Supreme Court dismisses appeal claiming factual error in lease map interpretation regarding vehicle ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a lease dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting a topographic map showing vehicles on the leased property, claiming the vehicles belonged to the appellant. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to prove the lower court misapplied substantive law or misinterpreted the map's content, noting the lower court correctly assessed the evidence. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellants, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's assessment of facts is not challenged by proving a violation of substantive law or a misinterpretation of evidence, as the court of first instance enjoys discretion in evaluating factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Βαρούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Καβάση και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καβάση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία συστάθηκε το έτος 1999, έχει σαν αντικείμενο δραστηριότητας τη διενέργεια εθνικών και ειδικών μεταφορών, τη μεταφορά πάσης φύσεως εμπορευμάτων και κινητών εν γένει πραγμάτων με αυτοκίνητα φορτηγά κάθε κατηγορίας Δημοσίας χρήσεως, ρυμουλκά ή μη ρυμουλκούμενα και γενικά κάθε είδους οχήματα αυτοκινήτων κατάλληλα για τέτοιου είδους μεταφορές επί καταβολή κομίστρου, (βλ.
υπ' αριθ. 23076/25.11.2016 τροποποίηση - κωδικοποίηση καταστατικού αυτής της συμβολαιογράφου … Ε. Π.). Δυνάμει του από 1.2.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, οι εφεσίβλητοι - καθ' ων η ανακοπή εξεμίσθωσαν προς την εκκαλούσα, "... ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη ... στη θέση μεταξύ του σημείου ... όπως φαίνεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα...", εκτάσεως περίπου 4 στρεμμάτων και με τους λοιπούς όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στο συμφωνητικό, προκειμένου η μισθώτρια να χρησιμοποιεί το μίσθιο για τη στάθμευση και συντήρηση των αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης που χρησιμοποιεί.
Η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για 2 έτη. Με το από 10.1.2004 τροποποιητικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης για δύο έτη, ήτοι μέχρι την 31.12.2005. Τέλος, στις 28.12.2005, με νέα τροποποίηση, οι συμβαλλόμενοι όρισαν, μεταξύ άλλων ότι α) τα όρια τον μισθίου "...θα καθορισθούν με νέα επιμέτρηση και τοποθέτηση πασσάλων. ..." και β) "...Σε περίπτωση διεκδίκησης των μισθωμάτων του παρόντος μισθωτηρίου, αλλά και όσων έχουν ήδη καταβληθεί από τον μισθωτή προς τους εκμισθωτάς, από το Δήμο …, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη Δημόσια Αρχή ή τρίτον, η απόδοσή τους θα είναι ευθύνη αποκλειστικά των εκμισθωτών....", (άρθρο 2 του τροποποιητικού συμφωνητικού).
Παρά τις συμβατικές παρατάσεις της επίδικης μίσθωσης, αυτή ίσχυε μέχρι και το 2016, δεδομένου του εμπορικού χαρακτήρα της και της έλλειψης συμφωνίας των μερών για λήξη αυτής, (5 παρ. 1 και 61 περ. δ πδ 34/1995). Η εκκαλούσα, παρά το γεγονός ότι ποιούσε ανενόχλητη χρήση του μισθίου, από δυστροπία έπαυσε να καταβάλει μισθώματα από τον Ιανουάριο τον 2013, μέχρι και τον Ιούνιο τον 2015, (500 € μηνιαίως σε καθέναν από τους εκμισθωτές Χ 29 μήνες, σύμφωνα με το τελευταίο ως άνω μισθωτήριο), έτσι με αίτηση των εφεσιβλήτων εξεδόθη η υπ' αριθ. 602/2015 διαταγή απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας διετάχθη η απόδοση της χρήσης τον μισθίου στους εκμισθωτές και η καταβολή του ποσού των 14.500 € σε καθέναν από τους εκμισθωτές, πλέον τόκων, εξόδων, κλπ., με βάση την οποία οι εφεσίβλητοι επέσπευσαν την αποβολή της εκκαλούσας, στις 16.12.2015, (βλ.
την υπ' αριθ. 230 έκθεση αποβολής από ακίνητο τον Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Α. Κ.). Ο λόγος για την ενσωμάτωση των ανωτέρω όρων στο ως άνω από 28.12.2005 συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης, ήταν ότι ήδη, δυνάμει της υπ' αριθ. 336/14.2.2005 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της Δικαστικής Επιμελήτριας … Μ. Φ., σε εκτέλεση του υπ' αριθ.
πρωτ. 5577/105052/3.12.2004 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δημάρχου …, ο 1ος των εφεσιβλήτων, Ι. Σ., αποβλήθηκε από τμήμα έκτασης 6.820,45 τμ, το οποίο βρίσκεται εντός τον δημοτικού Κτήματος ..., εντός των ορίων τον Δήμου …, στα όρια των Δήμων …. και ….. Μετά την αποβολή, το ανωτέρω δημοτικό κτήμα οριοθετήθηκε με πασσάλους, (βλ.
σελ. 3 της ανωτέρω έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης). Έτσι, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας, πληροφορηθείς την αποβολή του 1ου εφεσιβλήτου, θέλησε να κατοχυρώσει τη θέση της εκκαλούσας ως μισθώτριας και την αποφυγή τυχόν υποχρεώσεων επιπλέον καταβολής μισθώματος προς τρίτους, σε περίπτωση τυχόν διεκδίκησης του μισθίου από τρίτους, ιδίως δε από το Δημόσιο, δεδομένου ότι η ανακοπή που άσκησε ο 1ος εφεσίβλητος κατά του ως άνω πρωτοκόλλου, καθώς και η έφεση κατά της επ' αυτής απόφασης, απερρίφθησαν, δυνάμει των υπ' αριθ. 37/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
και 2025/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., αντίστοιχα. Κατά την διενέργεια της αποβολής του 1ου εφεσιβλήτου, ως άνω, μέσα στο ακίνητο βρέθηκαν, χωρίς να κατέχουν συγκεκριμένο τμήμα τον ακινήτου καθώς δεν υπήρχαν οριοθετημένα τμήματα, οι έλκοντες από τον αποβληθέντα δικαιώματα, βάσει ισάριθμων συμβάσεων μίσθωσης που είχαν καταρτίσει με αυτόν μισθωτές, Α.
Ν. και Κ. Ν., Γ. Χ. και Γ. Χ., η εταιρία "..." και η εταιρία "...". Επίσης, δυνάμει τον υπ' αριθ…/15.6.2006 πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής του Δημάρχου …, αποβλήθηκαν και οι ως άνω μισθωτές, (δυνάμει της υπ' αριθ. 399/29.5.2008 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας), δυνάμει δε των υπ' αριθ. 762/2008, 763/2008 και 764/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απερρίφθησαν τελεσίδικα οι σχετικές ανακοπές των τελευταίων, (βλ.
προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 762/2008 και 763/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και 58/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...). Επίσης, την ίδια περίοδο, με άλλα πρωτόκολλα ο Δήμος ... απέβαλε και άλλους, όπως, δυνάμει του υπ' αριθ. …/3.12.2004 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής τον Κ. Π., από έκταση 5.594,94 τμ, δυνάμει του υπ' αριθ. .../3.12.2004 πρωτοκόλλου, απέβαλε την εταιρία "...", από έκταση 7.466,92 τμ, και δυνάμει της υπ' αριθ. 138/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
απέβαλε το ΥΠΕΧΩΔΕ από έκταση 36 στρεμμάτων. Ωστόσο, στην παρούσα δίκη, δεν αποδείχθηκε ότι το ένδικο μίσθιο δεν ανήκει στην κυριότητα των εφεσιβλήτων - εκμισθωτών και δη ότι ανήκει στο Δημόσιο, ή στο Δήμο …, με συνέπεια την ακυρότητα της ένδικης μίσθωσης όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας και ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με τον 1° λόγο της ανακοπής της.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας της εκκαλούσας κατέθεσε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ότι εξαιτίας του θορύβου από τις αποβολές των ανωτέρω μισθωτών και λόγω της αδράνειας των εφεσιβλήτων εκμισθωτών να οριοθετήσουν με ακρίβεια το μίσθιο και να τους επιδείξουν τίτλους ιδιοκτησίας, αν και τους όχλησε σχετικώς προφορικά, έπαυσε την καταβολή μισθωμάτων από το τέλος τον έτους 2008, δηλαδή πολύ πριν από τον ένδικο χρόνο, (από τον Ιανουάριο 2013 έως και τον Ιούνιο 2015).
Επίσης, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε με την ως άνω ανακοπή της επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη ότι έκτοτε, (τέλος του 2008 - αρχές του 2009), προέβη στη μετεγκατάστασή της σε όμορο χώρο, "κάτωθεν" του μισθίου και δεν οφείλει μισθώματα διότι οι εφεσίβλητοι εκμισθωτές δεν είναι κύριοι του μισθίου, αλλά αυτό εμπίπτει σε ευρύτερη περιοχή πού ανήκει στο Δήμο …., μετά από απαλλοτρίωση.
Από την από 29.7.1996 έκθεση κτηματογράφησης που συνέταξε η τοπογράφος μηχανικός Μ. Μ., σε εκτέλεση της απόφασης κτηματογράφησης του Νομάρχη ..., με αριθμό .../3.6.1993, σχετικά με ακίνητα έκτασης 27.095 τμ, (6 ιδιοκτησίες), που απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή τον κόμβου της Λεωφόρου ... με τη Λεωφόρο ..., προκύπτει ότι οι φερόμενοι ιδιοκτήτες είναι α) για την ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό , που περιλαμβάνει τμήμα του ρέματος ...
και τμήμα της Λεωφόρου ..., το ελληνικό, Δημόσιο, β) για την ιδιοκτησία με αριθμό , ο Δήμος ..., δοθέντος ότι από προηγούμενη (από το 1954) αναγκαστική απαλλοτρίωση μείζονος έκτασης 162.850 τμ υπέρ του Δ. ..., για την απόθεση απορριμμάτων, το τοπογραφικό διάγραμμα δεν βρέθηκε, αλλά χρησιμοποιήθηκαν αυτά που υπέβαλε ο τελευταίος, γ) για την ιδιοκτησία με αριθμό , εκτάσεως 1375,7 τμ, ο Δήμος ..., δοθέντος ότι αποτελεί τμήμα της ανωτέρω μείζονος απαλλοτριωθείσας έκτασης, ενώ ο 1ος εφεσίβλητος, μεταξύ άλλων διεκδικητών τμήματος αυτής 367,1 τμ, δεν προσκόμισε στοιχεία ώστε να βρει έρεισμα η διεκδίκησή του, σε κάθε δε περίπτωση, το διεκδικούμενο από αυτόν τμήμα εμπεριέχεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης που αφορά στην ιδιοκτησία με αριθμό 1, για δε τις λοιπές ιδιοκτησίες, αναγράφονται ως ιδιοκτήτες τρίτοι και το Ελληνικό Δημόσιο.
Το γεγονός ότι υπέρ τον Δ. ..., όπως προεκτέθηκε, απαλλοτριώθηκε έκταση 162.850 τμ για εναπόθεση απορριμμάτων, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι και το μίσθιο εμπίπτει εντός αυτής και ότι, συνεπώς, ανήκει στο Δ. Πειραιώς και όχι στους εφεσίβλητους, με περαιτέρω συνέπεια την ακυρότητα της μίσθωσης; σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 νδ 31/1968, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, καθώς η έκταση αυτή δεν περιγράφεται και δεν οριοθετείται.
Περαιτέρω προκύπτει ότι στην κυριότητα του 1ου εφεσιβλήτου αντιστοιχούν δύο αρχικές εγγραφές στο κτηματολόγιο και δη οι υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ... και ..., ακινήτων με έκταση 1.715 τμ και 18.745 τμ, αντίστοιχα, με αιτία κτήσης "χρησικτησία", (βλ. αντίστοιχα ΚΑΕΚ), ενώ για το 2° εφεσίβλητο δεν υφίστανται σχετικές εγγραφές, (βλ.
υπ' αριθ. πρωτ. …/17.12.2015 πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών τον κτηματολογικού γραφείου …). Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι από τις αρχές του 2009, μετεγκαταστάθηκε σε όμορο τον μισθίου ακίνητο και δη σε τμήμα του υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως 18.490 τμ, ιδιοκτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία το απέκτησε με παραχώρηση από Δημόσιο φορέα, (βλ.
προσκομιζόμενο ΚΑΕΚ). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στην πρωτοβάθμια δίκη η εκκαλούσα είχε ισχυριστεί ότι το μίσθιο από το οποίο αποβλήθηκε ανήκε στο Δήμο ... και ότι η ίδια από το 2009 μετεγκαταστάθηκε σε όμορο ακίνητο που επίσης ανήκε στο Δήμο ..., ενώ στην παρούσα δίκη υποστηρίζει ότι ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται παραδεκτά, διότι η εκκαλούσα προσκομίζει τα απαραίτητα για την επίρρωση τον ισχυρισμού της έγγραφα, σχετικά με την κυριότητα του ως άνω εκκλησιαστικού ακινήτου (ΚΠολΔ 527, ΑΠ 1143/2015). Ωστόσο, από το από 20.3.2017 συμφωνητικό μίσθωσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα και η Εκκλησία της Ελλάδος, δια των νομίμων εκπροσώπων τους, συνομολόγησαν μίσθωση του εν λόγω ακινήτου, αρχομένη από 1.4.2017, δηλαδή πολύ αργότερα από τον αναφερόμενο από την εκκαλούσα χρόνο αλλά και από την αποβολή της από το ένδικο μίσθιο, που έλαβε χώρα στις 16.12.2015, ως άνω.
Πέραν δε της κατάθεσης του μάρτυρα της εκκαλούσας στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναφέρει ότι από τη μετεγκατάστασή τους στο όμορο ακίνητο δεν ξαναπλήρωσαν κανένα μίσθωμα στους εφεσιβλήτους, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι πάντως, η εκκαλούσα κατέβαλλε μίσθωμα στην Εκκλησία της Ελλάδος για τη χρήση του ως άνω ακινήτου της από το χρόνο εκείνο, (2009), (απόδειξη καταβολής, εγγραφή στα βιβλία εξόδων της εκκαλούσας, κλπ.), ή ότι πράγματι μετεγκαταστάθηκε από τότε.
Άλλωστε, το από 20.3.2017 μισθωτήριο με την Εκκλησία της Ελλάδος καταρτίστηκε μετά από τις από 20.5.2016 και 7.6.2016 (υπ' αριθ. πρωτ. 3310 και 3814, αντίστοιχα), σχετικές αιτήσεις της εκκαλούσας προς την Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών, ήτοι μετά την αποβολή της από το μίσθιο που έλαβε χώρα το έτος 2015. Περαιτέρω, στο προσκομιζόμενο από Ιουνίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα των πολιτικού Σ.
Κ. και τοπογράφου μηχανικού Γ. Χ. που επισυνάπτεται στο από 20.3.2017 ως άνω μισθωτήριο με την Εκκλησία της Ελλάδος και συνετάγη με εντολή του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας, αποτυπώνονται τα όμορα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. ... τον 1ου εφεσιβλήτου, πλην όμως, ενώ για τα λοιπά όμορα σημαίνονται τα ΚΑΕΚ και αναφέρεται για κάθε ένα από αυτά ότι αποτελούν ιδιοκτησία τον Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το ανωτέρω εγγεγραμμένο ως ανήκον στον 1ο εφεσίβλητο, δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, ενώ θ' αναφερόταν εάν πράγματι η κυριότητα αυτού ανήκε σε άλλον πλην των εφεσιβλήτων, με συνέπεια την ακυρότητα της μίσθωσης.
Επίσης, στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, περιλαμβάνονται δύο αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη Ε.Κ.ΧΑ, με φωτοληψία τον έτους 2009, στο οποίο απεικονίζεται πλήρωση με σταθμευμένες νταλίκες και άλλα μεγάλου μεγέθους οχήματα και αντικείμενα, όπως άλλωστε περιγράφεται και στην ως άνω υπ' αριθ. 230/2015 έκθεση αποβολής της εκκαλούσας, τόσο του μισθωμένου από την Εκκλησία τμήματος με ΚΑΕΚ ..., όσο και του ομόρου αυτού με ..., (στη φωτοληψία τον 2009), πράγμα που σημαίνει ότι κατά το έτος 2009, η εκκαλούσα βρισκόταν ακόμη στο μίσθιο και δεν το εγκατέλειψε από τότε όπως ισχυρίζεται.
Μάλιστα, στις 5.9.2013, κατέβαλε στους εφεσιβλήτους το ποσό των 1.000 € ως μίσθωμα για το μήνα Δεκέμβριο 2012, (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη), ενώ στις 4.12.2013, στην υπ' αριθ. 1269/2013 δήλωση τρίτου κατ' άρθρ. 985 ΚΠολΔ, ενώπιον τον Ειρηνοδίκη ..., ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας δήλωσε ότι αποδέχεται να καταβάλει το μίσθωμα των 500 Ε μηνιαίως που αντιστοιχεί στο 2° των εφεσιβλήτων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, τέλος δε, στις 22.7.2016, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας, δήλωσε προς το Αστυνομικό Τμήμα … που τον όχλησε μετά από εισαγγελική παραγγελία που εκδόθηκε λόγω παραπόνων των εκμισθωτών, ότι τα ογκώδη αντικείμενα που έχει αφήσει στο μίσθιο θα τα παραλάβει όταν ανεύρει γερανό για την αποκομιδή τους, (βλ.
υπ' αριθ. πρωτ. 1019/26/62 - α' από 22.7.2016 αντίγραφο συμβάντος), παρά το γεγονός ότι με το από 20.5.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να παραλάβει τα εναπομείναντα στο μίσθιο κινητά πράγματά της. Εν όψει όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση ήταν άκυρη εξαιτίας της κυριότητας του Δήμου ….
ή τρίτου φορέα τον Δημοσίου επί του μισθίου και όχι των εκμισθωτών -εφεσιβλήτων, ούτε ότι η εκκαλούσα είχε εγκαταλείψει το μίσθιο από τις αρχές του έτους 2009, απ' όπου και αποβλήθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 602/2015 ως άνω διαταγής απόδοσης.
Συνεπώς, μετά την υπερημερία τη εκκαλούσας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, νομίμως οι εφεσίβλητοι ζήτησαν, ως συνεκμισθωτές, την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων...". Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο και αφού έκρινε, περαιτέρω, ότι η αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή απόδοσης μισθίου είναι επαρκώς ορισμένη, απέρριψε την, περί του αντιθέτου, έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει τα ίδια, έστω με εν μέρει, όπως δέχθηκε αιτιολογία, την οποία συμπλήρωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 21 παρ. της 4/1969 (ΦΕΚ Α' 158) Κανονιστικής Διάταξης "Περί εκμισθώσεως των Κτημάτων της Εκκλησιαστικής Περιουσίας", τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι αν, το Εφετείο, εφάρμοζε τη διάταξη της παρ. 1 άρθρου 1 της ανωτέρω Κανονιστικής Διάταξης, που ορίζει ότι: "Τα κτήματα της κατά τα εν άρθρω 12 του υπ αριθ.4/1969 Κανονισμού οριζόμενα Εκκλησιαστικής Περιουσίας εκμισθούνται δια δημοπρασίας εκτός άν ρητώς εν τη παρούση Κανονιστική Διάταξει αναφέρεται εξαίρεσις.".
Και, αυτή της παρ. 1 του άρθρου 21 της ίδιας Κανονιστικής Διάταξης, κατά την οποία: "Εκκλησιαστικά κτήματα εκμισθούνται άνευ δημοπρασίας μόνον εις τάς ακολούθως περιπτώσεις. α) Δια χρονικόν διάστημα μέχρι το πολύ δύο έτων μετ απόφασιν του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΔΔΕΠ πρός τρίτους κατέχοντας ταύτα από τριετίας τουλάχιστον και πρός εξώδικον εξομάλυνσιν υφισταμένης περί την διακατοχήν διαφορά και εφ' όσον ήθελον ανεπιφύλακτως και εγγράφως δηλώσει ότι αναγνωρίζουσι τα επί του κτήματος δικαιώματα του ΟΔΔΕΠ ως και την κατά περίπτωσιν κυριότητα και νομήν των Ιερών Ναών Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων.
κλπ.", θα είχε δεχθεί τον ισχυρισμό της ότι "...είχε μετακινήσει τις εγκαταστάσεις της εντός του εκκλησιαστικού ακινήτου αν όχι από το έτος 2009, τουλάχιστον από το έτος 2014 [προ της αποβολής μας από το φερόμενο ως μίσθιο, η οποία έλαβε χώρα στις 16/12/2015], ήτοι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριετίας προ της σύναψης της μίσθωσης με την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε να μπορεί να συναφθεί η εν λόγω μίσθωση με απευθείας συμφωνία κατόπιν των σχετικών αιτήσεων μας, όπως πράγματι έγινε, και ουχί με δημοπρασία κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης.".
Ο λόγος αυτός, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, καθόσον, με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις του, πλήττεται η αναγομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, κρίνεται αβάσιμος, διότι υπό τα εκτιθέμενα ανωτέρω περιστατικά, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο και, ειδικότερα, ότι: "...δεν αποδείχθηκε ότι το ένδικο μίσθιο δεν ανήκει στην κυριότητα των εφεσιβλήτων - εκμισθωτών και δη ότι ανήκει στο Δημόσιο, ή στο Δήμο ...,...εν όψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη μίσθωση ήταν άκυρη εξαιτίας της κυριότητας του Δήμου ...
ή τρίτου φορέα του Δημοσίου επί του μισθίου και όχι των εκμισθωτών - εφεσιβλήτων, ούτε ότι η εκκαλούσα είχε εγκαταλείψει το μίσθιο από τις αρχές του έτους 2009, απ' όπου και αποβλήθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 602/2015 ως άνω διαταγής απόδοσης.
Συνεπώς, μετά την υπερημερία τη εκκαλούσας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, νομίμως οι εφεσίβλητοι ζήτησαν, ως συνεκμισθωτές, την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων...", οι ανωτέρω επικαλούμενες, από την αναιρεσείουσα, διατάξεις, προς θεμελίωση του κρινόμενου αναιρετικού λόγου δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και ορθά δεν τις εφάρμοσε, αφού έκρινε ότι το ένδικο ακίνητο, κατά το χρόνο διάρκειας της ένδικης μίσθωσης, ανήκε στην κυριότητα των ήδη αναιρεσειόντων, εφεσιβλήτων, καθ' ων η ανακοπή και όχι της Εκκλησίας.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 662 Γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση: "1. Η διάταξη του άρθρου 626, παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως. 2. Η αίτηση ή η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 117 ή 118 και εκείνα του άρθρου 119, παρ. 1, καθώς και: α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και μνεία τον τόπου όπου βρίσκεται με περιγραφή τον, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά το άρθρο 662 Α περίπτωσης σύμφωνα με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης. 3.
Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς κάθε άλλο σχετικό έγγραφο...". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιλαμβάνει η αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου είναι και η μνεία του τόπου όπου αυτό βρίσκεται, καθώς και περιγραφή του, κατά τρόπον ώστε να προσδιορίζεται η ταυτότητά του.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή, η ανακοπή, αίτηση κλπ. είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1399/2011, 1816/2008).
Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στα ανωτέρω, εισαγωγικά, δικόγραφα, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1399/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, για την έκδοση διαταγής απόδοσης, από τον ήδη αναιρεσείοντα, του ενδίκου μισθίου, αυτό περιγράφεται σ' αυτήν ως εξής: "Με το από 1-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, με το οποίο οι αιτούντες εκμίσθωσαν στην καθ' ης ένα αγροτεμάχιο περίπου τεσσάρων (4) στρεμμάτων που ανήκει στην κυριότητα, νομή και κατοχή των αιτούντων, το οποίο βρίσκεται στη Λ.... Κόμβος … άνευ αριθμού προκειμένου να χρησιμοποιήσει η καθ' ής σαν χώρο στάθμευσης και συντήρησης αυτοκινήτων....
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΑΜΕ Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να υποχρεωθεί η καθ' ης: ... β) Να υποχρεωθεί η καθ' ης με διαταγή απόδοσης μισθίου να μας αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του άνω μισθίου, δηλαδή ενός αγροτεμαχίου περίπου 4 στρεμμάτων που βρίσκεται στη Λ. ..., κόμβος …, άνευ αριθμού και χρησιμοποιείται από την καθ' ης σαν χώρος σταθμεύσεως και συντηρήσεως αυτοκινήτων Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε δύο (2) έτη από 1-12-2002 έως 30-11-2004, με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των δύο χιλιάδων πενήντα τεσσάρων (2.054)...".
Η ανωτέρω αίτηση, με το προαναφερθέν περιεχόμενό της και αναφορικά με την περιγραφή του ενδίκου ακινήτου, είναι πλήρως ορισμένη, αφού αυτό περιγράφεται, σ' αυτή με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδιορίζεται η ταυτότητά του, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της ευρύτερης περιοχής της τοποθεσίας του, που δυσχεραίνουν τη λεπτομερέστερη περιγραφή του.
Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: α) Η περιγραφή αυτή του ενδίκου ακινήτου, ταυτίζεται με αυτή που περιλαμβάνεται στο ένδικο, από 01-12-2002 και στο από 28-12-2005 τροποποιητικό αυτού "συμφωνητικό μίσθωσης", που συνετάγη μεταξύ των διαδίκων, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπησή τους. β) Με βάση την αίτηση αυτή, εκδόθηκε η ένδικη διαταγή απόδοσης του εν λόγω μισθίου, ως ανωτέρω αυτό περιγράφεται, κατά τα, επίσης, προκύπτοντα από την επισκόπηση αυτής.
Και, γ) Η Διαταγή αυτή εκτελέστηκε, με την αποβολή της ήδη αναιρεσείουσας, από το ένδικο μίσθιο, δυνάμει της 230/2015 έκθεσης αποβολής του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Α. Κ., στην οποία, επίσης, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ομοίως περιγράφεται το επίμαχο ακίνητο. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το δεύτερο λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, ανακόπτουσας, με τον οποίο επανέφερε το σχετικό λόγο ανακοπής της, περί αοριστίας της ένδικης αίτησης για έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής απόδοσης του ενδίκου μισθίου, λόγω ελλιπούς περιγραφής, σ' αυτή (αίτηση), της ταυτότητας του επίμαχου ακινήτου, δεχόμενο ότι, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της, είναι αρκούντως ορισμένη, με την αιτιολογία, επί λέξει: "...το μίσθιο ακίνητο περιγράφεται όπως ακριβώς και στο μισθωτήριο συμφωνητικό, ήτοι κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Εξάλλου, συντελέστηκε και η εκτέλεση του ως άνω εκτελεστού τίτλου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 230/2015 ως άνω έκθεση, δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα αποβλήθηκε από το μίσθιο, ενώ τα ισχυριζόμενα από αυτήν ότι η αναγκαστικής εκτέλεση έλαβε χώρα επί άλλου ακινήτου (του εκκλησιαστικού κτήματος) και όχι επί του επίδικου μισθίου, αποδείχθηκαν αβάσιμα, σύμφωνα με τ' ανωτέρω, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά την αποβολή της από το μίσθιο (2015), η εκκαλούσα βρισκόταν στο ως άνω εκκλησιαστικό κτήμα...".
Ορθά δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αίτηση Διαταγής απόδοσης μισθίου ακινήτου και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας, ανακόπτουσας, περί αοριστίας αυτής και (ορθά) δεν κήρυξε απαράδεκτο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε, ως ορθό, ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου του με εκείνο, που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 2059/2007, ΑΠ 1347/2007, ΑΠ 1657/2005).
Με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι: "...παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Ιουνίου 2016 τοπογραφικού διαγράμματος τον τοπογράφου Χ. Ε. Γ., δεχόμενη ότι "Επίσης, στο ως ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα περιλαμβάνονται δύο αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη Σ.Κ.Χ.Α., με φωτοληψία του έτους 2009, στο οποίο απεικονίζεται πλήρωση με σταθμευμένες νταλίκες και άλλα μεγάλου μεγέθους οχήματα και αντικείμενα, όπως άλλωστε περιγράφεται και στην ως άνω υπ' αριθμ. 230/2015 έκθεση αποβολής της εκκαλούσας, τόσο τον μισθωμένου από την Εκκλησία τμήματος με ΚΑΕΚ ..., όσο και του όμορου αυτού με ΚΑΕΚ ... (στη φωτοληψία του 2009), πράγμα που σημαίνει ότι κατά το έτος 2009, η εκκαλούσα βρισκόταν ακόμη στο μίσθιο και δεν το εγκατέλειψε από τότε όπως ισχυρίζεται", καταλήγοντας ωσαύτως στην απόρριψη τον νομίμως προταθέντος ισχυρισμού μας ότι από το έτος 2009 είχαμε μετεγκατασταθεί στο εκκλησιαστικό ακίνητο, ήτοι σε ακίνητο διάφορο του αρχικώς μισθωμένου από τους αντιδίκους και στην απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσης.
Πλην όμως από το περιεχόμενο του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος αφενός δεν προκύπτει πότε ακριβώς εντός του έτους 2009 ελήφθη η φωτοληψία 2009 και αφετέρου ουδόλως προκύπτει ότι οι σταθμευμένες νταλίκες και άλλα μεγάλου μεγέθους οχήματα και αντικείμενα που εμφαίνονται τοποθετημένα σε ακίνητο διάφορο του εκκλησιαστικού ακίνητου ανήκουν στην κυριότητα της εταιρείας μας, ώστε το ως άνω διάγραμμα να αποτελεί απόδειξη περί του ότι η εταιρεία μας το έτος 2009 ευρισκόταν ακόμα εντός του μισθίου.
Άλλωστε, η ίδια η προσβαλλομένη απόφαση εδέχθη σε προηγούμενο σημείο της [ιδέτε οπίσθια σελίδα τον 3ου φύλλου της, στιχ. 20-23] ότι "Τέλος, στις 28.12.2005, με νέα τροποποίηση, οι συμβαλλόμενοι όρισαν, μεταξύ άλλων, ότι α) τα όρια του μισθίου ... θα καθορισθούν με νέα επιμέτρηση και τοποθέτηση πασσάλων", ήτοι εδέχθη ότι δεν κατείχαμε συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου, το οποίο είχαμε μισθώσει αρχικά από τους αντιδίκους, καθόσον δεν ήταν οριοθετημένο, στη δε ευρύτερη περιοχή ο πρώτος εκ των αντιδίκων μίσθωνε διάφορα τμήματα των ακινήτων που κατείχε σε περισσότερες από μία εταιρείες, οι οποίες διέθεταν στην κυριότητά τους νταλίκες και μεγάλου μεγέθους οχήματα και αντικείμενα...".
Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκρισή του με εκείνο, που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η κρίση, από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που διαλαμβάνονται και στο αναιρετήριο, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι αυτό συντάχθηκε το έτος 2009 και ότι απεικονίζονται σ' αυτό σταθμευμένες νταλίκες και άλλα μεγάλου μεγέθους οχήματα και αντικείμενα, χωρίς και να αναγνώσει ότι τα απεικονιζόμενα σ' αυτό σταθμευμένα οχήματα και εναποτεθειμένα αντικείμενα ανήκουν στην ιδιοκτησία της ήδη αναιρεσείουσας, ορθά ανέγνωσε το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, δεχόμενο τα ανωτέρω, πλην, όμως, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του αυτό, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε το ανωτέρω πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, που είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
ΙV. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της 2759/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ενιαίως), κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-07-2018 αίτηση αναίρεσης της 153/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ