1383/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1383/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του αγωγής, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων που κατά νόμο απαιτούνται για την παθητική του νομιμοποίηση.
Full text
Απόφαση 1383 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1383/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Καλιντέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται αναιρετικώς όχι με τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά με τον αρ.1 του ιδίου άρθρου, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/05). Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία τα οποία σύμφωνα με το νόμο δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από αυτόν κατά του εναγομένου, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ.
Για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφενός μεν ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ισχυρισμό από τον αναιρεσείοντα περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων της νομιμοποίησης των διαδίκων και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του, αφ' ετέρου δε να εκτίθεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής, η οποία έγινε δεκτή, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο ενάγων στην αγωγή, για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο κατ' επίκληση παραβάσεων από τους αριθμούς 9, 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο, που μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την εναντίον του αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, η αιτίαση ότι με το να δεχθεί, υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου καταρτίστηκε σύμβαση υπεργολαβίας, σε εκτέλεση της οποίας ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο το αναφερόμενο στην αγωγή έργο και ο εναγόμενος του οφείλει ως αμοιβή το επιδικασθέν ποσό, παρά το νόμο άφησε αδίκαστο τον πρώτο λόγο έφεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων εναγόμενος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως παθητικώς ανομιμοποίητης, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτή.
Ο λόγος αυτός πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του αγωγής, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων που κατά νόμο απαιτούνται για την παθητική του νομιμοποίηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 Α.Κ., με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος, έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 682 Α.Κ. αμοιβή λογίζεται πώς έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή. Η διάταξη του άρθρου 650 Α.Κ.
εφαρμόζεται ανάλογα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου είναι η συμφωνία για την αμοιβή, ως ανταλλάγματος για την εκτέλεση του έργου, η δε αμοιβή είναι δυνατόν να είναι εκ των προτέρων ορισμένη ή να παραμένει ακαθάριστη, οπότε ο προσδιορισμός της γίνεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ενώ, εάν στη σύμβαση δεν προβλέφθηκε και δεν ορίσθηκε τίποτε για την αμοιβή του εργολάβου, λογίζεται αυτή κατά τεκμήριο σιωπηρώς συμφωνηθείσα, εφ' όσον το έργο κατά τις συνήθεις περιστάσεις εκτελείται μόνο με αμοιβή, το ποσό δε της αμοιβής θα καθορισθεί στην περίπτωση αυτή από την ισχύουσα διατίμηση ή θα καθορισθεί ως εύλογη αμοιβή εκείνη, που καταβάλλεται από άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες.
Το τεκμήριο που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 Α.Κ. είναι μαχητό, ο δε εργολάβος οφείλει να επικαλεσθεί και ν' αποδείξει τις προϋποθέσεις του τεκμηρίου, δηλαδή: α) την δυνάμει συμβάσεως ανάληψη απ' αυτόν της εκτελέσεως ορισμένου έργου, β) ότι το έργο αυτό κατά τις συνήθεις περιστάσεις εκτελείται μόνο με αμοιβή και γ) ότι δεν υπάρχει ούτε συνάγεται από τη σύμβαση συμφωνία περί αμοιβής.
Επειδή όμως το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, είναι δυνατή η ανατροπή του από τον εναγόμενο εργοδότη, δια της επικλήσεως και αποδείξεως άτι εξαιρετικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείσθηκε με τη σύμβαση η καταβολή αμοιβής. Ως προς το ύψος της αμοιβής που οφείλεται σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη η νόμιμη, άλλως η ειθισμένη για παρόμοια έργα αμοιβή, ενώ αν δεν υπάρχει τέτοια, προσδιορίζεται μία εύλογη αμοιβή (ΑΠ 2004/07).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει προφορικής συμβάσεως υπεργολαβίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις αρχές του έτους 2000 στα ..., ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ανέθεσε τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο την εκτέλεση διαφόρων εργασιών κατασκευής του έργου "ΥΔΡΕΥΣΗ Δ.Δ. ..." την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει ο εργολάβος Φ, δυνάμει του από 3.11.1999 συμφωνητικού, και ο οποίος είχε αναθέσει την εκτέλεση αυτού στον εναγόμενο υπεργολάβο.
Ότι ο ενάγων, που ως εμπειροτέχνης εργολάβος δημοσίων έργων διαθέτει μηχανήματα και εργατοτεχνικό προσωπικό για την εκτέλεση παρομοίων έργων, σε εκτέλεση της μεταξύ αυτού και του εναγομένου καταρτισθείσας σύμβασης υπεργολαβίας, κατά το χρονικό διάστημα από 13.1.2000 μέχρι 13.7.2000 εκτέλεσε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος και ποσότητες εργασίες για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου (εκσκαφές επιχώσεις, αποκατάσταση οδών με σκυρόδεμα, φρεάτια κλπ) όπως κατ' είδος και επί μέρους ποσότητες προκύπτουν από την με χρονολογία 26.6.2000 τελική της ΤΥΔΚ Περιφέρειας Πελοποννήσου).
Περαιτέρω το Εφετείο, ως προς την αμοιβή του ενάγοντος χωρίς να δέχεται σαφώς ότι αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση της σύμβασης υπεργολαβίας, ή ότι είναι η συνηθισμένη για παρόμοιες εργασίες αμοιβή, ή ότι για τις εργασίες που ο ενάγων εκτέλεσε για κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου υπήρχε διατίμηση, δέχεται ότι ο ενάγων εργολάβος δικαιούται ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 21.277 ευρώ έναντι του οποίου ο εναγόμενος κατέβαλε σ' αυτόν ποσό 6.456 ευρώ, και του οφείλει το υπόλοιπο από 14.821 ευρώ, το οποίο καταδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 682 ΑΚ αφού δεν προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές του Εφετείου ότι η επιδικασθείσα αμοιβή για τις εκτελεσθείσες από τον ενάγοντα εργασίες κατασκευής του έργου, είτε είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών είτε είναι η ειθισμένη για παρόμοιες εργασίες καταβαλλόμενη αμοιβή.
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την από υπ' αριθμ. 60/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ