Supreme Court dismisses appeal against First Instance Court's mortgage foreclosure decision protecting primary residence. The court rejects the appeal as unfounded and dismisses it entirely.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Credit Registry and Loans Fund against the First Instance Court's decision to exempt the primary residence from foreclosure. The court found the lower court correctly applied the law to set zero monthly payments for the debtor's primary home while imposing a reduced payment on the secondary property. The appeal was rejected because the First Instance Court properly considered the debtor's financial hardship and family circumstances under the relevant housing protection statutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8, 9, 17 of Law 3869/2010; The First Instance Court has the discretion to determine monthly payments for the primary residence based on the debtor's living conditions, allowing for zero payments when justified by financial hardship and family needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1382/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και ήδη "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (ΔΥΠΑ), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας - ΟΕΚ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετρούσκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 14-11-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 8-9-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 37/10-9-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 169/9-6-2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής (στις 10-9-2020) στην γραμματεία τού ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 25 Ιουνίου 2020 (βλ. την υπ' αριθμ. 8978Β725-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών…), ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2020.
Δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/έως 15/9 αναστέλλεται η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων από το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 1079/2008, Α.Π. 328/2005), ενώ το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες, ανεξαιρέτως, τις ατέλειες, τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο (Α.Π. 930/2021), σαφώς προκύπτει ότι από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως δεν παρήλθε η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αυτής και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η ένσταση περί απαραδέκτου αυτής, που προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της αιτήσεως (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου την από 28-2- 2014 (αριθμ.
εκθ. καταθ. ../5-3-2014) αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως που αυτή πρότεινε, άλλως, τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της, προκειμένου να υπαχθεί στον Ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπ' όψιν της οικογενειακής και περιουσιακής της καταστάσεως, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη της, καθώς, επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση το αναφερόμενο στο δικόγραφο ακίνητο της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 51/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές, εξαίρεσε από την εκποίηση το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας αυτής επί της κύριας κατοικίας της και επέβαλε στην τελευταία για την διάσωση της κύριας κατοικίας της την καταβολή μηνιαίων δόσεων, ποσού 70 ευρώ μετά από την λήξη της πενταετίας του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, για χρονικό διάστημα 15 ετών και μέχρι του ποσού των 12.750 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας του 50% του ως άνω ακινήτου.
Το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 9-9-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10/2017) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 169/2020, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον η συζήτηση της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου, έγινε στις 2-6-2015, ήτοι μετά τη δημοσίευση του Ν. 4161/2013 (14-6-2013), ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%).
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Και ναι μεν ο νόμος δεν παραθέτει, στη συνέχεια, ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας, πλην, όμως, τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 και είναι, ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας.
Η από την προεκτεθείσα διάταξη προβλεπόμενη εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, η οποία, άλλωστε, δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο, εκπορεύεται, κατ' αρχάς, από την ανάγκη προστασίας του, ώστε να αποκατασταθεί γενικώς η κοινωνική συνοχή, η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικώς, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Δικαιολογείται, όμως, ειδικότερα από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, η οποία, υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ' άρθρον 21 του Συντάγματος (Α.Π. 302/2022, Α.Π. 802/2021, Α.Π. 488/2021, Α.Π. 494/2020, Α.Π. 120/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα - εφεσίβλητη είναι παντρεμένη με τον Α. Κ., από το γάμο τους δε αυτό έχουν αποκτήσει δύο κόρες, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 12 και 6 ετών, αντίστοιχα.
Η αιτούσα εργαζόταν στον Δήμο Σάμου έως το έτος 2013, αποκομίζοντας ποσό 1.057,98 ευρώ μηνιαίως και ήδη είναι άνεργη και δεν λαμβάνει σύνταξη ούτε έχει άλλα εισοδήματα, ενώ είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., αλλά έχει λήξει και η περίοδος καθ' ην λάμβανε επίδομα ανεργίας, ώστε δεν έχει πλέον εισοδήματα.
Επομένως, ελλείψει δικών της ατομικών εισοδημάτων, το μηνιαίο οικογενειακό της εισόδημα προσδιορίζεται αποκλειστικά από αυτό του συζύγου της, ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα πυροσβέστης και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ανέρχεται, κατά τη συζήτηση της αίτησης, στο ποσό των 1.300,00 ευρώ, εκ του οποίου και μέχρι και προ της έκδοσης της με αριθμό 28/2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Καρλοβασίου παρακρατούνταν σε εξυπηρέτηση δανείου προς το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν το ποσό των 584,45 ευρώ μηνιαίως, μετά δε την έκδοση της ως άνω προσωρινής διαταγής, το ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως.
Αμφότεροι οι σύζυγοι δε διαθέτουν εισοδήματα από καμία άλλη πηγή. Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ότι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας - εφεσίβλητης δεν ξεπερνά το συνολικό ποσό των 1.150,00 ευρώ. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας της αιτούσας - εφεσίβλητης, ενόψει και των προβλημάτων υγείας της μεγαλύτερης των θυγατέρων της, η οποία έχει διαγνωσθεί πάσχουσα από δυσγραφία και δυσαριθμησία, ανέρχεται στο ποσό των 1.100,00 Ευρώ, το οποίο επιμερίζεται στις απολύτως αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας της αιτούσας - εφεσίβλητης, ήτοι στη διατροφή τους, στις σχολικές και εξωσχολικές ανάγκες (φροντιστήρια) των ανηλίκων τέκνων τους, στους λογαριασμούς συντήρησης της οικίας τους, στην ένδυση και υπόδησή τους, στις ιατρικές δαπάνες και στην ψυχαγωγία τους.
Επιπλέον, για την εξυπηρέτηση του δανείου που έλαβε από το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν, ο σύζυγος της αιτούσας - εφεσίβλητης εκχώρησε σε αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 § 1 του Ν. 2214/1994 μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, ως και τα δικαιώματα του επί της σύνταξής του. Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης), το εκκαλούν παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του ως άνω συζύγου αρχικά το ποσό των 584,45 ευρώ και στη συνέχεια, ήτοι από την 1η.7.2014, το ποσό των 150,00 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 28/2014 προσωρινής διαταγής.
Συνεπεία δε της σύμβασης αυτής, αφ' ενός μεν, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, η οφειλή της αιτούσας ήταν ενήμερη προς το εκκαλούν, αφ' ετέρου δε ο σύζυγος της αιτούσας - εφεσίβλητης, κατά τον αυτό χρόνο, λάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 1.150,00 Ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε την αιτούσα και το σύζυγο της, την περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ' όσον, με το υπόλοιπο του μισθού του τελευταίου, το οποίο, κατ' αντικειμενική κρίση, είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της τετραμελούς οικογένειας της, αδυνατούσε η τελευταία να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας της, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 1.100,00 Ευρώ.
Κατά συνέπεια, επομένως, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών της αιτούσας, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής αυτής από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής της, αδυναμία της ως και την διακινδύνευση της διατροφής της ιδίας, του συζύγου και των ανηλίκων τέκνων τους.
Κατά συνέπεια, λοιπόν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα η αιτούσα - εφεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από εκπλήρωση της παροχής της, το υπόλοιπο δε των μηνιαίων αποδοχών του συζύγου της δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης της ... Από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν τα εξής:
το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας - εφεσίβλητης δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς το καθ' ου - εκκαλούν, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά της σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της προς αυτό, καθώς αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε.
Ειδικότερα, τα έσοδα της αιτούσας, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρινόμενα με τις οφειλές της από τη δανειακή σύμβαση με το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν, δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση αυτού του χρέους, η αδυναμία της δε αυτή οφείλεται, εν προκειμένω, στην απώλεια αφ' ενός της εργασίας της και την περιέλευσή της σε καθεστώς ανεργίας, αφ' ετέρου στη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων της και ειδικότερα της περικοπής του μηνιαίου μισθού του συζύγου της αιτούσας και, κατά τρίτον, στα επιγενόμενα προβλήματα υγείας της μεγαλύτερης θυγατέρας της αιτούσας αλλά και της ιδίας (της αιτούσας), η οποία πάσχει από τη νόσο του Lyme, γεγονότα τα οποία μετέβαλαν απευθείας την οικογενειακή κατάσταση της αιτούσας και συνετέλεσαν ουσιωδώς στην απότομη αύξηση των δαπανών διαβίωσης της οικογένειας της.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήγαγε η ίδια τον εαυτό της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε η αύξηση των πιστώσεων της κατά τα τελευταία έτη, ούτε η εκποίηση περιουσιακών της στοιχείων ή με οποιοδήποτε τρόπο απεμπόληση περιουσιακών της δικαιωμάτων (αποποιήσεις υνιών κληρονομιών κ.α.) ούτε και συγκεκριμένες ενέργειες απόκρυψης του συνόλου των δανειακών της υποχρεώσεων ή των εισοδημάτων της με σκοπό την παραπλάνηση του εκκαλούντος - καθ' ου για να πετύχει τη δανειοδότηση της, γεγονότα εξάλλου, που δεν επικαλείται το τελευταίο.
Η αδυναμία της δε είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά της η αιτούσα αδυνατεί να καλύψει τη δανειακή της υποχρέωση και τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας της. Περαιτέρω, η αδυναμία της είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του εισοδήματος της κατά το προσεχές μέλλον.
Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 § 2 και 9 §§ 1 και 2, καθ' ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επειδή η αιτούσα έχει μηδενικά ατομικά εισοδήματα, μειωμένα οικογενειακά εισοδήματα και αυξημένες δαπάνες, όπως προεκτέθηκε, χωρίς δική της υπαιτιότητα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 5 του ν. 3869/10 να οριστούν μηδενικές καταβολές για το υπόλοιπο διάστημα της ρύθμισης του ως άνω αναφερόμενου άρθρου.
Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθ. 9 § 2 ν. 3869/10 ρύθμιση, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015), εφόσον δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της αιτούσας - εφεσίβλητης και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτήν, εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, το οποίο είναι υποχρεωτικό για το Δικαστήριο (βλ.
σε Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις σελ. 148, αριθ. 16 και I. Βενιέρη - Θ. Κατσα, σελ. 301). Τη δε κύρια και μοναδική κατοικία της, η οποία της ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αποτελεί μία οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο,, στον οικισμό ..του πρώην Δήμου.., νυν…, συνολικού εμβαδού 200 τ.μ., εκ των οποίων τα 150 τ.μ.
αποτελούν τους κύριους χώρους, ανεγερθείσα επί της βόρειας πλευράς της πρώτης κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο (I) εμβαδού 331,43 τ.μ., του όλου οικοπέδου εμβαδού 847,47 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί αυτού 500/1000, συνολικής εκτιμώμενης αντικειμενικής αξίας 85.000,00 ευρώ και του 50% εξ αδιαιρέτου 42.500,00 ευρώ. Το ως άνω ακίνητο πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης καθώς κρίνεται ότι η αξία του πλέον είναι ακόμα μικρότερη και τυχόν εκποίησή του θα αποβεί ιδιαιτέρως ασύμφορη.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο αποθηκευτικός χώρος εμβαδού 50 τ.μ. που βρίσκεται στο ισόγειο της ως άνω περιγραφόμενης κατοικίας της αιτούσας - εφεσίβλητης είναι ανοιχτός, μη δυνάμενος να εκμισθωθεί και αποτελεί απλά αποθηκευτικό χώρο που εξυπηρετεί την κύρια οικία. Κατά συνέπεια, πρέπει να υποχρεωθεί η αιτούσα - εφεσίβλητη να καταβάλει στο εκκαλούν, για τη διάσωση της ως άνω οικίας της, το ποσό των 12.750,00 ευρώ, σε χρονικό διάστημα 15 ετών σε 180 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 70,00 ευρώ η καθεμία, με την προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων πιστωτών κατά νόμο, καταβλητέες μετά τη λήξη της πενταετούς ρύθμισης του άρθρου 8, η οποία, συνυπολογισμένης της με αριθμό 29/5.6.2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Καρλοβασίου που λήγει την 5η.6.2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 § 4 Ν. 3869/2010, εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο συμβατικό σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Συναφώς αποδείχθηκε ότι η αιτούσα - εφεσίβλητη διαθέτει το 50% ενός IX αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας … μάρκας FORD MONDEO, 1800 κ.ε., κυκλοφορίας έτους 2003, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του, του γεγονότος ότι στο ως άνω IX είναι κυρία μόνο κατά 50% και του μειωμένου γενικότερα αγοραστικού ενδιαφέροντος κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα και επομένως δεν κρίνεται πρόσφορο, για να εκποιηθεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του εκκαλούντος".
Με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για τον καθορισμό του ποσοστού της αξίας του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, μέχρι το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει στους δανειστές της για την διάσωση αυτού, σε ποσοστό μικρότερο του 80% και δη σε 30%, χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του αυτή για την εν λόγω απόκλιση από το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, με παράθεση στοιχείων για τις συνθήκες ατομικής και οικογενειακής ζωής της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, αφενός μεν, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιστατικά των συνθηκών ζωής, ατομικής και οικογενειακής της πρώτης αναιρεσίβλητης (είναι άνεργη, το μηνιαίο κόστος των οικονομικών της υποχρεώσεων ανέρχεται σε ποσό 1.100 ευρώ, η μεγαλύτερη θυγατέρα της πάσχει από δυσγραφία και δυσαριθμησία), αφετέρου δε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2, εδάφ.
α' και β' του Ν. 3869/2010, όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων δόσεων προς διάσωση της πρώτης κατοικίας, να καθορίζει κατά την κρίση του και μικρότερο (του 80% της αντικειμενικής αξίας) ποσό ως καταβλητέο για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 κριτήρια.
Το ως άνω Δικαστήριο ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηδενικές μηνιαίες καταβολές, εξαίρεσε από την εκποίηση ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος πλήρους κυριότητας αυτής επί της κύριας κατοικίας της και επέβαλε στην τελευταία για την διάσωση της κύριας κατοικίας της την καταβολή μηνιαίων δόσεων, ποσού 70 ευρώ μετά από την λήξη της πενταετίας του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, για χρονικό διάστημα 15 ετών και μέχρι του ποσού των 12.750 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας του 50% του ως άνω ακινήτου, προσδιορίζοντας περιστατικά των συνθηκών ζωής (ατομικής και οικογενειακής) όπως τις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, την ηλικία της και τις βιοτικές της ανάγκες, απόκειται δε στην ευχέρειά του να καθορίσει το ποσοστό της αξίας του ακινήτου, μέχρι το οποίο υποχρεούται να καταβάλει η αιτούσα στους δανειστές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, χωρίς να απαιτείται η παράθεση κριτηρίων για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη, ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας (Α.Π. 1061/2022, Α.Π. 494/2020, Α.Π. 81/2018).
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2020 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά της υπ' αριθμ. 169/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ