1382/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1382/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά : αα ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες μέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1382/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τζώτζο που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1766/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 623/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/5/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-5-2014 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει την υπόθεση σαν να ήταν παρών και αυτός (αναιρεσείων).
Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της αποφάσεως, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης [ βλ. αντίγραφο της από 20-1-2015 κλήσης του αναιρεσείοντος, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, την οποία υπογράφει η δικηγόρος Δήμητρα Κουφογιάννη, στην οποία είχε χορηγηθεί πληρεξουσιότητα ( βλ.
από 15-5-2014 εξουσιοδότηση) προς άσκηση αναιρέσεως και υπογράφει ως πληρεξούσια δικηγόρος του και την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως]. Επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν και ο αναιρεσείων παρών. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679 και 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 υπ' αριθμ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 και 17 του Ν. 4504/1966, 5 παρ. 2 του Ν. 133/1975, 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976,1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων ", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως σταθερό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. 'Ετσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία, η αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και τις αργίες.
Περαιτέρω, με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ. 1α', 1β',1γ',και 2, όπως η τελευταία προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), που έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ - ΟΤΕ, ορίστηκαν ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος κανονικής άδειας τα εξής:
ΙΑ) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παραπάνω ποσά: αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες μέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, δδ ) του 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα όπως κατωτέρω ορίζονται.
ΙΒ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά αα ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 20 Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσαυξάνονται, ΙΓ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά : αα ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες μέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.
Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρεσίμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ-ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα εξής:
Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα".
Επίδομα κανονικής άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ. Επίσης με το άρθρο 138 του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίστηκε σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ότι "Το προσωπικό μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής εργασίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΣΕ κ.λ.π.) και αποφάσεις ΔΣ - ΟΤΕ".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1995 που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονταν σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση τον μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ- ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ'αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Δ. Σ." επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύχτα.
Εξάλλου όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρεσίμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του ΑΝ 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14 -3-1989 ΕΣΣΕ, που όριζε ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία, νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρεσίμων ημερών και υπερωριακή εργασία. 'Αλλωστε στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή.
Επομένως στις αποδοχές αδείας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτή ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 11-3 -1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού της ειδικότητας τεχνίτη, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2006 η τελευταία δεν του κατέβαλε τα επιδόματα εορτών, καθώς και το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας με βάση τις τακτικές αποδοχές του, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που ελάμβανε σταθερά και ανελλιπώς για νυχτερινή εργασία, εργασία Κυριακών και αργιών, υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και εργασία εκτός έδρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 3 και 4 του άρθρου 13Β του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18-6-1999 με την από 10-9-1999 ΕΣΣΕ, αλλά συνέχισε να του καταβάλλει (τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας) με βάση τον όρο 5 εδ. 1α', 1β', 1 γ' της παλαιότερης από 14 -3-1985 ΕΣΣΕ που ίσχυε από 1-1-1985 και προέβλεπε τον υπολογισμό τους με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό του, πλέον των ειδικών οριζομένων προσαυξήσεων.
Ζήτησε δε με την αγωγή, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 8.620, 89 ευρώ. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό περί εξόφλησης που είχε προτείνει η εναγομένη, και μετ' άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως από την εναγομένη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :
Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 11-3-1978 και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού με την ειδικότητα του τεχνίτη εγκαταστάσεων και φέρει το βαθμό του Τ/Β. Ο ενάγων με την ως άνω ειδικότητα απασχολήθηκε από την εναγομένη τακτικά και μόνιμα και ειδικότερα επί 11 μήνες κάθε έτος (δεδομένου ότι ο 12ος καλυπτόταν από την κανονική του άδεια ) επί 3 με 4 Κυριακές, επί 60 έως 70 ώρες μηνιαίως κατά τη νύκτα και παρείχε 15 έως 20 ώρες μηνιαίως υπερεργασία, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα της εργασίας αυτής τις προβλεπόμενες αμοιβές.
Για τον υπολογισμό του μισθού αδείας και του επιδόματος αδείας συμπεριλαμβάνονται οι αποδοχές για υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή εργασία, εργασία Κυριακών, εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινή εργασία και τακτικής εκτός έδρας εργασίας. Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως, τα επιδόματα κανονικής αδείας και τα αναδρομικά επιδόματα κανονικής αδείας που καταβλήθηκαν βάσει της προγενέστερης από 14-3-1985 ΕΣΣΕ.
Επομένως, επιπλέον του μισθού για την εξεύρεση του μισθού αδείας και του επιδόματος αδείας, η εναγομένη έπρεπε να συμπεριλάβει ετησίως τα ακόλουθα χρηματικά ποσά με βάση το σύνολο των καταβληθεισών για τις ως άνω αιτίες νομίμων αμοιβών του ενάγοντος, αφαιρουμένων των αμοιβών που έγιναν σύμφωνα με την προγενέστερη από 14-3-1985 ΕΣΣΕ και αφορούν επιδόματα κανονικής αδείας και αναδρομικά κανονικής αδείας. : 1) Για το έτος 2002 12.019 ευρώ (12.923,17 - 904,13 = 12.019 ευρώ) και μηνιαίως το ποσό των 1092,63 ευρώ (12.019 ετήσιες αμοιβές : 11 μήνες).
Για το έτος 2003 15.549,81 (16.510,61-961,41 ) και μηνιαίως 1.413,60 ευρώ. Για το έτος 2004 11.100,99 ευρώ (12.154,75-1.053,76 ευρώ) και μηνιαίως το ποσό των 1009 ευρώ. Για το έτος 2005 το ποσό των 4.994,42 ευρώ (6.121,71-1.127,29 ευρώ) και μηνιαίως το ποσό των 454 ευρώ και για το έτος 2006 το ποσό των 2230,41 (3.431,15-1.200,74 = 2.230,41 ) και μηνιαίως το ποσό των 202,76 ευρώ. Επομένως, μετά τον ορθό υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, ο επιπλέον του μισθού μισθός αδείας και επιδόματος αδείας έπρεπε να ανέρχεται στα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Για το έτος 2002 μισθός αδείας 1092,63 και επίδομα αδείας 546,31 ευρώ. 2 ) Για το έτος 2003 μισθός αδείας 1.413,60 ευρώ και επίδομα αδείας 706,8 ευρώ. 3 ) Για το έτος 2004 μισθός αδείας 1.009 ευρώ και επίδομα αδείας 504,5 ευρώ. 4 ) Για το έτος 2005 μισθός αδείας 454 ευρώ και επίδομα αδείας 227 ευρώ και 5 ) Για το έτος 2006 μισθός αδείας 202,76 ευρώ και επίδομα αδείας 101,38 ευρώ.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται ετησίως για επίδομα και μισθό αδείας για το έτος 2002 1.638,94 ευρώ ( 1.82,63 + 546,94 ευρώ), για το έτος 2003 2.120,4 ευρώ (1.413,60+706,8), για το έτος 2004 1.513,5 ευρώ (1009+504,5) για το έτος 2005 681 ευρώ (454+227 ) και για το έτος 2006 304,14 ευρώ (202,76+101,38 και συνολικά το ποσό των 6.257,98 ευρώ. Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για τις επιπλέον του μισθού καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές για το έτος 2002 2.778, 01 ευρώ, για το έτος 2003 3.209.37 ευρώ, για το έτος 2004 2.419,39 ευρώ, για το έτος 2005 1082,33 ευρώ και για το έτος 2006 518,53 ευρώ και συνολικά το ποσό των 10.007,63 ευρώ.
Δηλαδή κατέβαλε ποσό επιπλέον αυτού που ζητεί ο ενάγων με την αγωγή του, με συνέπεια οι απαιτήσεις του τελευταίου να έχουν καλυφθεί από την εναγομένη. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως που υπέβαλε η εναγομένη έσφαλε και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν άφησε αδίκαστο αίτημα όπως ο αναιρεσείων, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 9 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο, με τους δύο λόγους αναιρέσεως, ότι δηλαδή παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 1082/1980, της Υ.Α. 19040/1981 και τα άρθρα 12 παρ. 3 και 4 και 13 Β και άφησε αδίκαστο το μέρος της αγωγής του που αφορά την επιδίκαση των αιτούμενων διαφορών για τις αποδοχές των επιδομάτων εορτών ( Χριστουγέννων και Πάσχα ) δηλαδή "ήχθη σε απορριπτικό συμπέρασμα ΔΙΟΤΙ άφησε στο τελικό σκεπτικό της και στο διατακτικό της ένα μέρος της αγωγής αδίκαστο".
Επιπλέον, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ.) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε όχι γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άφησε αδίκαστο μέρος της αγωγής αλλά κατά παραδοχή του περί εξοφλήσεως ισχυρισμού της εναγομένης. Περαιτέρω, ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η εναγομένη "...
κατέβαλε ποσό επιπλέον αυτού που ζητεί ο ενάγων με την αγωγή του..."προκύπτει, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δεν μνημονεύονται ρητά, συμπεριλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών για επιδόματα εορτών, στο ως άνω συνολικό ποσό (των 10.007,63 ευρώ), που έλαβε ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη, και το οποίο είναι υπέρτερο του συνολικά αιτούμενου με την αγωγή ποσού (8.620,89 ευρώ) για όλα τα κονδύλια, δηλαδή τόσο για τις διαφορές μισθού και επιδόματος άδειας, όσο και για τις διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. Μετά απ' αυτά θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2014 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 623/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ