Legislator Case Law & Legislation
1383/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against seizure declaration due to procedural defect in service of notice to the bank branch.

Case Number 1383/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding a seizure declaration. The lower court found that serving the seizure notice directly to the bank's headquarters caused irreparable damage because the branch lacked the necessary client-centric systems to verify accounts and file declarations within the legal timeframe. Consequently, the court declared the service invalid and the seizure unenforceable, a ruling the Supreme Court upheld as legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 of Law 17/7/1923; Art. 33 of the Central Bank of Greece Law: Service of seizure notices to a bank branch's headquarters is invalid if it prevents the branch from fulfilling statutory obligations, rendering the seizure unenforceable.

Keywords

AI generated
seizure declaration service of notice bank branch procedural defect irreparable damage Central Bank of Greece invalid seizure

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 of Law 17/7/1923
Art. 33 of the Central Bank of Greece Law
Art. 75 para. 1 lit. a of the Central Bank of Greece Law
Art. 984 of the Civil Procedure Code
Art. 985 of the Civil Procedure Code
Art. 987 of the Civil Procedure Code
Art. 34 of the Central Bank of Greece Law
Art. 126 para. 1 lit. d of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 and 14 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1383/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Β' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Περιστερίου Αττικής, που κατοικοεδρεύει στο Περιστέρι, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Δημήτριος Τσικρικάς και Δημήτριος Κουτσούκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2833/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2545/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 19-2-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1729/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της εν λόγω αίτησης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 21-3-2011 αίτηση- κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 1729/2010 απόφασή του αποφάνθηκε ότι είναι εξαιρετέος από τη συζήτηση της ένδικης υποθέσεως το μέλος της συνθέσεώς του Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της από 19-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου σε νέα δικάσιμο στην οποία δεν θα μετέχει ο εξαιρετέος δικαστής.

Κατόπιν αυτού η αναιρεσίβλητη με την από 21-3-2011 αίτησής της ζήτησε τον προσδιορισμό νέας δικασίμου και ως τέτοια προσδιορίστηκε με την από 14-4-2011 Πράξη της τότε Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Από τις υπ' αριθ. 3.501 Β και 3.504 Β/12-5-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως από 21-3-2011 αίτησης, με την κάτω απ' αυτήν Πράξη προσδιορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Το τελευταίο δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ προκύπτει ότι το Δημόσιο μπορεί για την ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του οφειλέτη του να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ο οποίος, αν δεν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο, πρέπει μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου να δηλώσει τούτο στον Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου ή στον Ειρηνοδίκη, διαφορετικά λογίζεται κατ' αμάχητο τεκμήριο οφειλέτης της κατασχεθείσας απαίτησης.

Κατά της δηλώσεως του τρίτου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να ασκήσει ανακοπή. Όταν ο τρίτος στον οποίο γίνεται η κατάσχεση είναι ανώνυμη εταιρία, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. 17/7/1923, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, με το άρθρο 53 παρ. 3 του Εισ. Ν.

ΚΠολΔ, και ορίζει ότι "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής, ως τρίτης, επιτρέπεται, μόνον παρά τω καταστήματι ή υποκαταστήματι, ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεσις". Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα στα καταστήματα ή υποκαταστήματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας αλλά απλώς προσδίδεται σ' αυτά νομική αυτοτέλεια, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δηλώσεως τρίτου.

Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαιτήσεως κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, όχι όμως και ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, ο οποίος προβαίνει στην κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ.

δήλωση και ο οποίος είναι όργανο που εκπροσωπεί την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάδικος όμως στις δίκες περί την εκτέλεση είναι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προς το οποίο απευθύνονται τα σχετικά δικόγραφα, επιδίδονται δε στη διοίκηση αυτού κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 126 παρ.1 περ.

δ Κ.Πολ.Δ.). Η προς το κατάστημα ή υποκατάστημα επίδοση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί δε μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου.

Αυτό γιατί η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση δια και από της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της. Χωρίς την επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (Α.Π. 117/2011, 1004/2010, 884/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά παραδοχή λόγου εφέσεως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως αόριστη την ανακοπή, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Το ανακόπτον έχοντας απαίτηση σε βάρος του Π. Λ., επέδωσε στις 10/10/2001 στη Διοίκηση της καθής τραπεζικής εταιρείας κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης, κατάσχεση σε όσα αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει στον ανωτέρω Π.

Λ., από κάθε μορφής κατάθεση στο πιστωτικό της ίδρυμα, μέχρι του ποσού των δραχμών 413.457.876. Η επίδοση του άνω εγγράφου όμως δεν έγινε σε συγκεκριμένο κατάστημα ή υποκατάστημα της καθής, όπου τυχόν υφίστατο κατάθεση ή οφειλή προς τον καθού η κατάσχεση, αλλά, όπως συνομολογείται και από το ανακόπτον, η επίδοση του κατασχετηρίου έγινε, κατά παράβαση των προβλεπομένων από το άρθρο 90 του ν.

δ/τος 17/7/1923, στη Διοίκηση της καθής, στην οποία ουδείς λογαριασμός ή άλλο περιουσιακό στοιχείο των καταθετών της τηρείται. Η έλλειψη αυτή της επίδοσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προξένησε πράγματι, ανεπανόρθωτη βλάβη στη καθής, η οποία δεν διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένο πελατοκεντρικό λειτουργικό σύστημα, ώστε να μπορεί με ασφάλεια να ελέγξει τα εξακόσια περίπου καταστήματα της και να ανταποκριθεί, αφενός μεν στην άμεση δέσμευση των κατασχεθέντων (αρθρ. 984 ΚΠολΔ) αφετέρου δε στην εντός οκτώ ημερών υποβολή της σχετικής (άρθρο 985 ΚΠολΔ) δήλωσης.

Αντιθέτως, το αριθμοκεντρικό μηχανογραφικό σύστημα που διαθέτει η καθής, απαιτεί για την εξυπηρέτηση των άνω αναγκών της κατάσχεσης, την επίδοση του κατασχετηρίου στο κατάστημα όπου τηρείται ο λογαριασμός καταθέσεων του καθού η κατάσχεση. Υπό τις υφιστάμενες δηλαδή συνθήκες και με τον τρόπο της επίδοσης του κατασχετηρίου, αποδείχθηκε ότι, η καθής βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθεί στις επιβαλλόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 985 ΚΠολΔ και 32 του ΚΕΔΕ υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα, εάν αρχίσει τη διαδικασία της έρευνας μέσω των υπηρεσιών της Διοίκησης της και με μόνο το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη της, η οποία απαιτεί χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ημερών, να είναι αναγκασμένη να υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση και για το λόγο αυτό να θεωρηθεί κατά το νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτρια του ανακόπτοντος για όλο το ανωτέρω κατασχεθέν ποσό.

Επομένως, λόγω της άνω αποδειχθείσας ανεπανόρθωτης δικονομικής βλάβης της καθής η επίδοση του άνω κατασχετηρίου σ' αυτή πρέπει να κηρυχθεί άκυρη (βλ. και άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α' του ΚΕΔΕ) και συνακόλουθα η επιβληθείσα στα χέρια της ως τρίτης κατάσχεση να θεωρηθεί ως ανυπόστατη. Τα ανωτέρω η τελευταία ανέφερε και στην υποβληθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών με αρ. 3135/18-10-2001 αρνητική του υποστατού της κατάσχεσης δήλωση της, παραδεκτώς δε προέβαλε, αμυνόμενη κατά της σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ ασκηθείσας άνω ανακοπής του ανακόπτοντος, σύμφωνα με το άρθρο 987 ΚΠολΔ, κατά της άνω δήλωσης της και επανέφερε νομίμως (άρθρο 240 ΚΠολΔ) και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Συνακόλουθα, η ανακοπή είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικώς αβάσιμη". Με τις πιο πάνω κρίσεις του το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε., 987 Κ.Πολ.Δ., 1 εδ.ε, 14 και 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. και 90 ν. δ. της 17-7/13-8-1923 ούτε κατά παράβαση του νόμου (άρθρου 126 παρ.1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ.) κήρυξε άκυρη την επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης.

Οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-2-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2545/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ