Appeal partially allowed; extradition to Israel for tax crimes overturned, money laundering warrant upheld, bail request rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision to extradite the defendant to Israel. The court set aside the extradition order for tax evasion crimes but upheld the warrant for money laundering. Consequently, the request to replace detention with bail conditions was rejected as legally impermissible given the court's findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 449(4) of the Code of Criminal Procedure; Upon rejection of an appeal or a ruling for extradition for specific crimes, the request to replace detention with bail conditions is deemed illegal as the First Instance Court has already determined the matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο -Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 και 18 Νοεμβρίου 2025 με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου K. (επ.) A. A. (ον.) του D. και της V., που γεννήθηκε στις ...-1984 στο Ισραήλ, υπήκοου Ισραήλ και Βελγίου, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου του Σωφρονιστικού Καταστήματος Χανίων, που εμφανίστηκε με τους δικηγόρους υπερασπίσεώς του, Ιωάννη Παγώνα και Χαρίλαο Λαδή, κατά της υπ'αριθμ. 72/2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Ισραήλ.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 26/20-5-2025 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κρήτης Ε. Δ., και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους δικηγόρους υπερασπίσεώς του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε:
1. Να γίνει δεκτή τυπικά και εν μέρει και κατ'ουσίαν, η υπ'αρ. 26/2025 έφεση του εκζητουμένου.
2. Να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 72/2025 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης κατά το μέρος που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος- εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ, για να δικαστεί για τις πράξεις: 1) του διακεκριμένου παρανόμου εμπορίου αγαθών, 2) της προσκόμισης ή παράδοσης σε οποιονδήποτε τελωνειακό υπάλληλο οποιασδήποτε δήλωσης ή εγγράφου που περιέχει οποιαδήποτε δήλωση που είναι αναληθής ή ανακριβής, 3) της παραπλάνησης τελωνειακού υπαλλήλου με ιδιαίτερο τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει την εκτέλεση των καθηκόντων του, 4) της παροχής λανθασμένων ή ανακριβών πληροφοριών χωρίς λογική εξήγηση, 5) της χρήσης οποιασδήποτε απάτης-τεχνάσματος με σκοπό της φοροδιαφυγή ή για τη βοήθεια άλλου να το πράξει, 6) της χρήσης δόλου ή τεχνάσματος ή άλλης πράξης για τη φοροδιαφυγή.
3. Να απορριφθεί η έφεση κατά τα λοιπά και δη κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 72/2025 απόφασή του το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος-εκζητούμενου στις Αρχές του Ισραήλ, για να δικαστεί για την υπό στοιχ. 7 του από 28 Μαρτίου 2024 Εντάλματος Σύλληψης αξιόποινη πράξη του ξεπλύματος χρήματος.
4. Να απορριφθεί το από 15/6/2025 αίτημα του εκκαλούντος-εκζητούμενου για αντικατάσταση της κράτησής του με περιοριστικούς όρους. Τα ανωτέρω διερμηνεύθηκαν στον εκζητούμενο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 450 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 438 Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο Εφετών γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της έκδοσης και αποφαίνεται για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται, αν υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, αν το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικασθεί είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος, που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο (ΑΠ 832/2024, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 532/2019). Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Π.Δ., κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε, κατά το άρθρο 450 του ίδιου κώδικα, επί της αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στον Άρειο Πάγο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που ορίζει ότι "Η έφεση έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους", προκύπτει ότι αν ο εκκαλών προβάλλει συγκεκριμένους λόγους έφεσης, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης, οι οποίοι διατυπώνονται στην συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρο 474 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, έκθεση έφεσης.
Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενώπιον του αρμοδίου, κατά το άρθρο 451 παρ. 1 Κ.Π.Δ., Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδοτεί υπέρ της έκδοσης αλλοδαπού υπηκόου (ΑΠ 392/2025, AΠ 832/2024, ΑΠ 516/2023, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 480/2020). Η κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως 26/30.5.2025 έφεση του εκζητουμένου K. (επ.) A.
A. (ον.) του D. και της V., που γεννήθηκε στις .../1984 στο Ισραήλ, υπηκόου Ισραήλ και Βελγίου, ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Χανίων, κατά της με αριθμό 72/30.5.2025 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με την οποία το εν λόγω Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού στις Δικαστικές Αρχές του Ισραήλ, προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις: 1) του διακεκριμένου παράνομου εμπορίου αγαθών, 2) της προσκόμισης ή παράδοσης σε οποιονδήποτε τελωνειακό υπάλληλο οποιασδήποτε δήλωσης ή εγγράφου που περιέχει οποιαδήποτε δήλωση που είναι αναληθής ή ανακριβής, 3) της παραπλάνησης τελωνειακού υπαλλήλου με ιδιαίτερο τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει την εκτέλεση των καθηκόντων του, 4) της παροχής λανθασμένων ή ανακριβών πληροφοριών χωρίς λογική εξήγηση, 5) της χρήσης οποιασδήποτε απάτης, τεχνάσματος με σκοπό τη φοροδιαφυγή ή για τη βοήθεια άλλου να το πράξει, 6) της χρήσης δόλου ή τεχνάσματος ή άλλης πράξης για τη φοροδιαφυγή και, 7) του ξεπλύματος χρήματος και διέταξε την διατήρηση της κράτησης αυτού μέχρι την παράδοσή του στις ως άνω Αρχές, έχει ασκηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι στις 30/5/2025, την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνταχθείσας σχετικώς της με αριθμό 26/30.5.2025 έκθεσης έφεσης, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για την άσκησή της με την από 2/5/2025 έγγραφη εξουσιοδότηση, που φέρει το γνήσιο της υπογραφής του εκκαλούντος και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 451 παρ. 1, 462, 463, 474 παρ. 1 και 4 Κ.Π.Δ.
Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Πρέπει, επίσης, να συνεκδικαστεί λόγω συναφείας και η από 15/6/2025 αίτηση του εκκαλούντος-εκζητουμένου για αντικατάσταση της κράτησής του με περιοριστικούς όρους, κατ' άρθρο 449 παρ. 4 Κ.Π.Δ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 436 Κ.Π.Δ., αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ήτοι των άρθρων 437 - 456 Κ.Π.Δ.), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα στις 6/5/1961 με τον Ν. 4165/1961 και το Ισραήλ στις 27/9/1967 και ισχύει από 26/12/1967, είναι η από 13/12/1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (ΕΣΕ), που υπογράφηκε στο Παρίσι και διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των παραπάνω κρατών (ΑΠ 1573/1998).
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (ΕΣΕ) ορίζονται τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και συγκεκριμένα ορίζεται ότι για την υποστήριξη της αίτησης, με την οποία ζητείται η έκδοση, πρέπει να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και του χρόνου διαπράξεώς τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή.
Επίσης, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη συνδρομή ή μη στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου, ούτε τη νομιμότητα των εσωτερικών δικονομικών διαδικασιών του εκζητούντος κράτους, αφού ούτε από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε., που ορίζει εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγησή της, ούτε από άλλη διάταξη της ΕΣΕ, προβλέπεται και η επισύναψη αποδεικτικών στοιχείων της ενοχής του εκζητουμένου (ΑΠ 1270/2023, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 1487/2019, ΑΠ 1324/2017).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της ΕΣΕ, η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση για την έκδοση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικά, θρησκευτικά ή φυλετικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί εξαιτίας κάποιου από τους λόγους αυτούς, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις (ενώ ήδη με την διεθνή σύμβαση Schengen, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997, η έκδοση είναι επιτρεπτή και για ορισμένες φορολογικές παραβάσεις), αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση και αν, κατά τη νομοθεσία της αιτούσας χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση, έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της επιβληθείσας ποινής.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, ορίζεται ότι: "Προκειμένου περί τελών και φόρων τελωνείων, συναλλάγματος, η έκδοσις, υπό τους δια της παρούσης Συμβάσεως προβλεπόμενους όρους, χωρεί μόνον εφ`όσον συνεφωνήθη ούτω μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών δι` εκάστην παράβασιν ή κατηγορίαν πράξεων".
Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η έκδοση προσώπων για τις παραβάσεις που προβλέπονται από αυτή, και δη για φορολογικές παραβάσεις, εκτός εάν τούτο συμφωνήθηκε με ειδική Διμερή Σύμβαση μεταξύ των ενδιαφερομένων Κρατών, ενώ με το άρθρο 63 της Διεθνούς Σύμβασης Schengen, στην οποία έχει προσχωρήσει η Ελλάδα (Ν. 2514/1997), σε συνδυασμό με το άρθρο 50 παρ. 1 αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς και για τις αξιόποινες πράξεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων καταναλώσεως, φόρων προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών, πλην όμως το Ισραήλ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν έχει υπογράψει την Σύμβαση Schengen, ενώ δεν ισχύει για το θέμα αυτό κάποια άλλη διμερής σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ.
Στις εξαιρούμενες ως άνω πράξεις ανήκει και η λαθρεμπορία, για την οποία απαγορεύεται η έκδοση προσώπων στο Ισραήλ, αφού μεταξύ αυτού και της Ελλάδας δεν υπάρχει σε ισχύ ειδική Διμερής Σύμβαση που να την επιτρέπει (ΑΠ 1387/2023, ΑΠ 100/2014, ΑΠ 415/2010, ΑΠ 1289/1999, ΑΠ 1200/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 Κ.Π.Δ., η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμη συναινεί ο εκζητούμενος: α) αν πρόκειται για δράστη που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ημεδαπός, β) αν υπάρχει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους, γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται ως πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου, ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε, ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του Ελληνικού Κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, ε) αν πιθανολογείται ότι ο εκζητούμενος θα διωχθεί στο κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική, από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση, στ) αν πιθανολογείται ότι θα υποβληθεί σε διακρίνουσα μεταχείριση για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς ή εξαιτίας της εθνικότητάς του ή ότι θα υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι θα διακυβευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματά του, ζ) αν κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη η ποινή του θανάτου και, η) αν ο εκζητούμενος καταδικάστηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 438 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ., πολιτικό είναι το έγκλημα που απευθύνεται αμέσως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της νόμιμης κοινωνικοοικονομικής τάξης κατά το πολίτευμά της, ενώ πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η κυβέρνηση του εκζητούντος κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, λόγω της αντίθεσής του προς αυτή (ΑΠ 499/2021, ΑΠ 1487/2019).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαιτείται τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στη σχετική αίτηση και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη, με επαρκή περιγραφή του χρόνου, τόπου, τρόπου και λοιπών περιστάσεων τέλεσής τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητουμένου σ' αυτή.
Αυτό επιβάλλεται και από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης, όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη.
Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την παράδοσή του και είναι διαφορετικές από εκείνες, για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας έτσι και το ενδεχόμενο να διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς (ΑΠ 1825/2019, ΑΠ 1487/2019).
Επίσης, η συνακόλουθη τούτων υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξης για την έκδοση θεμελιώνεται και στις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ΝΔ 53/1974, καθώς και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της, που έχουν κυρωθεί από τη Χώρα μας, καθώς και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16/12/1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2462/1997, η τήρηση των υποχρεώσεων της χώρας μας που έχουν αναληφθεί σχετικά, επιβάλλεται ρητά και στις περιπτώσεις που οι δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων έκδοσης, κατά τη ρητή περί τούτου πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, με την όποια ορίζεται ότι "η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των Συμβαλλομένων μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος".
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ "κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείρηση ή τιμωρία" (ΑΠ 1177/2024).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 α' και β' του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου 203 του Ν. 5222/2025 (ΦΕΚ Α 134/28.07.2025), λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των παρ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 130/2024), ενώ περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 157 παρ. 1 εδ.
γ' του Ν. 2960/2001, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 22 Ν. 4758/2020: "1. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με: α... γ. Με κάθειρξη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 περ. β', 3 περ. β' υποπερ. αα' και 4 του Ν. 4174/2013 - Κεφάλαιο Δωδέκατο με τον τίτλο "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - ποινικές κυρώσεις", ορίζεται ότι "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος α) ..., β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς... 2..., 3.
Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α)... ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:
αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας... 4) Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου, υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας...". Από τις ως άνω διατάξεις καταφαίνεται ότι το έγκλημα της φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, στοιχειοθετείται, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο" (ΑΠ 264/2025).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 περ. ιστβ' του Ν. 4557/2018, βασικό αδίκημα για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες θεωρείται, μεταξύ άλλων, και η λαθρεμπορία των άρθρων 155-157 του Ν. 2960/2001, ενώ με το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 4734/2020 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4816/2021) ορίζεται ότι: "1.
α) Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες, β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες:
αα) αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ... γ)...δ)... ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων για τις πράξεις των περ. α`, β`, γ` και δ`, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.
Σε κάθε περίπτωση, ο αυτουργός ή ο συμμέτοχος της πράξης της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 μένει ατιμώρητος εάν κριθεί ένοχος, με την ίδια ή με προγενέστερη απόφαση, για την τέλεση του βασικού αδικήματος, εκτός εάν για την πράξη της νομιμοποίησης απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή με υψηλότερο ανώτατο όριο.
Η απαλλαγή κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν αποκλείει την επιβολή ποινής στους λοιπούς αυτουργούς ή συμμέτοχους της πράξης της νομιμοποίησης. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ' αυτού ή των οικείων του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος, στ) ...
ζ) Το τελευταίο εδάφιο της περ. ε' και η περ. στ' δεν εφαρμόζονται αν συντρέχουν περιστάσεις κατ' επάγγελμα", ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 39, "3. Η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη νια νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν προϋποθέτουν ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου νια το βασικό αδίκημα".
Περαιτέρω, με την παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν. 3424/2005 καταργήθηκε το υφιστάμενο στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 στοιχείο β' και προστέθηκαν στοιχεία β', η', θ' και Γ, το στοιχείο β' δε ορίζει τα εξής: "Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες": Οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: - η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του, - η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, - η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, - η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξη της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξη της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 2331/1995, ως περιουσία νοείται "Τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων", την ίδια δε έννοια έχει η περιουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3691/2008 και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 4557/2018, με τη διευκρίνιση ότι σ' αυτήν (περιουσία) περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του νόμου, και στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τα έσοδα από το βασικό έγκλημα.
Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη.
Επομένως, για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στον νόμο ως βασικό έγκλημα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε, στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του.
Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή έγκλημα σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, όταν δεν είναι το ίδιο πρόσωπο και του βασικού εγκλήματος, πρέπει να είναι σε γνώση ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή ότι ο δράστης στον οποίο παρέχει συνδρομή εμπλέκεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα.
Όταν αυτουργός της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος, πράγμα που δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διάταξη του νόμου (εκτός από την περίπτωση που το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της "παροχής συνδρομής" σε άλλο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε η ταυτοπροσωπία αποκλείεται εννοιολογικά) ή άλλη διάταξη, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά, κατά τα στοιχεία τους, εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική το καθένα απαξία.
Με άλλα λόγια αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης, μόνον στην περίπτωση της προς τον σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, διότι, όταν γίνεται λόγος από τον νομοθέτη για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο κάποιας από τις πράξεις που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, στην περίπτωση δε αυτή αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του αδικήματος της νομιμοποίησης.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, δεδομένου δε ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", με σαφήνεια συνάγεται ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα, λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπιση του ανωτέρω εγκλήματος.
Έτσι, κατ' εξοχήν ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις της συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης εκείνου που απέκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξης.
Περαιτέρω, εφόσον τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του Ν. 4557/2018 αδικήματα, με εκείνα του άρθρου 2 ίδιου νόμου τελούν σε πραγματική συρροή, όπως έχει προεκτεθεί, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητέες ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος.
Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 4557/2018 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 4 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί εκτέλεσης δύο αυθύπαρκτων, διακρινόμενων μεταξύ τους, αδικημάτων, το καθένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία.
Ούτε, όμως, περί απορρόφησης αδικήματος προβλεπόμενου από το άρθρο 2 του Ν. 4557/2018 σε αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 4 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος. Τούτο δε, διότι εφαρμογή της αρχής της απορρόφησης υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η μεταγενέστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του κτηθέντος με την προηγουμένη πράξη, χωρίς όμως, να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, διότι μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή της πρώτης πρόβλεψης καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσης του υπαιτίου (ΑΠ 1/2024, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 726/2021).
Από τα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με αυτά που προσκομίσθηκαν από τον εκζητούμενο, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε προφορικά ο εκκαλών-εκζητούμενος, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μέσω της νόμιμα διορισθείσας διερμηνέως, καθώς και όσα εξέθεσαν οι συνήγοροί του προφορικά και με το κατατεθέν υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με το με αριθμό 125 και με ημερομηνία 27/5/2025 έγγραφο της Πρεσβείας του Ισραήλ διαβιβάστηκε στις Ελληνικές Αρχές η με ημερομηνία 25/5/2025 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης του κράτους του Ισραήλ, Γραφείο Εισαγγελέα του κράτους στην Ιερουσαλήμ, για την έκδοση στις Αρμόδιες Αρχές του Ισραήλ του υπηκόου του K. (επ.) Α.
A. (ον.) του D. και της V., η οποία έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ζητείται η έκδοση του Κ. για την επανάληψη της δίκης του, υπόθεση αριθ. 52149-12-21 στο Κεντρικό Περιφερειακό Δικαστήριο Lod, για τα ακόλουθα αδικήματα: a. Λαθρεμπόριο αγαθών, υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, αδίκημα βάσει του άρθρου 211 (al) του Ισραηλινού Τελωνειακού Διατάγματος [νέα έκδοση] (εφεξής: "ο Τελωνειακός Διάταγμα"), το οποίο επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών (16 αδικήματα). b.
Προσκομίζει ή παραδίδει σε οποιονδήποτε τελωνειακό υπάλληλο οποιαδήποτε δήλωση ή έγγραφο που περιέχει οποιαδήποτε δήλωση η οποία είναι αναληθής ή λανθασμένη σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα, αδίκημα βάσει του άρθρου 212(α)(6) + 218 του Τελωνειακού Διατάγματος, με μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 ετών (16 αδικήματα). c.
Παραπλάνηση τελωνειακού υπαλλήλου σε σχέση με οποιοδήποτε στοιχείο που είναι πιθανό να επηρεάσει την εκτέλεση των καθηκόντων του, αδίκημα βάσει του άρθρου 212(α)(9) + 218 του Τελωνειακού Διατάγματος, με μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 ετών (16 αδικήματα). d. Παροχή ανακριβών ή ανακριβών πληροφοριών χωρίς εύλογη εξήγηση, αδίκημα βάσει του άρθρου 117(α)(3) του ισραηλινού νόμου περί φόρου προστιθέμενης αξίας, 5736-1975 (εφεξής: "ο νόμος ΦΠΑ"), που επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης ενός έτους (16 αδικήματα). e. Χρήση οποιασδήποτε απάτης, τεχνάσματος ή τέχνασμα ή επιτρεπόμενη χρήση αυτών με σκοπό την αποφυγή φορολογίας ή την υποβοήθηση άλλου προσώπου στο να το πράξει, αδίκημα βάσει του άρθρου 220(5) του περί Φορολογίας Εισοδήματος Νόμου, που επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 7 ετών (34 αδικήματα). f.
Χρήση οποιασδήποτε απάτης ή τέχνασμα ή παροχή άδειας σε άλλον να τα χρησιμοποιήσει ή τέλεση οποιασδήποτε άλλης πράξης με σκοπό την αποφυγή ή την καταβολή φόρου, αδίκημα βάσει του άρθρου 117(β)(8) του Νόμου περί ΦΠΑ, που επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 5 ετών (34 αδικήματα). g. Απαγόρευση ξεπλύματος χρήματος, αδίκημα βάσει του άρθρου 3(α) του ισραηλινού νόμου περί απαγόρευσης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, 5760-2000, που επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 10 ετών (πολλαπλά αδικήματα). 2.
Όλα τα προαναφερθέντα αδικήματα αποτελούν αδικήματα έκδοσης βάσει της ισραηλινής νομοθεσίας". Στην αίτηση επισυνάπτονται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα: 1) Το με ημερομηνία 28/3/2024 ένταλμα σύλληψης και προσαγωγής του Δικαστή Efrat Pink του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κέντρου - Lod, 2) Η με ημερομηνία 28/3/2024 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κέντρου - Lod του Ισραήλ, με την οποία ανεστάλη η ποινική διαδικασία σε βάρος του εκζητουμένου κατόπιν του εντάλματος σύλληψης.
Περαιτέρω, από το από το με ημερομηνία 25/5/2025 Αίτημα Έκδοσης του εκκαλούντος-εκζητουμένου (σελ. 6-9) και από το συνοδεύον αυτό από 28/3/2024 Ένταλμα Σύλληψης και το ενσωματωμένο σε αυτό Κατηγορητήριο σε βάρος του, προκύπτει ότι αυτός κατηγορείται για διάπραξη τελωνειακών παραβάσεων, αδικημάτων Φ.Π.Α., φορολογικών αδικημάτων και αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία διώκονται σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις α) του Τελωνειακού Διατάγματος του Ισραήλ, β) του Νόμου περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του Ισραήλ, γ) του Νόμου περί Φορολογίας Εισοδήματος του Ισραήλ και, δ) του Νόμου περί Απαγόρευσης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (5760/2000) του Ισραήλ, για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση αυτού.
Τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν τις αξιόποινες πράξεις, που φέρεται ότι τέλεσε ο εκζητούμενος, όπως αυτά αναφέρονται στο ενσωματωμένο στο από 28/3/2024 ένταλμα σύλληψης κατηγορητήριο, έχουν ως εξής: "Γενικό Μέρος. Ιστορικό. 1. Κατά την περίοδο μεταξύ των μηνών Απριλίου 2018 και Φεβρουαρίου 2019, ή περίπου τότε (εφεξής: "Η περίοδος που σχετίζεται με το κατηγορητήριο"), ενήργησε ο κατηγορούμενος 1 (σημ.
εκζητούμενος), από κοινού με μια άλλη, την M. S. B. (εφεξής S.) για την λαθραία εισαγωγή πολυτελών ρολογιών και κοσμημάτων διαφόρων ειδών στο Ισραήλ (εφεξής Τα αγαθά και/ή λαθραία αγαθά). 2. Ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε μαζί με την S. με συστηματικό και παραπλανητικό τρόπο για να πραγματοποιήσει λαθρεμπόριο αγαθών αξίας περίπου 6.143.177 ΝΙS με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων, και έτσι οι δύο απέφυγαν την πληρωμή εισαγωγικών δασμών συνολικού ύψους περίπου 1.044.340 ΝΙS. 3.
Κατά τη διάρκεια του μήνα Νοεμβρίου 2018, ή περίπου τότε, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (σημ. E. K.) γνωρίστηκαν μέσω ενός κοινού γνωστού και άρχισαν να συναντιούνται ο ένας με τον άλλον και να δημιουργούν επιχειρηματικές σχέσεις. 4. Μετά τη γνωριμία που περιγράφεται στο άρθρο 3 παραπάνω, ο κατηγορούμενος 2 συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 1 και την S., και κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ του μήνα Νοεμβρίου 2018 και του μήνα Φεβρουαρίου 2019, ή περίπου τότε (εφεξής: "η περίοδος γνωριμίας των κατηγορούμενων"), ο κατηγορούμενος 2 βοήθησε και/ή ενθάρρυνε και/ή συμμετείχε από κοινού με αυτούς στην λαθραία εισαγωγή στη χώρα πολυτελών ρολογιών και κοσμημάτων διαφόρων ειδών, τα οποία αποτελούν μέρος των λαθραίων αγαθών (εφεξής: "Μέρος των αγαθών και/ή μέρος των λαθραίων αγαθών"). 5.
Ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε από κοινού με την S. και με τη βοήθεια και/ή την ενθάρρυνση ή/και με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου 2, με συστηματικό και παραπλανητικό τρόπο πραγματοποιώντας το λαθρεμπόριο μέρους των λαθραίων αγαθών αξίας 543.397 ΝΙS, με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων, και έτσι απέφυγε την πληρωμή εισαγωγικών δασμών συνολικού ποσού περίπου 92.377 ΝΙS, οι οποίοι αποτελούν μέρος των ποσών που αναφέρονται λεπτομερώς στο άρθρο 2 παραπάνω). 6.
Η αρχή των αδικημάτων διαπράχθηκε όταν τα λαθραία αγαθά εισήχθησαν λαθραία στο Ισραήλ και συνεχίστηκε με την εμπορία ή την πώλησή τους στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στις κατηγορίες που ακολουθούν. Και όλα αυτά με σκοπό την απόκρυψη των αδικημάτων από τις τελωνειακές αρχές, τη δημιουργία ψευδών παραστάσεων στις τελωνειακές αρχές και με σκοπό την εξαπάτηση του δημόσιου ταμείου ή την παράκαμψη οποιασδήποτε απαγόρευσης, περιορισμού ή κανονισμού σχετικά με την εισαγωγή λαθραίων αγαθών. 7.
Τα αδικήματα, όπως θα περιγραφούνε λεπτομερώς παρακάτω, διαπράχθηκαν υπό επιβαρυντικές περιστάσεις με απάτη, παραπλάνηση και επιτήδευση, με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων. Οι περιστάσεις ήταν, μεταξύ άλλων, επιβαρυντικές λόγω του πλήθους των πράξεων, της συστηματικής φύσης των πράξεων και την χρονική διάρκεια κατά την οποία διαπράχθηκαν τα αδικήματα.
Οι κατηγορίες. 8. Ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε από κοινού με την S. και ένα άλλο άτομο, τον L. B. (εφεξής: "L."), και με τη βοήθεια και/ή την ενθάρρυνσή του και/ή την συμμετοχή του κατηγορουμένου 2, ως ομάδα, τόσο από κοινού όσο και ξεχωριστά, στην διάπραξη τελωνειακών αδικημάτων, διαπράττοντας ψευδείς πράξεις, οι οποίες θα αναφερθούν λεπτομερώς στην πρώτη κατηγορία στο παρόν κατηγορητήριο και στο συνημμένο Παράρτημα Α που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού. 9.
Ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε σε συνεννόηση, είτε από κοινού είτε ξεχωριστά, με την S. για να διαπράξει τα τελωνειακά αδικήματα, διαπράττοντας παραπλανητικές πράξεις, οι οποίες θα αναφερθούν λεπτομερώς στην δεύτερη κατηγορία στο παρόν κατηγορητήριο και στο συνημμένο Παράρτημα Β που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού. 10.
Ο κατηγορούμενος 2 βοήθησε και/ή ενθάρρυνε και/ή συμμετείχε είτε από κοινού είτε ξεχωριστά, με τον κατηγορούμενο 1 και με την S. στην διάπραξη τελωνειακών αδικημάτων, διαπράττοντας παραπλανητικές πράξεις, οι οποίες θα αναφερθούν λεπτομερώς στην τρίτη κατηγορία στο παρόν κατηγορητήριο και στο συνημμένο τροποποιημένο Παράρτημα Γ που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού (Το Παράρτημα Γ αποτελεί μέρος του Παραρτήματος Β). 11.
Η τέταρτη κατηγορία - αφορά αδικήματα βάσει του Νόμου περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, 5735 -1975 (εφεξής: "Νόμος περί ΦΠΑ"), τα οποία διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο 1. 12. Η πέμπτη κατηγορία - αφορά αδικήματα βάσει της Εντολής περί Φορολογίας Εισοδήματος [νέα διατύπωση], (εφεξής "Εντολή Φόρου Εισοδήματος"), τα οποία διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο 1. 13.
Η έκτη κατηγορία - αφορά αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 και το σύνολο των δραστηριοτήτων που διέπραξε σε "απαγορευμένη περιουσία", όπως ορίζεται στο Άρθρο 3(α) του Νόμου περί Απαγόρευσης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, 5760-2000 (εφεξής "Νόμος περί Απαγόρευσης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες"), με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της προέλευσης της απαγορευμένης περιουσίας, της ταυτότητας των κατόχων των δικαιωμάτων, το μέρος που βρίσκεται, τις διακινήσεις της και την δημιουργία της.
Οι εμπλεκόμενοι. 14. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο εμπνευστής, ο σχεδιαστής και ο εκτελεστής των πράξεων του λαθρεμπορίου, και ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, στην αγορά και πώληση πολυτελών ρολογιών και κοσμημάτων διαφόρων ειδών. 15. Η εταιρεία Κ.Α. JEWELRY LTD συστάθηκε την 28.12.17 ως Κ.Τ.Α. LEWELRY LTD και εγγράφηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αριθμό επιχείρησης/σύμπραξης ..., σύμφωνα με τον Νόμο περί Εταιρειών 5759 - 1999, και σύμφωνα με τον ορισμό του Άρθρου 1 του Νόμου περί ΦΠΑ στις 13.09.18 τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρείας σε "Κ.Α JEWELRY LTD" (εφεξής: "η εταιρεία"). 16.
Μεταξύ των ετών 2018-2019, ή περίπου τότε, ο κατηγορούμενος 1 ήταν ένας από τους ιδιοκτήτες και ο εγγεγραμμένος διαχειριστής της εταιρείας. 17. Ο κατηγορούμενος 2 βοήθησε και/ή ενθάρρυνε και/ή συμμετείχε στην εκτέλεση των πράξεων λαθρεμπορίας και μεταξύ άλλων, συμμετείχε στην εμπορία ή/και μεσιτεία μέρους των λαθραίων αγαθών μεταξύ του κατηγορουμένου 1 και διαφόρων πελατών. 18.
Η S. ενήργησε ως μεταφορέας του λαθρεμπορίου. Η S. ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό και επέστρεφε στο Ισραήλ μεταφέροντας τα λαθραία αγαθά στο σώμα της και στις αποσκευές της. Πρώτη κατηγορία - Τελωνειακά αδικήματα Κατηγορούμενοι 1 και 2 (εφεξής στο παρόν κατηγορητήριο: "Οι κατηγορούμενοι") Α. Τα γεγονότα: 1. Στις 25.02.19, με πρωτοβουλία και εντολή του κατηγορούμενου 1, ταξίδευσε ο κουνιάδος του κατηγορούμενου 1 L.
B. (εφεξής: "L.") στο Χονγκ-Κονγκ μέσω του Αμμάν με σκοπό να φέρει ένα πολυτελές ρολόι για να το πωλήσει σε πελάτη του κατηγορούμενου 2 (εφεξής: "συναλλαγή πώλησης"), όλα με τη βοήθεια ή/και την ενθάρρυνση ή/και τη συμμετοχή του κατηγορούμενου 2, ο οποίος λειτούργησε ως μεσάζων στη συναλλαγή πώλησης. Στις 26.02.2019, με πρωτοβουλία και εντολή του κατηγορουμένου 1, η S. ταξίδευσε στο Ντουμπάι μέσω Μόσχας με σκοπό το λαθρεμπόριο πολυτελών ρολογιών.
Στις 27.02.2019, η S. επέστρεψε με τις πτήσεις ... και ... από το Ντουμπάι μέσω Μόσχας και προσγειώθηκε στο Αεροδρόμιο Βen Gurion (εφεξής "ΑΒG"). Την ίδια ημερομηνία επέστρεψε ο L. με τις πτήσεις ... - ... από το Χονγκ Κονγκ μέσω Κωνσταντινούπολης και προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Ben Gurion. Κατά την επιστροφή της S. και του L. στο Ισραήλ, κατά τη διάρκεια ελέγχου που διεξήχθη στις αποσκευές τους από τελωνειακούς ελεγκτές, ανακαλύφθηκαν διάφορα είδη πολυτελών ρολογιών που είχαν εισαχθεί λαθραία στο Ισραήλ μέσω του πράσινου διαδρόμου στο αεροδρόμιο Ben Gurion.
Στο σώμα και στις αποσκευές της S. εντοπίστηκαν σύμφωνα με την βεβαίωση κατάσχεσης με αριθμό ..., τρία πολυτελή ρολόγια όπως περιγράφονται παρακάτω α. Ρολόι χειρός ROLΕΧ σε χάλκινο - ροζ χρώμα, β. Ρολόι χειρός AUDEMARS PIGUET σε χάλκινο - ροζ χρώμα, γ. Ρολόι χειρός ΡΑΤΕΚ ΡΗΙLLIΡΡΕ σε ασημένιο χρώμα (εφεξής "το κατασχεθέν εμπόρευμα").
Στο σώμα του L. εντοπίστηκε σύμφωνα με την βεβαίωση κατάσχεσης με αριθμό ..., ένα πολυτελές ρολόι ΡΑΤΕΚ ΡΗΙLΙΡΡΕ σε ασημένιο χρώμα με μαύρο λουράκι (εφεξής "πρόσθετο κατασχεθέν εμπόρευμα"). Το κατασχεθέν εμπόρευμα και το επιπλέον κατασχεθέν εμπόρευμα εξετάστηκαν από πιστοποιημένη εκτιμήτρια έργων τέχνης και η εξέταση αποκάλυψε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν εκτιμώμενη αξία 1.723.040 NIS (3,56 USD - συναλλαγματική τιμή δολαρίου την ημέρα του λαθρεμπορίου 27.02.19), όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Α του παρόντος κατηγορητηρίου.
Το κατασχεθέν εμπόρευμα ταξινομείται σύμφωνα με το είδος τελωνείου ... και το πρόσθετο κατασχεθέν εμπόρευμα ταξινομείται σύμφωνα με το τελωνειακό είδος - ... Οι δασμοί που ισχύουν για το κατασχεμένο εμπόρευμα και το επιπλέον κατασχεμένο εμπόρευμα ανέρχονται στο ποσό των 292,917 Ν1S περίπου, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Α του παρόντος κατηγορητηρίου.
Με τις πράξεις και παραλείψεις τους ,όπως αναφέρονται παραπάνω, οι κατηγορούμενοι διακίνησαν λαθραία υπό επιβαρυντικές συνθήκες, μαζί με άλλους, είτε ως ομάδα, είτε μαζί είτε ξεχωριστά, το κατασχεμένο εμπόρευμα και το επιπλέον κατασχεμένο εμπόρευμα, με σκοπό την εξαπάτηση του Υπουργείου Οικονομικών ή την παράκαμψη οποιασδήποτε απαγόρευσης, περιορισμού ή κανονισμού σχετικά με την εισαγωγή τους. 10.
Με τις πράξεις και παραλείψεις τους, όπως αναφέρονται παραπάνω, οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους, έκαναν δήλωση στον τελωνειακό υπάλληλο, η οποία δεν είναι ορθή. 11. Με τις πράξεις και παραλείψεις τους, όπως αναφέρονται παραπάνω, οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους, παραπλάνησαν τελωνειακό υπάλληλο σχετικά με συγκεκριμένο στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει την εκπλήρωση των καθηκόντων του. 12.
Με τις πράξεις και παραλείψεις τους, όπως αναφέρονται παραπάνω, οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους, δήλωσαν πληροφορία που δεν είναι ορθή ή είναι ανακριβής, χωρίς λογική εξήγηση. Δεύτερη κατηγορία - Τελωνειακά αδικήματα Κατηγορούμενος 1 μόνο. 1. Μεταξύ των ετών 2018-2019, ή περίπου τότε, ο κατηγορούμενος 1 αγόρασε πολυτελή ρολόγια και κοσμήματα από διάφορα μέρη παγκοσμίως, και μεταξύ άλλων, από Ντουμπάι, Άμστερνταμ, Βέλγιο, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Χονγκ Κονγκ και Γαλλία, και αυτό με σκοπό να τα πουλήσει σε διάφορους πελάτες στο Ισραήλ και/ή παγκοσμίως (εφεξής "διάφοροι πελάτες").
Κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου του κατηγορητηρίου, σε πολλές περιπτώσεις και με σκοπό το λαθρεμπόριο των αγαθών, ταξίδευσε η S. σε διάφορους προορισμούς στο εξωτερικό, και μεταξύ άλλων στους προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παραπάνω, και επέστρεψε στο Ισραήλ μέσω του αεροδρομίου Ben Gurion με τα λαθραία εμπορεύματα επάνω της και στις αποσκευές της, και χωρίς να τα δηλώσει όταν διήλθε από την πράσινη διαδρομή.
Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της όπως περιγράφεται, η S. δήλωσε ότι δεν μετέφερε λαθραία εμπορεύματα και ότι οι αποσκευές της περιείχαν μόνο εμπορεύματα που απαλλάσσονταν από φόρους και από υποχρέωση δήλωσης στο τελωνείο. Με την δραστηριότητα, όπως περιγράφεται παραπάνω και παρακάτω, η S. εισήγαγε τα λαθραία εμπορεύματα στο Ισραήλ, και όλα έγιναν σύμφωνα με τις ακριβείς οδηγίες, την επίβλεψη και την καθοδήγηση του κατηγορουμένου 1.
Οι πράξεις λαθρεμπορίας περιγράφονται λεπτομερώς στο Παράρτημα Β αυτού του κατηγορητηρίου. Ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε μαζί με την S. συστηματικά και παραπλανητικά για να πραγματοποιήσει το λαθρεμπόριο αγαθών αξίας 4.420.137 ΝΙS, με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων, και με αυτόν τον τρόπο οι δύο απέφυγαν την πληρωμή εισαγωγικών δασμών συνολικού ύψους 751.423 ΝΙS. Οι πράξεις λαθρεμπορίας αγαθών έγιναν με σκοπό την αποφυγή καταβολής των εισαγωγικών δασμών που θα ίσχυαν για τα λαθραία αγαθά εάν πληρωνόταν για αυτά οι πραγματικοί δασμοί και με σκοπό την εξαπάτηση του δημόσιου ταμείου ή την παράκαμψη οποιασδήποτε απαγόρευσης, περιορισμού ή κανονισμού στην εισαγωγή λαθραίων αγαθών.
Οι πράξεις λαθρεμπορίας αγαθών, όπως περιγράφονται λεπτομερώς παρακάτω, έγιναν υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, με δόλο, παραπλάνηση και επιτήδευση, με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τη συστηματική φύση των πράξεων, το πλήθος των αδικημάτων, τον σχεδιασμό και τη μακρά χρονική περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκαν.
Σε συνέχεια των όσων περιγράφονται στο άρθρο 3 του γενικού μέρους του παρόντος κατηγορητηρίου, κατά την περίοδο γνωριμίας μεταξύ των κατηγορουμένων, ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε από κοινού με την S. και με τη βοήθεια και/ή την ενθάρρυνση του, και/ή τη συμμετοχή του κατηγορουμένου 2, συστηματικά και παραπλανητικά, με προσεκτικό σχεδιασμό εκ των προτέρων, για να πραγματοποιήσει το λαθρεμπόριο ορισμένων από τα λαθραία αγαθά που αναφέρονται λεπτομερώς στην Τρίτη κατηγορία και στο τροποποιημένο Παράρτημα.
Γ, και τα οποία αποτελούν μέρος των ποσών που αναφέρονται λεπτομερώς στην άρθρο 4 παραπάνω. Με τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως αναφέρονται παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1 διακίνησε λαθραία μαζί με άλλους, υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, είτε ως ομάδα, είτε μαζί, είτε ξεχωριστά, τα λαθραία αγαθά, με σκοπό την εξαπάτηση του Δημόσιου Ταμείου ή την παράκαμψη οποιασδήποτε απαγόρευσης, περιορισμού ή περιορισμού σχετικά με την εισαγωγή τους. 9.
Με τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως αναφέρονται παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1, μαζί με άλλους, έκανε δήλωση στον τελωνειακό υπάλληλο, η οποία δεν είναι ορθή. 10. Με τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως αναφέρονται παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1, μαζί με άλλους, παραπλάνησε τελωνειακό υπάλληλο σχετικά με συγκεκριμένο στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει την εκπλήρωση των καθηκόντων του. 11.
Με τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως αναφέρονται παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1, μαζί με άλλους, δήλωσε πληροφορία που δεν είναι ορθή ή είναι ανακριβής, χωρίς λογική εξήγηση. Τέταρτη κατηγορία-Αδικήματα φόρου Εισοδήματος Κατηγορούμενος 1 μόνο. Τα γεγονότα: 1. Αυτή η κατηγορία αφορά την περίοδο μεταξύ των ετών 2018 και 2019, ή περίπου τότε (εφεξής "Η σχετική περίοδος").
Κατά την σχετική περίοδο ο κατηγορούμενος 1 ασχολήθηκε με την αγορά και πώληση πολυτελών ρολογιών και κοσμημάτων (εφεξής "πεδίο απασχόλησής του"). 3. Κατά την σχετική περίοδο ο κατηγορούμενος 1 πουλούσε τα πολυτελή ρολόγια που κατείχε (εφεξής "πολυτελή ρολόγια/πωλημένα πολυτελή ρολόγια") σε διάφορα άτομα (εφεξής "οι αγοραστές"). 4.
Στα πλαίσια του πεδίου απασχόλησης του ο κατηγορούμενος 1 δεν κατέγραψε στα λογιστικά βιβλία ούτε ανέφερε συναλλαγές πώλησης των πολυτελών ρολογιών και των κοσμημάτων σε αγοραστές. 5. Ο κατηγορούμενος 1 δεν δήλωσε στις φορολογικές αρχές το εισόδημα του από την πώληση των πολυτελών ρολογιών ύψους περίπου 2.327.567 ΝΙS, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Δ του παρόντος κατηγορητηρίου. 6.
Ο κατηγορούμενος 1 έχει ισραηλινή υπηκοότητα και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένος να δηλώνει στις φορολογικές αρχές όλα τα εισοδήματα του από κάθε πηγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 131 της Εντολής Φόρου Εισοδήματος και των Διατάξεων φόρου Εισοδήματος (Τήρηση Λογιστικών Βιβλίων), 5733-1976, και μεταξύ αυτών, την καταγραφή εισπράξεων και εξόδων. 7.
Από ημερομηνία που δεν είναι γνωστή στην Κατηγορούσα Αρχή και έως τον Φεβρουάριο 2019, ο κατηγορούμενος 1 πούλησε τα πολυτελή ρολόγια (που αναφέρονται στο Παράρτημα Δ του παρόντος κατηγορητηρίου) και αποδέχθηκε ποσά που δεν είναι γνωστά στην Κατηγορούσα Αρχή με ακρίβεια, αλλά δεν είναι λιγότερα από 2.327.567 ΝΙS, (εφεξής "οι Αποδοχές"), σύμφωνα με την παρακάτω ανάλυση:
Φορολογικό έτος 2018, Συνολικά έσοδα από την πώληση των πολυτελών ρολογιών 1.727.918 ΝΙS, φορολογικό έτος 2019, Συνολικά έσοδα από την πώληση των πολυτελών ρολογιών 599.649 NIS. 8. Στα πλαίσια αυτής της συμπεριφοράς του και με σκοπό την φοροδιαφυγή, ο κατηγορούμενος 1 δεν τήρησε βιβλία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. 9.
Κατά την πώληση των προαναφερθέντων πολυτελών ρολογιών και την είσπραξη των αποδοχών, ο κατηγορούμενος 1 δεν δήλωσε το εισόδημα του από καμία πηγή στον εφοριακό και δεν κατέβαλε τους φόρους που προκύπτουν από τα κέρδη του, παρόλο που υποχρεούται να δηλώνει και να καταβάλει φόρους. Εκτός τούτου, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος έλαβε μετρητά από τους αγοραστές των πολυτελών ρολογιών, και αυτό για να αποκρύψει το εισόδημά του. 10.
Στις προαναφερθείσες ενέργειες του, ο κατηγορούμενος 1 έπραξε με δόλιο, παραπλανητικό και πανούργο τρόπο, με σκοπό να αποφύγει τον φόρο εισοδήματος σε σχέση με τα φορολογικά έτη, που περιγράφονται στο άρθρο 7 παραπάνω. Πέμπτη κατηγορία - Κατηγορούμενος 1 μόνο. Α. Τα γεγονότα: 1. Κατά τα έτη 2018-2019, ή περίπου τότε (εφεξής "η σχετική περίοδος για την πέμπτη κατηγορία"), ο κατηγορούμενος 1 ήταν υποχρεωμένος να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις στον Διοικητή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας κατά τον τρόπο και την ημερομηνία που ορίζει ο νόμος και οι Κανονισμοί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, 5736-1976. 2.
Την σχετική περίοδο για την πέμπτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 πούλησε σε διάφορους πελάτες μέρος των λαθραίων αγαθών ή/και των πρόσθετων λαθραίων αγαθών, όπως και άλλα αγαθά που αγοράστηκαν στο Ισραήλ (εφεξής "τα άλλα αγαθά"), καλούμενα, χωρίς καμία λογιστική καταχώρηση, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Δ του παρόντος κατηγορητηρίου. 3.
Ο κατηγορούμενος 1 δεν κατέγραψε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας τις συναλλαγές πώλησης των άλλων αγαθών σε διάφορους πελάτες, ύψους περίπου 1.212.322,56 Ν1S, και τον ΦΠΑ, που προέκυψε από αυτά, ανήλθε σε περίπου 295.686 ΝΙS, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο Παράρτημα Δ του παρόντος κατηγορητηρίου. 4. Ο κατηγορούμενος 1 δεν ανέφερε στις Αρχές ΦΠΑ τις συναλλαγές πώλησης των άλλων αγαθών και δεν κατέβαλε τον φόρο που προέκυψε από την πώληση ύψους περίπου 395.686 ΝΙ5, όλα αυτά με στόχο να αποφύγει την πληρωμή φόρου. 5.
Στις ενέργειες που περιγράφονται λεπτομερώς παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποίησε παραπλάνηση ή πανουργία ή διέπραξε άλλη πράξη με σκοπό την αποφυγή πληρωμής φόρου. Έκτη κατηγορία - Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Κατηγορούμενος 1 μόνο. Τα γεγονότα: 1. Όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην πρώτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε μαζί με την S. για να διαπράξει τα αδικήματα του λαθρεμπορίου αγαθών, σύμφωνα με τα άρθρα 211 και 212 της Εντολής Τελωνείου, τα οποία συνιστούν αδικήματα βάσει του Νόμου περί Απαγόρευσης Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες. 2.
Τα λαθραία αγαθά και τα άλλα λαθραία αγαθά, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στο γενικό μέρος του παρόντος κατηγορητηρίου και στο πλαίσιο των κατηγοριών 1-3 (πολυτελή ρολόγια και κοσμήματα), είναι "απαγορευμένη περιουσία", όπως ορίζεται στο άρθρο 3 (α) του Νόμου περί Απαγόρευσης Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (εφεξής "η απαγορευμένη περιουσία"). 3.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κατηγορούμενος 1 συνεργάστηκε με την S. συστηματικά και παραπλανητικά για να πραγματοποιήσει το λαθρεμπόριο των αγαθών αξίας 6.143.177 ΝΙS. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, που αναφέρονται λεπτομερώς στο γενικό μέρος του κατηγορητηρίου και στις κατηγορίες 1-3, λίγο μετά την λαθραία εισαγωγή στο Ισραήλ, η S. παρέδωσε τα λαθραία αγαθά και τα πρόσθετα λαθραία αγαθά στον κατηγορούμενο 1 και αυτός τα κράτησε με σκοπό να τα πουλήσει/μεταβιβάσει σε διάφορους πελάτες.
Ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε ενέργειες στην απαγορευμένη περιουσία, προκειμένου να αποκρύψει ή να συγκαλύψει την προέλευση της, την ταυτότητα των δικαιούχων της, τον τόπο που βρίσκεται, τις διακινήσεις της ή την διάπραξη οποιασδήποτε ενέργειας με αυτήν, όπως εξηγείται παρακάτω: Παράδοση και/ή παραλαβή των λαθραίων αγαθών και/ή πρόσθετων λαθραίων αγαθών.
Κατοχή των λαθραίων αγαθών και/ή πρόσθετων λαθραίων αγαθών. Πώληση ή/και μεσιτεία των λαθραίων αγαθών και/ή των πρόσθετων λαθραίων αγαθών με σκοπό την απόκρυψη της πραγματικής τους αξίας. Πώληση των λαθραίων αγαθών και/ή των πρόσθετων λαθραίων αγαθών χωρίς κανένα λογιστικό έγγραφο. 4. Μη δήλωση κα/ή μη καταγραφή στις αρχές της πώλησης των λαθραίων αγαθών και/ή των πρόσθετων λαθραίων αγαθών.
Με τις πράξεις του, που περιγράφονται παραπάνω, ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε δεκάδες ενέργειες με την απαγορευμένη περιουσία, με σκοπό να αποκρύψει ή να συγκαλύψει την προέλευση της, την ταυτότητα των δικαιούχων της, τον τόπο που βρίσκεται, τις διακινήσεις της ή την διάπραξη οποιασδήποτε ενέργειας με αυτήν, κινώντας ποσό που υπερβαίνει τα 6.143,177 ΝΙS".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, όσον αφορά τις υπό στοιχεία 1 έως 6 ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του από 25/5/2025 Αιτήματος Έκδοσης, για τις οποίες ζητείται από τις Αρχές του Ισραήλ η έκδοση του εκκαλούντος-εκζητουμένου, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά ανωτέρω κατά τα πραγματικά τους περιστατικά, αυτές είναι αξιόποινες και τιμωρούνται σύμφωνα:
α) με τα ως άνω αναφερόμενα άρθρα του ανανεωμένου Τελωνειακού Κώδικα του Ισραήλ, β) του Νόμου περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του Ισραήλ και, γ) του Νόμου περί Φορολογίας Εισοδήματος του Ισραήλ και, συνεπώς, αποτελούν φορολογικές και τελωνειακές παραβάσεις και κατά τους νόμους του Ισραήλ, αλλά και κατά τους Ελληνικούς Νόμους, από τους οποίους χαρακτηρίζονται: 1) ως ηθική αυτουργία σε λαθρεμπορία από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση και με ιδιαίτερα τεχνάσματα με δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 45, 46 παρ. 1, 98 Π.Κ.
και 157 παρ. 1 περ. γ', βδ' του Ν. 2960/2001) και, 2) ως φοροδιαφυγή κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 Π.Κ. και 66 παρ. 1 περ. β', 3 περ. β' υποπερ. αα' και 4 του Ν. 4174/2013), και όχι ως απάτη και ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρα 46 παρ. 1, 98, 386 παρ. 2-1 Π.Κ.), αφού η απάτη απορροφάται, με βάση την αρχή της ειδικότητας (ΟλΑΠ 643/1988) τόσο από τη φοροδιαφυγή, όταν οι πράξεις της απάτης αποσκοπούν αποκλειστικά στη φοροδιαφυγή, όπως αναφέρεται στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, όσο και από τη λαθρεμπορία, αφού οι πράξεις της λαθρεμπορίας μπορούν να τελεστούν και με εξαπάτηση των τελωνειακών υπαλλήλων, όπως περιγράφεται στα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.
Κατόπιν αυτών, και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις (υπό στοιχεία 1 έως και 6 του αιτήματος έκδοσης), και δη για τις ως άνω φορολογικές και τελωνειακές αξιόποινες πράξεις του εκκαλούντος-εκζητούμενου δεν επιτρέπεται η έκδοσή του, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως και το άρθρο 438 περ.
γ' Κ.Π.Δ., ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει συναφθεί αντίθετη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Εξάλλου, ούτε τα άρθρα 50 και 59-66 της Διεθνούς Συμβάσεως Schengen, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση εκδόσεως εγκληματιών για όλες τις παραβάσεις τελωνειακών δασμών, έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η Σύμβαση αυτή έχει μεν κυρωθεί από την Ελλάδα με το Ν. 2514/1997, δεν έχει όμως κυρωθεί και από το Ισραήλ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος-εκζητουμένου αναφορικά με την απαγόρευση εκδόσεώς του για τις ανωτέρω υπό στοιχ. 1 έως 6 πράξεις (φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας) του αιτήματος έκδοσης είναι βάσιμος. Κατόπιν δε των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου συναφούς λόγου εφέσεως αυτού, με τον οποίο ζητείται η μη έκδοση του εκκαλούντος στο Ισραήλ για τις ίδιες ως άνω πράξεις, λόγω της έλλειψης του διττού αξιοποίνου για τις εν λόγω πράξεις.
Περαιτέρω, για την υπό στοιχείο 7 πράξη του από 25/5/2025 Αιτήματος Έκδοσης, ήτοι της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, και δη από την εγκληματική δραστηριότητα της ηθικής αυτουργίας σε λαθρεμπορία, για την οποία επίσης ζητείται από τις Αρχές του Ισραήλ η έκδοση του εκκαλούντος-εκζητουμένου, αυτή διώκεται και τιμωρείται στο Ισραήλ σύμφωνα με το άρθρο 3(a) του Νόμου περί Ξεπλύματος Χρήματος (Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες) του Ισραήλ, συνιστά δε και κατά την ελληνική νομοθεσία αξιόποινη πράξη, και δη το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 98 Π.Κ.
και 4 περ. ζ', ιστ. β' και 39 παρ. 1 εδ. β' - περ. ββ του Ν. 4557/2018), για την δίωξη δε και καταδίκη του δράστη, ενόψει της διάταξης του άρθρου 39 παρ. 3 του Ν. 4557/2018, δεν απαιτείται ποινική δίωξη ή καταδίκη του και για το βασικό αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την πιο πάνω πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης για την έκδοση του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ για να δικαστεί για την πράξη αυτή.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του εκκαλούντος, που περιλαμβάνονται στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο συναφείς λόγους εφέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 39 του Ν. 4557/2018, έλλειψης διττού αξιοποίνου και απαγόρευσης της έκδοσής του, διότι, όπως επικαλείται, τα στοιχεία της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα συμπίπτουν με τα στοιχεία του, επίσης, αποδιδόμενου σ' αυτόν βασικού αδικήματος της λαθρεμπορίας, είναι αβάσιμες.
Τούτο δε, διότι, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω σε βάρος του εκκαλούντος κατηγοριών, είναι απόλυτα διακριτές οι πράξεις της μεταγενέστερα φερόμενης ως τελεσθείσας νομιμοποίησης εσόδων απ' αυτές της ηθικής αυτουργίας στη λαθρεμπορία, που του αποδίδεται, η οποία (λαθρεμπορία) πραγματοποιήθηκε με τη μορφή της εισαγωγής των εν λόγω λαθρεμπορευμάτων (ωρολογίων πολυτελείας) από τρίτα πρόσωπα στο αεροδρόμιο Ben Gurion του Ισραήλ, χωρίς την πληρωμή των σχετικών δασμών στο τελωνείο, με επιβαρυντικές περιστάσεις, καθόσον "οι πράξεις αυτές διαπράττονταν με συστηματικό τρόπο, με πολυάριθμα αδικήματα προμελέτη και για παρατεταμένο χρονικό διάστημα" (σελ. 4-5 του Αιτήματος Έκδοσης), ενώ, στη συνέχεια, ο ίδιος [εκζητούμενος] πωλούσε τα ωρολόγια σε διάφορους πελάτες και λάμβανε τα χρήματα από την πώληση των εν λόγω λαθρεμπορευμάτων σε μετρητά, ώστε με τον τρόπο αυτό να συγκαλύψει τα ίχνη της παρανόμως αποκτηθείσας περιουσίας του, και ειδικότερα "με σκοπό να αποκρύψει ή να συγκαλύψει την προέλευσή της, την ταυτότητα των δικαιούχων της, τον τόπο που βρίσκεται, τις διακινήσεις της ή την διάπραξη οποιασδήποτε ενέργειας με αυτή, διακινώντας ποσό που υπερβαίνει τα 6.143,177 ΝΙS" (σελ. 11 του από 28/3/2024 Εντάλματος Σύλληψης", στα πλαίσια δε της ως άνω κατηγορίας σε βάρος του διατάχθηκε από το Κεντρικό Περιφερειακό Δικαστήριο Lod του Ισραήλ και η κατάσχεση της παράνομης περιουσίας του, που αποκτήθηκε από τις ως άνω παράνομες δραστηριότητες ή χρησιμοποιήθηκε ως μέσο τέλεσης αυτών, και συγκεκριμένα των δύο αυτοκινήτων PORSCHE CAYENNE ιδιοκτησίας του και του χρηματικού ποσού των 49.200 και 46.134 NIS σε μετρητά, όπως αναφέρεται στο από 28/3/2024 Ένταλμα Σύλληψης (σελ. 13 αυτού) και, συνεπώς, έχει ποινική ευθύνη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4557/2018 και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού τα στοιχεία των πράξεων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε λαθρεμπορία.
Επίσης, αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, που περιλαμβάνεται στον τρίτο λόγο έφεσης, σχετικά με το ότι η πράξη της νομιμοποίησης αφορά την κατοχή και χρήση της περιουσίας από τον ίδιο ως δράστη του βασικού εγκλήματος της λαθρεμπορίας και, επομένως, η πράξη της νομιμοποίησης είναι ατιμώρητη σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο (άρθρο 39 παρ. 1 περ.
ε' εδ. β'του Ν. 4557/2018), διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα, ενώ δεν πληρούται η προϋπόθεση, που το άρθρο 39 του Ν. 4557/2018 ορίζει για να κριθεί ατιμώρητος ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων, εφόσον ο εκκαλών-εκζητούμενος δεν έχει κριθεί ένοχος των βασικών αδικημάτων, ούτε θα δικαστεί γι' αυτά, μετά την ευδοκίμηση της κρινόμενης έφεσής του ως προς αυτά.
Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος με τον τέταρτο λόγο της έφεσης ισχυρισμός του εκκαλούντος-εκζητουμένου ότι είναι αόριστη η περιγραφή των πράξεων της κατοχής και πώλησης των λαθρεμπορευμάτων, τόσο στο Ένταλμα Σύλληψης όσο και στο συνημμένο σε αυτό κατηγορητήριο σε βάρος του, διότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης αυτών, ποια είναι τα λαθραία αγαθά που πωλήθηκαν και σε ποιον πωλήθηκαν αυτά, είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του σε βάρος του εκδοθέντος ως άνω Εντάλματος Σύλληψης-Κατηγορητηρίου και των συνημμένων σ' αυτό Παραρτημάτων Α, Β και Γ προκύπτει ότι σε αυτά προσδιορίζονται με λεπτομέρειες όλες οι φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν πράξεις νομιμοποίησης εσόδων και το σύνολο των φερόμενων ως πωληθέντων πολυτελών ρολογιών (μάρκας ΡΑΤΕΚ ΡΗΙLΙΡΡΕ, RΟLEΧ και ΑUDEMARS PIGUET), η αξία τους και το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο φέρονται ότι έγιναν οι πωλήσεις αυτές στο Ισραήλ ,ήτοι κατά τα έτη 2018 και 2019, ενώ, υπό το πρόσχημα της αοριστίας των κατηγοριών σε βάρος του, στην πραγματικότητα ο εκκαλών-εκζητούμενος επικαλείται ότι δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων, τη συνδρομή των οποίων, όμως, το δικαστήριο της έκδοσης δεν έχει αρμοδιότητα να ερευνήσει (ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 1487/2019).
Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, καθόσον δεν προκύπτει ότι συντρέχει κίνδυνος υποβολής του εκκαλούντος-εκζητουμένου σε μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και διακύβευσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του για λόγους πολιτικούς, αφού ο λόγος αυτός προβάλλεται εντελώς αορίστως, ήτοι χωρίς κάποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα που να τον θεμελιώνουν, όπως άλλωστε είναι και ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του ότι κινδυνεύει η ζωή του, εάν εκδοθεί και φυλακιστεί στο Ισραήλ, επειδή τύγχανε συνεργάτης της Δίωξης Ναρκωτικών των Η.Π.Α. σε υπόθεση εξάρθρωσης εγκληματικού δικτύου διακίνησης ναρκωτικών στο Ισραήλ, αφού η απλή επίκληση κινδύνου διώξεων για πολιτικούς λόγους, ή η τυχόν διακινδύνευση της ζωής του από τρίτο, άσχετο προς το εκζητούν κράτος, πρόσωπο, δεν απαγορεύει την έκδοση εκζητουμένου προσώπου προς τον σκοπό δίωξής του για αδικήματα παραβίασης της ποινικής νομοθεσίας (ΑΠ 1505/2024, ΑΠ 284/2021).
Εξάλλου, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση έκδοσής του θα λάβει χώρα παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και ότι θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική συμπεριφορά και μεταχείριση, κατά την κράτησή του σε Σωφρονιστικό Κατάστημα του Ισραήλ, καθόσον μόνη η εμπόλεμη κατάσταση στο εκζητούν κράτος δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα (ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 380/2023), ενώ, περαιτέρω, το κράτος του Ισραήλ, ανεξαρτήτως του εάν είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης ή εάν συνεχίζει να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση ή σε εκεχειρία, αποτελεί κράτος δικαίου και στο υπό κρίση Αίτημα Έκδοσης εγγυάται την πλήρη εφαρμογή και εκτέλεση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, όπως η αρχή της ειδικότητας, και την τήρηση των διαδικαστικών και δικαιοκρατικών εγγυήσεων όλων των συναφθέντων από αυτό διεθνών συμβάσεων, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να παραμένει υποχρεωμένη έναντι αυτού, στα πλαίσια της αρχής της αμοιβαιότητας, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την Ε.Σ.Ε., η οποία είναι σε ισχύ, δεν έχει καταγγελθεί από τα μέρη, ούτε έχει ανασταλεί η εφαρμογή της και διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά και των σχετικών διατάξεων του Κ.Π.Δ., εφόσον δεν αντίκεινται σ' αυτήν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω , η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ, για να δικαστεί για τις πράξεις της λαθρεμπορίας και φοροδιαφυγής, υπό στοιχεία 1 έως και 6 του από 28/3/2024 Εντάλματος Σύλληψης.
Περαιτέρω, αφού συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την έκδοση του εκκαλούντος-εκζητουμένου θετικές, κατά την ως άνω Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και τον Κ.Π.Δ., προϋποθέσεις και ελλείπουν οι αρνητικές, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ για να δικαστεί για την υπό στοιχείο 7 του από 25/5/2025 Αιτήματος Έκδοσης πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και υπέρ της περαιτέρω κρατήσεως αυτού μέχρι της παραδόσεώς του στις αρμόδιες Αρχές του Ισραήλ, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης και το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένης της υπό κρίση εφέσεως κατά το μέρος αυτό, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 4 Κ.Π.Δ., το συμβούλιο εφετών μπορεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει την αντικατάσταση της κράτησης με περιοριστικούς όρους, η οποία (αντικατάσταση) αίρεται αυτοδικαίως μόλις δημοσιευθεί η απόφαση που εγκρίνει την έκδοση ή την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ περαιτέρω η δυνατότητα αντικατάστασης της κράτησης του εκζητουμένου υφίσταται και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, όταν επιλαμβάνεται ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να αποφαίνεται για την κράτηση του εκζητουμένου ή για την επιβολή περιοριστικών όρων (ΑΠ 274/2025, ΑΠ 334/2023), πλην όμως, μετά την απόρριψη της έφεσης αυτού ή την γνωμοδότηση υπέρ της εκδόσεως για κάποιες πράξεις, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποβαίνει μη νόμιμο το αίτημα της αντικατάστασης της κράτησης με περιοριστικούς όρους, αφού για τη σύλληψη και την κράτηση ή τη διατήρηση της κράτησής του αποφάνθηκε, ως αρμόδιο, το Συμβούλιο Εφετών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 4 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 104/2024, ΑΠ 1508/2022).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και ενόψει της εν μέρει απόρριψης της υπό κρίση έφεσης και της θετικής γνωμοδοτήσεως υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ' εξακολούθηση, θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα του εκζητουμένου για την αντικατάσταση της κράτησής του με περιοριστικούς όρους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 4 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την με αριθμό 26/30.5.2025 έφεση του Κ. (επ.) Α. A. (ον.) του D. και της V., υπηκόου Ισραήλ και Βελγίου, που γεννήθηκε στις .../1984 στο Ισραήλ, και ήδη κρατουμένου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Χανίων.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 72/2025 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, και δη κατά το μέρος που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ, για να δικαστεί για τις πράξεις: 1) του διακεκριμένου παράνομου εμπορίου αγαθών, 2) της προσκόμισης ή παράδοσης σε οποιονδήποτε τελωνειακό υπάλληλο οποιασδήποτε δήλωσης ή εγγράφου, που περιέχει οποιαδήποτε δήλωση, που είναι αναληθής ή ανακριβής, 3) της παραπλάνησης τελωνειακού υπαλλήλου με ιδιαίτερο τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει την εκτέλεση των καθηκόντων του, 4) της παροχής λανθασμένων ή ανακριβών πληροφοριών χωρίς λογική εξήγηση, 5) της χρήση οποιοσδήποτε απάτης, τεχνάσματος με σκοπό τη φοροδιαφυγή ή για τη βοήθεια άλλου να το πράξει και, 6) της χρήσης δόλου ή τεχνάσματος ή άλλης πράξης για την φοροδιαφυγή πράξεις, οι οποίες είναι αξιόποινες και τιμωρούνται από τα άρθρα 211 (31), 212 (3)(6) (9) και 218 του ανανεωμένου Τελωνειακού Κώδικα του Ισραήλ, 117(3)(β) (3) (8) του Νόμου περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του Ισραήλ, 220 (5) του Φορολογικού Κώδικα του Ισραήλ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό 26/30.5.2025 έφεση κατά το μέρος της, με το οποίο η υπ' αριθμ. 72/2025 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος-εκζητουμένου στις Αρχές του Ισραήλ, για να δικαστεί για την υπό στοιχείο 7 του από 28 Μαρτίου 2024 Εντάλματος Σύλληψης αξιόποινη πράξη του ξεπλύματος χρήματος, η οποία είναι αξιόποινη και τιμωρείται από το άρθρο 3 (3) του Νόμου περί Ξεπλύματος Χρήματος του Ισραήλ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το από 15/6/2025 αίτημα του εκκαλούντος-εκζητουμένου για αντικατάσταση της κράτησής του με περιοριστικούς όρους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2025.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ