Supreme Court dismisses appeal where lower court wrongly rejected abuse of right claim due to factual dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim of abuse of right because the defendant's conduct was inconsistent with her previous behavior, despite the existence of a factual dispute regarding the debt. The court held that while the lower court's reasoning was flawed, the appellants lacked the legal interest to challenge the established fact that the defendant's right to sue was not abused.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment dismissing an appeal due to the appellant's default is admissible, but a claim of abuse of right based on inconsistent prior conduct is inadmissible if the underlying factual dispute remains unresolved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ό. Β. του Β., και 2) Ν. - Μ. Μ. (M.G.) του Ο., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Καργιώτη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Χαρίση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15245/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-7-2018 αίτησή τους, η οποία κατατέθηκε α) στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με γενικό αριθμό κατάθεσης 2387/2018 και β) στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με γενικό αριθμό κατάθεσης 16919/2018.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 322/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).
Η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 2121/2017). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 570/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας τους την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών κατά της 15245/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή, εφόσον κατά την άσκηση αυτής (αίτησης αναίρεσης) η ως άνω προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού επιδόθηκε στις αναιρεσείουσες στις 20-6-2018 (βλ.
τις εκθέσεις επιδόσεως ....72 ΙΕ/20-6-2018 και ....74 ΙΕ/20-6-2018 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ι. Β., αντίστοιχα), χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, όπως τούτο προκύπτει από την από 30-8-2018 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανεξαρτήτως του ότι και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες δηλώνουν ρητά ότι παραιτούνται του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω τελεσίδικης πλέον προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος, όμως, που η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της, ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, 15245/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απαράδεκτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 1/2002, σχετ.
Ολ. ΑΠ 709/1974). Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).
Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.
Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1472/2011).
Η ανωτέρω διάταξη, καθό μέρος αφορά τον εγγυητή, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε με αυτή του άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), αφού και η κατά τα άρθρα 847 επ.
ΑΚ αξίωση του δανειστή, έναντι εκείνου που εγγυήθηκε για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, αν δεν το πράξει ο τελευταίος, αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα προστατευόμενο από τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (ΑΠ 1857/2009), δεδομένου ότι στην από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998, ΑΠ 634/2013).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...86/03-10-2007 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό και των... συμπληρωματικών συμβάσεων, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...",..., πίστωση μέχρι του ποσού των εννέα εκατομμυρίων ευρώ (9.000.000€).
Η πρώτη εναγόμενη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) αντιπρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, εγγυήθηκε απεριορίστως προς την ενάγουσα και υπέρ της ως άνω πιστούχου εταιρείας την τήρηση όλων των όρων της συμβάσεως και των μεταγενεστέρων προσθέτων πράξεων και συμφωνιών και, ιδιαιτέρως, την καταβολή κάθε χρεωστικού υπολοίπου κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο και ως αυτοφειλέτρια, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως (άρθρ. 855 του Α.Κ.) και των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 866, 867 και 868 του Α.Κ.
Για την εξυπηρέτηση της ως άνω συμβάσεως ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν κατά την συμφωνία των συμβαλλομένων οι υπ' αρ. ...75-7, ...87-9, ...48-3, ...17-3 λογαριασμοί και o υπ' αρ. ...26-0 λογαριασμός για την παρακολούθηση εγγυητικών επιστολών. Με τις από 31-12-2009 επιστολές της προς την ενάγουσα η πρωτοφειλέτρια ανώνυμη εταιρία αναγνώρισε την ορθότητα του χρεωστικού σε βάρος της καταλοίπου των ως άνω λογαριασμών αντιστοίχως κατά το περιοδικό κλείσιμο αυτών της 31-12-2009, το οποίο ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 2.438.100 € πλέον τόκων από 1-1-2010.
Ειδικότερα, για τον υπ' αρ. ...75-7 λογαριασμό το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 500.000 € πλέον τόκων, για τον υπ' αρ. ...87-9 λογαριασμό στο ποσό των 500.600 € πλέον τόκων, για τον υπ' αρ. ...48-3 λογαριασμό στο ποσό των 1.000.000 €, για τον υπ' αρ. ...17-3 λογαριασμό στο ποσό των 437.500 €. Στη συνέχεια με τις από 30-6-2010 επιστολές της η πρωτοφειλέτρια εταιρία αναγνώρισε την ορθότητα του χρεωστικού σε βάρος της καταλοίπου των ως άνω λογαριασμών αντιστοίχως και κατά το περιοδικό κλείσιμο αυτών της 30-6-2010, το οποίο ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 3.375.750 € πλέον τόκων από 1-7-2010.
Ειδικότερα, για τον υπ' αρ. ...75-7 λογαριασμό το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 500.075 € πλέον τόκων, για τον υπ' αρ. ...87-9 λογαριασμό στο ποσό των 500.600 € πλέον τόκων, για τον υπ' αρ. ...48-3 λογαριασμό στο ποσό των 1.000.075 €, για τον υπ' αρ. ...17-3 λογαριασμό στο ποσό των 375.000 €. Ακολούθως, λόγω της υπερημερίας της πρωτοφειλέτριας ως προς την καταβολή των ληξιπρόθεσμων δόσεων, που είχαν συμφωνηθεί, η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, την καταγγελία δε κοινοποίησε και στην πρώτη των εναγομένων στις 30-12-2010..., κατά τον χρόνο δε αυτό το συνολικό ληξιπρόθεσμο, απαιτητό και οφειλόμενο ποσό ανέρχονταν στο ποσό των 2.382.612,12€.
Λόγω της αρνήσεως της πιστούχου και των εγγυητών να καταβάλουν το προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο αυτό εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτηση της ενάγουσας η αρ. 20.405/11-07-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη (μαζί με τον έτερο συνεγγυητή και την πρωτοφειλέτρια) να καταβάλει το ποσό των 2.382.612,12 ευρώ νομιμοτόκως με το ισχύον εκάστοτε τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων καθυστερήσεως από την επομένη ημέρα από το κλείσιμο των λογαριασμών και της σύμβασης, δηλαδή από 30-12-2010 μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των 37.169 € για δικαστικά έξοδα.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην εναγόμενη με επιταγή προς εκτέλεση στις 14-7-2011... . Περαιτέρω, ... η πρώτη εναγόμενη μετά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης του ανοικτού λογαριασμού και των προσθέτων αυτής πράξεων και μετά την αναγνώριση του προσωρινού καταλοίπου στις 29-12-2009 από την πρωτοφειλέτρια εταιρία, την οποία εκπροσωπούσε μαζί με τον έτερο διευθύνοντα σύμβουλο, Α.
Σ., προέβη σε μεταβιβάσεις των ακόλουθων περιουσιακών της στοιχείων: α) με το υπ' αρ. ....84/16-04-2010 συμβόλαιο παραίτησης από ποσοστό 65/100 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας λόγω δωρεάς της συμβολαιογράφου.... μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) λόγω δωρεάς το 65/100 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας ενός διαμερίσματος του έκτου πάνω από το ισόγειο, κυρίου ορόφου της δεύτερης (Β) πολυκατοικίας (Β εισόδου) επί της οδού ...,..., εμβαδού καθαρού 106 τ.μ.
και μικτού 126 τ.μ..., ενώ με το υπ' αρ. ....25/29-12-2010 συμβόλαιο παραίτησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου..., μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη, το υπόλοιπο ανήκον σ' αυτή 35/100 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας του εν λόγω διαμερίσματος, β) με το υπ' αρ. ....85/16-04-2010 συμβόλαιο παραίτησης από ποσοστό εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς της συμβολαιογράφου...
μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη λόγω δωρεάς το 15/100 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και το 35/100 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας ενός ελαιοτεμαχίου έκτασης 6048,52 τμ., κείμενου στη θέση... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ......, ενώ με το υπ' αρ. ...26/29-12-2010 συμβόλαιο παραίτησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου..., μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη, το υπόλοιπο ανήκον σ' αυτή 35/100 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας του εν λόγω αγροτεμαχίου λόγω δωρεάς και γ) με το υπ' αρ. ...05/31-05-2010 συμβόλαιο δωρεάς ποσοστού 35/100 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας και 65/100 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας της συμβολαιογράφου...
μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη λόγω δωρεάς το 35/100 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας και 65/100 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ενός γραφείου, με το αριθμητικό στοιχείο του δευτέρου ορόφου οικοδομής επί της ...,..., καθαρού εμβαδού 17,38 τ.μ. και μικτού 24,29 τ,μ., ...., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στα υπόλοιπα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη 22,957/1000 εξ αδιαιρέτου, ενώ με το υπ' αρ. ...24/29-12-2010 συμβόλαιο παραίτησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου,...
μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη, το υπόλοιπο ανήκον σ' αυτή 35/100 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας του εν λόγω αγροτεμαχίου [ορθόν: γραφείου] λόγω δωρεάς. Η αγοραία αξία των ανωτέρω ακινήτων, τόσο κατά τον χρόνο κατάρτισης των προσβαλλόμενων δικαιοπραξιών όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται για το 100% της επικαρπίας που μεταβιβάσθηκε επί του πρώτου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου στο ποσό των 127.000 €, για το 1/2 εξ αδιαιρέτου που μεταβιβάσθηκε επί του δεύτερου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου στο ποσό των 30.000€ και για την πλήρη κυριότητα του τρίτου ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στην δεύτερη εναγόμενη στο ποσό των 50.000 € και συνολικά η αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ανέρχεται άτο ποσό των 207.000 €. ...
Η πρώτη εναγόμενη προέβη στις εν λόγω μεταβιβάσεις γνωρίζοντας την οφειλή της προς την ενάγουσα και με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από την δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε. Και τούτο, διότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της, εξαιτίας του ότι ήταν βεβαρημένη με υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών και από άλλους δανειστές, δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας.
Ειδικότερα,... η πρώτη εναγόμενη, έχοντας την ιδιότητα της αντιπροέδρου, διευθύνουσας συμβούλου και... της βασικής μετόχου της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "..." είχε γνώση της οικονομικής της κατάστασης, της φύσης και του ύψους των υποχρεώσεών της προς τρίτους. Τούτο αποδεικνύεται αφενός μεν από την ίδια την κατάθεση της εξετασθείσης ενώπιον του ακροατηρίου...
μάρτυρά της, η οποία κατέθεσε περί θετικής γνώσης της πρώτης εναγομένης για τα οικονομικά της εταιρίας, αφετέρου δε από το γεγονός ότι λίγους μήνες πριν τις πρώτες μεταβιβάσεις, ήτοι στις 29-12-2010, η πρωτοφειλέτρια είχε αναγνωρίσει το ύψος των προσωρινών καταλοίπων, ενώ στην αναγνώριση που έλαβε χώρα στις 30-6-2010 κάτω από την επωνυμία της πρωτοφειλέτριας έχει τεθεί η υπογραφή της πρώτης εναγομένης ως νόμιμης εκπροσώπου της, Συνεπώς, η πρώτη εναγόμενη ήταν ενήμερη περί των προσωρινών τουλάχιστον κατά τις δύο αυτές ημεροχρονολογίες καταλοίπων του αλληλόχρεου λογαριασμού, την πλήρη εξόφληση της πίστωσης του οποίου είχε εγγυηθεί και προσωπικά.
Λόγω της θέσης της, όμως, στην εταιρία γνώριζε και την γενικότερη οικονομική αυτής κατάσταση, η οποία... δεν εμφάνισε αιφνίδια πτώση στο τέλος του 2010,... αλλά από την αρχή του ίδιου έτους λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληξε τον κλάδο των κατασκευών. Το γεγονός αυτό ομολογεί η ίδια η εναγόμενη στην υπ' αρ.
εκθ. καταθ. 54532/2010 αίτησή της για την υπαγωγή της πρωτοφειλέτριας σε καθεστώς συνδιαλλαγής του άρθρου 99 ΠΤΚ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ προκύπτει και από την ίδια την υπ' αρ. 4361/2011 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία άνοιξε η διαδικασία συνδιαλλαγής. Η ταυτότητα δε των ημερομηνιών υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή της πρωτοφειλέτριας σε καθεστώς συνδιαλλαγής και των μεταβιβάσεων των τελευταίων ελεύθερων περιουσιακών στοιχείων της (29-12-2010) αποδεικνύει τον καταδολιευτικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας.
Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση αυτή ενέχει πρόθεση απαλλοτριώσεως προς βλάβην της ενάγουσας δανείστριας, αφού... δεν αποδείχθηκε φερεγγυότητα της πρώτης εναγόμενης. Πλέον αυτών, αφού η πρόθεση βλάβης του δανειστή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικώς και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών,....., ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι υφίστατο επαρκής περιουσία της πιστούχου εταιρείας, από την οποίαν μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας, είναι άνευ έννομης επιρροής.
Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγόμενη διαθέτει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και άλλη περιουσία από την οποία μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας. Ειδικότερα, όσον αφορά τη συμμετοχή της κατά ποσοστό 34% στην κοινοπραξία με την επωνυμία "Κοινοπραξία. - ..." προσκομίζεται από τις εναγόμενες αποκλειστικά και μόνο το από 3-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας, από το οποίο προκύπτει σκοπός σύστασης της κοινοπραξίας, η συμμετοχή του κάθε προσώπου σ' αυτή και ο τρόπος διοίκησης και εκπροσώπησής της.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η ύπαρξη προσυμφώνου ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, οι ειδικότεροι όροι και συμφωνίες αυτού, βέβαια η εκτέλεση ενός τέτοιου έργου, ώστε να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη των οκτώ διώροφων κατοικιών που επικαλούνται οι εναγόμενες, η αξία τους και περαιτέρω το ποσοστό που αντιστοιχεί στην πρώτη εναγόμενη με βάση τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία.
Επιπλέον, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η πρώτη εναγόμενη ήταν κυρία του 10% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στο ... και του 20% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στο ..., σε καθένα από τα οποία η ενάγουσα έχει εγγράψει με βάση την υπ' αρ. 20.405/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 10.000 €.
Στο ανήκον στην πρώτη εναγόμενη επί των δύο αυτών ακινήτων εξ αδιαιρέτου ποσοστό κυριότητας υπάρχει ήδη εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "..." για το ποσό των 100.000 €, υπέρ της ... για το ποσό των 400.000 € και υπέρ της Τράπεζας ... για το ποσό των 100.000 €. Τέλος, και όσον αφορά την αξία των μετοχών της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "...", που ανήκουν στην πρώτη εναγόμενη, σημειώνεται ότι η αξία των πάγιων περιουσιακών στοιχείων της ανέρχονταν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 2.588.214,5€, ενώ ήταν κυρία τεσσάρων οικοπέδων εκ των οποίων το ένα, έκτασης 773,32 τ.μ.
βρίσκεται στο Δήμο ... και τα λοιπά τρία, όμορα μεταξύ τους, συνολικής έκτασης 4.084 τ.μ. στο Δ.Δ. .... στη ...., τριών αγροτεμαχίων, έκτασης 9.129, 2.692 και ποσοστού 30% εκ των 5.117,16 τ.μ. στην ... της κτηματικής περιοχής ..., στο Δ.Δ. ... και στο Δ.Δ. ... αντίστοιχα, του 50% εξ αδιαιρέτου ενός κληροτεμαχίου στο Δήμο ... έκτασης 12.500 τ.μ., συνολικής αξίας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής περί τα 5.980.000 € (βλ.
την υπ' αρ. 13703/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για υπαγωγή στο καθεστώς εξυγίανσης), ενώ συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο αρκετών ελληνικών και αλλοδαπών εταιρειών με μετοχές ονομαστικής αξίας 1.399.500 €. οι υποχρεώσεις της εταιρίας ανέρχονταν στις 29-12-2010, οπότε υποβλήθηκε η αίτηση για συνδιαλλαγή, σε 3.970.012 € περίπου προς διάφορους προμηθευτές της, 5.916.928€ προς διάφορες τράπεζες, 271.187 € προς ασφαλιστικούς οργανισμούς και 264.067€ προς το Δημόσιο..., τα ανωτέρω δε ποσά ουδόλως μειώθηκαν έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής (αρχές του 2012) ενόψει και της αποτυχίας της πρωτοφειλέτριας να υπαχθεί τόσο στο καθεστώς συνδιαλλαγής όσο και στο καθεστώς εξυγίανσης...., δεδομένου ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής για την υποβολή σε καθεστώς εξυγίανσης (Ιανουάριος 2013) η εταιρία εμφάνιζε οφειλές προς προμηθευτές της 3.386.704,33€, από ανεξόφλητα χρεόγραφα 7.369.605,8€, στο Δημόσιο 11.149,69€, σε ασφαλιστικούς οργανισμούς 90.901,68€, σε τραπεζικά Ιδρύματα 7.213.844,04€, στο προσωπικό της 24.704,59€, σε διάφορους πιστωτές 2.737104€, από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις 500.000€ και σε διάφορους πελάτες της από προκαταβολές 854.228,32€ (βλ.
την υπ' αρ. 13703/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Επομένως, το ύψος των οφειλών της πρωτοφειλέτριας ξεπερνούσε την αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, για τον λόγο δε αυτό όλα τα προαναφερόμενα ακίνητά της είναι βεβαρυμένα με εγγραφές προσημειώσεων υποθηκών και υποθηκών από διάφορους πιστωτές της και τραπεζικά ιδρύματα και συγκεκριμένα, επί του ακινήτου στη ....
μέχρι του ποσού των 298.173,03€, επί του αγροτεμαχίου στην ... ... μέχρι του συνολικού ποσού των 4.500.637,802Ε, επί του ποσοστού 50% του κληροτεμαχίου στη Θέση "..." στο Δήμο ... μέχρι του συνολικού ποσού των 4.714.462,98€, επί του αγροτεμαχίου στη ... μέχρι του συνολικού ποσού των 1.688.925,96€, επί των τριών όμορων οικοπέδων στο ...
μέχρι του συνολικού ποσού των 2.700.000€.
Συνεπώς, η αξία των μετοχών που αμέσως ή εμμέσως ανήκουν στην πρώτη εναγόμενη σε σχέση με την πρωτοφειλέτρια εταιρία είναι υποπολλαπλάσια της απαίτησης της ενάγουσας και δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της, απορριπτομένης της ένστασης των εναγομένων περί ύπαρξης και άλλης επαρκούς περιουσίας της πρώτης από αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Τέλος, όσον αφορά την γνώση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, τέτοια γνώση δεν απαιτείται, διότι, εν προκειμένω, οι απαλλοτριώσεις- έγιναν από χαριστική αιτία (δωρεά εν ζωή) και εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 942 του Α.Κ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απήγγειλε την διάρρηξη των ενδίκων δικαιοπραξιών, κρίνοντας ότι η αξία τους κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής υπολείπεται ποσοτικά της αξίωσης της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειουσών και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 939 ΑΚ, σε συνδυασμό και με αυτή του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, και των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας α) ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, από την μεταξύ αυτής και της πρωτοφειλέτριας εταιρίας σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, στην οποία είχε εγγυηθεί η πρώτη αναιρεσείουσα, είχαν συντελεστεί από το χρόνο σύναψης της σύμβασης και χορήγησης της πίστωσης, β) ότι η ανωτέρω αναιρεσείουσα, ενήμερη, κατά το χρόνο κατάρτισης των ένδικων απαλλοτριώσεων, "των προσωρινών τουλάχιστον κατά τις δύο αυτές ημεροχρονολογίες" (δηλαδή στις 31-12-2009 και 30-6-2010) καταλοίπων του αλληλόχρεου λογαριασμού, ήταν οφειλέτρια της αναιρεσίβλητης και γ) ότι αρκούσε για την πλήρωση της προϋπόθεσης του ληξιπροθέσμου της σχετικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης για τη διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων, το γεγονός ότι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών είχε συμβεί πριν από τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1, του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, ως εγγυήτρια, είχε πράγματι την ιδιότητα του οφειλέτη της αναιρεσίβλητης και ότι η τελευταία είχε δικαίωμα να επιδιώξει τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, μολονότι κατά το χρόνο κατάρτισης αυτών δεν είχε κλείσει ο λογαριασμός και έτσι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία αυτών, έπρεπε να δεχθεί ότι ο εγγυητής αποκτά την ιδιότητα του οφειλέτη, μόνον αφότου η απαίτηση του δανειστή καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι οι απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες των ακινήτων της πρώτης αναιρεσείουσας εγγυήτριας έγιναν προς βλάβη της αναιρεσίβλητης τράπεζας, αφού κατά το χρόνο που αυτές καταρτίσθηκαν η ως άνω αναιρεσίβλητη γνώριζε την οφειλή της προς την αναιρεσίβλητη και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση τις ανωτέρω δικαιοπραξίες με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε και β) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας, εξαιτίας του ότι ήταν βεβαρημένη με υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών και από άλλους δανειστές, δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες επικαλούνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την αναγκαία, κατ' άρθρο 939 ΑΚ, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ένδικων απαλλοτριώσεων και της ματαίωσης της ικανοποιήσεως της αναιρεσίβλητης λόγω της αφερεγγυότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος.
O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (Α.Π. 1710/2012).
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 1693/2017, ΑΠ 692/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι η μεταβίβαση από την πρώτη αναιρεσείουσα των ένδικων περιουσιακών στοιχείων "ενέχει πρόθεση απαλλοτριώσεως προς βλάβην της ενάγουσας δανείστριας, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε φερεγγυότητα της πρώτης εναγόμενης", εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και συγκεκριμένα ότι αντέστρεψε το νόμιμο βάρος απόδειξης ως προς την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας αυτής για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, αφού ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής της και, ως εκ τούτου, αυτή είχε το βάρος απόδειξης του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού και όχι οι αναιρεσείουσες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, γιατί δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε πλήρως ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η "η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας, εξαιτίας του ότι ήταν βεβαρημένη με υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών και από άλλους δανειστές, δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας", ότι δηλαδή αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά από την προς τούτο βαρυνόμενη αναιρεσίβλητη, ενώ με την αναφορά, ότι "δεν αποδείχθηκε φερεγγυότητα της πρώτης αναιρεσείουσας", δεν αντέστρεψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αλλά έκρινε, επί πλέον, αναπόδεικτο τον σχετικό αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, ότι δηλαδή ήταν επαρκής η υπολειπόμενη περιουσία της πρώτης εξ αυτών για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης.
Κατά συνέπεια, ουδόλως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων αμφιβάλλει ως προς το στοιχείο της ανεπάρκειας της υπολειπόμενης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος αγωγικός ισχυρισμός κρίθηκε εσφαλμένα ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 711/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ 1464/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθεισών έγγραφων προτάσεών τους, οι αναιρεσείουσες, αμυνόμενες κατά της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ισχυρίσθηκαν, επικουρικά (με τη φράση "Εν πάση περιπτώσει"), ότι καταχρηστικώς η αναιρεσίβλητη ασκεί το επίδικο διαπλαστικό δικαίωμα διαρρήξεως των άνω δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και τούτο γιατί:
α) οι ευτελείς αξίες των ποσοστών επικαρπίας και ψιλής κυριότητας που μεταβιβάσθηκαν από την πρώτη στη δεύτερη αναιρεσείουσα στην αγωγή ακίνητα, δεν επαρκούν για να ικανοποιήσουν έστω και εν μέρει την απαίτηση της αναιρεσίβλητης, β) η τελευταία δημιούργησε στην πρώτη αναιρεσείουσα την εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της για διάρρηξη των δικαιοπραξιών λόγω ματαίωσης, στις 20.07.2011, της συζήτησης της υποβληθείσας κατ' αυτής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ύψους 500.000 ευρώ στο 10% εξ αδιαιρέτου σε ακίνητό της που βρίσκεται ...
και γ) η αναιρεσίβλητη έχει λάβει εμπράγματη διασφάλιση της απαίτησής της με βάση προσημειώσεις που έχουν εγγραφεί: ι) στην περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας και ειδικότερα σε ποσοστό 10% οικοπέδου της στο ... για ποσό 10.000 ευρώ και σε ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδό της στο ... για ποσό 10.000 ευρώ, ιι) στην περιουσία του έτερου συνεγγυητή, Ά.
Σ., για συνολικό ποσό 40.000 ευρώ και ιιι) σε ακίνητα κυριότητας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας για συνολικό ποσό 1.660.000 ευρώ. Τα περιστατικά όμως αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου από την αναιρεσίβλητη ως άνω δικαιώματος, ενόψει μάλιστα και του ότι η επίκληση ματαίωσης της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει ευλόγως στις αναιρεσείουσες και ειδικότερα στην πρώτη από αυτές την πεποίθηση ότι η δικαιούχος αναιρεσίβλητη δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, αλλά, επί πλέον, και της δυνατότητας αυτής ως δανείστριας, να αξιώσει, κατ' αρέσκεια, το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, ανεξαρτήτως αν για την ικανοποίηση αυτής αρκεί η περιουσία άλλου συνοφειλέτη.
Όσον αφορά δε το επί πλέον προβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως περιστατικό, για τη θεμελίωση, αθροιστικά με τα προαναφερόμενα, του ανωτέρω ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη τράπεζα κατά τον κρίσιμο χρόνο από τον Ιανουάριο έως το Δεκέμβριο 2010 εξέδωσε εννέα εγγυητικές επιστολές υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας συνολικού ύψους 2.619.677 ευρώ, και μάλιστα την τελευταία στις 10-12-2010, λίγες μέρες πριν την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως, και ως εκ τούτου η καταγγελία αυτή αλλά και η επιδίωξη διαρρήξεως των ένδικων δικαιοπραξιών, είναι αντίθετη με την μέχρι τον ανωτέρω χρόνο συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον δεν προεβλήθη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την, κατ' εξαίρεση, παραδεκτή προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Το Εφετείο, ωστόσο, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, παραβλέποντας την επικουρική προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι "και αληθής υποτιθέμενος, δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν συγκροτεί τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου δικαιώματος.
Και τούτο, διότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής απαιτείται άσκηση δικαιώματος του οποίου τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά έχουν συντελεσθεί και δεν αμφισβητούνται, ενώ οι εναγόμενες αρνούνται την συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 939 έως 942 του Α.Κ., για τη γέννηση του επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της άνω δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής και ειδικότερα, της ενάγουσας δανείστριας εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων οφειλέτριάς της και την φερεγγυότητα αυτής κατά τον χρόνο ασκήσεως της εναντίον της αγωγής, που αποτελούν στοιχείο της βάσεως της αγωγής της ενάγουσας".
Κατά συνέπεια, το διατακτικό της απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειουσών είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό αυτής εσφαλμένο, πλην όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση, ότι εσφαλμένως απέρριψε με την προαναφερόμενη αιτιολογία την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον αυτών προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου (πρβλ.
ΑΠ 515/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 785/2016, ΑΠ 808/2015).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2018 αίτηση των 1) Ό. Β. και 2) Ν. - Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 570/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 15245/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ