Supreme Court dismisses appeal on property dispute where good faith defense was upheld despite father's prior ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the wife's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting her husband's claim to his father's land. The lower court found that the husband's failure to object to the house construction and his payment of materials did not create bad faith in the wife, as the funds were a gift from her father. Consequently, the court ruled the husband's claim was not abusive and stayed within legal limits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 559a of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sound reasoning regarding the good faith of the opposing party, even when the appellant claims procedural errors or lack of specific evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1382 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1382/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : ..... συζύγου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημητρίου Κολιντζίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/1999 προδικαστική,145/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2661/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-10-2004 αιτήσεως αναιρέσεως της 2661/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, βεβαίωση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού συμπεράσματός του, συνεκτίμησε «τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στην υπ΄ αριθ. 23/2002 έκθεση εξέτασης μαρτύρων της Εισηγήτριας Δικαστού και την υπ΄ αριθ. 57/2001 εισηγητική έκθεση της ως εντεταλμένης Δικαστού, ορισθείσης, Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, εκτός από τις με αριθ…….
ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ροδολίβους, τις οποίες προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα (ήτοι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) και τη με αριθ. 10/2004 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη, που προσκομίζει ο εφεσίβλητος (ήτοι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος)» αλλά και από το άλλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης συνάγεται αδιστάκτως ότι το ανωτέρω δικαστήριο έλαβε υπόψη αφενός τις καταθέσεις των μαρτύρων ...., Χ1, Ζ1 και ...., στις οποίες αφορά ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, και αφετέρου όλα τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως έγγραφα, δεν ήταν δε αναγκαία η από το Δικαστήριο της ουσίας ειδική αξιολόγηση καθενός από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ούτε η διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους η εναγομένη – αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη «τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως» και τα «στον τρίτο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα», πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 του ν. 2207/1994, είχε προβλεφθεί, σε συνδυασμό και με το άρθρο 226 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον των πολυμελών πρωτοδικείων και σε περίπτωση που ο αρμόδιος πρόεδρος ήθελε ορίσει με πράξη του επί της αγωγής τη διεξαγωγή της απόδειξης κατ΄ άρθορ 341 ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, προοριζόμενες για δίκες ενώπιον των ως άνω πολυμελών δικαστηρίων, αποτελούσαν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, στη δε συνέχεια, όπως το ίδιο άρθρο (270 ΚΠολΔ) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα πρωτοβάθμια δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου (το πολύ τρεις για κάθε διάδικο μέρος) και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.
Κατά τη διάταξη, όμως, του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του ίδιου 2915/2001 οι διατάξεις του εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α΄ του νόμου αυτού (άρθρα 1 έως και 22) ενώ στις υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου τούτου, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες «εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα» (βλ.
και το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, που μετέθεσε τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των ανωτέρω διατάξεων από 16-9-2001 στην 1-1-2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα οικεία διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής επί της οποίας, με πράξη του αρμόδιου προέδρου, ορίστηκε ότι η απόδειξη θα διεξαγόταν κατ΄ άρθρο 341 ΚΠολΔ είχε προσδιορισθεί και έγινε στις 18 Μαΐου 1999 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά την τακτική διαδικασία και συνεπώς εφαρμοστέες σ΄ αυτήν ήταν οι διατάξεις των άρθρων 270 και 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή της η πρώτη και πριν την κατάργησή της η δεύτερη, σύμφωνα με τις οποίες δεν αποτελούσαν νόμιμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία και με απόδειξη διεξαγόμενη κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω δε το ίδιο Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικώς, ότι οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις είχαν δοθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην συγκεκριμένη δίκη και γι' αυτό δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1470/1998 Δ/νη 40.1314, ΑΠ 1071/1997 Δ/νη 39.1282, ΑΠ 146/1997 ΝοΒ 46.1058, ΑΠ 151/1996 Δ/νη 37.1327). Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των αναφερομένων στον λόγο αυτό ενόρκων βεβαιώσεων, που δόθηκαν πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο (στις 16-1-2004).
ΙΙΙ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, καθόσον αφορά την προβληθείσα, από την εναγομένη – αναιρεσείουσα, ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα : «Ο ενάγων έγινε κύριος από την ...., δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ....
αγοραπωλητηρίου συμβολαιογραφικού συμβολαίου εκτάσεως 1250 τ.μ., ο οποίος μετά την κατά το έτος 1981 επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ........ αποτελεί οικόπεδο, που έχει τα στην απόφαση αναφερόμενα όρια. Στο εν λόγω οικόπεδό του και στο ανατολικό μέρος αυτού ο ενάγων ανήγειρε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1982 – 1985, διώροφη οικία, στην οποία και κατοικούσε έκτοτε με τη σύζυγό του.
Παράλληλα επέτρεψε στο γιό του Χ1, ο οποίος από το γάμο του με την εναγομένη στις 11.10.1981 είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια και στερούνταν κατοικίας, να ανεγείρει στο βορειοδυτικό μέρος του οικοπέδου του και κοντά στην οικία που ανήγειρε ο ίδιος, άλλη διώροφη οικία, την οποία και σκόπευε να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα μελλοντικά, μαζί με αντίστοιχο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου του.
΄Ετσι Χ1, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα 1982 – 1985 ανήγειρε επί του ανωτέρω οικοπέδου, με βάση την υπ' αριθμ. .... οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε στο όνομά του, άλλη διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο χώρο εμβαδού 146 τ.μ. και από τον πρώτο όροφο εμβαδού 134 τ.μ., ο οποίος απαρτίζεται από δύο δωμάτια, σαλόνι, καθιστικό, κουζίνα και τουαλέττα.
Η δεύτερη αυτή οικία, μαζί με το τμήμα του οικοπέδου που καταλαμβάνει, εμβαδού 146 τ.μ., αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Την ανέγερση της επίδικης αυτής οικίας, για την κατασκευή της οποίας δαπανήθηκε συνολικά το ποσό των 10.000.000 δραχμών περίπου, πραγματοποίησε ο Χ1, αφενός με την οικονομική βοήθεια προς αυτόν 1) του πεθερού του (πατέρα της εναγομένης) Ζ1, ο οποίος διέθεσε τα χρήματα για την αγορά σημαντικού μέρους των απαιτηθέντων υλικών και για την πληρωμή σημαντικού μέρους της αμοιβής των συνεργείων εργατοτεχνιτών που εργάσθηκαν για την κατασκευή της οικοδομής και 2) του πατέρα του, ο οποίος του έδωσε χρήματα για την αγορά και τοποθέτηση των μαρμάρων της οικοδομής και για την πληρωμή ενός μέρους της αμοιβής των παραπάνω συνεργείων εργατοτεχνιτών, και αφετέρου με δικά του χρήματα προερχόμενα από το ποσό των 3.600.000 δραχμών το οποίο αυτός κέρδισε στο λαϊκό λαχείο κατά το έτος 1984.
Μετά την αποπεράτωση της επίδικης οικίας κατά το έτος 1985, ο Χ1 και η σύζυγός του (εναγομένη) εγκαταστάθηκαν στον πρώτο όροφο αυτής, ο οποίος αποτέλεσε έκτοτε και μέχρι το Μάρτιο του έτους 1996, που διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, τη συζυγική τους κατοικία. Παράλληλα από το έτος 1985 μέχρι το έτος 1994 ο Χ1 χρησιμοποιούσε τον ισόγειο όροφο της πιο πάνω επίδικης οικίας για την εκμετάλλευση από αυτόν καφετέριας, η οποία καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα λειτουργούσε επ' ονόματί του.
Κατά το έτος 1994 αυτός διέκοψε τη λειτουργία της καφετέριας και εκμίσθωσε το ίδιο ισόγειο κατάστημα στον ...., για να τον χρησιμοποιεί ως καφετέρια. Εκτοτε εισπράττει από το μισθωτή αυτόν τα μισθώματα από τη μίσθωση του καταστήματος. Το Μάρτιο του έτους 1996 ο Χ1 αποχώρησε από την ως άνω συζυγική οικία (επίδικη) λόγω του ερωτικού δεσμού που είχε συνάψει προηγουμένως με την βουλγαρικής υπηκοότητας ....
που εργαζόταν στο τυροκομείο του πατέρα του, και εγκαταστάθηκε στην προαναφερόμενη οικία του πατέρα του, όπου και συζεί έκτοτε με τη γυναίκα αυτή, έχοντας μάλιστα αποκτήσει από τις με αυτήν, εκτός γάμου, ερωτικές σχέσεις του και άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 31.5.1998. Μετά την αποχώρηση του Χ1 στον πρώτο όροφο της επίδικης οικίας παρέμεινε η εναγομένη σύζυγος με τα δύο τέκνα τους ...
και ..... Ηδη τα εν λόγω δύο τέκνα τους, ηλικίας 22 και 18 ετών, αντίστοιχα, διαμένουν, λόγω των σπουδών τους, στη Θεσσαλονίκη, σε συγγενικό σπίτι της μητέρας τους. Εξάλλου, οι για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι ο ενάγων το Σεπτέμβριο του έτους 1982 παραχώρησε ατύπως προς αυτήν και τον Χ1 το ½ εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω οικοπέδου του, προκειμένου αυτοί να ανεγείρουν επ' αυτού διώροφη οικοδομή για τη στέγαση της οικογένειάς τους και ότι ακολούθως, από το Νοέμβριο του ίδιου έτους μέχρι τις αρχές του έτους 1985 αυτή και ο σύζυγός της ανήγειραν από κοινού την επίδικη διώροφη οικία, δεν αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Όπως προεκτέθηκε, την επίδικη οικία την ανήγειρε αποκλειστικά ο Χ1, συνάπτοντας, ως εννοείται, τις σχετικές συμβάσεις με τους οικείους προμηθευτές υπηρεσιών και υλικών, με τη συναίνεση πάντοτε του ενάγοντος πατέρα του και ιδιοκτήτη του οικοπέδου, ο οποίος και σκόπευε να μεταβιβάσει σ' αυτόν μελλοντικά την κυριότητα και τη νομή της οικίας αυτής μαζί με αντίστοιχο διαιρετό τμήμα από το όλο οικόπεδό του.
Η εναγομένη κατά το χρόνο κατασκευής της επίδικης οικίας, αλλά και καθόλο το διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με το γιο του ενάγοντος, γνώριζε ότι το τμήμα εδάφους που καταλαμβάνει η επίδικη οικία αποτελούσε τμήμα του οικοπέδου που ανήκε στην κυριότητα και νομή του ενάγοντος και ότι αυτός σκόπευε να μεταβιβάσει στο μέλλον την επίδικη οικία μόνο στο γιό του.
Συνεπώς από το ότι ο ενάγων δεν έφερε καμιά αντίρρηση στην ανέγερση της επίδικης οικίας δεν μπορούσε να δημιουργηθεί καλόπιστα στην εναγομένη η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ν' ασκήσει κατ' αυτής ο ενάγων το δικαίωμά του για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου. Τέτοια πεποίθηση δεν μπορούσε να δημιουργηθεί στην εναγομένη ούτε και από το ότι ο πατέρας της πλήρωσε με δικά του χρήματα τις δαπάνες αγοράς μεγάλου μέρους των υλικών και αμοιβών των συνεργείων εργατοτεχνιτών που κατασκεύασαν την επίδικη οικία, διότι οι καταβολές αυτές έγιναν από τον πατέρα της, λόγω δωρεάς προς τον σύζυγό της, ενόψει του μετ' αυτής γάμου του.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, το Εφετείο κατέληξε στο ότι, ανεξάρτητα από την αξία που έχει η οικία που ανήγειρε ο Χ1 στο πιο πάνω οικόπεδο της κυριότητας του ενάγοντος πατέρα του, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος κατά της εναγομένης για διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή δεν είναι καταχρηστική» και ακολούθως έκρινε την υπό συζήτηση ένσταση απορριπτέα, ως κατ΄ ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογικών και πρέπει, γι' αυτό, να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 περ.
α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός ιδρύεται ιδίως αν η απόφαση εκδόθηκε από δικαστές άλλους από αυτούς που μετείχαν στη σύνθεση κατά τη συζήτηση και διάσκεψη. Αντιθέτως δεν υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως από τη μη αναφορά ότι κωλύεται ο πρόεδρος ή ο αρχαιότερος δικαστής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, οι δικαστές, που μετείχαν στη συζήτηση της οικείας υποθέσεως και στην επ΄ αυτής διάσκεψης και εξέδωσαν εκείνη την απόφαση ήταν ο Πρόεδρος Εφετών Στέργιος Αλεξίου, ως Πρόεδρος του δικαστηρίου, και οι Εφέτες Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ως εισηγητής, και Αθανάσιος Ντσιόπουλος.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, διότι τρίτο μέλος της συνθέσεως, που εξέδωσε εκείνην, θα έπρεπε να ήταν τρίτος κατά σειρά αρχαιότητας εφέτης Ζήσης Βασιλόπουλος και όχι ο μετασχών εφέτης Αθανάσιος Νατσιόπουλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2004 αίτηση της .... συζύγου Χ1 για αναίρεση της 2661/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ