1383/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Legislator headnote
AI generated1383/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1383 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1383/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Α. Π. του Θ., συζ. Ά. Ρ., και 3)Ά. Ρ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τον Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ί. Π. του Β., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ. και Ε. Κ. του Κ., 2)Α. Κ. του Κ., 3)Β. Κ. του Κ., και 4)Μ. Π., το γένος Η. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθή Παράσογλου-Ντολοπούλου, που δεν κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2542/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/5/2014 αίτησή τους και τους από 11/8/2015 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 10/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 81/2013). Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 151 της 22/25.2.1978 "περί μέτρων υγιεινής και ασφαλείας των απασχολουμένων εις θερμοπλαστικούς και παρομοίους τούτων πιεστήρας" (ΦΕΚ 31 Τεύχος Α, 25-2-1978), στις οποίες ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι, κάθε εργοδότης που χρησιμοποιεί τους πιο πάνω πιεστήρες πρέπει να μεριμνά ώστε αυτοί (πιεστήρες) να φέρουν τα απαραίτητα συστήματα ασφαλείας για την προστασία των χειριστών, οι χρησιμοποιούμενες δε πάσης φύσεως προστατευτικές συσκευές να λειτουργούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχουν θετική προστασία, να εμποδίζουν την προσπέλαση στην επικίνδυνη ζώνη κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιεστήρα και να προστατεύουν τον χειριστή από τυχόν βλάβη η ανωμαλία της λειτουργίας του πιεστήρα (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 α’ , β’ , και δ’ ).
Ακόμη, για την προφύλαξη των χειριστών από την επικίνδυνη διαδρομή της πιεστικής πλάκας, αυτή (διαδρομή της κινητής πλάκας συμπίεσης) πρέπει να φέρει κάλυμμα που να την καλύπτει πλήρως, κατά τρόπον ώστε κατά την μετακίνηση του καλύμματος και προτού δημιουργηθεί διάκενο διόδου χειρός προς την επικίνδυνη διαδρομή, η κινητή πλάκα θα ακινητοποιείται αμέσως και δεν θα είναι δυνατή περαιτέρω κίνηση αυτής με οποιουδήποτε χειρισμό και σε οποιοδήποτε πρόγραμμα λειτουργίας, εάν το κάλυμμα δεν επανατοποθετηθεί στη θέση της πλήρους καλύψεως, για τον σκοπό δε αυτό το κάλυμμα πρέπει να είναι συνδεδεμένο με το σύστημα κινήσεως της πλάκας τουλάχιστον με δύο ασφάλειες, που να λειτουργούν κατά τρόπο ώστε βλάβη στη μία (ασφάλεια) να μην συνεπάγεται βλάβη και στην άλλη και η περαιτέρω λειτουργία του πιεστήρα θα καθίσταται δυνατή μόνο μετά:
την αποκατάσταση της προκληθείσας βλάβης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 182/2015).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 182/2015,ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 89/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: <<Η πρώτη εναγομένη, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία <<... Μονοπρόσωπη Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης ΕΠΕ>>, δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία πλαστικών κιβωτίων και ειδών χάρτου.
Μοναδική εταίρος, διαχειρίστρια και εκπρόσωπος αυτής είναι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Καταστατικού της, η δεύτερη εναγομένη, Α. Π. , η οποία με το υπ’ αριθμ. .../12-6-2008 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Νάουσας Ζωής Ζαχαριάδου-Δολδούρη κατέστησε ειδικό πληρεξούσιο, αντίκλητο και αντιπρόσωπό της τον σύζυγό της, Ά.
Ρ. (τρίτο των εναγομένων), στον οποίο έδωσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί όλες τις πράξεις του διαχειριστή. Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 14-2-2006 η πρώτη εναγομένη δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της, προσέλαβε τον Κ. Κ. για να τον απασχολήσει ως χειριστή σε θερμοπλαστική πρέσα στο χώρο παραγωγής της επιχείρησής της, όπου κατασκευάζονταν πλαστικά κιβώτια και δη τελάρα συλλογής φρούτων.
Αυτός ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, Ί. Π., πατέρας των ανηλίκων τέκνων τους Μ. και Ε. ηλικίας 16 και 14 ετών, αντιστοίχως, που εκπροσωπούνται νόμιμα από αυτήν, καθώς και του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, Α. και Β. και γαμβρός της τέταρτης ενάγουσας, Μ. Π.. Παρότι η προαναφερόμενη εργασιακή σύμβαση έληξε τυπικώς στις 14-5-2008, ο ανωτέρω, Κ.
Κ., εξακολούθησε και μετά την ημερομηνία αυτή να απασχολείται κανονικά στην πρώτη εναγομένη, εκτελώντας τα αυτά, όπως και πρότερο καθήκοντα. Για την κατασκευή των άνω πλαστικών κιβωτίων (τελάρα συλλογής φρούτων) χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη πολυαιθυλένιο σε τρίμμα. Η πρώτη αυτή ύλη διοχετεύεται στην θερμοπλαστική πρέσα στην οποία γίνεται η διαμόρφωση του αντικειμένου, ήτοι το τελάρο.
Η παραγωγική διαδικασία των άνω πλαστικών κιβωτίων ακολουθεί τα εξής στάδια: Αρχικά η πρώτη ύλη διοχετεύεται σε χωνί και στη συνέχεια με κοχλιομεταφορέα μεταφέρεται σε δεύτερο χωνί. Από εκεί οδηγείται σε κύλινδρο όπου θερμαίνεται και καταλήγει στο καλούπι, όπου και πρεσάρεται. Οι τρόποι λειτουργίας της πρέσας είναι δύο, ο αυτόματος και ο χειροκίνητος.
Κυρίως χρησιμοποιούνταν ο αυτόματος τρόπος λειτουργίας, ενώ ο χειροκίνητος τρόπος επιλεγόταν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και δη σε περίπτωση βλάβης. Ειδικότερα κατά τη λειτουργία της πρέσας με τον αυτόματο τρόπο ο χειριστής πιέζει το σχετικό μπουτόν και το υλικό οδηγείται από τον κύλινδρο θέρμανσης στο καλούπι, το οποίο αποτελείται από δύο μέρη, το δεξί και το αριστερό.
Με την είσοδο του υλικού, το δεξί μέρος του καλουπιού κινείται προς τα δεξιά και ταυτόχρονα δίδεται εντολή από το τερματικό, που υπάρχει πλησίον του, το αριστερό μέρος του καλουπιού να κινηθεί και αυτό προς τα δεξιά για να πραγματοποιηθεί το πρεσάρισμα του υλικού και να δημιουργηθεί έτσι το τελάρο. Η διαδικασία αυτή παραγωγής του τελάρου διαρκεί στο σύνολό της τριάντα πέντε (35) δευτερόλεπτα περίπου.
Αμέσως μετά, τα δύο τμήματα αποχωρίζονται, ανοίγει το καλούπι και το τελάρο πέφτει. Κατά την πτώση του αυτή το τελάρο ακουμπά σε αισθητήρα, ο οποίος δίδει εντολή να διοχετευθεί νέο υλικό στον κύλινδρο θέρμανσης ώστε να συνεχιστεί η παραγωγική διαδικασία, κατά τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο. Σε αντίθεση με την πιο πάνω αυτόματη λειτουργία, στην περίπτωση της χειροκίνητης λειτουργίας της πρέσας, όλες σι σχετικές εντολές κίνησης αυτής δίδονται από το χειριστήριο με την πίεση από τον χειριστή (εργαζόμενο) του ανάλογου κουμπιού.
Η ως άνω χειροκίνητη λειτουργία της πρέσας επιλέγεται, κατά τα προαναφερθέντα, σε περιπτώσεις βλάβης, τούτο δε συμβαίνει όταν, κατά τη διαδικασία παραγωγής εγκλωβίζεται στην πρέσα πρώτη ύλη που είναι κακής ποιότητας (σκάρτο προϊόν), με αποτέλεσμα να σταματά προσωρινά η αυτόματη λειτουργία της πρέσας έως ότου αυτή (πρώτη ύλη ) απεγκλωβιστεί.
Η πιο πάνω μηχανή είναι εφοδιασμένη από τον κατασκευαστή της με διατάξεις ασφαλείας και συγκεκριμένα με α) προστατευτική πόρτα-προφυλακτήρα συνδεδεμένη με μπουτόν- διακόπτη ασφαλείας, το οποίο ακινητοποιεί πλήρως την μηχανή όταν αυτή (πόρτα) ανοίξει, β) πίνακα ελέγχου με εμφανή και μεγάλου μεγέθους διακόπτη διακοπής των λειτουργιών της και γ) άλλους διακόπτες έκτακτης διακοπής της λειτουργίας της.
Στις 3 Σεπτεμβρίου του έτους 2008 ο ανωτέρω Κ. Κ. εργαζόταν στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης στην απογευματινή βάρδια ως χειριστής θερμοπλαστικής πρέσας, η οποία ήταν στην αυτόματη λειτουργία. Περί ώρα 20.15 η άνω μηχανή (πρέσα) σταμάτησε να λειτουργεί διότι είχε εγκλωβιστεί σ’ αυτήν σκάρτο τεμάχιο (τελάρο) το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί, προκειμένου να αρχίσει να λειτουργεί και πάλι.
Για τον σκοπό αυτό, ήτοι για τον απεγκλωβισμό του προαναφερόμενου σκάρτου προϊόντος, ο ανωτέρω χειριστής της πρέσας ανέβηκε στο μηχάνημα και, προσεγγίζοντας το καλούπι, αφαίρεσε το (σκάρτο) τελάρο, σπρώχνοντας αυτό προς τα κάτω. Τούτο, όμως, (το τελάρο) κατά την πτώση του, ακούμπησε στον αισθητήρα και τον ενεργοποίησε, με αποτέλεσμα, καθώς αυτό ήταν στην αυτόματη λειτουργία, να δοθεί η εντολή και να συνεχιστεί η διαδικασία παραγωγής.
Έτσι, τα δύο μέρη του καλουπιού συμπίεσαν τον άνω εργαζόμενο, οικείο των εναγόντων, ο οποίος δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και υπέστη σύνθλιψη του αριστερού ημιθωρακίου και πλήρη ακρωτηριασμό του αριστερού άνω άκρου, που επέφεραν τον θάνατό του περί ώρα 22.00 της ίδιας ημέρας από αιμορραγική καταπληξία (βλέπε την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η Τεχνική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Τμήμα Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Νομού Ημαθίας Ζ.
Ζ., η οποία μετέβη στην επιχείρηση της εναγομένης ΕΠΕ την ίδια ημέρα του ατυχήματος). Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι ο θανάσιμός τραυματισμός του Κ. Κ., αποτελεί εργατικό ατύχημα και οφείλεται σε αμέλεια των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, Α. Π. και Α. Ρ.. Η αμέλειά τους συνίσταται στην παραβίαση εκ μέρους τους των ισχυουσών διατάξεων για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζόμενων, χειριστών της πιο πάνω πρέσας.
Ειδικότερα, το ατύχημα οφείλεται στο γεγονός ότι οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων συναποφάσισαν να αφαιρεθεί η προστατευτική πόρτα--προφυλακτήρας, η οποία υπήρχε από τον κατασκευαστή στο μηχάνημα μπροστά στο καλούπι. Σε εκτέλεση της ως άνω κοινής απόφασης, ο τρίτος των εναγομένων, Ά. Ρ., πράγματι αφαίρεσε την προαναφερόμενη πόρτα-προφυλακτήρα.
Η αφαίρεση, όμως, αυτή της πόρτας, το άνοιγμα της οποίας επέφερε, κατά τα προαναφερθέντα, την πλήρη παύση της λειτουργίας της μηχανής, δεδομένου ότι ήταν συνδεδεμένη με μπουτόν- διακόπτη ασφαλείας, είχε ως αποτέλεσμα, αφενός μεν να δημιουργηθεί κενό, ύψους 1,37 μ, που έδινε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους χειριστές της πρέσας να έχουν πρόσβαση στο εσωτερικό αυτής, όταν βρισκόταν σε λειτουργία, αφετέρου δε να είναι αποσυνδεδεμένος ο σχετικός διακόπτης ασφαλείας, ο οποίος‚ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ακινητοποιεί πλήρως τη μηχανή αμέσως μόλις η πόρτα ανοίξει.
Βέβαια, η δεύτερη εναγόμενη, όπως αναφέρεται πιο πάνω, με το υπ’ αριθμ. .../12-6-2008 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Νάουσας, Ζωής Ζαχαριάδου-Δολδούρη, παρέσχε στον τρίτο εναγόμενο, σύζυγό της, την εντολή και την πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια, ως υποκατάστατος, πράξεων διαχείρισης και εκπροσώπησης της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, πλην όμως και η ίδια, παραμένοντας, κατά το καταστατικό, διαχειρίστρια της τελευταίας, δεν έχασε την επαφή με την άνω επιχείρηση κατασκευής πλαστικών κιβωτίων (μάλιστα διέθετε και σχετικές γνώσεις για τη λειτουργία της, αφού την ανωτέρω ΕΠΕ συνέστησε αρχικά με τον Α.
Π. ήδη από το έτος 2005), αλλά μετέβαινε, έστω κα κατά αραιά χρονικά διαστήματα μετά τον Ιούνιο του έτους 2008, στο εργοστάσιο, έχοντας άμεσο συμφέρον από την καλή οικονομική πορεία της επιχείρησης αυτής. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι την άνω προστατευτική πόρτα είχαν αφαιρέσει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι-χειριστές της πρέσας, προκειμένου να είναι ταχύτερη και ευχερέστερη η πρόσβασή τους στη μηχανή σε περίπτωση βλάβης και ότι αυτοί (εναγόμενοι) δεν είχαν κανένα συμφέρον από την αφαίρεσή της, πλην όμως δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση των εναγομένων με δική τους πρωτοβουλία αφαίρεσαν την πόρτα--προφυλακτήρα για να εισέρχονται στο μηχάνημα προς απεγκλωβισμό του σκάρτου προϊόντος, εν γνώσει του ότι, ανά πάσα στιγμή υπήρχε ο κίνδυνος να αρχίσει να επαναλειτουργεί, απειλώντας τη σωματική τους ακεραιότητα (ή και τη ζωή τους ακόμη).
Ούτε, άλλωστε, οι εργαζόμενοι είχαν οποιαδήποτε όφελος από την αφαίρεση της προστατευτικής πόρτας. Αντίθετα τέτοιο όφελος είχαν οι άνω εναγόμενοι, συνίσταται δε τούτο στην αποφυγή απώλειας έστω και λίγου χρόνου (από το άνοιγμα και το κλείσιμο κάθε φορά της πόρτας προς απεγκλωβισμό του σκάρτου προϊόντος) και της εντεύθεν καθυστέρησης στην παραγωγή, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι πίεζαν τους εργαζόμενους για επιτάχυνση και αύξηση της παραγωγής ...
Επίσης, οι ανωτέρω εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη της πιο πάνω προστατευτικής πόρτας και του σχετικού διακόπτη δεν εξαλείφουν πλήρως τους τυχόν κινδύνους, διότι είναι δυνατόν να παρουσιαστεί εμπλοκή και σ’ αυτά καθαυτά τα προστατευτικά μέτρα, επιπλέον δε, ο εργαζόμενος που εισέρχεται στην πρέσα είναι εκτεθειμένος και σε άλλους κινδύνους από τυχόν διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος ή λαδιών με υψηλή πίεση και κατά συνέπεια το σχετικό μέτρο ασφαλείας είναι επικουρικό.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, πέραν του γεγονότος ότι το προαναφερόμενο μέτρο προβλέπεται ως το κύριο μέτρο ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων στους πιεστήρες (βλ. άρθρα 3 παρ. 1 και 2, 8 Παρ. 1 και 2 π.δ. 151!1978), η πρέσα βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση από απόψεως τεχνικής λειτουργίας, όπως τούτο προκύπτει από σχετικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 2-9-2008, ήτοι μία μόλις ημέρα πριν από το ατύχημα και επομένως ελάχιστες πιθανότητες υπήρχαν για να εκδηλωθούν οι επικαλούμενοι κίνδυνοι, σε αντίθετη από τους κινδύνους που υφίστανται για τους εργαζομένους από την αφαίρεση της ως άνω προστατευτικής πόρτας και την πρόσβαση αυτών στα επικίνδυνα μέρη της πρέσας.
Εκτός, όμως από την ανωτέρω υπαίτια πράξη των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων οι τελευταίοι παραβίασαν και τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του π.δ. 151/1978, που επιτάσσει τους αρμοδίους της επιχειρήσεως να επιλέγουν και να εκπαιδεύουν τους χειριστές των πιεστήρων, οι οποίοι πράγματι, είναι σύνθετα στο χειρισμό και τη λειτουργία τους μηχανήματα.
Στην υπό κρίση υπόθεση ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια εκπαίδευση από τους πιο πάνω εναγόμενους, όχι μόνο του θανόντος, αλλά και οποιουδήποτε άλλου εργαζόμενου-χειριστή της πρέσας, η αναγκαιότητα της οποίας (εκπαίδευση) τονίζεται ακόμη και στην προσκομιζόμενη από τους ίδιους τους εναγομένους τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Θ.
Σ.... Στην επέλευση όμως του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και η αμέλεια του ίδιου του θανόντος εργαζομένου, Κ. Κ. και δη κατά ποσοστό 20%, αφού αυτός κατά τον χειρισμό του πιο πάνω μηχανήματος από έλλειψη της προσοχής που θα επεδείκνυε κάθε μέσος και συνετός εργαζόμενος, όταν παρουσιάσθηκε σ’ αυτό εμπλοκή και σταμάτησε προσωρινά η αυτόματη λειτουργία του, εξαιτίας του εγκλωβισμού στην πρέσα σκάρτου προϊόντος, δεν φρόντισε να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας αυτής από αυτόματο σε χειροκίνητο, πατώντας τον διακόπτη έκτακτης διακοπής λειτουργίας του μηχανήματος, ώστε να αποκλείσει παντελώς την πιθανότητα ενεργοποίησης του αισθητήρα και της εντεύθεν επαναλειτουργίας του μηχανήματος, αλλά ανέβηκε στο μηχάνημα και θέτοντας το αριστερό του χέρι στο καλούπι απεγκλώβισε το σκάρτο προϊόν (τελάρο), το οποίο όμως, κατά την πτώση του, ενεργοποίησε τον αισθητήρα και καθώς το μηχάνημα παρέμεινε στην αυτόματη λειτουργία του, δόθηκε εντολή και συνεχίστηκε η παραγωγική διαδικασία, που είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Σημειωτέον ότι ο ανωτέρω, Κ. Κ., εργαζόταν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης ως χειριστής της πιο πάνω πρέσας και κατά συνέπεια, μόλις αντιλήφθηκε την εμπλοκή του μηχανήματος από τον εγκλωβισμό του σκάρτου προϊόντος, έπρεπε να μην επιχειρήσει τον απεγκλωβισμό αυτού, προτού προβεί στην πιο πάνω απλή αλλά και επιβεβλημένη για την ασφάλειά του ενέργεια (ήτοι να πιέσει το ανωτέρω κουμπί) ...
Έτσι προκύπτει ότι οι χειριστές του μηχανήματος αυτού, μεταξύ των οποίων και ο θανών, γνώριζαν πολύ καλά τους κινδύνους που υπήρχαν κατά τον απεγκλωβισμό του σκάρτου προϊόντος από το καλούπι, ενόσω το μηχάνημα βρισκόταν στον αυτόματο τρόπο λειτουργίας, γεγονός που με κανένα τρόπο δεν δικαιολογεί την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά του θανόντος.
Συνεπώς, η προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση ότι ο παθών είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 90% στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ.) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη>>. Μετά από αυτά, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η σύζυγος και το καθένα από τα τέκνα του θανόντος καθώς και η πεθερά του δικαιούνταν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους για το θάνατό του καθορίζοντας για την μεν σύζυγο και το καθένα από τα τέκνα του το ποσό των 50.000 ευρώ, για δε την πεθερά το ποσό των 1.500 ευρώ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει επίσης δεκτή εν μέρει η αγωγή για μεγαλύτερα όμως ποσά και επιδίκασε τα πιο πάνω ποσά στους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, 1) δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ, 1, 16 του ν. 551/1915 και 3 παρ. 1 και 2, 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 151 της 22/25.2.1978 "περί μέτρων υγιεινής και ασφαλείας των απασχολουμένων εις θερμοπλαστικούς και παρομοίους τούτων πιεστήρας" και 2) περιέλαβε πλήρεις σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την αιτιώδη συνάφεια του ατυχήματος με την αμελή συμπεριφορά και την εντεύθεν αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων, τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβουν οι τελευταίοι και δεν έλαβαν και το συντρέχον πταίσμα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κύριος λόγος της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης . 2. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου και από την αρχή της ισότητας , αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων.
Ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας οφείλει να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ.1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015) .
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, ως προς το προαναφερθέν θέμα της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ,λόγω ψυχικής οδύνης, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: <<Ο θανών ήταν ηλικίας 50 ετών, ως γεννηθείς στις 19-1-1958 και απόλυτα υγιής. Ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των ανηλίκων τέκνων τους που εκπροσωπούνται από αυτήν, Μ.
και Ε., ηλικίας 12 και 10 ετών αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθώς και των ενηλίκων τέκνων από τον πρώτο γάμο του με την Σ. Ζ., Α. και Β., δεύτερου και τρίτου των εναγόντων και γαμβρός της τέταρτης ενάγουσας. Όλοι συνδέονταν μαζί του με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του.
Ο ξαφνικός θάνατός του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) την ηλικία του θύματος, β) την καλή κατάσταση της υγείας του, γ) τις συνθήκες του θανάτου του, δ) το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα που ήταν για τον καθένα ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ε)την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, στ) το βαθμό της αμέλειας των εναγομένων, ζ) το συντρέχον πταίσμα του παθόντος και η) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, συνήθης για τους ενάγοντες, της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, υπαχθείσας σε επενδυτικό πρόγραμμα που αναφέρεται στην μετεγκατάσταση και επέκταση μονάδος παραγωγής πλαστικών κιβωτίων, συνολικού κόστους 2.100.000 ευρώ, με ποσοστό επιχορήγησης 819.000 ευρώ και τραπεζικό δάνειο ανερχόμενο σε 756.000 ευρώ, κρίνει ότι δικαιούνται να λάβουν τα κατωτέρω, εύλογα και ανάλογα, ποσά:
Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος, ποσό 50.000 ευρώ, καθένα από τα τέκνα της, Μ. και Ε., εκπροσωπούμενα από αυτήν και καθένας από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, Α. και Β. τέκνα του θανόντος από τον πρώτο του γάμο, από 50.000 Ευρώ και η τέταρτη ενάγουσα, πεθερά του παθόντος, 1.500 ευρώ>>. Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τη σύζυγο και για το καθένα από τα τέκνα του θανόντος στο παραπάνω ποσό των 50.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Συνεπώς ο από τον αριθμό1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2014 αίτηση για αναίρεση και των προσθέτων λόγων αυτής της υπ’ αριθμ. 2542/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ