Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision where lower court judgment was superseded by appeal ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a contract dispute and tort claim. The appellant argued the appellate court erred in law by rejecting specific legal bases for the claim, but the court found these arguments unfounded. The decision was based on the principle that an appeal against a first-instance judgment is inadmissible when that judgment has already been superseded by the appellate court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if that judgment has been superseded by a subsequent appellate decision, rendering the original judgment legally non-existent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1382/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τον αναιρεσείοντα: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία 'OLYMPIC MARINE AE" που εδρεύει στο Λαύριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ντέσκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2582/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7456/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2006 αίτησή της που κατατέθηκε α) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με (αριθ. καταθ.137/2006) και β)στο Εφετείο Αθηνών με (αριθ. καταθ. 1481/2006) Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει, ότι αν γίνει τυπικώς δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση είτε έγινε δεκτή και το εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στην μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2582/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφανίσθηκε με την επακολουθήσασα 7.456/2005, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν αποδοχής της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη έφεσης και απόρριψης της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα αντίθετης έφεσης, είναι απαράδεκτη.
ΙΙ. Έλλειψη νόμιμης βάσης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής ή μη των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους εφόσον το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνομολόγησης ετήσιας προθεσμίας ευθύνης της αναιρεσίβλητης εργολάβου, για ελαττώματα του εκτελεσθέντος από αυτή έργου (επισκευή της μηχανής του πλοίου του αναιρεσείοντος), όπως ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε προς απόκρουση της περί παραγραφής ένστασης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός και, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση περί παραγραφής και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, δεχθέν ότι από την προσκομιζόμενη σε νόμιμη μετάφραση από 6.9.2000 έγγραφη προσφορά της αναιρεσίβλητης στην Αγγλική γλώσσα, προκύπτει ότι δεν υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα, όπως δεν υπάρχει επίσης στην τελική δεύτερη ολοκληρωμένη προσκομιζομένη ομοίως, σε νόμιμη μετάφραση, από 25.9.2000 προσφορά της ίδιας.
Υπάρχει δε μόνο η άνω ρήτρα στην πρώτη προσφορά, γραμμένη με τα χέρια του ενάγοντος, στο τέλος αυτής, με τη σημείωση ότι έγινε πρόταση μέσω τηλεφωνήματος στις 8.9.2000, πλήν όμως, αυτός ο συμβατικός όρος δεν επιβεβαιώνεται από καμία έγγραφη αποδοχή της αναιρεσίβλητης, τον διαψεύδουν δε κατηγορηματικά και οι δύο μάρτυρές της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων 189, 191 εδ. β' και 195 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, προς οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή, με το δικόγραφο της οποίας ασκούνται επικουρικώς πλείονες αξιώσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλ' εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις αξιώσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή.
Εάν όμως οι αξιώσεις αυτές απορρίφθηκαν, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, στερείται εξουσίας να επιληφθεί των κεφαλαίων εκείνων της αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη αυτή, (αδικοπρακτική), ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι " δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, η παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Τέλος κατά το άρθρο 6 παρ.7 του ιδίου νόμου η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του άνω άρθρου 8 ν.2251/94 εμπίπτουν και οι υπηρεσίες του εργολάβου μηχανικού, ο οποίος, ενεργώντας ελεύθερα, στο πλαίσιο ανεξάρτητης επαγγελματικής παροχής των υπηρεσιών του, προς τρίτους δέκτες των υπηρεσιών του (καταναλωτές), επιλέγει τα μέσα και τις μεθόδους, όπως, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τεχνικής, εκτελέσει υλικό έργο, όταν το έργο που κατασκευάστηκε δεν έχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και εκθέτει ως εκ τούτου σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία ή την περιουσία του καταναλωτή, όχι όμως και όταν το έργο που κατασκευάστηκε από τον φορέα της παροχής των υπηρεσιών είναι ελαττωματικό και ως εκ τούτου ακατάλληλο για τη χρήση που προορίζεται, αφού μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας, κατά τον χρόνο παροχής αυτής ή μεταγενέστερα, δεν συνιστά υπαιτιότητα του παρασχόντος τις υπηρεσίες του εργολάβου, όπως ρητώς ορίζεται στην αναφερόμενη πιο πάνω παράγραφο 5 του άρθρου 8 ν.2251/94 και για τον λόγο αυτόν η σχετική συμπεριφορά του δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου.
Επομένως, μόνη η ελαττωματική κατασκευή υλικού έργου από τον παρέχοντα κατά τρόπο ανεξάρτητο τις υπηρεσίες του, στο πλαίσιο της ασκουμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν θεμελιώνει αγωγική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 του ν.2251/94, (για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία), που να μπορεί να περιληφθεί σε αγωγή, κυρίως ή επιβοηθητικώς προς τη βάση από τις διατάξεις των άρθρων 687 επ.
ΑΚ που ρυθμίζουν της ενδοσυμβατική) ευθύνη του εργολάβου για την κατασκευή ελαττωματικού έργου. Από τις ρυθμίσεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και 9 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, α)παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα πράγματα, ήτοι θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικούς ισχυρισμούς και β)άφησε αίτηση αδίκαστη, προκύπτει ότι δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, αν το δικαστήριο δεν απάντησε στην επιβοηθητικώς περιληφθείσα σε αγωγή εργοδότη κατά εργολάβου, βάση από το άρθρο 8 του ν.2251/1994, περί αδικοπρακτικής ευθύνης του τελευταίου για ελαττωματικό έργο, αφού κατά το μέρος αυτό η αγωγή είναι νόμω ανεπέρειστη .
Εν προκειμένω, στην αγωγή του, ο αναιρεσείων εκθέτει, κατ' εκτίμηση, τα εξής: Με σύμβαση καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), η οποία δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών της για την επισκευή μηχανών πλοίων, η τελευταία ανέλαβε, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, να επισκευάσει, κατά τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής, τη μηχανή του ανήκοντος στον πρώτο ιστιοφόρου σκάφους "Τ...", ενεργώντας κατά τρόπο ανεξάρτητο ως προς την επιλογή των αναγκαίων υλικών και εργασιών, η ίδια δε εκτέλεσε το έργο και παρέδωσε σε εκείνον επισκευασμένη τη μηχανή του πλοίου του την 23.10.2000.
Κατά μήνα Ιούλιο 2001 η επισκευασθείσα μηχανή παρουσίασε ελάττωμα, οφειλόμενο στην αναφερομένη στην αγωγή και από υπαιτιότητα των υπαλλήλων της εναγομένης γενόμενη κακοτεχνία κατά την επισκευή της. Εν συνεχεία, αυτός (αναιρεσείων), επικαλούμενος κυρίως αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 ν.2251/1994, επικουρικώς δε τις περί συμβάσεως έργου διατάξεις του ΑΚ και επικουρικότερα αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ζήτησε να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική του βλάβη.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 2.582/2003 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή αναφορικώς με τις θεμελιώσεις της επί της αδικοπραξίας, ενώ, σε σχέση με τη θεμελίωσή της επί της συμβάσεως έργου, την έκρινε νόμω βάσιμη και τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Επί των ασκηθεισών κατά της εν λόγω απόφασης από αμφότερους διαδίκους εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο α)απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή κατά την επί της αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ θεμελίωσή της, β) έκρινε αυτή ως νόμω βάσιμη κατά τη θεμελίωσή της στη σύμβαση έργου και γ)δέχθηκε την, κατά το άρθρο 693 ΑΚ, επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσίβλητης, περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφασή, απέρριψε την αγωγή.
Με την κρινόμενη αίτηση, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις ως προς την απόρριψη της άνω επί της αδικοπραξίας από το άρθρο 8 του ν.2251/94 βάσης της αγωγής του : α) ότι παραβίασε ευθέως, μη εφαρμόζοντας, την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 ν.2251/94, καθώς και την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ (δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του), β)ότι δεν έλαβε υπόψη την βάση αυτή της αγωγής του και την άφησε αδίκαστη υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αρ.8 και 9 ΚΠολΔ (τρίτος λόγος) και γ)ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τη βάση αυτή της αγωγής του και συνακόλουθα το αίτημά του για πληρωμή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 ν.2251/94 και 932 ΑΚ, και υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (2ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).
Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, οι σχετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού, υπό το εκτεθέν ιστορικό της αγωγής, δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2251/1994 και 932 ΑΚ. Αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος (υπό β' αιτίαση), διότι η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη ως άνω βάση της αγωγής στερείται νομικού ερείσματος.
Ως προς την τρίτη (υπό γ') αιτίαση, οι σχετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως νόμω αβάσιμης (όπως εν προκειμένω), η τυχόν ύπαρξη ελλείψεων στην απορριπτική αιτιολογία της αποφάσεως δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.09.2006 αίτηση του ...για αναίρεση των υπ' αριθμ. 7.456/2005 και 2.582/2003 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ