1382/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1382/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα, όμως με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, νόμιμα εχώρησε η πιο πάνω παραίτηση και η προκείμενη δίκη πρέπει, ως προς αυτούς, να κηρυχθεί καταργημένη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο, ο οποίος δήλωσε (και σύμφωνα με την από 25-2-2011 δήλωση παραίτησης που κατέθεσε) ότι παραιτείται από το δικόγραφο αναίρεσης ως προς τους 1η και 2ο των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "KALER SHIPPING AND TRADING N.V" (ΚΑΛΕΡ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΕΝΤ ΤΡΕϊΝΤΙΝΓΚ ΝΒ) η οποία εδρεύει στις Ολλανδικές Αντίλλες και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. V. S. του A., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 3. Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9362/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 594/2009 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 21-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 7/1993, ΑΠ 45/2006).
Για το κύρος της παραίτησης δε, δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός και αν τυχόν, είχε κληθεί και παρίστατο δεν μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 107/2003, ΑΠ 265/2002). Η κατά τα άνω δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, όχι από το δικαίωμα, μπορεί να γίνει και από τον υπογράφοντα αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρ. 98 περ.β' ΚΠολΔ, ΑΠ 1544/2000).
Στην παρούσα περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Ιωάννης Βρέλλος, με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της συζήτησης, ανέφερε πως παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης, ως προς τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα, όμως με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, νόμιμα εχώρησε η πιο πάνω παραίτηση και η προκείμενη δίκη πρέπει, ως προς αυτούς, να κηρυχθεί καταργημένη.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τις με αριθμό 756/8.10.2010 και 757/8.10.2010 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου ... επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο των αναιρεσίβλητων : 1) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα και η δικάσιμος για την 17.10.2011. 2) η από 2-12-2009 με αριθμό 169/2009 πράξη του Προέδρου του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία προσδιορίστηκε, εκ νέου δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας.
Ο τελευταίος (τρίτος αναιρεσίβλητος), δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: στην αίτηση αναίρεσης ο τρίτος των αναιρεσίβλητων φέρεται ως "κάτοικος … Πειραιώς, …", ενώ στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο παρόν δικαστήριο φέρεται ως "κάτοικος Σύρου", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό.
Οι πιο πάνω επιδόσεις έλαβαν χώρα στη Σύρο, στη οδό ... στην Ερμούπολη, στη σύνοικο μητέρα του Ε. Π. . Από τα παραπάνω, όμως, δεν ανακύπτει αμφιβολία για το νομότυπο της επίδοσης, γιατί η έκθεση του δικαστικού Επιμελητή αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, και αποτελεί πλήρη απόδειξη. Μέχρι να προσβληθεί ως πλαστή, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτή ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του (ΑΠ 499/1993).
Αποτελεί δε απλή απόδειξη, η οποία μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη, ως προς τα γεγονότα που αναφέρει πως εξακρίβωσε μετά από πληροφορίες, όπως είναι, πλην άλλων, η διεύθυνση της κατοικίας και η ιδιότητα του συνοίκου (σχ. ΑΠ 2062/1988, ΑΠ 480/1987). Επομένως, πρέπει ο παραπάνω διάδικος να δικασθεί ερήμην και να χωρίσει η συζήτηση παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτήν (Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1993, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα της ουσίας ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νόμιμη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 414,297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει, τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενη στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και το διαφύγον κέρδος από τη στέρηση της χρήσης αυτού.
Ως χρόνος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του καταστραφέντος πράγματος λαμβάνεται ο χρόνος έκδοσης της απόφασης και ως τέτοιος θεωρείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζήτησης (Ολ.ΑΠ 38/1996, ΑΠ 68/2005 βλ. και Ολ.ΑΠ 1/1997, Ολ.ΑΠ 44/1996, ΑΠ 1050/1998, ΑΠ 80/1991).
Η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και, εντεύθεν, η θετική ζημία του παθόντος, υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου, ομοίου πράγματος, καινούργιου. Και τούτο, γιατί, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα από γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προς του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (ΑΠ 68/2005, ΑΠ 2060/1983).
Αν μεταγενέστερα, και μέχρι το χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης, αυξηθεί η αξία του πράγματος που υπέστη βλάβη, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει την αύξηση αυτή με αυτοτελή αγωγή ή με (μη αυτοτελή) παρεμπίπτουσα αγωγή (αρθρ. 283 ΚΠολΔ βλ. και ΑΠ 1030/1998, ΑΠ 1234/1995 και Ολ.ΑΠ 705/1979).
Στην παρούσα περίπτωση, όπως εξάγεται από τη νόμιμη (αρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 13-11-2006 αγωγή του, προβάλλοντας την βύθιση του πλοίου του "Α… Γ…", μετά από σύγκρουση με το φορτηγό πλοίο "A…-D", πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, με πλοίαρχο τον δεύτερο τούτων και επιβαίνοντα πλοηγό τον τρίτο (ήδη αναιρεσίβλητους), με αποκλειστική υπαιτιότητα και ευθύνη των τελευταίων, ζήτησε, πλην άλλων, την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, δηλαδή την αξία του σκάφους, των συστατικών και παραρτημάτων του, η οποία κατ' αυτόν, ανερχόταν στο ποσό των 77.459,06 ευρώ, κατά "...
τον κρίσιμο χρόνο του ναυαγίου (στην κατάσταση που τότε ευρίσκετο) ...". Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, εκτός των άλλων, ότι η αξία του σκάφους και των λοιπών εξαρτημάτων του ανερχόταν στο ποσό των 43.650 ευρώ "κατά το χρόνο του ατυχήματος (Μάρτιος 2006)". Το ότι, όμως, δεν υπολογίστηκε η πιο πάνω αξία, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης, δεν αποτελεί σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι: 1) ο αναιρεσείων- ενάγων τοποθέτησε ο ίδιος το χρονικό σημείο αποτίμησης της θετικής του ζημίας, στον χρόνο του ναυαγίου, το δε δικαστήριο όμοια έκρινε (αρθρ. 106 ΚΠολΔ) 2) ουδόλως εκθέτει, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ο αναιρεσείων, όπως θα έπρεπε, για την πληρότητα του σχετικού παραπόνου του, ποια ήταν η θετική του ζημία κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης, και αν αυτή ήταν μεγαλύτερη και κατά πόσο, από την πράγματι επιδικασθείσα, με αφετηρία το χρόνο του ναυαγίου. 3) σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται, πως η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε πως το ύψος της ζημίας, στα παραπάνω χρονικά σημεία, ταυτίζεται.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την απόφαση του Εφετείου, για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικό μέσο, το οποίο οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός δεν είναι, όμως, βάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, όλα, γενικά, τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Δηλαδή, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2001). Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και αναφοράς σε καθένα ξεχωριστά, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες να προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126/2006, ΑΠ 918/2006, ΑΠ 694/2003).
Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει, πως στο σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, οδηγήθηκε "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων ... (ο ενάγων δεν πρότεινε προς εξέταση μάρτυρα ) οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του, όλα γενικά τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της σχηματιθείσης για το επίδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας (βλ.
σχετ. ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33.814, ΑΠ 1043/1997 ΝοΒ 26.921) και χάρτες της περιοχής, όπου συνέβη το ναυτικό ατύχημα, τις από 27-9-2007, με την επιμέλεια του ενάγοντος, ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των Λ. Π., Μ. Μ. και Ι. Ξ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Θεοφανώ Σχοινοχωρίτου, για τις οποίες συντάχθηκαν, αντίστοιχα, οι αριθ. ..., ...
και .../27-9-2007 πράξεις της, ληφθείσες μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. προσκομιζόμενες με αριθ. 7086Β/29-5-2007, 7166Β/20-9-2007 και 7164Β/20-9-2007 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά Μ. Θ. και την 11333/20-9-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά Γ.
Π.), την από 2-10-2007 με την επιμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων ληφθείσα ένορκη βεβαίωση του Σ. Κ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Κολοβού-Τρανταλίδου, για την οποία συντάχθηκε η με αριθ. πράξη της, ληφθείσα μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. προσκομιζόμενη με αριθ. 1570Β/26-9-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά ...) ...".
Από την γενική αυτή αναφορά , ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, πως το Εφετείο έλαβε υπ' οψιν και εκτίμησε, όλα, γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα, και ιδιαίτερα τα προσαγόμενα φύλλα των εφημερίδων "Χρυσή Ευκαιρία", με αγγελίες πωλήσεως ομοίων, με το απωλεσθέν, σκαφών. Άρα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα μη προτεθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η απόφαση που υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του αιτούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255.2004).
Για να υπάρξει λόγος, για τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται, ότι αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όσον αφορά τη λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, αυτοί περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και τη μη υποβληθείσα ένσταση (ΑΠ 1971/1995, ΑΠ 1539/1998 ΑΠ 155/1986). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και όσοι προτάθηκαν απαράδεκτα, δηλαδή για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1713/1991), ή με την προσθήκη στις προτάσεις (ΑΠ 429/1998, ΑΠ 130/2004).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 300 ΑΚ ισχυρισμός (ένσταση) (ΑΠ 912/1996, ΑΠ 547/1995), συνυπαιτιότητας, ισχύει και επί εξωσυμβατικής ευθύνης για αποζημίωση (ΑΠ 787/1977, ΑΠ 75/2001, ΑΠ 867/2001), έχει δε, ως συνέπεια, αν γίνει δεκτός, τη δυνατότητα του δικαστηρίου να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 1537/2002, ΑΠ 1466/2003).
Δεν λαμβάνεται, όμως υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1346/1989), είναι δε απαράδεκτος, όταν προβάλλεται, για πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1346/1989). Όμως, η πιο πάνω ένσταση αποτελεί ισχυρισμό, ο οποίος μπορεί να προταθεί από τον εφεσίβλητο (εναγόμενο), ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του, στα πλαίσια, όμως, των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1ΚπολΔ.
Η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα και όχι τον τρόπο προβολής του ισχυρισμού, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 237 παρ. 3γ ΚΠολΔ (ΑΠ 130/2004). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 75 ΚΠολΔ, στην απλή ομοδικία, όπως είναι αυτή μεταξύ περισσοτέρων συνεναγομένων από αδικοπραξία (ΑΠ 218/2003), η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μια δίκη.
Έτσι, οι πράξεις ή παραλήψεις του κάθε ομόδικου δεν βλάπτουν, ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες του στη δίκη (ΑΠ 594/1985). Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητας του από αδικοπραξία παθόντα, στην επέλευση της ζημίας ή στην έκτασή της, δεν αρκεί η απλή παράθεση πραγματικών περιστατικών, ικανών να θεμελιώσουν πταίσμα του παθόντος, αλλ' απαιτείται και σαφής μνεία, ότι αυτά προτείνονται προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, όπως με την παραδοχή της, το δικαστήριο είτε απαλλάξει τον ζημιώσαντα ή τον προστήσαντα αυτόν, όταν ενάγεται αυτός για αδικοπραξία του προστηθέντος, είτε μειώσει την οφειλόμενη από την υπαίτιο της αδικοπραξίας ή τον προστήσαντα αυτόν, αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 423/1985, ΑΠ 1727/2007, ΑΠ 1728/2007).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των άλλων, δέχτηκε και τα ακόλουθα: "...(Ζ) Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων είναι επαγγελματίας αλιεύς διαθέτοντας ατομική άδεια αλιείας επαγγελματική (βλ. προσκομιζόμενη), ασχολούμενος με παράκτια αλιεία στη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού όλο το χρόνο, ασκώντας το επάγγελμα αυτό με το ανωτέρω αλιευτικό επαγγελματικό σκάφος ιδιοκτησίας του "Α… Γ…", το οποίο λόγω της ανωτέρω σύγκρουσης με το Φ/Γ πλοίο A…-D βυθίστηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα ο ενάγων να στερηθεί τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του.
Με το εν λόγω αλιευτικό σκάφος αλίευε ψάρια Α' κατηγορίας (φαγκριά, αστακούς, ροφούς, τσιπούρες κλπ) ποσότητας-μέσο όρο 1.300 κιλά -το έτος, τα οποία πωλούσε σε σταθερούς πελάτες (ιδιώτες-εστιάτορες κλπ) προς 20 ευρώ το κιλό εισπράττοντας ετησίως 26.000 ευρώ (1.400Χ20), ενώ τα σχετικά έξοδα του (πετρέλαιο0εργαλεία-συντήρηση μηχανής και σκάφους-δολώματα) ανέρχονται σε 14.000 ευρώ συνολικά ετησίως, κερδίζοντας έτσι 12.000 ευρώ ετησίως (1.000 ευρώ μηνιαίως) όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας των δύο πρώτων εναγομένων Δ.
Χ.. Αυτός με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εκμεταλλευόταν το παραπάνω σκάφος και θα κέρδιζε το ανωτέρω ποσό (1.000 ευρώ μηνιαίως) για ένα εύλογο χρονικό διάστημα έξι μηνών μέχρι να διεκπεραιώσει τη διαδικασία απόκτησης επαγγελματικής άδειας του έτερου αλιευτικού σκάφους Α… Γ… (Νηολογίου Πειραιά ...
μήκους 5,95μ κοχ 1.99) το οποίο είχε στην κυριότητα του, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ( από 15-2-1990 έγγραφο εθνικότητας του σκάφους αυτού, από 23-10-2007 ακριβές αντίγραφο της μερίδας του αλιευτικού σκάφους Α… Γ… Ν.Π. ... που έχει εκδόσει το Λιμεναρχείο Πειραιώς) και ο ίδιος άλλωστε, συνομολογεί (βλ.
τελευταία σελίδα των προτάσεων του, η οποία ήταν εφικτή δεδομένου ότι ο ίδιος διέθετε επαγγελματική ατομική άδεια αλιείας, το δε ανωτέρω δεύτερο σκάφος ήταν κι αυτό αλιευτικό. Το εν λόγω σκάφος, την κυριότητα του οποίου ο ενάγων μεταβίβασε στον υιό του Σ. Μ. στις 9-11-2006 αντί του ποσού των 2.000 ευρώ και άλλαξε η χρήση του σε τουριστικό (βλ.
ανωτέρω έγγραφο Λιμεναρχείου) είχε τη δυνατότητα να το εκμεταλλευτεί και να κερδίσει το ανωτέρω ποσό περιορίζοντας έτσι τη ζημία του, δεκτής καθισταμένης εν μέρει της σχετικής νόμιμης ενστάσεως (ΑΚ 300) που προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους (βλ. Αθ. Κρητικό Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκιν.
Ατυχήματα Γ έκδοση παρ.793). Επομένως οι συνολικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά των εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, ανέρχονται στο ποσό των 59.650 ΕΥΡΩ (43.659+10.000+6.000) ...". Όμως, μετά από την προαναφερθείσα νόμιμη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: α) οι εναγόμενοι και, ήδη, αναιρεσίβλητοι, παρέστησαν με ξεχωριστή υπεράσπιση, δηλαδή, οι δυο πρώτοι ομού, και ο τρίτος τούτων ατομικά.
β) οι δυο πρώτοι, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για πρώτη φορά, αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος, ανέφεραν, πως ο τελευταίος διέθετε, εκτός του βυθισθέντος και άλλο αλιευτικό σκάφος, το οποίο χαρακτηριζόταν ως αλιευτικό έως την 23-10-2006, οπότε οκτώ μήνες μετά το συμβάν, και το επώλησε στο γυιό του.
Αναφέρουν δε ότι ... "επομένως από τα παραπάνω προκύπτει ότι, παρόλο που δεν υφίσταται οποιαδήποτε ανικανότητα του αντιδίκου προς εργασία και θα μπορούσε κάλλιστα να εκμεταλλεύεται το αλιευτικό σκάφος που είχε ήδη στην κατοχή του, αυτός προτίμησε να το μεταβιβάσει στο γυιό του και να ζητήσει από εμάς να του καταβάλλουμε τα διαφυγόντα κέρδη του ...".
Ο ισχυρισμός αυτός: 1) σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν ήταν παντελώς αόριστος, αφού ουδεμία μνεία γίνεται σ' αυτόν, πως προτείνεται ειδικά και συγκεκριμένα για στήριξη και παραδοχή της από το άρθρο 300 ΑΚ ένστασης. 2) προτάθηκε, για πρώτη φορά , όχι σύμφωνα με τις πιο πάνω δικονομικές διατάξεις, αλλά σε έγγραφο που επισυνάφθηκε στις προτάσεις και προσθήκη -αντίκρουση των πιο πάνω διαδίκων με την προμετωπίδα " αξιολόγηση μαρτυρικής κατάθεσης", και κατατέθηκε στις 2-11-2007, ενώ η συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε χώρα στις 23-10-1007.
Το πιο πάνω δικαστήριο δεν αποφάνθηκε σχετικά, εφ' οσον το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών του ήδη αναιρεσείοντα απέρριψε, ως αόριστο 3) ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε από τους προαναφερθέντες διαδίκους στο Εφετείο, ως εφεσίβλητους στην έφεση του ήδη αναιρεσείοντος με το ίδιο, αόριστο, περιεχόμενο και παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις τους με τη σημείωση ότι ο αντίδικός τους δεν "...
δικαιούται αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη του ...". Η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά, αντίθετα, θεωρώντας πως ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία προβλήθηκε, νόμιμα, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την έκανε δεκτή, δεχθέν περιστατικά, τα οποία δεν προβλήθηκαν συννόμως, ορισμένως και επιτρεπτώς.
Διευκρινίζεται, πως τα παραπάνω αναφέρονται όχι προς έρευνα συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου ως προς τους δυο πρώτους των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους έχει χωρήσει ήδη παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης, αλλά στο πλαίσιο της έρευνας του ταυτόσημου αναιρετικού λόγου, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο, για την ύπαρξη νομικής και λογικής συνέχειας.
Περαιτέρω, ο τρίτος των αναιρεσίβλητων, ουδένα σχετικό ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του τότε ενάγοντος, κατά τα προδιαληφθέντα, διέλαβε, όσον αφορά τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά. Απλά αναφερόμενος στην συνυπαιτιότητα του ήδη αναιρεσείοντος, ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης των πλοίων ανέφερε ότι "...
ο ίδιος ο ενάγων ευθύνεται αποκλειστικά ..., για τη σύγκρουση αυτή και τις συνέπειές της, συμπεριλαμβανομένων των "διαφυγόντων κερδών" του άλλως και επικουρικά σε ποσοστό 99%". Όμως το Εφετείο, δεν έκανε διάκριση αναφορικά με τον πιο πάνω διάδικο ως προς την προβολή του αναφερθέντος ισχυρισμού και , έτσι, υπέπεσε, κατά το βάσιμο τρίτο λόγο αναίρεσης, στην προβλεπόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερθέντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου, από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ. 580 αρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων.
Αναιρεί την με αριθμό 594/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Και επιβάλλει σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ