1382/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1382/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1382/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ‘ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ’ , που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αντωνοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ‘ ... ΕΠΕ’ , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντουρουντό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2191/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 7320/2013 μη οριστική και 319/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 319/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορριπτική της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ/γμα 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ/γμα 394/1996. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 ‘ περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.’ ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και ήδη κατά την υπ αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 1427/2001) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.
Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρ. 4§1 και 20 §1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του άρθρ. 1§1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 84 του ν.δ/τος 321/1969 ‘ περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού’ και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 ‘ περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού’ (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ/γμα), ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ.
ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1626/1995, 181/2004, 1161/2009, 1694/2009, 1135/2010, 1057/2011, 1462/2012).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006 ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1-3 π.δ/τος 166/2003).
Έτσι κατά το άρθρ. 4§2 του ως άνω π.δ/τος, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ. 14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες.
Με το ίδιο άρθρο 4 του π.δ/τος 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον (α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και (β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (§3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (§4) [ ΑΠ 766/2014].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ‘ Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία, που διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας αναλυτικών και διαγνωστικών ιατρικών οργάνων, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της συναλλάχθηκε με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και λειτουργεί ως δημόσιο νοσοκομείο.
Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 3-3-2009 έως 1-3-2010, δυνάμει διαδοχικών άτυπων συμβάσεων πώλησης ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκαν μεταξύ τους, μετά από σχετικές έγγραφες επιμέρους παραγγελίες-προτάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (υπογραφή Διοικητή σε κάθε πρόταση), χωρίς τη διαδικασία δημόσιων συμβάσεων προμήθειας, το εναγόμενο προμηθεύτηκε από την ενάγουσα διάφορα για τη λειτουργία του ιατρικά είδη (χημικά αντιδραστήρια), συνολικής αξίας, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 341.847,73 ευρώ, τα οποία του παρέδωσε η ενάγουσα, κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες εκδόσεως εκ ,μέρους της των κατωτέρω τιμολογίων-δελτίων αποστολής, στα οποία αναγράφονται το είδος, οι ποσότητες και η τιμή μονάδος των πωληθέντων ειδών και η αξία του ΦΠΑ, ήτοι:...
Ακολούθως το Εφετείο αφού μνημονεύει ειδικότερα τα επιμέρους τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνεχίζει: ‘ Συνολικά η αξία των ανωτέρω πωληθέντων ανήλθε σε 308.520,59 ευρώ (κατ’ ακριβολογία και όχι 341.857,73 ευρώ όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση). Η παραλαβή των πωληθέντων ειδών με τα προαναφερόμενα παραστατικά, έλαβε χώρα κατά τις ημερομηνίες εκδόσεως των εν λόγω παραστατικών και προκύπτει από τα αντίστοιχα πρωτόκολλα παραλαβής της οικείας Τριμελούς Επιτροπής Παραλαβής του εναγομένου με αριθμούς..., στα οποία (πρωτόκολλα) αναφέρονται και οι αριθμοί των αντίστοιχων τιμολογίων της ενάγουσας που αυτά αφορούν, αλλά και οι σχετικές εντολές- παραγγελίες του εναγομένου, και εξάλλου η κατά τα άνω παραλαβή δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο.
Οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, κατόπιν διαπραγμάτευσης, χωρίς τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το π.δ. 394/1996 ‘ περί κανονισμού προμηθειών του Δημοσίου’ , αλλά και χωρίς την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης. Οι ανωτέρω συμβάσεις, οι οποίες έχουν αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως, όπως...επιβάλλεται για την εγκυρότητά τους, καταρτίσθηκαν όμως κατόπιν έγγραφων κάθε φορά αιτήσεων- προτάσεων του εναγομένου περί χορηγήσεως των αναφερομένων στις αιτήσεις αυτές υλικών, βάσει των οποίων (αιτήσεων-παραγγελιών) η ενάγουσα προέβη στην πώληση και παράδοση των αιτηθέντων προϊόντων, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια-δελτία αποστολής, το δε εναγόμενο παρέλαβε αυθημερόν τα ανωτέρω υλικά με τα σχετικά πρωτόκολλα παραλαβής.
Πρόκειται ειδικότερα για τις υπ’ αριθμό ... έγγραφες εντολές (αιτήσεις), οι οποίες αντιστοιχούν στα ως άνω εκδοθέντα για κάθε μία τιμολόγια-δελτία αποστολής και οι οποίες-σημειωτέον-αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια, όπως και στα αντίστοιχα πρωτόκολλα παραλαβής. Επομένως, οι ανωτέρω συμβάσεις ναι μεν δεν καταρτίσθηκαν εγγράφως, όπως οι διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 επέβαλαν, ώστε να είναι εξαρχής έγκυρες, εφόσον όμως για τη σύναψη αυτών των συμβάσεων πωλήσεως είχε προηγηθεί ιδιαίτερη κάθε φορά έγγραφη αίτηση- παραγγελία του εναγομένου-εκκαλούντος, η οποία συνιστά χωριστή έγγραφη πρόταση προς σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως, επακολούθησε δε αποδοχή της πρότασης αυτής από την ενάγουσα και εκπλήρωση-εκτέλεση από την ίδια της συναφθείσης συμβάσεως, η οποία εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής και παρέδωσε τα πωληθέντα προϊόντα, η ακυρότητα εκ της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου ως προς την αποδοχή αυτών, αίρεται σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974.....’ .
Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι ‘ ... για τις οφειλές νοσηλευτικού ιδρύματος, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση που παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, το νοσηλευτικό ίδρυμα καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών που έγινε μετά την 5-6-2003 και οφειλόμενο ποσοστό τόκου είναι το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του π.δ/τος 166/2003 (που άρχισε να ισχύει από 5-6-2003 - ΦΕΚ ΑΊ38).
Το πρωτοβάθμιο, επομένως δικαστήριο, που έκρινε ομοίως (ως προς το ποσοστό του οφειλόμενου επιτοκίου στην περίπτωση αυτή) και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό (308.520,59 ευρώ) νομιμοτόκως, με το επιτόκιο του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ/τος 166/2003, έστω και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα ενάντια υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα’ .
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά με την εγκυρότητα των καταρτισθεισών συμβάσεων πωλήσεως και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7§2 και 41 του ν.δ/τος 496/1974, 4 του π.δ/τος 166/2003,158, 159§1, και 513 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ‘ πράγματα’ κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 553 ΚΠολΔ με την προσβολή της οριστικής απόφασης, με αναίρεση, θεωρούνται ότι συμπροσβάλλονται και οι μη οριστικές αποφάσεις που προεκδόθηκαν, και αν δεν απευθύνεται ρητώς κατ’ αυτών η αναίρεση, ενώ οι αποφάσεις που περιέχουν οριστικές διατάξεις, πρέπει να προσβάλλονται ειδικώς με την αίτηση αναιρέσεως.
Δεν εμπίπτουν όμως στην κατηγορία αυτή και οι αποφάσεις εκείνες που εκδίδονται μετά από απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει την επανάληψη στο ακροατήριο της δίκης, κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ, καθόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, η επαναλαμβανόμενη δε συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, δηλαδή πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία μόνο συζήτηση, σε τρόπον ώστε, η απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και η οριστική απόφαση που εκδίδεται μετά την επανάληψή της, να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, οπότε οι οριστικές διατάξεις που περιέχονται στην απόφαση που διέταξε την επανάληψη, να αποτελούν διατάξεις και της οριστικής που εκδίδεται μετά απ’ αυτήν και να μην καθίσταται έτσι αναγκαία η προσβολή ειδικώς της πρώτης με την αίτηση αναιρέσεως, ως προς τις οριστικές διατάξεις της, αλλά να θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και αυτή, μόνο με την προσβολή της οριστικής απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προβληθείσες νομίμως ενστάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα α) την ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, β) την ένσταση αοριστίας της τελευταίας και γ) την ένσταση ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο ρητώς έλαβε υπόψη τον υπό στοιχ. γ’ ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο επανέφερε ενώπιον του με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και επομένως, ο ερευνώμενος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι κατά τούτο αβάσιμος.
Περαιτέρω, ως προς τις υπό στοιχ. α’ και β’ αιτιάσεις, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Επί της ενδίκου εφέσεως του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 7320/2013 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού με οριστικές διατάξεις του απέρριψε την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να επιληφθούν της ένδικης αγωγής, καθώς και την περί αοριστίας ένσταση της τελευταίας, κρίνοντας ότι αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την από τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως βάση της, ακολούθως διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υποθέσεως κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στην απόφαση στοιχεία, ώστε να κριθεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης έφεσης.
Ακολούθως, μετά την επαναφορά της υπόθεσης ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 319/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την οποία, η απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως, κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ, αποτελεί ενιαίο σύνολο με την εκδοθείσα μετά την επανάληψη οριστική τοιαύτη, ώστε να μην απαιτείται να προσβάλλεται και η πρώτη, αλλά να θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία και ως προς τις οριστικές διατάξεις της, ο ερευνώμενος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8γ’ ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, ως προς τις ως άνω υπό στοιχ.
α’ και β’ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, εφόσον οι τελευταίες ρητώς λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2015 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ‘ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ‘ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ’ ‘ για αναίρεση της υπ’ αριθ. 319/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ