Legislator Case Law & Legislation
1382/2022 AI generated

Appeal dismissed because the appellant's argument was merely a negative defense continuing the original claim's historical basis.

Case Number 1382/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the agricultural cooperative's appeal against the first-instance judgment. The appellant argued the court erred by failing to consider a specific claim regarding unpaid sales proceeds, but the court ruled this was not a valid ground for appeal. The court determined that the appellant's argument was merely a negative defense continuing the historical basis of the original lawsuit rather than an independent legal ground. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the current appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(5) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it consists solely of a negative assertion continuing the historical basis of the original claim rather than an independent legal ground.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal ground negative defense historical basis of claim Code of Civil Procedure agricultural cooperative legal costs first instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Art. 560(5) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 184, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1382 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1382/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πατετσίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 25) …., κατοίκων ..., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας Ε. Φ. του Δ., κατοίκου εν ζωή .... Η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε. Ο., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν όλοι οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην της 2ης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. …. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ι. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-11-2022), ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε.

Ο., η οποία την εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός της. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, αλλά δεν παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου ούτε και κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού η ως άνω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 713 του Α.Κ., με τη σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας.

Η διάταξη του άνω άρθρου δεν έχει το χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, εκ των προτέρων, ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, (ως τέτοιας νοουμένης της χρηματικής, αλλά και κάθε ανταλλάγματος που παρέχεται για τη διεξαγωγή της υπόθεσης), οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής.

Η περί αμοιβής, όμως, συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, γιατί ο κανόνας του άρθρου 713 Α.Κ. περί του "αμίσθου" της εντολής μόνο με ρητή συμφωνία μπορεί να διασπασθεί (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 1646/2005, ΑΠ 1243/2005, ΑΠ 1137/2010). Η διεξαγωγή της υπόθεσης μπορεί να γίνεται είτε στο όνομα του εντολέα είτε στο όνομα του εντολοδόχου. Ο τρόπος διεξαγωγής της υπόθεσης εναπόκειται στη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών ή μπορεί να συνάγεται από τη φύση της εντολής.

Εφόσον αυτό δεν συμβαίνει, ο εντολοδόχος έχει την ευχέρεια να ενεργήσει είτε κατά τους κανόνες της άμεσης είτε κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης (πρβλ. ΑΠ 752/2003). Στις υποχρεώσεις του εντολοδόχου έναντι του εντολέα του συγκαταλέγεται και η απόδοση των αποκτηθέντων από την εκτέλεση της εντολής (ΑΚ719).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 334 παρ.1 ΑΚ ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής, όπως για δικό του πταίσμα", κατά δε το άρθρο 715 ΑΚ "Αν ο εντολοδόχος υποκατέστησε άλλον χωρίς δικαίωμα, ευθύνεται για το πταίσμα του άλλου σαν για δικό του πταίσμα. Αν υποκατέστησε άλλον έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ο εντολοδόχος ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την εκλογή του υποκαταστάτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε".

Η υποκατάσταση διαφέρει από τη χρησιμοποίηση βοηθού για την εκπλήρωση της παροχής. Διότι η πρώτη συνίσταται σε μεταβίβαση από τον εντολοδόχο, με σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, της υποχρέωσης διεξαγωγής της υπόθεσης του εντολέα. Άρα ο υποκατάστατος αναλαμβάνει να διεξαγάγει την υπόθεση αυτοτελώς, με δική του ευθύνη, στη θέση του εντολοδόχου.

Η υποκατάσταση μπορεί να αφορά και μέρος μόνο της διεξακτέας από τον αρχικό εντολοδόχο υπόθεσης, αρκεί να μεταβιβάζεται η αυτοτελής και υπεύθυνη διεξαγωγή της υπόθεσης. Αντίθετα, όταν ο εντολοδόχος χρησιμοποιεί απλώς "βοηθό", δεν αναθέτει σε άλλον, αλλά διατηρεί ο ίδιος την εκτέλεση καθώς και την ευθύνη για τη διεξαγωγή της υπόθεσης που του έχει ανατεθεί (OλΑΠ 25/1995, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 548/2009, ΑΠ 555/1999).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων (όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 992/1979 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογήν της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων") για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών.

Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Στο άρθρο 3 του ίδιου ν.δ/τος ορίζεται ότι υπό την έννοια του παρόντος πωλητές αγρότες είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που πωλούν τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών τους (ΑΠ 36/2019), δεν είναι όμως αυτοί αγοραστές για τις συναλλαγές με τα μέλη τους προς τον σκοπό διαθέσεως της παραγωγής αυτών.

Με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση σκοπήθηκε η αποτελεσματική προστασία των παραγωγών για είσπραξη του τιμήματος από την πώληση των προϊόντων τους από αυτούς ή τους συνεταιρισμούς, ορίσθηκε δε ρητά ότι οι συνεταιρισμοί στις συναλλαγές με τα μέλη τους προς τον σκοπό διαθέσεως των προϊόντων τους δεν θεωρούνται αγοραστές, αναφορικά με τις συνέπειες (ποινικές) που προβλέπονται για τους αγοραστές γεωργικών προϊόντων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 752/2003).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1,2, 5, 8, 11 του ν.4015/2011 οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών και οι Κοινοπραξίες Αγροτικών Συνεταιρισμών που είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν κατά τις διατάξεις του ν. 2810/2000 μετατράπηκαν σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς ,κατά τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνει το άνω άρθρο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 21 ν.2810/2000 και του ν.2190/1920 αναλογικά εφαρμοζομένων, και υποκαταστάθηκαν πλήρως σε κάθε δικαίωμα και υποχρέωση ως καθολικοί διάδοχοί τους καθώς και στις εκκρεμείς δίκες τις οποίες συνεχίζουν.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η σχέση που συνδέει τους αγροτικούς συνεταιρισμούς με τους παραγωγούς - αγρότες, μέλη τους, οι οποίοι τους παραδίδουν τα προϊόντα που παράγουν προς το σκοπό της περαιτέρω διάθεσης (πώλησής) τους στις αγορές, είναι εκείνη της εντολής. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ1163/2021, ΑΠ1386/2019).

Η περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Κατ' επιταγή του άρθρου 19 του νόμου 4015/2011, που τιτλοφορείται "…. σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και ….", η…., με έδρα τους ..., μετατράπηκε σε Αγροτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "….", με έδρα τους ..., οι διατάξεις του καταστατικού της προσαρμόστηκαν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, η δε μετατροπή αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 50/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας.

Δυνάμει της υπ' αριθμ. 116/1983 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας είχε εγκριθεί η σύσταση κοινοπραξίας των συνεταιρισμών …. με την επωνυμία "…." (….). Επιπλέον, από το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ, 50/2012 απόφασης προκύπτει, ότι η … αναγνωρίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 56/1995 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, το δε καταστατικό αυτής καταχωρήθηκε στο μητρώο αγροτικών συνεταιρισμών, που τηρείται στο αυτό Δικαστήριο, με α.α. 77 και, στη συνέχεια, τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 116/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και καταχωρήθηκε στο βιβλίο ενώσεων που τηρείται σ' αυτό με α.α. 5.

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. 273/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας αναγνωρίστηκε η ίδρυση κοινοπραξίας με την επωνυμία …. (…) και τον διακριτικό τίτλο "…", με έδρα τους ..., ιδρυτικά μέλη της οποίας ήταν η … και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί…. , το καταστατικό της οποίας εγκρίθηκε με την ως άνω απόφαση και καταχωρήθηκε υπ' α.α. 6 στο οικείο βιβλίο.

Σύμφωνα με καταστατική πρόβλεψη (άρθρο 6 παρ. 1) "μέλη της Κοινοπραξίας θεωρούνται και μπορούν να γίνουν μόνον νομικά πρόσωπα - αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, που έχουν συσταθεί και αναγνωριστεί σύμφωνα με το νόμο, με αντικείμενο την καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών". Σχετικά με τους όρους λειτουργίας της ….

προσκομίζεται από αμφότερες τις διάδικες πλευρές έγγραφο, που τιτλοφορείται "εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας", εκ του οποίου συνάγεται, ότι σκοπός ίδρυσης της …. υπήρξε η ένταξη των συνεταιρισμών - μελών της και των παραγωγών μελών αυτών σε ενισχύσεις προερχόμενες από σχετικά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η διάθεση - εμπορία των από αυτούς παραγόμενων αγροτικών προϊόντων.

Χαρακτηριστική επ' αυτού είναι η υπ' αριθμ, 2934/10.04.2000 απόφαση της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, σύμφωνα με την οποία η …. αναγνωρίζεται "σαν ομάδα παραγωγών που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να συμμετέχει στο καθεστώς κινήτρων και ενισχύσεων, που προβλέπονται από τους Καν. (ΕΟΚ) ή Καν. (ΕΚ) 2200/96 αρ. 11 και το Π.Δ. 36/86 για την εφαρμογή της από κοινού προσφοράς και εμπορίας γεωργικών προϊόντων της κατηγορίας των ανωτέρω κανονισμών.

Συγκεκριμένα αναγνωρίζεται για το προϊόν (ή τα προϊόντα) της κατηγορίας φρούτα και λαχανικά". Επί του εγγράφου αυτού σημειώνεται, ότι επισυνάπτεται "κατάσταση συνολικού αριθμού των παραγωγών (μελών της Ο.Π.) και συνολικού όγκου παραγωγής της Ο.Π. (που αφορά τα μέλη της)". Δυνάμει της από 25.07.2013 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Αναγνώρισης - Προαναγνώρισης Ομάδων Παραγωγών της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας, η οποία εμπεριέχεται στο υπ' αριθμ. 10156/25.07.2013 πρακτικό αυτής, αποφασίστηκε η ανάκληση αναγνώρισης της ….

ως οργάνωσης παραγωγών "διότι, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας με κάποιον υπεύθυνο της Οργάνωσης Παραγωγών ώστε να χορηγηθούν στοιχεία για την λειτουργία της, αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Επίσης, μετά από επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις, δεν βρέθηκε κάποιος υπεύθυνος εκπρόσωπος του φορέα που να έχει σχετική αρμοδιότητα ή υπαλληλική σχέση με την … "…".

Κατόπιν επικοινωνίας με τον κ Κ. Μ., τελευταίο πρόεδρο της οργάνωσης (η θητεία του έληγε στις …. αλλά δήλωσε παραίτηση τον … του…) δήλωσε ότι η οργάνωση δεν υπάρχει". Περαιτέρω, σύμφωνα με καταστατική πρόβλεψη (άρθρο 12 παρ. 2 καταστατικού της ….) "Η αυτοτέλεια των Συνεταιρισμών μελών της Κοινοπραξίας στη διαχείριση των υποθέσεών τους δεν θίγεται από τη συμμετοχή τους στην Κοινοπραξία με επιφύλαξη των υποχρεώσεών τους στην Κοινοπραξία που προκύπτουν από τις διατάξεις του καταστατικού αυτού". 'Ώστε, διατηρούμενης της αυτοτέλειας των συνεταιρισμών μελών της, η κοινοπραξία … ανέλαβε στο πλαίσιο του καταστατικού σκοπού της (άρθρο 3) τη διοχέτευση του συνόλου της παραγωγής των μελών της στην αγορά μέσω της πώλησης αυτής σε τρίτους, καθώς και την συγκέντρωση - παραλαβή της παραγωγής των φυσικών προσώπων παραγωγών - μελών κάθε μετέχοντος στην κοινοπραξία συνεταιρισμού.

Προς τούτο, εξέδιδε στο τέλος κάθε έτους εκκαθαρίσεις για τις ποσότητες των αγροτικών προϊόντων, που παρέδιδε κάθε παραγωγός - μέλος, παρακρατώντας έξοδα υπέρ της ίδιας (της ….) και του συνεταιρισμού όπου μετείχε ο παραγωγός. Στους αγρότες - παραγωγούς υποδείχθηκε η παράδοση των παραγωγών τους στα σημείο συγκέντρωσης και παραλαβής της ….

Οι αγροτικές παραγωγές των μελών των αγροτικών συνεταιρισμών, που μετείχαν στην κοινοπραξία, από την έναρξη λειτουργίας της κοινοπραξίας έπαψαν να παραδίδονται στον συνεταιρισμό όπου μετείχαν και παραδίδονταν πλέον στην .... Τα μέλη κάθε μετέχοντος στην …. συνεταιρισμού (φυσικά πρόσωπα) δεν κατέστησαν μέλη της ….

αποβάλλοντας την ιδιότητα του μέλους του συνεταιρισμού, ωστόσο, περιλήφθηκαν στις καταστάσεις μελών της ….., ως μέλη των μετεχόντων σ' αυτήν συνεταιρισμών. Εισέπρατταν χρήματα για τις ποσότητες των παραγωγών που παρέδιδαν, μέσω καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους, όχι από την …., αλλά από τον συνεταιρισμό στον οποίο μετείχαν ως μέλη (βλ.

σχετ. φωτοαντίγραφα βιβλιαρίων καταθέσεων που προσκομίζονται, όπου καταθέτης φέρεται η ….). Η …. εισέπραττε το τίμημα της πώλησης των ως άνω αγροτικών προϊόντων, στη συνέχεια, απέδιδε σε κάθε συνεταιρισμό ότι του αναλογούσε και ο συνεταιρισμός με τη σειρά του κατέβαλε επιμεριστικά στα μέλη του. Η νομική σχέση, που συνέδεε τους ενάγοντες με την ….

ήταν σύμβαση ιδιόμορφης εντολής, που δεν ρυθμίζεται στον νόμο, περιείχε στοιχεία της επώνυμης σύμβασης εντολής (άρθρο 713επ ΑΚ) και λειτουργούσε στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 316 ΑΚ). Μετά ταύτα, νομιμοποιείται παθητικώς η εναγομένη …. στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, απορριπτομένου ως αβάσιμου του τέταρτου λόγου της έφεσης (του σχετικού ισχυρισμού συνιστώντος άρνηση της αγωγής, και όχι ένσταση).

Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, η …, ως εντολοδόχος, δεν είχε την υποχρέωση να αποδώσει στους ενάγοντες οτιδήποτε αποκτούσε από την εκτέλεσή της, δηλαδή, οι ενάγοντες εντολείς δεν είχαν αξίωση επί του εισπραχθέντος τιμήματος από την πώληση των αγροτικών τους προϊόντων διαμέσου της …., στην οποία μετείχε η …., αλλά, επί της αξίας των παραγωγών που παραδίδονταν, με βάση την τιμή των προϊόντων, όπως αυτή διαμορφωνόταν σύμφωνα με τις ετήσιες εκκαθαρίσεις.

Με άλλα λόγια, η ανά κιλό τιμή των αγροτικών προϊόντων δεν ταυτιζόταν με το τίμημα που θα λάμβανε η …. και, συνακόλουθα, η …. από την προς τρίτους πώληση αυτών. Η εκάστοτε τιμή των αγροτικών προϊόντων καθορίζονταν κάθε έτος με βάση παράγοντες όπως η ζήτηση (αγοραστικό ενδιαφέρον) και η προσφορά (πληθώρα ή έλλειψη κάθε αγροτικού προϊόντος) και όχι με βάση την κατά περίπτωση είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης από την διάθεση, διακίνηση των προϊόντων αυτών σε τρίτους αγοραστές.

Με βάση τις ετήσιες εκκαθαρίσεις, πιστώθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί της πλειοψηφίας των εναγόντων με χρήματα έναντι των συνολικά, κατ' έτος, οφειλόμενων για τις παραγωγές που παρέδωσαν και όχι υπό την προϋπόθεση της είσπραξης του τιμήματος, το οποίο, κατά περίπτωση και κατόπιν διαπραγμάτευσης των εκπροσώπων της ….

με τους τρίτους αγοραστές, εισπράχθηκε από την πώληση αυτών. Διαφορετικά, όρος για την καταβολή των οφειλόμενων στους ενάγοντες παραγωγούς θα ήταν η απόδειξη της είσπραξης του τιμήματος από την πώληση των συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων που θα παρέδιδαν. Θα όφειλαν, δηλαδή, οι ενάγοντες, οι οποίοι ως μέλη της ….

δεν θα μπορούσαν να στραφούν κατ' αυτής επικαλούμενοι τις περί πώλησης διατάξεις, να αποδείξουν ότι κάθε αγροτικό προϊόν, προσδιορισμένο κατά ποσότητα και είδος, πωλήθηκε από την … μέσω της …. σε συγκεκριμένο αγοραστή αντί συγκεκριμένου τιμήματος (τιμή ανά κιλό). Γίνεται σαφές, ότι καθένας των εναγόντων, προκειμένου να εισπράξει τελικά την αξία της σοδειάς που παρέδωσε, θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε παραστατικά (δελτία αποστολής, τιμολόγια κ.λπ.) τόσο της …..

όσο και της ….., προκειμένου να αποδείξει την κατάρτιση κάθε σύμβασης πώλησης με τρίτους αγοραστές και, πλέον αυτού, να αποδείξει την πραγματική είσπραξη του τιμήματος κάθε πώλησης που αφορούσε συγκεκριμένα τα αγροτικά προϊόντα που παρέδωσε, θα έπρεπε, δηλαδή, καθένας των εναγόντων να υποχρεωθεί στα αδύνατα.

Καταλήγοντας, δοθέντος ότι α) o πρώτος εναγόμενος δεν αμφισβητεί ειδικά τα αιτούμενα ως οφειλόμενα σε κάθε ενάγοντα ποσά, αλλά, παραπέμπει τους ενάγοντες να τα αναζητήσουν από την …. η οποία είναι αδρανής και η αναγνώρισή της έχει ανακληθεί, όπως προαναφέρθηκε, β) σύμφωνα με τις προανακριτικές καταθέσεις μελών της … και της…. , κάθε αγροτικός συνεταιρισμός (μέλος της ….) ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της παραγωγής των μελών του και για την πληρωμή των αγροτικών προϊόντων στους παραγωγούς του, ειδικότερα, ο συνεταιρισμός Π. (ο οποίος ήταν επίσης μέλος της) έχει πληρώσει όλους τους παραγωγούς μέλη του, η δε … κατ' εξαίρεση, ενόψει έκτακτων αναγκών, σύμφωνα πάντοτε με τις ως άνω καταθέσεις, έδινε προκαταβολές έναντι του τιμήματος της παραγωγής που είχε παραδοθεί και αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα λόγω τραπεζικού δανεισμού για την κατασκευή διαλογητηρίων - ψυγείων και λόγω της αιφνίδιας παύσης πληρωμών της …., προς την οποία διέθετε μεγάλο μέρος της παραγωγής ροδάκινων, ώστε δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τους παραγωγούς - μέλη της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε κάθε έγγραφο εκκαθάρισης που υπογράφεται από τον άλλοτε πρόεδρο της …, Μ.

Κ., αναγράφεται η ένδειξη "…" και στην ανάλυση κρατήσεων, εκτός των εξόδων της …., περιλαμβάνονται και έξοδα συνεταιρισμού και γ) (ότι) η … έχει προβεί σε τραπεζικές καταθέσεις ποσών έναντι των συνολικά οφειλόμενων προς τους ενάγοντες, αποδείχθηκε επιπλέον ότι : (Παρατίθενται αναλυτικά οι κατά τον κρίσιμο χρόνο παραδόσεις της παραγωγής εκάστου των 25 εναγόντων παραγωγών- μεταξύ των οποίων και η Ε.

Φ. που απεβίωσε την 29-2-2012 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγο και τα τέκνα της που άσκησαν την αγωγή κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, - κατ' είδος προϊόντος, ποσόν, αξία ανά κιλό, συνολική αξία αντιστοίχων παραδοθεισών ποσοτήτων προϊόντων, αφαιρουμένων από καθένα των παραγωγών, των εξόδων της …., του ΦΠΑ αυτών, των εισφορών για το επιχειρηματικό ταμείο, των εξόδων του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού, της καταβολής που έλαβαν έναντι του συνολικά οφειλόμενου εις έκαστον χρηματικού ποσού, το οποίο ωσαύτως παρατίθεται).

Κρίνοντας ακολούθως το Εφετείο ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και επιδίκασε τα αιτούμενα ποσά στους αναιρεσίβλητους, επικύρωσε την 87/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 361, 719, 334 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1, 3 του ν.δ. 3424/1955, 22 παρ. 1 του ν. 992/1979, 19 παρ. 1, 2, 5, 8, 11 του ν. 4015/2011, ν.2810/2000, που ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες στηρίζουν το αίτημα της αγωγής και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, αφενός μεν η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση είναι αυτή της εντολής των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό προς διάθεση στην αγορά των παραγομένων προϊόντων τους, στο πλαίσιο της ιδιότητάς τους ως αγροτών- μελών του τελευταίου, αφετέρου δε ο αναιρεσείων δεν απέδωσε προς ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων την αξία της παραδοθείσας παραγωγής του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με βάση την τιμή των προϊόντων του σύμφωνα με τις ετήσιες εκκαθαρίσεις, με αποτέλεσμα να υφίσταται κατ' αυτού η ένδικη χρηματική απαίτηση των αναιρεσιβλήτων από τη συγκεκριμένη σχέση εντολής.

Εξ άλλου το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εν λόγω διατάξεις, καθόσον κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και κυρίως χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσείων συνεταιρισμός, στον οποίο παρέδιδαν οι αναιρεσίβλητοι αγρότες- μέλη του τα προϊόντα τους προς πώληση σε τρίτους, μετά την πώλησή τους, την εκκαθάριση των εσόδων, την παρακράτηση των εισφορών για τον ίδιο και την κοινοπραξία στην οποία αυτός μετείχε, τα έξοδα διακίνησης των προϊόντων και την αφαίρεση των προς έκαστο μέλος του προκαταβολών έναντι του συνολικά οφειλόμενου στον καθένα ποσού από την κατά τα άνω εκτέλεση της εντολής, δεν τους απέδωσε εν τέλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές ότι:

α) ο αναιρεσείων μετατράπηκε σε αγροτικό συνεταιρισμό με την επωνυμία…., β) ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην κοινοπραξία (…), της οποίας η άδεια εν συνεχεία ανακλήθηκε, χωρίς αυτός να απωλέσει την αυτοτέλειά του, ως συνεταιρισμός, γ) ότι σκοπός ίδρυσης της … υπήρξε η ένταξη των συνεταιρισμών - μελών της και των παραγωγών μελών αυτών σε ενισχύσεις προερχόμενες από σχετικά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η διάθεση - εμπορία των από αυτούς παραγόμενων αγροτικών προϊόντων, δ) ότι το σύνολο της παραγωγής εκάστου μέλους του συνεταιρισμού συγκεντρωνόταν και διοχετευόταν προς πώληση στην αγορά μέσω της…, η οποία εξέδιδε στο τέλος κάθε έτους εκκαθαρίσεις για τις παραδοθείσες ποσότητες, παρακρατώντας υπέρ της τα έξοδά της και του συνεταιρισμού στον οποίον μετείχαν ως μέλη οι αναιρεσίβλητοι παραγωγοί, δ) ότι οι τελευταίοι δεν κατέστησαν μέλη της … αποβάλλοντας την ιδιότητα του μέλους της αναιρεσείουσας, αλλά περιελήφθησαν στις καταστάσεις της … ως μέλη του μετέχοντος αναιρεσείοντος (συνεταιρισμού), ε) ότι οι παραγωγοί εισέπρατταν χρήματα από τις ποσότητες της παραγωγής που παρέδιδαν μέσω καταθέσεων στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς όχι από την … αλλά από τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό, στον οποίον συμμετείχαν ως μέλη, στ) ότι η … εισέπραττε το τίμημα της πώλησης των παραδιδομένων αγροτικών προϊόντων, απέδιδε στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό ότι του αναλογούσε και ο συνεταιρισμός με τη σειρά του κατέβαλε επιμεριστικά τα αναλογούντα χρηματικά ποσά στα μέλη του (αναιρεσιβλήτους), ζ) ότι οι τελευταίοι είχαν αξίωση επί της αξίας της παραγωγής τους που παρέδιδαν με βάση την τιμή των προϊόντων, όπως αυτή διαμορφωνόταν σύμφωνα με τις ετήσιες εκκαθαρίσεις, η) ότι με βάση τις ετήσιες εκκαθαρίσεις πιστώθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί της πλειοψηφίας των αναιρεσιβλήτων με χρήματα έναντι των συνολικά κατ' έτος οφειλομένων για τις παραγωγές που παρέδωσαν και όχι υπό την προϋπόθεση είσπραξης του τιμήματος, το οποίο κατά περίπτωση και κατόπιν διαπραγμάτευσης των εκπροσώπων της … με τρίτους αγοραστές εισπράχθηκε από την πώλησή τους.

Σημειώνεται δε, ότι εφόσον υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές ο μεν αναιρεσείων είχε την ευθύνη διεξαγωγής της εντολής που του ανατέθηκε, η δε Κοινοπραξία (ως προς την οποίαν οι αναιρεσίβλητοι έχουν παραιτηθεί της αγωγής) είχε αναλάβει την εκτέλεση των υλικών πράξεων της διαδικασίας (συγκέντρωση, διοχέτευση της παραγωγής στην αγορά, εκκαθαρίσεις κλπ), η τελευταία αποτελούσε βοηθό εκπλήρωσης στην επίδικη υπόθεση, αφού κατά τα ανωτέρω παρατιθέμενα ο αναιρεσείων είχε διατηρήσει για τον εαυτό του την εποπτεία της εκτέλεσης και την απόδοση -κατάθεση επιμεριστικά στους λογαριασμούς των αναιρεσίβλητων αγροτών, δηλαδή την απόδοση του κτηθέντος από την εκτέλεση της εντολής, όπως μετά τις ανωτέρω ενέργειες διαμορφωνόταν.

Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αρ. 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πρωτοδικείο, α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 713, 361 ΑΚ, δεχόμενο ότι "η έννομη σχέση που συνδέει τον ίδιο με τους αναιρεσίβλητους είναι εκείνη της εντολής, ενώ δεν αποδείχθηκε εντολή και ότι ουδεμία σχέση τους συνέδεε, καθόσον ο αναιρεσείων κατά το επίδικο διάστημα ήταν δευτεροβάθμια οργάνωση και δεν είχε μέλη φυσικά πρόσωπα, οι δε αναιρεσίβλητοι ήταν μέλη της Κοινοπραξίας …. ", και β) ότι η αγωγή δεν θεμελιώνεται στην έννομη σχέση της εντολής (νομική αοριστία αυτής), είναι αβάσιμοι, πέραν του ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι και απαράδεκτος, ενόψει του ότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επιπροσθέτως, οι παραδοχές σχετικά με τη διαμόρφωση της τιμής των προϊόντων των παραγωγών ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση δεν έρχονται σε αντίφαση με την παραδοχή περί του τρόπου εκτέλεσης της σύμβασης εντολής μεταξύ του συνεταιρισμού και των παραγωγών με την παράδοση των προϊόντων από τους τελευταίους στην …., που εκτελούσε την όλη διαδικασία ως βοηθός εκπλήρωσης του πρώτου, καθόσον σύμφωνα με τις άνω παραδοχές η τιμή των προϊόντων που παρέδιδαν οι παραγωγοί προς πώληση διαμορφωνόταν κάθε έτος σύμφωνα με τις ετήσιες εκκαθαρίσεις που διεξήγαγε η … και δεν ταυτιζόταν με την κατά περίπτωση είσπραξη του τιμήματος.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όχι εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εντολής, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1398/2021, ΑΠ 141/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, για πλημμέλεια εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όχι εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι "δεν αποκτήθηκε το προϊόν της εντολής, γιατί το τίμημα από την πώληση εκ μέρους της ….

σε τρίτους των αγροτικών προϊόντων των αναιρεσιβλήτων ουδέποτε εισπράχθηκε". Ό λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ, αλλά ισχυρισμό ο οποίος συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής και ειδικότερα αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η εντολή διάθεσης των προϊόντων των αγροτών δεν ανατέθηκε στον ίδιο ώστε να εισπράξει το τίμημα, σε κάθε δε περίπτωση είναι ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ως εντολοδόχος των αναιρεσιβλήτων κατέβαλε στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους το αποδοτέο για έκαστο χρηματικό ποσό από τη διάθεση της παραγωγής τους μέσω της … καθ' υπόδειξή του, αφού η τελευταία ως βοηθός εκπλήρωσης του συνεταιρισμού, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας για την οποία είχε συσταθεί κατά τα προεκτεθέντα, (πέραν της ένταξης των συνεταιρισμών στις κοινοτικές ενισχύσεις), προέβαινε στο τέλος κάθε έτους στις εκκαθαρίσεις των παραδοθεισών ποσοτήτων αγροτικών προϊόντων των μελών του συνεταιρισμού (αναιρεσιβλήτων), εισέπραττε το τίμημα, παρακρατώντας τα έξοδα της ίδιας και του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού και απέδιδε σ' αυτόν το υπόλοιπο προς διανομή στους εν λόγω λογαριασμούς των μελών του, ποσό που συνιστά το αγωγικώς αξιούμενο από αυτούς.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176, 184, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2020 αίτηση του Αγροτικού Συνεταιρισμού …. για αναίρεση της με αριθμό 165/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ