Legislator Case Law & Legislation
1382/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for failing to determine if debt transfer was full or partial under Civil Code. The court found the lower court's reasoning contradictory and unclear regarding the nature of the debt transfer. Consequently, the case is remanded for further examination by a new panel of judges. The court ruled that the lower court failed to clearly determine whether the debt transfer was a full transfer or a partial debt transfer under the Civil Code. The reasoning was found contradictory and insufficient to establish the legal basis for the judgment. The case is remanded for further examination by a new panel of judges.

Case Number 1382/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens decision of 309/2021 due to a fundamental failure to determine the nature of the debt transfer between the parties. The lower court's reasoning was found contradictory and insufficient to establish whether a full transfer of the contractual relationship or a partial debt transfer occurred. Consequently, the case is remanded for further examination by a new panel of judges to resolve these legal uncertainties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 236, 238, 471, 477 of the Civil Code: A court must clearly determine whether a debt transfer constitutes a full transfer of the contractual relationship or a partial transfer, as the legal consequences differ significantly and contradictory reasoning invalidates the judgment.

Keywords

AI generated
debt transfer Civil Code provisions contradictory reasoning remand for retrial contractual relationship partial debt transfer full debt transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 236 of the Civil Code
Article 238 of the Civil Code
Article 471 of the Civil Code
Article 477 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 681/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1382 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MOBILBEEEP ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Ε.Π.Π.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MICRODATA - ΠΡΟΗΓΜΕΝΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "MICRODATA", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Καλογεροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5177/2014 μη οριστική και 4028/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-4-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ που ορίζει ότι: "Με σύμβαση που συνάπτει κάποιος με το δανειστή μπορεί κάποιος να αναδεχτεί ξένο χρέος έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί", συνάγεται κατ' αρχήν ότι για τη γένεση της στερητικής συμβατικής αναδοχής χρέους απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή και του νέου οφειλέτη χωρίς να απαιτείται και η σύμπραξη στη σύμβαση αυτή και του παλαιού οφειλέτη.

Περαιτέρω, είναι δυνατή και η κατάρτιση στερητικής αναδοχής χρέους μεταξύ του παλαιού και του νέου οφειλέτη, όμως στην περίπτωση αυτή είναι απαραίτητο ο δανειστής να συμπράξει κατά την κατάρτιση ή να την εγκρίνει εκ των υστέρων, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 236 και 238 ΑΚ. Η συναίνεση αυτή του δανειστή δηλώνεται είτε προς τον οφειλέτη είτε προς τον αναδοχέα (ΑΠ 681/1995) και μπορεί να είναι σιωπηρή και να γίνει εκ των υστέρων με έγκριση, δηλαδή να λάβει γνώση της μεταβίβασης το μέρος της σύμβασης που δεν συμμετείχε στη μεταβίβαση και να μην αντιλέξει, εγκρίνοντας έτσι αυτήν σιωπηρά. Για τη θεμελίωση της στερητικής αναδοχής χρέους είναι απαραίτητο η συμβατική βούληση να είναι αναμφίβολη καθώς σε περίπτωση αμφιβολίας η σχετική σύμβαση χαρακτηρίζεται από το νόμο και ειδικότερα από το άρθρο 477 ΑΚ ως σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους. Η σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους δεν υπόκειται σε τύπο και, συνεπώς, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρά, με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια από το σύνολο των περιστάσεων η βούληση των συμβαλλομένων για απαλλαγή του παλαιού οφειλέτη από το χρέος. Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για τη σιωπηρή έγκριση του δανειστή, η οποία, κατ' άρθρο 238ΑΚ, παρέχεται μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όταν η σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους καταρτιστεί μεταξύ παλαιού και νέου οφειλέτη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον τούτο πραγματικά υπάρχει, ενώ μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος. Ως τέτοιο νοείται, τόσο εκείνο το χρέος, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνο το οποίο ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχουν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιοριστεί κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη.

Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481) και ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη, με βάση τη μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 306/2009).

Περαιτέρω, η ενοχή είναι δυνατόν να μεταβληθεί ως προς τα εκάστοτε υποκείμενά της, πλην όμως η υποκειμενική αλλοίωσή της με αντικατάσταση του δανειστή ή του οφειλέτη δεν συνεπάγεται μεταβολή και του αντικειμένου της. Νοείται ειδική διαδοχή και για ολόκληρη τη μεταξύ των μερών υφισταμένη σύμβαση ή έννομη σχέση, γενεσιουργός λόγος της οποίας είναι κατά κανόνα η σύμβαση. Για την συμβατική μεταβίβαση της απαιτήσεως της ενεργητικής όψεως της ενοχής έχει διαμορφωθεί ο θεσμός της εκχωρήσεως (ΑΚ 455-470). Η παθητική όψη της ενοχής, δηλαδή η υποχρέωση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε τρίτο με την αναδοχή χρέους (ΑΚ 471 - 479). Σε περιπτώσεις μεταβιβάσεως όλης της ενοχικής σχέσης, αυτή μπορεί να επιτευχθεί με το συνδυασμό της εκχωρήσεως για τις απαιτήσεις και της στερητικής αναδοχής χρέους για τις υποχρεώσεις, ενώ η μεταβίβαση της συμβατικής σχέσης μπορεί να γίνει και στο σύνολο με κατάρτιση τριπρόσωπης ιδιόρρυθμης σύμβασης στην οποία αφορώσα την ανάληψη της υφισταμένης συμβατικής σχέσεως, συμμετέχουν οι συμβαλλόμενοι της συμβάσεως που αναλαμβάνεται και ο τρίτος που την αναλαμβάνει (ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1400/2008, ΑΠ 681/95, ΑΠ 1369/1993).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αποτελούν ανώνυμες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, των πληροφοριακών συστημάτων και του εμπορίου ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού υλικού.

Δυνάμει της από 30-12-2002 "σύμβασης μεταπωλητή" η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών" ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη την πώληση προϊόντων και υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας VODAFONE μέσω του δικτύου των πολυάριθμων καταστημάτων και σημείων πώλησης που η πρώτη εναγομένη διατηρεί σε όλη την Ελλάδα.

Στα πλαίσια αυτά, η VODAFONE ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί και να μεταβιβάζει τα προϊόντα, τα υλικά και τις υπηρεσίες της στην πρώτη εναγομένη, η οποία θα τα μεταπωλούσε στο καταναλωτικό κοινό, ακολουθώντας τις οδηγίες της VODAFONE ως προς τις μεθόδους προώθησης, διαφήμισης και πώλησης (οργάνωση stand, παρουσίαση προϊόντων, διανομή διαφημιστικού υλικού και σχετικών εντύπων κ.λπ.), διαθέτοντας το κατάλληλα εκπαιδευμένο από τη VODAFONE προσωπικό, εξασφαλίζοντας πάντοτε τις ποιοτικές απαιτήσεις της και χρησιμοποιώντας τα σήματα, τους λογότυπους και τις συντομογραφίες της VODAFONE (όροι 4.1, 3.2, 3.4, 14.2, 15).

Επίσης, η πρώτη εναγομένη δικαιούνταν να συνάπτει περαιτέρω συμβάσεις με τρίτους, αντιπροσώπους, πράκτορες, διανομείς, άλλους μεταπωλητές ή συνεργάτες για την υλοποίηση του σκοπού της σύμβασης, αλλά και να συνάπτει συμβάσεις για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών άλλων δικτύων ανταγωνιστικών προς τη VODAFONE (όρος 2.3).

Για τις υπηρεσίες της η πρώτη εναγομένη θα λάμβανε από τη VODAFONE αμοιβή, αποτελούμενη από προμήθειες, εκπτώσεις και bonus. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν η προμήθεια χρήσης αεροχρόνου (προμήθεια air-time), ήτοι το αντάλλαγμα για τη συνδρομητική βάση που θα δημιουργούνταν στο δίκτυο της VODAFONE μέσω του δικτύου της πρώτης εναγομένης με την εγγραφή νέων συνδρομητών συνδεδεμένων με συμβόλαιο συνδρομητή (όρος 7.3.1).

Η προμήθεια αυτή θα υπολογιζόταν από τα στοιχεία και συστήματα της VODAFONE και ορίστηκε σε ποσοστό 12% επί του συνόλου των εισπραχθέντων, εντός τετραμήνου από την ημερομηνία έκδοσης, μηνιαίων λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας κάθε συνδρομητή, όσο ο συνδρομητής παραμένει στο δίκτυο της VODAFONE. Με τον όρο μηνιαίοι λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας νοούνταν το σύνολο των παγίων τελών και τελών συνδιαλέξεων, εξαιρουμένων του ΦΠΑ και οποιουδήποτε άλλου φόρου ή εσόδου υπέρ τρίτων, όπου καταβαλλόταν ή τέλους υπέρ τρίτων των ενεργών συνδρομητών, εξαιρουμένου του συνόλου του κόστους των διεθνών συνδιαλέξεων και της λήψης περιαγωγής (όροι 7.3.2 και Α. 13).

Η απόδοση της προμήθειας air-time θα γινόταν ως εξής: α) Η VODAFONE θα υπολόγιζε βάσει των συστημάτων της τη μηνιαία προμήθεια που θα δικαιούνταν η πρώτη εναγομένη μέσα στις πρώτες 10 εργάσιμες ημέρες του επόμενου ημερολογιακού μήνα και θα προσκόμιζε στην πρώτη εναγομένη τα απαραίτητα στοιχεία, β) Η πρώτη εναγομένη θα εξέδιδε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αντίστοιχης αξίας (πλέον ΦΠΑ) με ημερομηνία μέχρι το τέλος του ημερολογιακού μήνα που έγιναν οι συνδέσεις, γ) Η πρώτη εναγομένη θα παρέδιδε στη VODAFONE το τιμολόγιο μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του και η τελευταία θα απέδιδε στην πρώτη εναγομένη την προμήθεια μέσα σε 45 ημέρες από την έκδοση του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών (όρος 7.3.3).

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε τετραετής από την ημερομηνία υπογραφής της (μέχρι τις 30-12-2006) με δυνατότητα ανανέωσης κατόπιν διαπραγματεύσεων και υπό τους όρους που θα αποφασίζονταν κατά το στάδιο αυτό (όρος 6). Η παραπάνω σύμβαση φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας δεδομένου ότι ανατέθηκε στην πρώτη εναγομένη, έναντι αμοιβής, η προώθηση της εμπορικής δραστηριότητας της VODAFONE και ειδικότερα, αφενός η μεταπώληση των εμπορευμάτων της, αφετέρου, και κυρίως, η διενέργεια διαπραγματεύσεων για λογαριασμό της, με σκοπό τη σύναψη συμβάσεων παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω του δικτύου της VODAFONE, εκμεταλλευόμενη τη δική της επιχειρηματική οργάνωση (δίκτυο καταστημάτων και σημεία πωλήσεων σε όλη την Ελλάδα).

Η πρώτη εναγομένη, ασκώντας το δικαίωμα που της παρείχε η ανωτέρω σύμβαση για τη χρησιμοποίηση περαιτέρω συνεργατών, προκειμένου να διευκολυνθεί η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της επέκτασης της συνδρομητικής βάσης της VODAFONE, κατήρτισε με την ενάγουσα το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, με το οποίο συμφωνήθηκε η λειτουργία της ενάγουσας (τότε υπό την εταιρική μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης) ως Εξουσιοδοτημένου Κέντρου Συνδρομητών VODAFONE της πρώτης εναγομένης με το σύστημα teleshopping (συμβάσεις από απόσταση), ήτοι αποκλειστικά και μόνο με ταχυδρομικές ή τηλεφωνικές παραγγελίες μετά από καταχωρήσεις στον Τύπο (περιοδικά, εφημερίδες κ.λπ.) και προβολή μηνυμάτων με άμεσες προσφορές προς το κοινό με σκοπό την πώληση.

Η κύρια υποχρέωση της ενάγουσας συνίστατο στην εγγραφή συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας στο δίκτυο της VODAFONE για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, επιμελούμενη αφενός την πλήρη και λεπτομερή συμπλήρωση και υπογραφή από τους συνδρομητές των ειδικών εντύπων αιτήσεων που θα χορηγούσε η VODAFONE προς την πρώτη εναγομένη, αφετέρου την υποβολή τους στην τελευταία.

Η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή: α) προμήθεια ενεργοποιήσεων για κάθε νέο συνδρομητή, η οποία ανερχόταν σε συγκεκριμένο ποσό ανάλογα με το είδος της σύνδεσης και το επιλεχθέν πρόγραμμα, β) bonus 20 ευρώ για κάθε εταιρική σύνδεση, γ) bonus 5 ευρώ για την επίτευξη του μηνιαίου στόχου που θα έθετε η πρώτη εναγομένη.

Πέραν των ανωτέρω, η πρώτη εναγομένη υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλλε στην ενάγουσα προμήθεια air-time, η οποία συνίστατο στις αμοιβές που θα εισπράττονταν από τη VODAFONE, για κάθε μηνιαία σύνδεση, από τους συνδρομητές που θα εγγράφονταν στο δίκτυο της, με τη μεσολάβηση της ενάγουσας, για τη χρησιμοποίηση από αυτούς τον αεροχρόνου των κυψελοειδών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των παροχών και όλων των αμοιβών από το εξωτερικό (international) και των διεθνών χρεώσεων (roaming) μετά την αφαίρεση των ανάλογων αμοιβών τις οποίες θα πλήρωνε η VODAFONE κάθε μήνα στους άλλους διαχειριστές δικτύων.

Η υποχρέωση καταβολής της παροχής air-time θα ίσχυε ακόμη και μετά τη λύση ή λήξη της σύμβασης, για όσο χρονικό διάστημα οι συνδρομητές που θα είχαν εγγραφεί από την ενάγουσα θα παρέμεναν ενεργοί στο δίκτυο της VODAFONE, αποκλειστικά όμως υπό την προϋπόθεση ότι η λύση της σύμβασης θα οφειλόταν είτε στην εκ μέρους της πρώτης εναγομένης παραβίαση των όρων της είτε στην καταγγελία εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, χωρίς όμως αυτή να οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας.

Η προμήθεια air-time ορίστηκε σε ποσοστό 7,5% επί των προαναφερόμενων αμοιβών για αριθμό 1001 - 2000 συνδρομητών και θα αποδιδόταν τρεις μήνες μετά τον μήνα έκδοσης των λογαριασμών της VODAFONE. Στον όρο Δ με τίτλο "Λύση της σύμβασης - Καταγγελία" προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι κάθε συμβαλλόμενη δικαιούνταν να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, με τα αποτελέσματα της καταγγελίας να επέρχονται μετά από 10 ημέρες, ως σπουδαίος λόγος ορίστηκε, δε, η παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού όρου.

Επίσης η πρώτη εναγομένη είχε την δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία στην περίπτωση της, με οποιοδήποτε τρόπο, λύσης ή λήξης της σύμβασης με τη VODAFONE. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε ετήσια, ανανεούμενη αυτόματα για ισόχρονο διάστημα, εκτός αν η πρώτη εναγομένη γνωστοποιούσε στην ενάγουσα πριν από ένα μήνα ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση της (όρος Γ).

Ενόψει του περιεχομένου τόσο της από 30-12-2002 σύμβασης μεταξύ VODAFONE και πρώτης εναγομένης, όσο και της από 15-3-2005 σύμβασης μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας αποδεικνύεται, ότι η πρώτη εναγομένη είχε την ιδιότητα της κύριας αντιπροσώπου και η ενάγουσα της υποαντιπροσώπου της VODAFONE, στα πλαίσια, δε, της δεύτερης σύμβασης και ενόψει της φύσης της ως γνήσιας σύμβασης εμπορικής υποαντιπροσωπείας, η πρώτη εναγομένη λειτουργούσε ως αντιπροσωπευόμενη και η ενάγουσα ως εμπορική αντιπρόσωπος αυτής.

Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι η πρώτη εναγομένη από την προμήθεια air-time ποσοστού 12%, την οποία λάμβανε από τη VODAFONE, απέδιδε μέρος αυτής και δη ποσοστό 7,5% στην ενάγουσα, παρακρατώντας το υπόλοιπο ποσοστό 4,5%. Επίσης, από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 5, του Παραρτήματος Α, του από 15-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι η απόδοση στην ενάγουσα της προμήθειας air-time και μετά τη λύση της σύμβασης, για τους ενεργούς συνδρομητές, για την περίπτωση της υπαίτιας, από την πλευρά της, λύσης της σύμβασης είτε κατόπιν καταγγελίας της, εξαιτίας της παραβίασης της σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, είτε κατόπιν αναίτιας (χωρίς σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε παραβίαση της σύμβασης από την ενάγουσα) καταγγελίας της πρώτης εναγομένης, δεν αποτελεί σε καμμία περίπτωση ποινική ρήτρα, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.

Ο όρος αυτός εισήλθε στη σύμβαση ως αντικατάσταση, ουσιαστικά, της αποζημίωσης πελατείας του Π.Δ 219/1991, η οποία συνίσταται στην εύλογη αποζημίωση που δικαιούται ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά τη λήξη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας εάν και εφόσον συνέβαλε στη διεύρυνση της σταθερής πελατείας του εντολέα, στην προκείμενη, δε, σύμβαση, εφόσον συμφωνήθηκε η αζήμια λύση της (όρος Δ), ήτοι χωρίς αποζημίωση πελατείας, το άρθρο 5 του Παραρτήματος-Α ουσιαστικά εισήλθε στη σύμβαση αντί της ως άνω αποζημίωσης.

Άλλωστε όπου, στην από 15/3/2005 σύμβαση, τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να επιβάλλουν ποινικές ρήτρες, τις όρισαν ρητώς, όπως στον όρο Β παρ.7 και στο άρθρο 4 του Παραρτήματος Α. ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την κατάρτιση της σύμβασης, γράφτηκαν συνδρομητές στο δίκτυο της VODAFONE, κάνοντας χρήση των εταιρικών προγραμμάτων της, 1.400 μέλη του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Προσωπικού Δ.Ε.Η." και συγκεκριμένα στις 23-3-2005 ενεργοποιήθηκαν 400 συνδέσεις και στις 30-3-2005 οι υπόλοιπες 1000.

Λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των συνδέσεων, η πρώτη εναγομένη όφειλε έκτοτε να καταβάλει στην ενάγουσα προμήθεια αεροχρόνου ποσοστού 7,5% επί των εισπραχθέντων από τη VODAFONE ποσών των μηνιαίων λογαριασμών των συνδρομητών της. Σε εκτέλεση των σχετικών όρων των δύο συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας και υποαντιπροσωπείας (όροι 7.3.2 και 7.3.3 της από 30-12-2002 σύμβασης και άρθρο 5 του Παραρτήματος Α της από 15-3-2005 σύμβασης) η VODAFONE προέβαινε στον υπολογισμό της προμήθειας air-time με βάση την καθαρή αμοιβή που εισέπραττε από τους συνδρομητές, δηλαδή με βάση το καθαρό ποσό του λογαριασμού τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, που προέκυπτε πριν την επιβολή του τέλους συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας και τον ΦΠΑ, αφαιρουμένων των χρεώσεων των συνδρομητών που αντιστοιχούσαν στις πραγματοποιηθείσες διεθνείς κλήσεις και στις κλήσεις κατά τη διάρκεια περιαγωγής.

Στη συνέχεια, κοινοποιούσε στην πρώτη εναγομένη κάθε μήνα τις καταστάσεις με την προμήθεια air-time που της αναλογούσε και τον αριθμό των ενεργών συνδρομητών και των νέων συνδρομητών που είχαν εγγραφεί στο δίκτυο της με τη μεσολάβηση της και εκείνη εξέδιδε το αντίστοιχο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, τα οποίο εξοφλούσε η VODAFONE.

Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη έστελνε στην ενάγουσα τη μηνιαία εκκαθάριση, με την οποία της γνωστοποιούσα την προμήθεια air-time που δικαιούνταν, η ενάγουσα εξέδιδε το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και λάμβανε από την πρώτη εναγομένη την αξία του. Περαιτέρω, ο "Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Προσωπικού Δ.Ε.Η." είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση των λογαριασμών των εταιρικών συνδέσεων όλων των μελών του.

Για τον σκοπό αυτό με σχετική αίτηση προς τη VODAFONE όρισε ως υπεύθυνο επικοινωνίας (call manager) και αρμόδιο για την παραλαβή των παραπάνω δεδομένων τον Κ. Χ., υπάλληλο της ενάγουσας. Με αυτό τον τρόπο η ενάγουσα είχε ουσιαστικά πρόσβαση στα αρχεία της VODAFONE και γνωρίζοντας το περιεχόμενο των λογαριασμών, ήταν σε θέση να υπολογίζει με μεγάλη προσέγγιση τα ποσό της προμήθειας air-time που όφειλε να της καταβάλει κάθε μήνα η πρώτη εναγομένη και να διασταυρώσει το εξαχθέν από την ίδια αποτέλεσμα με τις εκκαθαρίσεις που της κοινοποιούσε η πρώτη εναγομένη.

Η τελευταία κατέβαλε κανονικά στην ενάγουσα τις οφειλόμενες προμήθειες μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2005. Από την περίοδο εκείνη και εφεξής η επιχειρηματική πολιτική της πρώτης εναγομένης επικεντρώθηκε στην επέκταση του δικτύου των καταστημάτων της σε όλη τη χώρα μέσω της σύναψης συμβάσεων franchising.

Προκειμένου λοιπόν να περιορίσει την ενασχόληση της με τους υποαντιπροσώπους της, κατήρτισε με τη δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) την από 13-6-2005 σύμβαση. Η δεύτερη εναγομένη (αρχικά υπό την επωνυμία MOBILTREND Ε.Π.Ε.) συστήθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2005 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 2788/6-5-2005 και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία (χονδρική και λιανική) ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, ασυρματικών και ενσυρματικών συσκευών και τηλεπικοινωνιακού υλικού, καθώς και την αντιπροσώπευση συναφών οίκων του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Με την ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, η οποία είχε οργανώσει και διατηρούσε ένα εκτεταμένο στην Ελλάδα δίκτυο επιλεκτικής διανομής των προϊόντων της, συνεργαζόμενη με ανεξάρτητες επιχειρήσεις ομοειδούς αντικειμένου, οι οποίες είχαν συνάψει με αυτήν ειδική σύμβαση συνεργασίας, θα λειτουργούσε η ίδια, αλλά και μέσω αυτής, οι με αυτήν συνεργαζόμενες ανεξάρτητες επιχειρήσεις - μέλη του δικτύου της, ως εξουσιοδοτημένο κέντρο συνδρομητών TELESTET, VODAFONE, COSMOTE, ΛΑΝΝΕΤ και ΤΕΛΛΑΣ της πρώτης εναγομένης με τα σύστημα teleshopping (συμβάσεις από απόσταση), δηλαδή αποκλειστικά και μόνο με ταχυδρομικές ή τηλεφωνικές παραγγελίες μετά από καταχωρήσεις στον Τύπο (περιοδικά, εφημερίδες κ.λπ.) και προβολή μηνυμάτων που περιέχουν άμεσες προσφορές προς το κοινό με σκοπό την πώληση.

Στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 1-7-2005 επιστολή της, με την οποία την ενημέρωσε ότι δυνάμει της παραπάνω σύμβασης που συνήψε με την πρώτη εναγομένη, ανέλαβε το σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων από το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης και ότι από την 1-7-2005 η τελευταία αποξενώθηκε από κάθε υποχρέωση και δικαίωμα που απέρρεε από την εν λόγω σύμβαση.

Έκτοτε, η δεύτερη εναγομένη απέστελλε στην ενάγουσα τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις για τις προμήθειες air-time που της αναλογούσαν, βάσει των εξοφλημένων λογαριασμών των 1.400 μελών του "Προμηθευτικού Συνεταιρισμού Προσωπικού Δ.Ε.Η" και των 5 ακόμη συνδρομητών που η ενάγουσα είχε εγγράψει στο δίκτυο της VODAFONE, η ενάγουσα εξέδιδε προς τη δεύτερη εναγομένη τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και η δεύτερη εναγομένη της κατέβαλε την αξία τους.

Οι μηνιαίες εκκαθαρίσεις προέκυπταν από τα στοιχεία που χορηγούσε στη δεύτερη εναγομένη η πρώτη εναγομένη, η οποία τα είχε παραλάβει προηγουμένως από τη VODAFONE με τη διαδικασία πού περιγράφεται ανωτέρω. Οι διάδικοι αναφέρουν ότι στα πλαίσια εφαρμογής της από 13-6-2005 σύμβασης, συμφωνήθηκε η μεταβίβαση προς τη δεύτερη εναγομένη της ενοχικής σχέσης πού συνέδεε την πρώτη εναγομένη με την ενάγουσα, με προφορική συμφωνία εκχώρησης και αναδοχής χρέους.

Μάλιστα, την ίδια περίοδο η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη τις έννομες σχέσεις με όλους τους υποαντιπροσώπους της με αντίστοιχες συμβάσεις. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την κοινοποίηση στην ενάγουσα εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης της από 1-07-2005 επιστολής της, η τελευταία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης, χωρίς όμως ποτέ να παύσει να ισχύει το μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εφεσίβλητης ιδιωτικό συμφωνητικό, καθότι ουδέποτε η ενάγουσα αποδέχθηκε σαφώς την αποξένωση της πρώτης εναγομένης από τις υποχρεώσεις της, δεδομένου ότι για να συντελεσθεί στερητική αναδοχή χρέους (άρθρο 471 ΑΚ) πρέπει να προκύπτει σαφώς η σχετική βούληση των μερών, διαφορετικά πρόκειται για σωρευτική αναδοχή χρέους του άρθρου 477 ΑΚ...

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εγγυήθηκε επανειλημμένα στην ενάγουσα ότι η ίδια ευθυνόταν απέναντι της και απλά της ζήτησε να εκδίδει στο εξής τα τιμολόγια πληρωμής της στο όνομα της δεύτερης εναγομένης, η οποία, ήταν κοινών συμφερόντων εταιρεία με την πρώτη εναγομένη, αφού οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης, αλλά και ο ένας εκ των δύο διαχειριστών της, Α.

Τ., προήλθαν από το προσωπικό της πρώτης εναγομένης, ομοίως και το τμήμα του λογιστηρίου της δεύτερης εναγομένης στελεχώθηκε από άτομα που ανήκαν στο προσωπικό της πρώτης εναγομένης και τα οποία εργάζονταν σε χώρο των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης στον Άγιο Στέφανο Αττικής. Λόγω της καλής, μέχρι τότε, συνεργασίας τους, η ενάγουσα δέχθηκε να εκδίδει τα τιμολόγια της στο όνομα της δεύτερης εναγομένης, θεωρώντας ότι αντισυμβαλλόμενη της ήταν πάντα και η πρώτη εναγομένη, με μόνη αλλαγή την επιπλέον και σε ολόκληρο ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, αφού όλες οι συνεννοήσεις για όλα τα θέματα που αφορούσαν την επίδικη σύμβαση συνέχισαν να γίνονται με αυτήν, αλλά και με πρόσωπα, που έστω και αν τώρα εργάζονταν τυπικά στην δεύτερη εναγομένη, εντούτοις ήταν τα ίδια πρόσωπα τα οποία διεκπεραίωναν όλα τα θέματα που προέκυπταν στη συνεργασία ενάγουσας - πρώτης εναγομένης.

Άλλωστε, θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τα συναλλακτικά ήθη η ενάγουσα να δεχθεί την αποξένωση, μιας εταιρίας πασίγνωστης και ιδιαίτερα σημαντικής στην αγορά, όπως η πρώτη εναγομένη, από τις υποχρεώσεις της απέναντι στην ενάγουσα και την αντικατάσταση της από μια νεοσυσταθείσα εταιρία άγνωστης φερεγγυότητας, όπως η δεύτερη εναγομένη.

Τα ως άνω αποδείχθηκαν από τα προσκομισθέντα εκ μέρους της ενάγουσας έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε εσφαλμένα δεχόμενη ότι η πρώτη εναγομένη δεν νομιμοποιείται παθητικά για την καταβολή προς την ενάγουσα της προμήθειας air-time, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα μεταξύ των διαδίκων αποδείχθηκε η ύπαρξη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος (1ος) λόγος έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το μέρος αυτής που απέρριψε το αγωγικό αίτημα για την καταβολή προμήθειας air-time, κατά της πρώτης εναγομένης και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η από 15-3-2005 σύμβαση λειτούργησε χωρίς προβλήματα μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων, η δεύτερη εκ των οποίων εξόφλησε εμπρόθεσμα τις αναλογούσες στην ενάγουσα προμήθειες air-time, με τελευταία εκείνη του λογαριασμού πού εκδόθηκε στις 2-8-2006 και η οποία έπρεπε να εξοφληθεί μέχρι τις 2-11-2006.

Όμως από τον Νοέμβριο τον 2006 και μετά η δεύτερη εναγομένη έπαυσε να αποστέλλει στην ενάγουσα τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών και να της καταβάλλει τις προμήθειες air-time, μολονότι τα 1.400 μέλη του "Προμηθευτικού Συνεταιρισμού Προσωπικού Δ.Ε.Η." παρέμεναν συνδρομητές της VODAFONE. Για τον λόγο αυτό, στις 8-2-2007 η ενάγουσα επέδωσε στη δεύτερη εναγομένη την από 5-2-2007 εξώδικη όχληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη μη απόδοση της προμήθειας air-time επί των εκδοθέντων στις 2-9-2006 και 2-10-2006 λογαριασμών της VODAFONE, συνολικού ποσού 127.268,64 ευρώ.

Στις 12-4-2007 ακολούθησε η επίδοση προς τη δεύτερη εναγομένη της από 2-4-2007 εξώδικης δήλωσης, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την απόδοση του ποσού των 241.538,12 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην προμήθεια air-time επί των ως άνω δύο λογαριασμών, αλλά και των λογαριασμών της VODAFONE που είχαν εκδοθεί στις 2-11-2006 και 2-12-2006. Η δεύτερη εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις της ενάγουσας και έτσι στις 21-12-2007 η τελευταία της κοινοποίησε την από 12-12-2007 καταγγελία του από 15-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ'αριθ. ...-2006 απόφαση της Ολομέλειας της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αριθ. ...-2006 απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΦΕΚ Β 1376/14-9-2006 και 1491/9-10-2006, αντίστοιχα) εγκρίθηκε η εξαγορά των εναγομένων από την εταιρεία COSMOTE Α.Ε.

Ενόψει της περιέλευσης του ελέγχου της πρώτης εναγομένης σε ανταγωνιστική προς τη VODAFONE εταιρεία, η τελευταία επέδωσε στην πρώτη εναγομένη την από 9-10-2006 καταγγελία της, μεταξύ τους, από 30-12-2002 σύμβασης, δηλώνοντας ότι από την επομένη της κοινοποίησης θα διακοπτόταν η πρόσβαση της πρώτης εναγομένης στα ηλεκτρονικά συστήματα της και παράλληλα καλούσε την πρώτη εναγομένη:

α) να της παραδώσει τις πρωτότυπες συμβάσεις συνδέσεων των συνδρομητών της, τις πρωτότυπες συμβάσεις ανανέωσης των συνδρομητών της και τα πρωτότυπα αιτήματα υπηρεσιών από τους συνδρομητές της και β) να παύσει οποιαδήποτε χρήση και να αφαιρέσει από τα καταστήματα της κάθε δικό της έντυπο υλικό, διακριτικό γνώρισμα, λογότυπο, σήμανση κ.λπ.

Την ίδια ημέρα η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε τη δεύτερη εναγομένη για το γεγονός αυτό και η τελευταία απέστειλε στην ενάγουσα (όπως και σε όλους τους υποαντιπροσώπους της) ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο αφού της γνωστοποιούσε τη λύση της συνεργασίας με τη VODAFONE και ότι από την επόμενη ημέρα (10-10-2006) δεν θα υπήρχε πρόσβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα της τελευταίας, της ζητούσε να της αποστείλει οποιοδήποτε πρωτότυπο έγγραφο είχε στην κατοχή της και αφορούσε συνδρομητή της VODAFONE και οποιοδήποτε έντυπο ή διαφημιστικό υλικό με το λογότυπο της VODAFONE.

Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι με το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα κατήγγειλε στην πραγματικότητα τη συμβατική σχέση που τη συνέδεε με την ενάγουσα, ορθά δεν ελήφθη υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις από 1-2-2017 προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε προ της καταργήσεως του με το άρθρο 1 Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην παρούσα συζήτηση), γεγονός που τον καθιστά απαράδεκτο (ΑΠ 846/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, το αν η ενάγουσα έλαβε ή όχι γνώση του από 9/10/2006 ηλεκτρονικού μηνύματος καθίσταται άνευ εννόμου σημασίας αφού δεν επήλθε καταγγελία της σύμβασης λόγω αυτού ούτε και η αποστολή ή γνώση του επιφέρει άλλες έννομες συνέπειες στη επίδικη υπόθεση, απορριπτόμενου παράλληλα και του τέταρτου (4ου) λόγου εφέσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η λύση της από 30.12.2002 σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της VODAFONE σε καμμιά περίπτωση δεν επέφερε την παύση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων προς την ενάγουσα, που απέρρεαν από την από 15-03-2005 σύμβαση εφόσον η λύση της σύμβασης του εμπορικού αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο δεν επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης του αντιπροσώπου με τον υποαντιπρόσωπο, αλλά απλώς γεννά δικαίωμα καταγγελίας των συμβαλλομένων σε αυτή μερών.

Από τη στιγμή λοιπόν που οι εναγόμενες δεν απέδειξαν ότι έλαβε χώρα καταγγελία, από αυτές, της από 15.03.2005 επίδικης σύμβασης, ο ισχυρισμός τους ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση αυτής και δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν προμήθεια air-time διότι οι ίδιες δεν έλαβαν αντίστοιχη προμήθεια από τη VODAFONE, έστω και αληθής υποτιθέμενος δεν οδηγεί σε λύση της σύμβασης και δεν τις απαλλάσσει από τις απορρέουσες από αυτή υποχρεώσεις τους.

Όπως προαναφέρθηκε στο άρθρο 5, του Παραρτήματος Α, του από 15-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού προβλεπόταν η απόδοση στην ενάγουσα της προμήθειας air-time και μετά τη λύση της σύμβασης, για τους ενεργούς συνδρομητές, για την περίπτωση της υπαίτιας, από την πλευρά της, λύσης της σύμβασης είτε κατόπιν καταγγελίας της, εξαιτίας της παραβίασης της σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, είτε κατόπιν αναίτιας (χωρίς σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε παραβίαση της σύμβασης από την ενάγουσα) καταγγελίας της πρώτης εναγομένης.

Παρόμοιος όρος υπήρχε και στη σύμβαση της πρώτης εναγομένης με την VODAFONE και συγκεκριμένα η τελευταία να αποδίδει στην πρώτη εναγομένη την προμήθεια air-time "και μετά την αρχική τετραετία και ανεξάρτητα από την ανανέωση ή μη της σύμβασης υπό των μερών και για όσο χρόνο θα παραμένουν στο δίκτυο της ενεργοί οι συνδρομητές που η ΓΕΡΜΑΝΟΣ ενέγραψε στο δίκτυο της VODAFONE, εκτός εάν η παρούσα (σύμβαση) κατά το χρόνο διάρκειας της καταγγέλθηκε από τη VODAFONE για σπουδαίο λόγο της ΓΕΡΜΑΝΟΣ".

Επομένως εφόσον οι επίδικες 1.400 συμβάσεις παρέμειναν ενεργές για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, η πρώτη εναγομένη θα είχε αξίωση κατά της VODAFONE για την απόδοση της προμήθειας air-time, μέρος της οποίας θα έπρεπε να αποδώσει στην ενάγουσα. Ουδέποτε όμως η πρώτη εναγομένη δεν ισχυρίστηκε ότι έχει ενεργή αξίωση κατά της VODAFONE και επομένως, εμμέσως, συνομολογεί ότι η σύμβαση μεταξύ αυτής και της VODAFONE λύθηκε με δική της υπαιτιότητα, η οποία συνίσταται σε παραβίαση ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμβάσεως και συγκεκριμένα περί απαγόρευσης της περιέλευσης του ελέγχου της πρώτης εναγομένης σε νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια δικτύου και είναι ανταγωνιστικό της VODAFONE και συγκεκριμένα της COSMOTE.

Τα γεγονός λοιπόν ότι η πρώτη εναγομένη παραβίασε ουσιώδη όρο της συμβάσεως της με τη VODAFONE, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, όπως είχε το δικαίωμα, και να απωλέσει η πρώτη εναγομένη, από δική της υπαιτιότητα, το δικαίωμα της για αξίωση προμήθειας air-time, αποδεικνύει την ευθύνη της για τη λύση της σύμβασης της με την ενάγουσα.

Ανάλογη ευθύνη έχει και η δεύτερη εναγομένη στα πλαίσια της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους που την συνδέει με την πρώτη εναγομένη. Περαιτέρω, η λύση της σύμβασης υποαντιπροσωπείας δεν συνεπάγεται την κατάργηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων των εναγομένων εξ' αυτής. Ειδικότερα, στο από 15.3.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό (υπό Δ4) αναφέρεται ότι "η ΓΕΡΜΑΝΟΣ έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει μονομερώς και αζημίως την παρούσα σύμβαση στην περίπτωση της καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσεως ή λήξεως της συμβάσεως της με την VODAFONE".

Επομένως σε περίπτωση λύσης ή λήξης της συνεργασίας της με τη VODAFONE, οι εναγόμενοι απέκτησαν τη δυνατότητα να καταγγείλουν αζημίως τη σύμβαση, δυνατότητα την οποία δεν άσκησαν, απορριπτόμενου του ισχυρισμού τους ότι λύεται η σύμβαση αυτοδικαίως, κάτι που θα είχε αποτέλεσμα την μη υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης, όχι όμως την κατάργηση της υποχρέωσης τους για καταβολή προμήθειας air-time, αφενός μέχρι την λήξη της σύμβασης και αφετέρου για όσο διάστημα παραμένουν ενεργές οι συνδέσεις στο δίκτυο της VODAFONE, σύμφωνα με το άρθρο 5, του Παραρτήματος Α, του από 15-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ανυπαίτια αδυναμία παροχής των εναγομένων κατ' άρθρο 336 ΑΚ, εξαιτίας της ισχυριζόμενης αδυναμίας τους να υπολογίσουν την προμήθεια air-time λόγω μη παροχής προς αυτούς στοιχείων από την VODAFONE, ουδέποτε, επίσης, ζήτησαν τα στοιχεία που απαιτούνταν για τον υπολογισμό των προμηθειών από την ενάγουσα, ενώ γνώριζαν ότι αυτή είχε τα πλήρη στοιχεία των λογαριασμών των 1.400 επιδίκων συνδέσεων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η επίδικη σύμβαση υποαντιπροσωπείας λύθηκε κατόπιν της από 12-12-2007 καταγγελίας της ενάγουσας και εφόσον αυτή η καταγγελία δεν έγινε για λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, οι εναγόμενοι της οφείλουν προμήθεια air-time τόσο για το χρονικό διάστημα μέχρι την λύση της σύμβασης, όσο και μέχρι τις 2/7/2008, εφόσον κατά τον ανωτέρω χρόνο οι επίδικες 1.400 συνδέσεις ήταν ενεργείς στο δίκτυο της VODAFONE." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την οριστική υπ' αριθμόν 4028/2017 και την υπ' αριθμόν 5177/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, την έκρινε εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες αναιρεσείουσες εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη το ποσό των 631.569,69 ευρώ νομιμοτόκως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα της επίδικης συμβάσεως ως στερητικής ή σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Και τούτο διότι, α) ενώ δέχεται ότι η δεύτερη εναγομένη με την από 1-7-2005 επιστολή της ενημέρωσε την ενάγουσα ότι δυνάμει της από 13-6-2005 σύμβασης, που συνήψε με την πρώτη εναγομένη, ανέλαβε το σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απέρρεαν από το από 15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης και ότι η τελευταία από 1-7-2005 αποξενώθηκε από κάθε υποχρέωση και δικαίωμα που απέρρεε από την εν λόγω σύμβαση, και επίσης ότι με την κοινοποίηση στην ενάγουσα εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης της από 1-07-2005 επιστολής της, η τελευταία υπεισήλθε πράγματι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης, ακολούθως κρίνει ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, μολονότι δηλαδή η δεύτερη εναγομένη υπεισήλθε και στα δικαιώματα τις πρώτης εναγομένης, με συνέπεια να καθίσταται ασαφής η προαναφερόμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν δικαιολογείται επαρκώς γιατί δεν υπήρξε μεταβίβαση της ενοχικής σχέσης ως συνόλου κατά τον αναφερόμενο στη μείζονα σκέψη τρόπο, β) ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη εγγυήθηκε επανειλημμένα στην ενάγουσα ότι η ίδια ευθυνόταν απέναντι της και απλά της ζήτησε να εκδίδει στο εξής τα τιμολόγια πληρωμής της στο όνομα της δεύτερης εναγομένης και ότι λόγω της καλής, μέχρι τότε, συνεργασίας τους, η ενάγουσα δέχθηκε να εκδίδει τα τιμολόγια της στο όνομα της δεύτερης εναγομένης, θεωρώντας ότι αντισυμβαλλόμενη της ήταν πάντα και η πρώτη εναγομένη, παρ' όλα αυτά δέχεται, στη συνέχεια, ότι η ενάγουσα κοινοποίησε την από 12-12-2007 καταγγελία του από 15-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μόνον στη δεύτερη εναγομένη, χωρίς να εξηγεί γιατί επέδωσε την καταγγελία στη δεύτερη εναγομένη και όχι στην πρώτη εναγομένη, αφού αυτήν θεωρούσε ως αντισυμβαλλόμενη, γ) δεν διαλαμβάνει παραδοχές και, συνακόλουθα, δεν εκτιμά την ανωτέρω ενεργό ανάμειξη της δεύτερης εναγομένης στην υφιστάμενη συμβατική σχέση μεταξύ ενάγουσας και πρώτης εναγομένης, αφού, όπως ακόμη δέχεται,

Ι) η δεύτερη εναγομένη, μετά την από 1-7-2005 επιστολή της προς την ενάγουσα, απέστελλε στην ενάγουσα τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις για τις προμήθειες air-time που της αναλογούσαν και η ενάγουσα εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς τη δεύτερη εναγομένη, η οποία και κατέβαλλε την αξία τους,

ΙΙ) όταν έπαυσε η δεύτερη εναγομένη να αποστέλλει στην ενάγουσα τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών και να της καταβάλλει τις προμήθειες air-time, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη μη απόδοση της προμήθειας, με τις αναφερόμενες δύο εξώδικες δηλώσεις της, μόνον προς τη δεύτερη εναγομένη,

ΙΙΙ) όταν η εταιρεία VODAFONE εταιρεία επέδωσε στην πρώτη εναγομένη την από 9-10-2006 καταγγελία της μεταξύ τους, από 30-12-2002, σύμβασης, η δεύτερη εναγομένη ήταν αυτή, η οποία, μετά από σχετική ενημέρωση της πρώτης, απέστειλε στην ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο της γνωστοποιούσε τη λύση της υφιστάμενης συνεργασίας με τη VODAFONE και δ) ενώ, κατά τα ανωτέρω, η ενάγουσα επέδωσε την καταγγελία της ένδικης σύμβασης μόνον στη δεύτερη εναγομένη, δέχεται ακολούθως ότι η πρώτη εναγομένη παραβίασε ουσιώδη όρο της συμβάσεως της με τη VODAFONE, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρεία να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο και έτσι να ευθύνεται η πρώτη εναγομένη και για τη λύση της ένδικης σύμβασης με την ενάγουσα, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας των ανωτέρω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών να μη προκύπτει με βεβαιότητα, αν μεταξύ των διαδίκων υπήρξε μεταβίβαση της ενοχικής σχέσης ως συνόλου ή καταρτίστηκε μόνον σύμβαση αναδοχής χρέους, στην τελευταία δε περίπτωση αν επρόκειτο για σωρευτική ή στερητική αναδοχή χρέους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (όπως εκτιμάται προσηκόντως) με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 238, 471 ΑΚ λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής τους (όχι όμως κατ' εκτίμηση και τις διατάξεις των άρθρων 192 και 195 ΑΚ) και τον κανόνα του άρθρου 477 ΑΚ για εσφαλμένη εφαρμογή, και ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες παραβιάζοντας τους κανόνες των άρθρων 238, 471 και 477 ΑΚ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω γενομένου δεκτού ως βασίμου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια αυτού που έγινε δεκτός. Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναιρέσεως στις αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την υπ' αριθμόν 309/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στις αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ