Legislator Case Law & Legislation
1383/2007 AI generated

1383/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1383/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1383/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1383 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1383/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στεφάνου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΡΟΗ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 986/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 8202/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 16-9-2002 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1385/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8202/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5295/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 9-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς, είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής. Ως νομικά δε ζητήματα θεωρούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει, τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού αλλά και του δικονομικού δικαίου για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόψη υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη από 3-7-1996 αγωγή της ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της ως καταχρηστικής και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας συνολικού ύψους 1.611.000 δραχμών.

Με την 986/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή για ποσό 1.521.500 δραχμών. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 8202/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η κατ' αυτής έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρίας.

Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής απόφασης η εναγόμενη άσκησε την από 16-9-2002 αίτηση αναίρεσης. Ο Άρειος Πάγος με την 1385/2003 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση αυτή και αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου (8209/1999) για τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτου του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ως άκυρης λόγου αοριστίας, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Τελικά, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω 1385/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν ως προς το νομικό ζήτημα, ότι δηλαδή η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη, με την προσβαλλόμενη 5295/2005 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση της εναγόμενης και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι πρώτος, και πέμπτος λόγοι της υπόψη (νέας) αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας, με τους οποίους η τελευταία αυτή, υπό την επίκληση των άρθρου 559 αριθμ. 1, και 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις αντίστοιχες πλημμέλειες: α) ότι κατά παραβίαση του νόμου έκρινε την υπό δίκης αγωγή ως αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη, και β) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του όλους τους προταθέντες απ' αυτή αγωγικούς ισχυρισμούς για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, με συνέπεια να κρίνει την αγωγή ως αόριστη, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο, όπως άλλωστε και το Δικαστήριο τούτο, δεσμεύεται και δεν δύναται να αποστεί από την ως άνω 1385/2003 αναιρετική απόφαση ως προς το επιλυθέν με αυτή, δικονομικής φύσης, νομικό ζήτημα της ακυρότητας του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής λόγω αοριστίας της.

Οι αναιρετικοί λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ πλήττουν σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικαστικής πορείας, δηλαδή κατά το στάδιο της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι. Επομένως οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις:

α)ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση) που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε και β)ότι συμμορφούμενο προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση δέχθηκε χωρίς καθόλου αιτιολογίες, αλλιώς με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η αγωγή είναι αόριστη, είναι απαράδεκτοι, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 και 19 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι επιδίκασε στην αναιρεσείουσα (εναγόμενη-εκκαλούσα) κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα ότι χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπεβλήθη με την έφεση ή τις προτάσεις της αναιρεσείουσας σχετική αίτηση διέταξε την επαναφορά τα ων πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί εκούσια η προσωρινώς εκτελστή κηρυχθείσα ως άνω 986/1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός, που εμπίπτει στη ρύθμιση του αριθμού 9 και όχι και του αριθμού 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, κατά την ανωτέρω εφετειακή δίκη, είχε υποβληθεί σχετικό περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αίτημα, κατά παραδοχή του οποίου και διατάχθηκε αυτή.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 25-4-2006, αίτηση της ....... περί αναιρέσεως της 5295/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ