Legislator Case Law & Legislation
1382/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt repayment, upholding lower court's free evaluation of evidence.

Case Number 1382/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence, but the court found no violation of legal standards. The decision relied on the principle that private documents constitute full proof once authenticity is established and that factual assessments of evidence remain within the lower court's discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 568(1), 4, 498(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte the absence of a defendant, but the lower court's free evaluation of evidence and factual findings regarding debt repayment are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal dismissal free evaluation of evidence private document proof debt repayment omologia Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 280(2) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 445 of the Code of Civil Procedure
Article 352(2) of the Code of Civil Procedure
Article 362(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 689/03
AP 752/01
AP 1232/04
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1382 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1382/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Σταύρο Νικολάου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Ψ και ΣΙΑ ΟΕ ΣΟΠΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντία Καζά.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου που έχει αναλάβει την υπόθεση. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια της αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, μετά δε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων δεν παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1766/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1187/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν ο μη εμφανισθείς κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση, όπως, κατά το άρθρο 280 αρ.2 ιδίου κώδικα, θεωρείται και ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σε καταφατική δε περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1187/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ο δικηγόρος Σταύρος Νικολάου, ο οποίος ζήτησε μόνο αναβολή της συζήτησης, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο.

Από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παριστάμενης πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Κωνστάντιας Καζά, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (17.05.2010) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε, έστω με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ.ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής αναλαβαίνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής" (in solutum) δηλ. σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή αν χάριν και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης (pro solvendo).

Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ) για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.

Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Το άρθρο 421 ΑΚ στο ζήτημα κατά πόσο η ανάληψη νέας διαφορετικής υποχρέωσης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής γίνεται pro soluto ή αν pro solvendo, καθιερώνει τον ερμηνευτικό κανόνα ότι εφ' όσον σαφώς δεν προκύπτει το εναντίον (πρβλ και άρθρο 438 ΑΚ) θεωρείται, ότι η ανάληψη της νέας υποχρέωσης γίνεται pro solvendo.

Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης, η οποία έτσι δεν αποσβήνεται παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 426/04, 1739/02).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, σκοπό έχει τη διαχείριση των περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικών δημιουργών και ειδικότερα θεατρικών συγγραφέων, κυρίως ξένων, τους οποίους δυνάμει συμβάσεων που καταρτίζονται μεταξύ τους, εκπροσωπεί στην Ελλάδα, οι οποίοι παρέχουν σ' αυτή το αποκλειστικό δικαίωμα να χορηγεί άδειες για την παρουσίαση των θεατρικών τους έργων στην Ελλάδα, έναντι προμηθείας, που υπολογίζεται σε ορισμένο ποσοστό επί των εσόδων που αποκομίζει ο θεατρικός επιχειρηματίας από την παροχή σ' αυτόν της άδειας για την παρουσίαση του θεατρικού έργου.

Δυνάμει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβάσεων, η ενάγουσα απέκτησε το δικαίωμα να χορηγεί άδειες για την παρουσίαση στην Ελλάδα των θεατρικών έργων "Η Ποντικοπαγίδα" της Αγκάθα Κρίστι, "Μερικοί το προτιμούν καυτό" του Πήτερ Στόουν, "Filumena Marturano" του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο, "The Goodbye Girl" των Ν.Simson, Μ.Hamlisch και D.Zippel, "Σκηνές Δρόμου" του Έλμερ Ράις και "Σφαίρες πάνω από του Μπροντγουέϊ" του Γούντι Άλεν.

Ότι δυνάμει των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση εγγράφων συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου θεατρικού επιχειρηματία η ενάγουσα παραχώρησε στον εναγόμενο την άδεια παρουσίασης των άνω έργων, έναντι συμφωνηθείσης προμηθείας της ενάγουσας υπολογιζόμενης, στα αναφερόμενα ανά έργο ποσοστά επί των ακαθαρίστων εισπράξεων των θεάτρων στα οποία παρουσιάζονταν τα εν λόγω θεατρικά έργα.

Ότι το πρώτο των άνω θεατρικών παρουσιάστηκε από τον εναγόμενο στα θέατρα ΣΜΑΡΟΥΛΑ και ΑΜΙΡΑΛ, το δεύτερο στο θέατρα ΒΕΜΠΟ, το τρίτο στο θέατρο ΔΙΟΝΥΣΙΑ, το τέταρτο στο θέατρο ΠΑΡΚ, το πέμπτο στο θέατρο ΠΑΡΚ και το έκτο στο θέατρο ΠΑΡΚ από τις παρουσιάσεις δε αυτών πραγματοποιήθηκαν ακάθαρτες εισπράξεις ανερχόμενες στο ποσό των 234.582.764 δρχ.

για το πρώτο έργο, στο ποσό των 80.617.557 για το δεύτερο, στο ποσό των 7.904.809 δρχ. για το τρίτο στο ποσό των 128.361.536 δρχ. για το τέταρτο, στο ποσό των 86.848.161, για το πέμπτο και στο ποσό των 50.731.371 δρχ. για το έκτο, ο δε εναγόμενος κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, υποχρεούτο να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικό ποσό (αμοιβής) προμηθείας 58.577.160 δρχ.

έναντι του οποίου αυτός κατέβαλε τμηματικώς στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 32.999.593 δρχ. και οφείλει το υπόλοιπο εκ, δραχμών 25.577.567 (ευρώ 75.062,50) το οποίο ποσό καταδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν τον επαναφερθέντα ενώπιόν του με λόγο έφεσης ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου, ότι αυτός την 16.10.1995 κατέβαλε σε μετρητά στην ενάγουσα, προς εξόφληση των μέχρι τότε απαιτήσεών της, το ποσό των 12.767.496 δρχ., δεχόμενο ότι κατά το χρόνο εκείνο (16.10.1995) ο εναγόμενος δεν κατέβαλε πράγματι το άνω ποσό σε μετρητά αλλά παρέδωσε προς είσπραξη στην ενάγουσα δώδεκα μεταχρονολογημένες, ίσου ποσού, επιταγές και ειδικότερα τις με αριθμούς ...

η κάθε μια πλην της τελευταίας που είναι ποσού 1.767.946 δρχ., οι οποίες δεν πληρώθηκαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση του εναγομένου, δεχόμενο σαφώς ότι οι άνω δώδεκα μεταχρονολογημένες επιταγές, που δεν πληρώθηκαν, δόθηκαν από τον εναγόμενο οφειλέτη χάριν καταβολής, δεδομένου ότι ο ενιστάμενος εναγόμενος δεν επικαλείτο ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν με τη συμφωνία να αποσβεσθεί η αρχική οφειλή του.

Επομένως ο πρώτος και τρίτος λόγοι από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τους οποίους προσάπτονται, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο οι αιτιάσεις, πως με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση του εναγομένου ότι αυτός την 16.10.1995 εξόφλησε την μέχρι τότε απαίτηση της ενάγουσας, ανερχόμενη στο ποσό των 12.767.496 δρχ.

με την καταβολή σ' αυτή ίσου ποσού μετρητών, εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 421 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της εν λόγω διατάξεως και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 445 του ΚΠολΔ έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχον προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Συνεπώς, το ιδιωτικό έγγραφο της εξοφλητικής αποδείξεως παράγει πλήρη απόδειξη ότι προέρχεται από τον υπογράψαντα αυτό, επιτρεπομένης ανταποδείξεως. Ως προς το γεγονός όμως ότι έγινε η καταβολή η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί, στην πραγματικότητα, εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ689/03, 752/01). Τέλος, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους συνάγεται εξώδικη ομολογία, που κατά το άρθρο 362 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1232/04). Με τον δεύτερο λόγο, κατ' επίκληση παραβίασης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο επί λέξει η πλημμέλεια ότι "καίτοι έλαβε υπόψη την από 16.10.1995 έγγραφη απόδειξη είσπραξης από την αναιρεσιβαλλομένη ποσού 12.767.496 εντούτοις υποβάθμισε την αποδεικτική της δύναμη ως εγγράφου ομολογίας της αντιδίκου και δέχθηκε ότι την 16.10.1995 δεν κατέβαλα μετρητά για την εξόφληση της επιδίκου απαιτήσεως, αλλά επιταγές". Ο λόγος αυτός, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06.06.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1187/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ