Supreme Court dismisses appeal on loan contract dispute, rejecting failure to consider expert reports as ground for annulment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision regarding a loan contract dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to consider two expert reports submitted to prove the loan was interest-bearing, while the appellee contended the court had properly evaluated all evidence. The court ruled that the appellate court had explicitly stated it formed its judgment based on all documents submitted by both parties, thereby refuting the claim of procedural omission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 393(1) and 394(1)(b) of the Civil Procedure Code; Article 559(11)(c) of the Civil Procedure Code: The failure of a court of second instance to consider evidence adduced by a party does not constitute grounds for annulment if the court explicitly states it has evaluated all submitted documents in forming its judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1383 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1383/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό ο οποίος ανακάλεσε την από 27-3-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ψαρρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2514/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4587/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως "πράγματα", παράνομη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, νοούνται και οι μη προταθέντες ή απαραδέκτως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Τέτοια αδυναμία υπάρχει, αν κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω σχέσεων φιλίας, συγγένειας, εταιρικής ή συναδελφικής συνεργασίας, υπηρεσιακής ή οικονομικής εξάρτησης κλπ, η απαίτηση λήψεως αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα παρίστατο ως αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση εγγράφου στην συγκεκριμένη περίπτωση, όταν τα θεμελιούντα αυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να εκθέτει ο επικαλούμενος ηθική αδυναμία, αμφισβητούνται από τον αντίδικο του, σχηματίζεται εκ των ενόντων με ελεύθερη προς τούτο απόδειξη των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτονται στο Εφετείο και οι εξής αιτιάσεις: α)ότι απέρριψε λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχθέν, όπως και το πρωτοδικείο, ότι λόγω των φιλικών και σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, υπήρχε ηθική αδυναμία του ενάγοντος να λάβει αποδεικτικό έγγραφο για τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση δανείου, οφειλόμενο μέρος του οποίου ζήτησε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, χωρίς όμως ο ενάγων να αναφέρει περιστατικά συγκροτούντα τη νομική έννοια της ηθικής αδυναμίας, και έτσι έλαβε υπόψη παρά τον νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν (1ος λόγος), β)ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη ότι, προς απόδειξη της ένδικης σύμβασης δανείου που κατά την αγωγή υπερέβαινε το αναφερόμενο στο άρθρο 393 παρ. 1 ποσό, έλαβε υπόψη καταθέσεις μαρτύρων (2ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του), γ)ότι με "ανεπαρκέστατη έως και ανύπαρκτη αιτιολογία" δέχθηκε πως υπήρχε ηθική αδυναμία και αποκτηθεί αποδεικτικό έγγραφο της ένδικης σύμβασης δανείου από τον ενάγοντα (3ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του).
Οι δύο πρώτοι λόγοι είναι αβάσιμοι: ο μεν πρώτος, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι στην αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ο αναιρεσίβλητος εκθέτει πως με τον εναγόμενο διατηρούσε οικογενειακές και φιλικές σχέσεις από το έτος 1988 και συνεργάζετο επαγγελματικά απασχολούμενος έκτοτε και μέχρι το έτος 1999 ως λογιστής στις επιχειρήσεις του αναιρεσείοντος καθημερινώς στο ίδιο γραφείο με αυτόν, ενώ επιπλέον αμφότεροι διαμένουν στην ίδια πολυκατοικία, ο δε δεύτερος, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 (είναι αβάσιμος), διότι το Εφετείο επιτρεπτώς έλαβε υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις, δεχθέν ανελέγκτως τη μεταξύ των διαδίκων ύπαρξη των άνω επαγγελματικών και φιλικών σχέσεων, εξ αιτίας των οποίων η απαίτηση λήψεως αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση παρίστατο ως αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις γεγονός που καταφάσκει τη συνδρομή ηθικής αδυναμίας, κατά την έννοια του άρθρου 394 § β' Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, ο τρίτος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή όχι ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση έγγραφης απόδειξης ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
ΙΙ.- Ο όρος "ζήτημα" κατά την έννοια του αριθμού 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η μη αιτιολόγηση του οποίου ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα" του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου νοούνται δηλαδή μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελής ύπαρξη, ήτοι εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο (κατά το δεύτερο μέρος του), ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε πως καταρτίσθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση εντόκου δανείου μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα πως ο αναιρεσείων έλαβε από τον αναιρεσίβλητο ως έντοκο δάνειο το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικό ποσό, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης αυτού και των επιχειρήσεών του και της πιστοληπτικής του αδυναμίας να δανεισθεί από τράπεζες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών αφορά όχι σε ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό αλλά σε επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
III. Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και, επομένως, απορριπτέο ως απαράδεκτο. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.
Η παράλειψη αναφοράς στην αγωγή των αναφερομένων στη δεύτερη παράγραφο στοιχείων δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 Α.Κ.
και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει τα εξής: Περί το τέλος Απρίλιο 1991, δυνάμει προφορικής σύμβασης εντόκου δανείου που κατάρτισε με τον εναγόμενο με τον οποίο διατηρούσε φιλικές και εργασιακές σχέσεις από του έτους 1988, χορήγησε σ' αυτόν τμηματικά, από το Μάιο του έτους 1991 μέχρι και το Μάιο του έτους 1998, το συνολικό ποσό των 436.840, 08 ευρώ, όπως τα επί μέρους ποσά αναλυτικώς αναφέρονται κατά χρόνο και ποσό στην αγωγή, με τη συμφωνία να του αποδώσει ο εναγόμενος το ποσό του δανείου (κεφαλαίου) και των τόκων, υπολογιζόμενων από του χρόνου καταβολής των επί μέρους δανεισθέντων ποσών, τμηματικώς και σε συνάρτηση με τις οικονομικές του δυνατότητες το αργότερο μέχρι 31.1.1998.
Ο εναγόμενος μέχρι και τον μήνα Αύγουστο 2001 του κατέβαλε τμηματικώς, για την εξόφληση των τόκων, το συνολικό ποσό των 424.974,32 ευρώ, που υπολείπετο σημαντικά του πράγματι οφειλόμενου για την αιτία αυτή ποσού, με την καταβολή δε του εν λόγω ποσού συμφωνήθηκε ότι εξοφλείται ολόκληρο το ποσό των τόκων και ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει τμηματικώς, κατ'επιλογή του, το ποσό του δανεισθέντος κεφαλαίου ατόκως, το αργότερο μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο 2004.
Όμως ο εναγόμενος, μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο 2004, δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση του κεφαλαίου, παρά δε τις οχλήσεις του ενάγοντος, μετά την ημερομηνία αυτή ο ίδιος (εναγόμενος) αρνείται να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό του κεφαλαίου. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να καταδικασθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 386.840,08 ευρώ, αμφότερα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, η αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 423 ΑΚ, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικώς με τον τρόπο που θα έπρεπε να αποδοθούν στον αναιρεσίβλητο το κεφάλαιο και οι τόκοι του δανείου, δεν εφήρμοσε το άρθρο 423 ΑΚ, αλλά δέχθηκε την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των διαδίκων.
Ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, ήτοι ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν αναφέρονται σ' αυτή και είναι αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωση της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας (απόδοσης του ποσού του δανείου) και ειδικότερα ότι τα καταβληθέντα από αυτόν στον ενάγοντα ποσά δεν ήταν τοκοχρεωλητικές δόσεις και καταβλήθηκαν μόνο για εξόφληση του ποσού των τόκων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στην αγωγή εκτίθεται ότι τα καταβληθέντα ποσά αφορούσαν μόνο την εξόφληση των οφειλομένων τόκων και όχι και του ποσού του κεφαλαίου, μετά δε την καταβολή αυτών, με νεώτερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε η καταβολή του κεφαλαίου τμηματικώς, κατ' επιλογή του εναγομένου, μέχρι τον Δεκέμβριο 2001 και πάντως μέχρι το τέλος του έτους 2004, ατόκως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 παρ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη α) την από 03.04.2007 γνωμάτευση της εταιρίας Χρηματοοικονομικών και Φορολογικών Συμβούλων, και β)την από 13.4.2007 γνωμάτευση της εταιρίας "BDO Πρότυπος Ελληνική Ελεγκτική ΑΕ", τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς έμμεση (αντ-)απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί του έντοκου χαρακτήρα του κρίσιμου δανείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι τη σχετική προς τούτο αποδεικτική του κρίση διαμόρφωσε - πλην άλλων- και "από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", καθώς και από όλο το περιεχόμενο αυτής της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.11.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4587/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ