Legislator Case Law & Legislation
1383/2008 AI generated

1383/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1383/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1383/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2000 έως 30-9-2001 (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη επακριβώς οι ημεροχρονολογίες) πώλησε και παρέδωσε στον υπό κυπριακή σημαία πλοίο ..., νηολογίου Λεμεσού, τις αναφερόμενες ποσότητες πετρελαίου και λιπαντικών, συνολικής αξίας 775.307, 93 δολαρίων Η.Π.Α., εκδοθέντων των σχετικών τιμολογίων.

Keywords

AI generated
airport operating company agricultural enterprise operation bank charges agricultural bank common flat-rate scheme for farmers trading account
AI generated
689/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
905/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
708/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3450/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 908/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/12/2006 αίτησή τους.
700/2021
Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 15, 20, 21, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30, 33, 34, 35, 36, 37, 39, 40, 41, 43, 47, 49, 53, 57, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 75, 77 αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
360/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1383/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία ΜΠΑΛΟΥΚΟ ΕΣ ΕΪ (BALUCO S.A) που εδρεύει στην Μονροβία της Λιβερίας και διατηρεί γραφείο στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1.Εταιρείας με την επωνυμία ΣΙΒΕΝΤΣΟΥΡ ΜΑΡΙΝ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖΕΣ ΚΟΡΠ (SEAVENTURE MARINE ENTERPRISES CORP) που εδρεύει τυπικά στην Μονροβία της Λιβερίας αλλά πραγματικά στην Ελλάδα, και εκπροσωπείται νόμιμα, Ψ2. Εταιρείας με την επωνυμία ΜΠΛΟΥΣΕΛ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΕΛ.ΤΙ.ΝΤΙ (BLUESHELL SHIPPING LTD), που εδρεύει τυπικά στην Λευκωσία της Κύπρου αλλά πραγματικά στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα και Ψ3. Οι μεν δύο πρώτες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, ο δε 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθούλα Γιαννούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2783/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Αυτές όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του ετησίου πινακίου, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία αυτών.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-2000 έως 30-9-2001 (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη επακριβώς οι ημεροχρονολογίες) πώλησε και παρέδωσε στον υπό κυπριακή σημαία πλοίο ..., νηολογίου Λεμεσού, τις αναφερόμενες ποσότητες πετρελαίου και λιπαντικών, συνολικής αξίας 775.307, 93 δολαρίων Η.Π.Α., εκδοθέντων των σχετικών τιμολογίων.

Ότι η παραγγελία των παραπάνω προϊόντων έγινε από την πρώτη εναγομένη, διαχειρίστρια του πλοίου και εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας, η οποία και τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Ότι η δεύτερη εναγομένη καθυστερούσε την εξόφληση των τιμολογίων. Ότι η ενάγουσα προς εξασφάλιση της ικανοποίησης των παραπάνω απαιτήσεών της, επεδίωξε και πέτυχε την απαγόρευση του απόπλου του πλοίου ..., που ναυλοχούσε στο λιμάνι του Αγίου Ευσταθίου των Ολλανδικών Αντιλλών.

Ότι προκειμένου να αρθεί η απαγόρευση του απόπλου, η πρώτη εναγομένη, ως διαχειρίστρια, συμφώνησε με την ενάγουσα και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει σ' αυτήν 250.000 δολάρια Η.Π.Α., ποσό από το οποίο θα εξοφλούνταν πρώτα οι παλαιές οφειλές που είχε η πρώτη εναγομένη από ανεφοδιασμό πλοίων, τα οποία αυτή διαχειριζόταν, το δε υπόλοιπο θα καταλογιζόταν στην οφειλή του ... .

Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, στις 5-6-200] η πρώτη των εναγομένων κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 250.000 δολαρίων Η.Π.Α., με το οποίο εξοφλήθησαν οι οφειλές των άλλων πλοίων, όπως είχαν μέχρι τότε διαμορφωθεί με τόκους και έξοδα (147.490,85 δολ.), το δε εναπομείναν υπόλοιπο ποσό των 102.509,15 δολαρίων καταλογίστηκε στην επίδικη οφειλή του ... .

Ότι στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη με την προαναφερόμενη ιδιότητα της, κατέβαλε στην ενάγουσα α) στις 21-6-2001 80.000 δολ., β) στις 17-8-2001 60.000 δολ. και γ) στις 6-9-2001 55.000 δολ. Η.Π.Α.. Ότι από τους εναγομένους βάσιμα προβλήθηκε κατ' ένσταση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι στις 28-2-2001 η πρώτη από αυτούς, ενεργώντας υπό την ως άνω ιδιότητά της, είχε καταβάλει στην ενάγουσα και το ποσό των 250.000 δολ.

Η.Π.Α. "έναντι του 2960 τιμολογίου του πλοίου ...", όπως είχε σημειωθεί στο σχετικό από 28-2-2001 έμβασμα της τράπεζας CIΤΙΒΑΝΚ. Ότι η ενάγουσα συνομολογεί την είσπραξη του παραπάνω ποσού, υποστηρίζει όμως ότι δεν το είχε αφαιρέσει από τις οφειλές που αφορούν το πλοίο ..., διότι το είχε πιστώσει στο λογαριασμό της πρώτης των εναγομένων, για την εξόφληση παλαιών οφειλών των υπολοίπων πλοίων, που επίσης διαχειριζόταν.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι η ενάγουσα ούτε στον πρώτο, ούτε στον παρόντα βαθμό προσδιόρισε τις παλαιές οφειλές των άλλων πλοίων στις οποίες καταλόγισε το παραπάνω ποσό, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν πράγματι τέτοιες οφειλές των εναγομένων. Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού υπολόγισε τις οφειλές του ...

και αφήρεσε τις καταβολές, δέχθηκε ότι το οφειλόμενο χρηματικό ποσό από τη δεύτερη εναγομένη στην ενάγουσα από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 117.419, 07 δολ. Η.Π.Α. και ότι το ποσό αυτό υποχρεούται να το καταβάλει η δεύτερη εναγομένη ως πλοιοκτήτρια του επίμαχου πλοίου και όχι η πρώτη εναγομένη, η οποία δε νομιμοποιείται παθητικώς, διότι ενήργησε ως διαχειρίστρια του πλοίου.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχτεί την προβληθείσα εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ένσταση μερικής εξόφλησης της επίδικης απαίτησης, κρίνοντας ότι αυτή δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι το καταβληθέν την 28-2-2001 ποσό των 250.000 δολ.

Η.Π.Α. αφορούσε οφειλές των αντιδίκων της εκ του ανεφοδιασμού άλλων πλοίων, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει εσφαλμένη κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης με έκδοση προδικαστικής απόφασης (ΑΠ 1466/2004, 1436/2003, 1046/1999), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάστηκε σε πρώτο βαθμό μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001 ήτοι μετά την 1-1-2002, δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση και οι διάδικοι ήσαν υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς τα αποδεικτικά τους μέσα. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέδωσε προδικαστική περί αποδείξεων απόφαση, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης (ΑΠ 1406/1998, ΑΠ 1096/1993.

Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι ο από το άρθρο 559 αριθ. 13 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όχι μόνο όταν έγινε εσφαλμένη κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης με έκδοση προδικαστικής απόφασης αλλά και όταν, κατά εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, επιρρίφθησαν οι συνέπειες από τη μη απόδειξη πραγματικών περιστατικών στον διάδικο που δεν φέρει το βάρος αυτό, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο δέχτηκε την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων προβληθείσα ένσταση μερικής εξόφλησης διότι αποδείχθηκε ότι το καταβληθέν σ' αυτή ως άνω χρηματικό ποσό αφορούσε την εξόφληση του επίδικου χρέους κι όχι διότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά της αντενστάσεώς της.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση (ή αντένσταση) ως αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά απορρίπτεται λόγω αοριστίας. Η παράλειψη αναφοράς των περιστατικών αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται και να το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και μάλιστα την αγωγή και τις προτάσεις που υπέβαλαν οι διάδικοι στο δικαστήριο της ουσίας, ελέγχει εάν υπήρξε ρητή ομολογία γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή εάν υπήρξε ειδική αμφισβήτηση, οπότε η κρίση του δικαστηρίου για τη σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ συναγωγή ή όχι ομολογίας, από τη μη ειδική αμφισβήτηση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, εάν τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων χρησιμεύουν για την απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού ήτοι ισχυρισμού αορίστου ή μη νομίμου, μη ασκούντος επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις αληθώς από τους αριθμούς 14 (όχι από τον αριθ. 12) και 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι ο προβληθείς με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της και συνιστών αντένσταση στην προβληθείσα εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ένσταση μερικής εξόφλησης της επίδικης απαίτησής της ισχυρισμός της, ότι δηλαδή η γενόμενη την 28.2.2001 καταβολή των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ καταλογίσθηκε σε παλαιές οφειλές των αντιδίκων της, είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται οι παλαιές αυτές οφειλές, μολονότι οι παλιές οφειλές προσδιορίζονταν στην ένδικη αγωγή κατά πλοίο, λιμένα εφοδιασμού, αριθμό τιμολογίου και οφειλόμενο ποσό, ενώ δεν έλαβε υπόψη του προς απόδειξη αυτών την από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων συναγόμενη σιωπηρή ομολογία τους και την περιεχόμενη στο από 29.5.2001 τηλεμοιοτυπικό μήνυμα της πρώτης αναιρεσίβλητης εξώδικη ομολογία της τελευταίας περί της ύπαρξης αυτών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά την εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι αβάσιμος, αφού, καθ' ά προκύπτει και από το αναιρετήριο η προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας αντένσταση ήταν αόριστη, η αοριστία δε αυτής δεν μπορούσε να καλυφθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Κατά την εκ του αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα αιτίαση ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη η μη λήψη υπόψη των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη αορίστου και, συνεπώς, μη ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης.

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ενδοτικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 422, 423 του ΑΚ, σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων χρεών, εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Καταρχήν, το ίδιο δικαίωμα έχει ο οφειλέτης και αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Εάν όμως στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης δεν ορίσει διαφορετικά κατά την καταβολή, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο, ενώ αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά, διαφορετική από αυτήν, ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν όμως έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη (ΑΠ 150/2000).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα, δέχθηκε ότι στις 28-2-2001 η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια του επίμαχου πλοίου, είχε καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 250.000 δολ. Η.Π.Α. "έναντι του 2960 τιμολογίου του πλοίου ...", όπως είχε σημειωθεί στο σχετικό από 28-2-2001 έμβασμα της τράπεζας CITIΒΑΝΚ, το οποίο η τελευταία, καθ' ομολογίαν της, και εισέπραξε και καταλόγισε το ποσό αυτό στην οφειλή από το ανωτέρω 2960 τιμολόγιο του πλοίου ... .

Έτσι δε κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 422, 423 του ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα καταλόγισε το προαναφερόμενο ποσό στο τιμολόγιο 2960 του πλοίου ..., αφού η αναγραφόμενη στο σχετικό έμβασμα σημείωση περί καταλογισμού του ανωτέρω ποσού στο 2960 τιμολόγιο δεν ήταν δεσμευτική για την αναιρεσείουσα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης και όταν περιέχονται σε αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν προκύπτει ποια περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος, αν σωστά εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές, της οποίας, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της εκ μέρους της αναιρεσείουσα προβληθείσας αντενστάσεως περί του ότι το καταβληθέν στις 28.2.2001 ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ καταλόγισε σε παλαιές οφειλές άλλων πλοίων, αναφέρονται στην αρχή της παρούσας απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό.

Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στις 28.2.2001, που καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ από τη διαχειρίστρια πρώτη εναγομένη, δεν υπήρχαν παλαιές οφειλές των εναγομένων από τα υπόλοιπα πλοία, που επίσης διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη, αναφερόμενη, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην ανυπαρξία παλαιών οφειλών της πρώτης εναγομένης από τη διαχείριση άλλων πλοίων ανηκόντων στην δεύτερη εναγομένη εταιρία και εντεύθεν στην ανυπαρξία οιασδήποτε οφειλής της δεύτερης εναγομένης, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή ότι τα πλοία στα οποία αναφέρονται οι παλαιές οφειλές ανήκουν σ' αυτή, δεν αντιφάσκει στην παραδοχή περί υπάρξεως τέτοιων οφειλών, σε βάρος της πρώτης εναγομένης από τη διαχείριση άλλων πλοίων κατά την 5.6.2001 οπότε και καταβλήθηκε στην ενάγουσα έτερο ποσό 250.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο, κατόπιν συμφωνίας με τους εναγομένους και προκειμένου να αρθεί η απαγόρευση του απόπλου του πλοίου ..., ιδιοκτησίας της δεύτερης τούτων, καταλογίσθηκε προς εξόφληση των ως άνω παλιών οφειλών της πρώτης εναγομένης και κατά το εναπομείναν υπόλοιπο στην οφειλή του παραπάνω πλοίου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που αποτελεί εσωτερικό δίκιο από 1.4.1991 (ν. 1792/1988) και επικρατεί του άρθρου 25 ΑΚ, "Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης...", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασής τους σε δίκαιο άλλο από εκείνα που, σύμφωνα είτε με προηγούμενη επιλογή κατά το παρόν άρθρο, είτε με άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης τη διείπε προηγουμένως.

Κάθε σχετική με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου τροποποίηση μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει το κατά το άρθρο 9 τυπικό κύρος της, ούτε τα δικαιώματα των τρίτων". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι αναγνωρίζεται ο μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου σε μια ενοχική δικαιοπραξία δικαίου, ακόμη και "εν επιδικία", ρητά ή σιωπηρά.

Ρητά, αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν ενώπιον του δικαστηρίου το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, σιωπηρά δε αναφερόμενοι στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, πλέον των αναφερομένων κατά την αντίκρουση του πρώτου λόγου αναίρεσης παραδοχών, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω τα εξής:

Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη των εναγομένων, η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Κύπρο, εδρεύει πραγματικά στην Ελλάδα και τυγχάνει προσωπική εν τοις πράγμασι εταιρία ή ότι ο τρίτος εναγόμενος είναι μέτοχος αυτής και πραγματικός πλοιοκτήτης του πλοίου ... .

Πράγματι σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο μάρτυρας απόδειξης Α κατέθεσε ότι η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων είναι διαχειρίστρια και πλοιοκτήτρια αντίστοιχα του πλοίου ..., οι οποίες εδρεύουν πραγματικά στην Ελλάδα και μάλιστα συστεγάζονται και περαιτέρω ότι ο τρίτος εναγόμενος είναι ο "αρχηγός", δηλαδή ο άνθρωπος που δίδει τις εντολές "ο πλοιοκτήτης" ......Η κατάθεση ωστόσο αυτή ......ενώ δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο κλονίζεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, από τα οποία συγκεκριμένα προκύπτει ότι ο διάδικος αυτός τυγχάνει α) νόμιμος εκπρόσωπος του γραφείου της πρώτης των εναγομένων - διαχειρίστριας στην Ελλάδα και μέλος του Δ.Σ.

αυτής και β) πρόεδρος της μη διαδίκου Λιβεριανής εταιρίας "BLUE NOTE INVESTMENTS CORPORATION", η οποία τυγχάνει μία από τις δύο μετόχους και "διευθυντή" της πλοιοκτήτριας. Η άλλη μέτοχος της τελευταίας είναι η επίσης Λιβεριανή εταιρία "PEREGRINE CORPORATION". Όλες τις μετοχές των δύο αυτών αλλοδαπών εταιριών κατέχει από τον Ιούνιο 1997 η Ελβετική εταιρία "ATTENDUS TREUHANGESELLSCHAFT", σύμφωνα με τους όρους του TRUST (Εμπιστεύματος) ΛΑΜΠΕΡΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ, το οποίο έχει συσταθεί από τον Β, πρώην πλοιοκτήτη των πλοίων που διαχειρίζεται η πρώτη.

Πέραν όμως από αυτά δεν προέκυψαν, ούτε άλλωστε η ενάγουσα επικαλείται περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο διάδικος αυτός έχει τη νομή του επίμαχου πλοίου και ότι το εκμεταλλεύεται για δικό του λογαριασμό ή ότι έχει τη βούληση καταστρατήγησης των διατάξεων που αφορούν τα νομικά πρόσωπα, ώστε να συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της δεύτερης εναγομένης και θεμελίωσης προσωπικής ευθύνης αυτού από τις επίδικες πωλήσεις.

Επομένως, η αγωγή ως προς τον τρίτο των εναγομένων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με βάση το σύνολο των προαναφερομένων παραδοχών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη με αριθμό 2783/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτό ότι το εφαρμοστέο δίκαιο στην προκειμένη υπόθεση, η οποία ενέχει στοιχεία αλλοδαπότητος, είναι το ελληνικό δίκαιο, το οποίο επικαλούνται αμφότερες οι διάδικοι, υφιστάμενης έτσι σιωπηρής μετασυμβατικής συμφωνίας τους, σχετικά με την εφαρμογή του (άρθρο 3 παρ. 2 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 και 25 εδ.

α του ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΑΚ, αφού δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς τους λόγους, οι οποίοι υπαγόρευσαν την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, άλλως διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο, παρότι δέχθηκε ότι η πραγματική έδρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν είναι στην Ελλάδα, αλλά στην Κύπρο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος αφενός λόγω της αντιφατικότητάς του, αφού η αιτίαση για πλήρη έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την αιτίαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφετέρου ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, διότι τόσο το πρωτοβάθμιο ρητώς, όσο και το δευτεροβάθμιο σιωπηρώς, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο όχι ως προκύπτον εξ όλων των ειδικών συνθηκών, ούτε ως δίκαιο της έδρας της αναιρεσίβλητης, αλλά ως δίκαιο, το οποίο μετασυμβατικώς είχε οριστεί.

Επειδή, ως ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στερούν από νόμιμη βάση την απόφαση και ιδρύουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή τα πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εφαρμογή του νόμου και την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει νόμιμη βάση η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, από τις οποίες συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη έχει την καταστατική της έδρα στην Κύπρο και δεν εδρεύει πραγματικά στην Ελλάδα.

Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, που περιλαμβάνονταν στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι α) το αντίγραφο του φύλλου περιοδικής έκδοσης ναυτιλιακών εταιριών και β) την από 12-4-1997 επιστολή της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς την πρώτη.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτήν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα επικαλείται απλώς τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, χωρίς να τη συνδέει με συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό της, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. β του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση για πρώτη φορά στο Εφετείο αποδεικτικών μέσων και μάλιστα εγγράφων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, εκτός αν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αποκρουσθούν ως απαράδεκτα, διότι κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το πρόσωπο του πλοιοκτήτη του πλοίου ... έλαβε υπόψη, πλην την άλλων και των από 7.6.2005 επιστολή της ελβετικής εταιρείας "ATTENDUS TREUHANDGESELLSCAFT", η οποία όπως βεβαιοί, "λαμβάνεται υπόψη στον παρόντα βαθμό κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι συντάχθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης". Επομένως, με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο το προαναφερόμενο έγγραφο, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.7.2006 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΑΛΟΥΚΟ ΕΣ ΕΪ (BALUCO S.A) για αναίρεση της 283/2006 απόφασης του εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ