάρος τους απόφαση, ούτε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προαναφερθείσα απόφαση της οποίας ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας.
Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο, είναι νόμιμη κατά το άρθρο 525 παρ. 2 και 4 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 1763/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 294/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η κατ’ αυτής αναίρεση των αιτούντων, η πρώτη αιτούσα ‘ Α. Τ. καταδικάσθηκε για ψευδορκία μάρτυρα και ειδικότερα για το ότι: "Στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα.
Ειδικότερα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ένορκα στις 4-12-2007 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 27-5-2007 αγωγής του δευτέρου κατηγορουμένου Τ.-Κ. Κ. κατά του Ι. Γ. του Ε., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί δικαίωμα κυριότητάς του λόγω αγοραπωλησίας, άλλως λόγω συντρέχουσας τακτικής, αλλά και εκτάκτου χρησικτησίας επί οικοπέδου έκτασης 901,68 τ.μ.
στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Βάρης Αττικής, κατέθεσε εν γνώσει της, σε ερώτηση μελών του Δικαστηρίου πως το απέκτησε ο σύζυγός της και πώς το εκμεταλλεύθηκε λοιπόν από το 1987 και μετά, τα κάτωθι ψεύδη, ήτοι "... Αυτό είχε γίνει μία αγοραπωλησία προφορική με τον πεθερό μου ... Γύρω στο ‘ 85, κάπου εκεί. ...Ως αποθήκες ...
και οι δύο το νεμότανε, αυτό το ξέρω (εννοώντας προφανώς το σύζυγό της και τον πεθερό της) ... έχουν τα πράγματά τους μέσα, έμεναν τα καλοκαίρια, αυτό ... Τον γνώρισα γιατί πήγαινε σε αυτό το οικόπεδο και εγώ μένω παραπέρα ... εγώ σαν γειτόνισσα ήξερα ότι είναι ιδιοκτήτες ...". Ο δεύτερος αιτών Ι. Κ. καταδικάσθηκε με την ίδια απόφαση για ηθική αυτουργία στην παραπάνω ψευδορκία της πρώτης και ειδικότερα για το ότι, στον ίδιο τόπο και χρόνο, με πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη σύζυγό του ‘ Α.
Τ., την απόφαση να διαπράξει την ως άνω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτή διέπραξε. Στο σκεπτικό του το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά λέξη τα εξής: Ο Ι. Γ. του Ε. πάσχει από σχιζοφρενική ψύχωση και το έτος 1979 σκότωσε τη μητέρα του στην οικία τους επί της οδού ... στη Βάρη Αττικής. Δυνάμει της υπ’ αριθμό 3523/1979 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ανωτέρω Ι.
Γ. τέθηκε σε δικαστική απαγόρευση και ορίστηκε επίτροπος αυτού ο πατέρας του Ε. Γ.. Για την προαναφερόμενη ανθρωποκτονία, με το υπ’ αριθμό 2057/1979 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επειδή κρίθηκε ότι δεν είχε ικανότητα προς καταλογισμό, απαλλάχθηκε κάθε κατηγορίας και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών, διότι κρίθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Έκτοτε νοσηλευόταν σε διάφορα ψυχιατρικά καταστήματα. Στις 11-5-1989 στην ανώτερω οικία σκότωσε τον πατέρα του και τη μητριά του. Με το υπ’ αριθμό 927/1990 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της οπλοχρησίας και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών και η φύλαξή του σ’ αυτό ως επικίνδυνου για τη δημόσια ασφάλεια.
Μετά το έγκλημα η ως άνω οικία σφραγίστηκε από την αρμόδια αστυνομική αρχή και διατάχθηκε η αποσφράγισή της με την υπ’ αριθμό 443/5-12-1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία εκδόθηκε μετά από σχετική αίτηση του Ν. Γ. του Ρ., ο οποίος ορίσθηκε ως προσωρινός επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου δυνάμει της υπ’ αριθμό 592/3-7-1989 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και ως οριστικός επίτροπος με την υπ’ αριθμό 2805/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε αντικατάσταση δε αυτού ορίσθηκε επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου η θεία του Ε.
Μ.. Η τελευταία αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθμό 6217/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου και ήδη συμπαραστατούμενου Ι. Γ. ο εξάδελφος αυτού Β. Γ. του Γ.. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στον Ι. Γ. λόγω κληρονομίας είναι και η ανωτέρω οικία μαζί με το οικόπεδό της έκτασης 901,68 τετραγωνικών μέτρων.
Το μήνα Μάιο του έτους 2007 ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-5-2007 και υπ’ αύξ. αριθμ. κατάθ. 5407/29-5-2007 αγωγή του κατά του Ι. Γ. του Ε., με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι ο πατέρας του Γ. Κ. αγόρασε για λογαριασμό του, βάσει γενικού πληρεξούσιου εγγράφου, από τον Ε.
Γ. την ως άνω οικία με το οικόπεδό της δυνάμει του από 2-2-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς και ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου, να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης προς μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σ’ αυτόν και να διαταχθεί η μεταγραφή της δήλωσης αυτής και της εκδοθησόμενης απόφασης στη μερίδα του στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου - Κτηματολογικού Γραφείου Κορωπίου.
Επί της αγωγής αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παρέστη ο εναγόμενος, ο οποίος είχε κληθεί ως άγνωστης διαμονής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 2651/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ενάγων και τώρα δεύτερος κατηγορούμενος αναγνωρίσθηκε κύριος του προαναφερόμενου ακινήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, που έγινε στις 4-12-2007, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης η πρώτη κατηγορούμενη Ά.
Τ., σύζυγος του δεύτερου κατηγορούμενου, η οποία κατέθεσε σε ερώτηση μελών του Δικαστηρίου, πώς απέκτησε ο σύζυγός της το ακίνητο και πώς το εκμεταλλεύθηκε από το 1987 και μετά ότι "...Αυτό είχε γίνει μία αγοραπωλησία προφορική με τον πεθερό μου ... Γύρω στο 85, κάπου εκεί... Ως αποθήκες ... και οι δύο το νεμότανε, αυτό το ξέρω ...
έχουν πράγματά τους μέσα, έμεναν τα καλοκαίρια, αυτό ... τον γνώρισα γιατί πήγαινε σε αυτό το οικόπεδο και εγώ μένω παραπέρα ... εγώ σαν γειτόνισσα ήξερα ότι είναι ιδιοκτήτες ...". Δηλαδή η δεύτερη εναγομένη κατέθεσε επιβεβαιώνοντας την ιστορική βάση της αγωγής του δεύτερου κατηγορούμενου συζύγου της ότι με προφορική συμφωνία αγόρασε το επίδικο ακίνητο ο πεθερός της Γ.
Κ. το έτος 1985 και ότι έκτοτε νέμονταν αυτό και οι δύο, ο σύζυγος και ο πεθερός της, ότι είχαν πράγματα μέσα σ’ αυτό, ότι πήγαιναν τα καλοκαίρια, ότι σαν γειτόνισσα ήξερε ότι είναι ιδιοκτήτες και ότι γνώρισε το σύζυγό της γιατί πήγεινε σε αυτό το οικόπεδο και ότι η ίδια μένει παραπέρα. Όμως τα όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα από την πρώτη κατηγορούμενη ως μάρτυρα στην πολιτική δίκη είναι ψευδή και τα κατέθεσε με δόλο και εν γνώσει της αναληθείας τους, η δε γνώση της προκύπτει από τα εξής γεγονότα: 1) η ίδια αγόρασε οικόπεδο στην άνω περιοχή, γειτονικό με το επίμαχο, στις 5-4-2000, ενώ πριν την αγορά αυτού δεν είχε καμία σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, 2) παντρεύτηκε με το δεύτερο κατηγορούμενο το έτος 2007, τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς της είδε για πρώτη φορά, όταν έκτιζε στο οικόπεδό της και μετά τον ξαναείδε το έτος 2005, 3) ο πατέρας του δεύτερου κατηγορούμενου (πεθερός της) αποβίωσε στις 19-12-1997 και ως εκ τούτου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι νέμονταν το επίμαχο ακίνητο και οι δύο και ότι πήγαιναν τα καλοκαίρια μετά την 19-12-1997 και 4) μέχρι την 11-5-1989, που έλαβε χώρα η προαναφερόμενη διπλή δολοφονία, διέμεναν στην ανωτέρω οικία ο πατέρας και η μητριά του Ι.
Γ. αλλά και ο τελευταίος κατά τα διαστήματα που δεν νοσηλευόταν, μετά δε το έγκλημα η οικία σφραγίσθηκε από την αστυνομική αρχή και αποσφραγίστηκε το μήνα Δεκέμβριο του 1989. Από αυτά αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι καταθέτοντας η πρώτη κατηγορούμενη ότι, ως γειτόνισσα, ήξερε ότι είναι ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου ο σύζυγός της και ο πατέρας αυτού, ο οποίος το αγόρασε με προφορική συμφωνία το έτος 1985 και ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ως άνω αγωγής (δηλαδή το έτος 2007) αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο, γνώριζε ότι όλα αυτά είναι ψευδή και τα κατέθεσε με δόλο και εν γνώσει της αναληθείας τους, προκειμένου η πολιτική δίκη να αποβεί υπέρ του ενάγοντος συζύγου της.
Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκειμένου να αποδείξει ότι απέκτησε κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, από δόλο προκάλεσε την απόφαση στην πρώτη κατηγορούμενη σύζυγό του να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, όπως και έγινε, ασκώντας την επιρροή που είχε πάνω σ’ αυτήν ως σύζυγός της και ενεργώντας με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, πράγμα που πέτυχε, για να καρπωθούν στη συνέχεια μαζί το συγκεκριμένο οικόπεδο.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η πρώτη κατηγορούμενη κατά την απολογία της στο πρωτόδικο ποινικό δικαστήριο παραδέχθηκε ότι της είπε ο σύζυγός της να πεί όσα κατέθεσε στο πολιτικό δικαστήριο, ο δε ισχυρισμός της στην ίδια απολογία, ότι πίστευε ότι αυτά είναι αληθινά, δεν κρίνεται πειστικός, γιατί αναιρείται από τα προαναφερόμενα στοιχεία.
Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν πληρούται κατά την κρίση του δικαστηρίου η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η πρώτη κατηγορούμενη Ά. Τ. του Π. του πρώτου εγκλήματος και ο δεύτερος κατηγορούμενος Τ. (Ι.) Κ.
Κ. του Γ. του δευτέρου εγκλήματος, όπως ειδικότερα στο διατακτικό. Η δικογραφία αυτή με ΑΒΜ Η 2010/9586 σχηματίσθηκε κατόπιν της από 15-2-2010 μηνύσεως της Ε. Μ., δικαστικής συμπαραστάτριας του Ι. Γ., που ήταν έγκλειστος στο Ψυχιατρείο Αττικής και μετά από προκαταρκτική εξέταση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αιτούντων για απάτη στο Δικαστήριο ανώτερη των 73.000 ευρώ ο Ι.
Κ. και άμεση συνέργεια σ’ αυτή η ‘ Α. Τ., καθώς και ψευδορκία μάρτυρα η δεύτερη και ηθική αυτουργία σ’ αυτή ο πρώτος. Ο Ανακριτής επειδή οι πράξεις της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή, κινδύνευσαν να υποπέσουν σε παραγραφή, ζήτησε το χωρισμό των πλημμελημάτων από τα κακουργήματα. ‘ Ετσι εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 169/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διατάχθηκε ο χωρισμός και στη συνέχεια ο Εισαγγελέας Εφετών, με το υπ’ αριθμ. 330/25-10-2012 κλητήριο θέσπισμα, παρέπεμψε τους αιτούντες στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του Ι.
Κ.. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 1763/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Παράλληλα για το ίδιο ακριβώς κεφάλαιο της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή, σχηματίσθηκε και η ΑΒΜ Α/ΙΓ’ 2012/5848 άλλη δικογραφία, η οποία, με το από 15-10-2012 έγγραφο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και πάλι λόγω της δικηγορικής ιδιότητος του Ι.
Κ.. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το από 21-10-2012 έγγραφό του, επέστρεψε τη δικογραφία στον ίδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και διέταξε να εισαχθεί η υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, διότι, κατά την άποψή του, δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 4423/28-11-2012 βούλευμά του, με το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις.
Το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο στις 28-12-2012, αφού δεν ασκήθηκε εντός μηνός από τη δημοσίευσή του κανένα ένδικο μέσο εναντίον του (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. 67973 ΔΚ/2012 έγγραφο της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών). Ειδικότερα με το υπ’ αριθμ. 4423/28-11-2012 βούλευμά του, του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το Συμβούλιο, δεχόμενο εξ ολοκλήρου τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ήδη αιτούντων: 1) Ι. (Τ.-Κ.) Κ.
του Γ., Δικηγόρου και κατοίκου ... επί της οδού ... και 2) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., οδός Μυκόνου 11, για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδορκίας μάρτυρα αντίστοιχα, που φέρονται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 4-12-2007. Το σκεπτικό του βουλεύματος με βάση την εισαγγελική πρόταση είναι το ακόλουθο: "Μεταξύ άλλων η Ε.
Μ. ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια του Ι. Γ., στην υπό κρίση μήνυσή της, αναφέρει ότι κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμ. 120286/2007 αγωγής του α’ κατηγορουμένου Ι. Κ. κατά του Ι. Γ., στις 4-12-2007 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η β’ κατηγορουμένη ‘ Α. Τ., κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς, κατ’ εντολήν του α’ κατηγορουμένου συζύγου της ότι υπήρχε συμφωνία για την αγορά του ακινήτου του κειμένου στη θέση "..." Βάρης Αττικής με τον πατέρα του Ι.
Γ. και ότι από το 1987 μέχρι το 2007, ο σύζυγός της και α’ κατηγορούμενος ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο. ‘ Όπως προκύπτει, όμως από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, που προσκομίζονται και τις απολογίες των κατηγορουμένων η β’ κατηγορουμένη ‘ Α. Τ., γνώρισε το σύζυγό της για πρώτη φορά, όσο έχτιζε το σπίτι της μετά το έτος 2000, αφότου αγόρασε και το γειτονικό με το επίδικο ακίνητο και έχει προσωπική αντίληψη των πράξεων νομής και κατοχής του επί του επιδίκου ακινήτου από τη χρονολογία αυτή και μετά, τα όσα δε ανέφερε για γεγονότα προγενέστερα του έτους 2000, τα γνωρίζει από εξηγήσεις του συζύγου της και γειτόνων.
Επίσης, από την μηνύτρια δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για πραγματική άσκηση νομής από την ίδια ή τον μάρτυρά της, Β. Γ., προσκομίζεται δε από τον κατηγορούμενο Ι. Κ. δήλωση του Δήμου Βάρης ότι ουδέποτε κλήθηκε για καθαρισμό του επίδικου ακινήτου από τη μηνύτρια. Αντίθετα προσκομίζονται έγγραφα από την πλευρά των κατηγορουμένων που αποδεικνύουν ως αληθή όσα κατέθεσε η ‘ Α.
Τ. στη συζήτηση της ως άνω αγωγής στις 4-12-2007. ‘ Αλλωστε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εδέχθη την αγωγή του α’ κατηγορουμένου και με την υπ’ αριθμ. 2651/2008 απόφασή του, τον αναγνώρισε ως κύριο του επιδίκου οικοπέδου. Επειδή, από τα παραπάνω δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων (Τ.-Κ.) Κ.
και ‘ Α. Τ. για την τέλεση των πράξεών της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν θα πρέπει το Συμβούλιό σας να αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις".
Από την αντιπαραβολή των δύο αυτών αμετάκλητων κρίσεων, ήτοι της καταδικαστικής αποφάσεως και του απαλλακτικού βουλεύματος, προκύπτει ότι αυτά εκδόθηκαν για το ίδιο περιστατικό από πλευράς τόπου, χρόνου, περιστάσεων και δραστών, με αφορμή την ίδια κατάθεση στην από 15-2-2010 μήνυση της Ε. Μ.. Και τα δύο δικαστικά όργανα έκριναν την ίδια κατάθεση της πρώτης αιτούσας ‘ Α.
Τ. για το αν ο συγκατηγορούμενος σύζυγός της Ι. Κ. και ο πατέρας του κατείχαν από το 1987 το επίδικο ακίνητο που αυτός διεκδικούσε από τον Ι. Γ. με αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Οι αιτιολογίες του Πενταμελούς Εφετείου και του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αφορούν την ίδια κατάθεση της μάρτυρος κατηγορουμένης και τα ίδια γεγονότα.
‘ Ετσι, η αμετάκλητη κρίση του απαλλακτικού βουλεύματος, δημιουργεί δεδικασμένο για τη μεταγενέστερη κρίση του Δικαστηρίου για τα ίδια γεγονότα και τους ίδιους δράστες. Από την επισκόπηση όμως του ως άνω βουλεύματος, όπου ρητά βεβαιώνεται ότι για την έκδοσή του λήφθηκαν υπόψη και οι απολογίες των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό και με το από 15-5-2012 διαβιβαστικό έγγραφο του 19ου Πταισματοδίκη Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την αναφορά, ότι η πρώτη κατηγορουμένη ‘ Α.
Τ., στα πλαίσια της διενεργούμενης προανακρίσεως, κατέθεσε απολογητικό υπόμνημα και ο δεύτερος Ι. Κ., πέραν της τυπικής απολογίας του και απολογητικό υπόμνημα με σχετικό, προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν για τη δικογραφία που σχηματίσθηκε για την έρευνα των κατηγορουμένων πλημμεληματικών πράξεων, καθόσον μάλιστα δεν ισχυρίζονται ότι πίστευαν ότι πρόκειται για την ίδια δικογραφία που σχηματίσθηκε για τις κακουργηματικές πράξεις.
Επομένως είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν και να λάβουν γνώση του απαλλακτικού βουλεύματος. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος των αιτήσεων για επανάληψη της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα ίδια στοιχεία όμως προέκυψε ότι το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα δεν τέθηκε υπόψη του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός, ότι αν ετίθετο υπόψη του και αξιολογείτο, θα ελαμβάνετο υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως το από αυτό (βούλευμα) πηγάζον δεδικασμένο για την ίδια υπόθεση. Απ’ όλα τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει, ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σύγκρουση αθωώσεως και καταδίκης των αιτούντων, η οποία επήλθε μετά το αμετάκλητο της καταδίκης τους.
Πρόκειται δηλαδή για δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για τα ίδια αδικήματα των ίδιων δραστών και για να αρθεί η δημιουργηθείσα από την έκδοση αυτών αβεβαιότητα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να ακυρωθεί η δεύτερη υπ’ αριθμ. 1763/7-5-2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι αιτούντες σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας για ψευδορκία μάρτυρα η πρώτη και για ηθική αυτουργία σ’ αυτή ο δεύτερος.
Για το λόγο όμως ότι το αξιόποινο των ως άνω τιμωρουμένων σε βαθμό πλημμελήματος εγκλημάτων έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 ΠΚ), αφού από της τελέσεώς τους (4-12-2007) έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως των ανωτέρω υποθέσεων στο ακροατήριο άλλου ομοιόβαθμου δικαστηρίου και οι ασκηθείσες για τα αδικήματα αυτά ποινικές διώξεις, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 370 περ.
β’ ΚΠΔ, να παύσουν οριστικώς λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 12-1-2016 αιτήσεις των: ‘ Α. Π. Τ. και Τ. (Ι.) Κ. Κ. του Γ. που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 21-1-2016 και με τις οποίες ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας της υπ’ αριθμ. 1763/7-5-2014 αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται αυτές.
Ακυρώνει την ανωτέρω απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκαν οι αιτούντες για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα η πρώτη και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή ο δεύτερος αιτών, πράξεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 4-12-2007 κατά την ένορκη εξέταση της πρώτης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 27-5-2007 αγωγής του δευτέρου κατηγορουμένου κατά του Ι. Γ., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητός του, λόγω αγοραπωλησίας, άλλως λόγω συντρέχουσας τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας επί οικοπέδου εκτάσεως 901,68 μ2 στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Βάρης Αττικής.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά της αιτούσας ‘ Α. Π. Τ. ποινική δίωξη για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα στις 4-12-2007 κατά του Ι. Γ. του Ε..
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την, κατά του αιτούντος Τ. (Ι.) Κ. Κ. του Γ., ποινική δίωξη για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα της ‘ Α. Π. Τ., το οποίο φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα στις 4-12-2007 κατά του Ι. Γ. του Ε..
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2016. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ