Legislator Case Law & Legislation
1381/2024 AI generated

Bankruptcy court allowed annulment of appeal against property transfer to child due to lack of creditor insolvency proof.

Case Number 1381/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a property transfer to a child, finding the lower court erred in requiring proof of the bankrupt company's insolvency. The court held that Article 939 of the Civil Code only mandates the debtor's insolvency, not that of all co-debtors, and the bank's accounts remained solvent at the time of transfer. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded for further proceedings with the original court composed of different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939 to 942 of the Civil Code; The court established that to annul a property transfer to a child under the guise of parental support, it is sufficient to prove the debtor's insolvency, not the insolvency of all co-debtors, and the transferor's financial status at the time of the transaction.

Keywords

AI generated
annulment of property transfer parental support to child debtor insolvency requirement co-debtor insolvency creditor protection bankruptcy proceedings property disposition

Cited Legislation

AI generated
Articles 939 to 942 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1381 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1381/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πήλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Β. και 2) Β. Μ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαναστασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4549/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939 έως 942 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη γέννηση της αξιώσεως προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου του, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, κατά το χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση, η οποία (πρόθεση) θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, δ) γνώση του τρίτου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, κατά τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησής της, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η γνώση αυτή δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, δημιουργούμενη εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, δηλαδή ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία (αφερεγγυότητα) πρέπει να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1800/2008, ΑΠ 1654/2008).

Ειδικότερα, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία και τέτοια είναι κατ' αρχήν, όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 941/2007, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 928/2014).

Περαιτέρω, η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.

Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1275/2020). Η πρόθεση βλάβης εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1902/2013).

Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017). Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014).

Έπεται, δηλαδή, η εν λόγω παροχή των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 977/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 781/2023, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2005 συμβάσεως πιστώσεως μέσω ανοικτού λογαριασμού αορίστου διαρκείας μεταξύ της πιστοδοτρίας ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ASPIS BANK Α.Τ.Ε." και της πιστούχου ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΕΛΤΕΡ Α.Ε." συνεφωνήθη η χορήγηση πιστώσεως εξυπηρετούμενης δι' ανοικτού λογαριασμού υπό της αφ' ενός συμβληθείσης προς την αφ' ετέρου συμβληθείσα μέχρι του χρηματικού ύψους των 7.200.000 ευρώ προς τον σκοπό καλύψεως αναγκών της πιστούχου διά κεφάλαιο κινήσεως καθώς και πάσης άλλης φύσεως χρηματοδοτικών αναγκών (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικώς και των αντιστοίχων διά έκδοσιν εγγυητικών επιστολών και άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων).

Την καλή εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως απορρεουσών υποχρεώσεων της πιστούχου προς την πιστοδότρια ηγγυήθησαν διά συμβάσεως εγγυήσεως ο πρώτος εναγόμενος και ο μη διάδικος αδελφός του Δ. Β. Μ., ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μετά της πρωτοφειλετρίας ως αυτοφειλέτες. Προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως συνεφωνήθη ότι δύνανται να τηρούνται είς ή και περισσότεροι λογαριασμοί υπό την έννοια του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, καθώς και άλλοι λογαριασμοί αναλόγως προς τις ανάγκες της πιστώσεως.

Επί πλέον η πιστούχος και οι εγγυητές ανέλαβαν την υποχρέωση να γνωστοποιούν εγγράφως προς την πιστοδότρια οποιαδήποτε τυχόν μεταβολή της νομικής, οικονομικής και περιουσιακής καταστάσεως αυτών και η πιστούχος να τηρεί επαρκώς ασφαλισμένα σε ασφαλιστική εταιρεία της εγκρίσεως της πιστοδοτρίας άπαντα τα δεκτικά ασφαλίσεως περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως της διά παραδόσεως προς την Τράπεζα αντιγράφων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και διά εκχωρήσεως των εκ των ως άνω ασφαλιστικών συμβολαίων απορρεόντων δικαιωμάτων της.

Επί πλέον η πιστούχος (και οι εγγυητές) ανέλαβαν την υποχρέωση να μην μεταβιβάσουν την κυριότητα ή την διαχείριση της πιστούχου σε τρίτα πρόσωπα και να μην προβούν σε συγχώνευση, διάσπαση ή απορρόφηση αυτής άνευ προηγουμένης εγγράφου ενημερώσεως της πιστοδοτρίας. Επίσης η πιστούχος ανεγνώρισε ότι καθ' όλην την διάρκεια της πιστώσεως η πιστοδότρια ηδύνατο να αξιώνει από την ιδίαν αφ' ενός να παρέχει προς εκείνην οποιαδήποτε, κατά την κρίση της, εύλογη ασφάλεια προς εξασφάλιση πάσης απαιτήσεως της.

Εν περιπτώσει δέ μη εμπροθέσμου καταθέσεως των ποσών, τα οποία βάσει της συμβάσεως υποχρεούτο να καταθέτει στους λογαριασμούς της πιστώσεως, η πιστούχος καθίστατο αυτοδικαίως υπερήμερη και η τράπεζα εδικαιούτο να μεταφέρει το μη κατατεθέν ποσόν σε αυτοτελή απλό λογαριασμό, οφειλομένου επί του μεταφερομένου ποσού τόκου υπερημερίας.

Η πιστοδότρια είχε δικαίωμα καταγγελίας της πιστώσεως και οριστικού κλεισίματος της συμβάσεως σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της διαρκείας της, ενδεικτικώς δέ, μεταξύ άλλων, και κατά τις περιπτώσεις αφ' ενός ουσιώδους μειώσεως της οικονομικής επιφανείας ή ουσιώδους περιορισμού του κύκλου εργασιών και των αποτελεσμάτων χρήσεως της πρωτοφειλετρίας, αφ' ετέρου διαπιστώσεως εμφανίσεως επιβαρυντικών και λοιπών δυσμενών στοιχείων (όπως ακαλύπτων επιταγών, εκδόσεως διαταγών πληρωμής, κατασχέσεων και σφραγίσεως της περιουσίας της πιστούχου ή των εγγυητών) και επίσης μη αποπληρωμής εκ μέρους της πιστούχου ή των εγγυητών διά οποιοδήποτε λόγο ληξιπροθέσμων και απαιτητών οφειλών αυτών προς την πιστοδότρια τράπεζα ή τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Διά της καταγγελίας η τράπεζα ηδύνατο να κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο της συμβάσεως και η πιστούχος περιήρχετο αυτοδικαίως και άνευ ειδοποιήσεως σε υπερημερία. Το δέ απόσπασμα από τα εν πρωτοτυπώ διά μηχανογραφικού συστήματος εντός της μνήμης του ηλεκτρονικού υπολογιστού της τραπέζης τηρούμενα επίσημα λογιστικά βιβλία της πιστοδοτρίας, το οποίο ενεφάνιζε την κίνηση του λογαριασμού ή των λογαριασμών της πιστώσεως συνεφωνήθη ότι ηδύνατο να αποτελέσει πλήρη απόδειξη διά τυχόν απαίτηση της τραπέζης κατά της πιστούχου από το οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως, κατά το οποίο εκλείοντο οριστικώς οι προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως τηρούμενοι λογαριασμοί, τους οποίους η τράπεζα ηδύνατο να συνενώνει σε ενιαίο λογαριασμό διά αθροίσεως ή συμψηφισμού των υπολοίπων αυτών.

Ειδικώτερον ως προς την ευθύνη των εγγυητών συνεφωνήθη, πλην άλλων, μεταξύ αυτών και της πιστοδοτρίας ότι οι εγγυητές εγγυώνται ανεπιφυλάκτως προς την τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, καθώς και των τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και εξόδων, ενεχόμενοι εις ολόκληρον μετά της πρωτοφειλετρίας πιστούχου αλλά και ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι της ενστάσεως διζήσεως και του δικαιώματος εκ του άρθρου 853 ΑΚ και ότι ο εγγυητής δεν ελευθερούται των υποχρεώσεων αυτού, ακόμη και εάν η ικανοποίηση της απαιτήσεως της τραπέζης εναντίον της πιστούχου έγινε αδύνατη διά οιονδήποτε λόγο και ανεξαρτήτως εάν ο λόγος αυτός βαρύνει ή μη την τράπεζα.

Διά την εξυπηρέτηση της συμβάσεως ανοικτής πιστώσεως ετηρήθησαν οι ακόλουθοι λογαριασμοί: α) ο υπ' αριθ. ... διά το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως και ...-2007, β) ο υπ’ αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως και ...-2007, γ) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2007 έως και ...-2011 (ούτος απετέλεσε εν τοις πράγμασιν συνέχεια του δευτέρου ως άνω επί μέρους λογαριασμού λόγω αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος της τραπέζης), δ) ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2007 έως και ...-2011, ε) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως και ...-2011, στ) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως και ...-2011, ζ) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως και ...-2010, η) ο υπ’ αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως και ...-2011, θ) ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως και ...-2012 (ημερομηνοχρονολογία οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως), ι) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2012 (ημέρα οριστικού κλεισίματος) έως και ...-2012 και ια) ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός διά το χρονικό διάστημα από ...-2012 (επομένη του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού) έως και ...-2012.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 144.362,14 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών και η οποία εμπεριείχετο εντός του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 534.830,74 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών και η οποία εμπεριείχετο εντός του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 146.789,53 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών και η οποία εμπεριείχετο εντός του αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 33.801,76 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών εν σχέσει προς την κατασκευή του έργου "Μελέτη - Κατασκευή ολοκληρωμένου ψυχιατρικού τμήματος εντός του Γενικού Νοσοκομείου Κερκύρας" και η οποία εμπεριείχετο εντός του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 56.336,27 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών εν σχέσει προς την κατασκευή του έργου "Μελέτη -Κατασκευή ολοκληρωμένου ψυχιατρικού τμήματος εντός του Γενικού Νοσοκομείου Κερκύρας" και η οποία εμπεριείχετο εντός του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2010 η μη διάδικος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνήνεσε εις την από την πιστούχο προς την πιστοδότρια εκχώρηση απαιτήσεως εκ ποσού 96.972,87 ευρώ, την οποίαν είχε η πιστούχος (ως υπεργολάβος) εναντίον της συναινεσάσης εις την εκχώρηση (ως εργολάβου) από σύμβαση έργου μεταξύ αυτών εν σχέσει προς την κατασκευή του έργου "Μελέτη -Κατασκευή ολοκληρωμένου ψυχιατρικού τμήματος εντός του Γενικού Νοσοκομείου Κερκύρας" και η οποία εμπεριείχετο εντός του υπ' αριθ. ...-2010 τιμολογίου της εργολάβου προς την υπεργολάβο.

Την ... 2011 διά της υπ’ αριθ. ...-2011 συμβάσεως εκχωρήσεως απαιτήσεων λόγω ενεχύρου η πρωτοφειλέτρια προς εξασφάλισιν πάσης απαιτήσεως της πιστοδοτρίας εναντίον της ιδίας από την σύμβαση πιστώσεως συνέστησε υπέρ της αντισυμβαλλομένης της (ήδη μετονομασθείσης σε "Τ - BANK") ενέχυρο επί απαιτήσεως χρηματικού ύψους 838.907,12 ευρώ της ιδίας (πιστούχου) κατά του Ελληνικού Δημοσίου (Τμήματος Κατασκευής Έργων Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ΕΥΔΕ /ΜΕΔΕ Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων), η οποία απέρρεε εκ της από 28-7-2011 (36ης) εντολής πληρωμής διά το βάσει του από 20-3-2008 συμφωνητικού κατασκευής και της (από 25-8-2010) 1ης συμπληρωματικής συμβάσεως εργασιών διά το έργο "ΝΕΟΣ ΛΙΜΕΝΑΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ - Β' ΦΑΣΗ (υπ' αριθ. ...

έργο). Η ως άνω αναφερομένη σύμβαση πιστώσεως μεταξύ της πιστοδοτρίας και της πιστούχου ελειτούργησε από την ... 2005 έως την ... 2012, οπότε και κατηγγέλθη υπό της πιστοδοτρίας. Εν τω μεταξύ την 22α Νοεμβρίου 2007 δυνάμει του εις τα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (ΤΜ: 1269 - Μ: 332) μεταγραφέντος υπ' αριθ. ...-2007 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Β.

Δ. -Κ. (η οποία δυνάμει της υπ' αριθ. 1223 /8-3-2007 αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς ανεπλήρωσε την λόγω συγγενείας κωλυόμενη Συμβολαιογράφο Πειραιώς Φ. Μ. - Μ.), ο πρώτος εναγόμενος μετεβίβασε λόγω γονικής παροχής προς τον (τότε ηλικίας 26 ετών) δεύτερο εναγόμενο υιό του το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος επί ενός (αρτίου και οικοδομήσιμου) οικοπέδου (μετά παλαιάς λιθόκτιστου οικίας επιφανείας 48 μ2), το οποίο ευρίσκεται επί της διασταυρώσεως των οδών ...

εις θέσιν "Λάκκα" του δήμου Πειραιώς, έχει επιφάνεια 162,17 μ2, έχει αποτυπωθεί υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα "Α - Β - Γ - Δ - Α" επί του από Νοεμβρίου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ. και είχε κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως αντικειμενική αξία 33.221,81 ευρώ και κατά τον χρόνο πρωτοβαθμίου συζητήσεως της ενδίκου αγωγής εμπορική αξία 40.000 ευρώ.

Εν σχέσει προς τον χρόνο συντελέσεως της ως άνω απαλλοτριώσεως (22α Νοεμβρίου 2007): α') ο πρώτος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της ώδε ενδιαφερούσης πιστώσεως είχε κλείσει μηδενικός ένα μήνα και είκοσι δύο ημέρες προ της ως άνω μεταβιβάσεως, β') ο δεύτερος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της πιστώσεως είχε αρνητικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 400.000 ευρώ εις βάρος της πιστούχου κατά την μετατροπή του στον αμέσως επόμενο λογαριασμό (λόγω αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος) ένα μήνα και είκοσι δύο ημέρες προ της ως άνω μεταβιβάσεως, γ') ο τρίτος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της πιστώσεως (εις τον οποίον είχε μετατραπεί ο δεύτερος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως) είχε διατηρήσει το ως άνω αρνητικό χρεωστικό υπόλοιπο εκ 400.000 ευρώ κατά τον χρόνον της κρίσιμης μεταβιβάσεως, πλην, όμως, την 27η Δεκεμβρίου 2007 (ήτοι ένα μήνα και πέντε ημέρες μετά την κρίσιμη μεταβίβαση) το αρνητικό αυτού υπόλοιπο εμηδενίσθη διά αντιστοίχου ισόποσου προς το χρεωστικό υπόλοιπο καταβολής εκ μέρους της πρωτοφειλετρίας, ενώ η λειτουργία του ως άνω λογαριασμού συνεχίσθη κανονικώς επί τρία και ήμισυ ακόμη έτη, οπότε εκλείσθη μετά μηδενικού υπολοίπου, δ') ο τέταρτος ως άνω επί μέρους λογαριασμός άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται ένα μήνα και πέντε ημέρες μετά την επίδικη μεταβίβαση και έκλεισε μετά μηδενικού υπολοίπου μετά παρέλευση τριών ετών και εννέα περίπου μηνών μετά την κρίσιμη μεταβίβαση, ε') ο πέμπτος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της πιστώσεως άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται δύο έτη και τρείς περίπου μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση και έκλεισε μηδενικός μετά παρέλευση ενός έτους και τριών περίπου μηνών από του ανοίγματος του, στ') ο έκτος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της πιστώσεως άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται δύο έτη και πέντε περίπου μήνες μετά την κρίσιμη μεταβίβαση και έκλεισε μηδενικός μετά παρέλευση εννέα περίπου μηνών από του ανοίγματος του, ζ') ο έβδομος ως άνω επί μέρους λογαριασμός κινήσεως της πιστώσεως άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται δύο έτη και πέντε περίπου μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση και έκλεισε μηδενικός μετά παρέλευση έξι περίπου μηνών από του ανοίγματος του, η') ο όγδοος ως άνω επί μέρους λογαριασμός άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται δύο έτη και ένδεκα μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση και έκλεισε μηδενικός μετά παρέλευση έξι περίπου μηνών από του ανοίγματος του, θ') ο κρίσιμος ένατος ως άνω επί μέρους λογαριασμός άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί και να κινείται δύο έτη και τρείς περίπου μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση και έκλεισε (διά της προρρηθείσης καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως) μετά χρεωστικού εις βάρος της πρωτοφειλετρίας υπολοίπου 1.661.431,42 ευρώ μετά παρέλευση δύο ετών και τριών περίπου μηνών από του ανοίγματος του και Γ) ο δέκατος επί μέρους ως άνω λογαριασμός αποτελεί τον λογαριασμό μεταφοράς του οριστικού χρεωστικού καταλοίπου μετά την καταγγελία της συμβάσεως και το οριστικό κλείσιμο του ενάτου ως άνω επί μέρους λογαριασμού εξυπηρετήσεως της κινήσεως της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως.

Ήτοι, εκ των προαναφερομένων καταδεικνύεται ότι μέχρι τον χρόνο της επιδίκου μεταβιβάσεως είχαν ανοίξει και ελειτούργησαν προς εξυπηρέτηση της προρρηθείσης συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού ο πρώτος επί μέρους λογαριασμός, ο οποίος είχε ήδη κλείσει μηδενικός προ της συντελέσεως της συγκεκριμένης απαλλοτριώσεως, και ο δεύτερος επί μέρους λογαριασμός, ο οποίος έχων μέν χρεωστικό υπόλοιπο 400.000 ευρώ, μετετράπη εις τον τρίτο επί μέρους λογαριασμό ένα μήνα και είκοσι δύο ημέρες πρίν από τον κρίσιμο ως άνω χρόνο της επιδίκου μεταβιβάσεως και εξακολούθησε ως τρίτος πλέον επί μέρους λογαριασμός να έχει το ίδιο ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο και κατά τον κρίσιμο χρόνο συντελέσεως της προσβαλλομένης απαλλοτριώσεως, πλην, όμως, το συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο εμηδενίσθη περί το τέλος του αμέσως επομένου της επιδίκου απαλλοτριώσεως μηνός αλλά και ο εν λόγω επί μέρους λογαριασμός ελειτούργησε κανονικώς και ομαλώς επί τρία και ήμισυ επί πλέον έτη μέχρι του κλεισίματος του μετά μηδενικού υπολοίπου.

Ωσαύτως εκ των ιδίων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων καταδεικνύεται ότι και οι τέταρτος έως και όγδοος επί μέρους λογαριασμοί εξυπηρετήσεως της πιστώσεως άνοιξαν ουχί πρίν αλλά μετά την συντέλεση της επίδικης μεταβιβάσεως, ελειτούργησαν δέ κανονικώς και ομαλώς καθ' όλην την διάρκεια κινήσεως εκάστου εξ αυτών και έκλεισαν μετά μηδενικού υπολοίπου εις ικανό διάστημα (από τριών έως και τριών και ημίσεος περίπου ετών) μετά τον χρόνο συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως.

Μόνον δε ο ένατος επί μέρους λογαριασμός της επίδικης συμβάσεως πιστώσεως έκλεισε εις βάρος της πρωτοφειλετρίας μετά χρεωστικού υπολοίπου 1.661.431,42 ευρώ, πλην, όμως, αυτός είχε, κατά τα προαναφερθέντα, ανοίξει και άρχισε να λειτουργεί, ως προερρέθη, την 25° Φεβρουαρίου 2010, δηλαδή δύο έτη και τρεις περίπου μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση και δή εν μέσω της τότε, ως γνωστόν τοις πάσιν (άρθρον 336§1 ΚΠολΔ) επελθούσης γενικής εθνικής οικονομικής κρίσεως, η οποία δεν είχε ακόμη ενσκύψει κατά τον χρόνον συντελέσεως της επιδίκου απαλλοτριώσεως.

Κατά δέ τον χρόνον συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως η οικονομική ισχύς της πρωτοφειλετρίας ήτο εύρρωστος, η λειτουργία της κανονική και η κίνηση των λογαριασμών της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως εξετυλίσσετο ομαλώς μετά περιοδικών χρεώσεων, οι οποίες μέχρι και τον ως άνω κρίσιμο χρόνον δεν υπερέβαιναν το χρηματικό ύψος των 400.000 ευρώ έως 407.500 περίπου ευρώ και εκαλύπτοντο ολοσχερώς (εμηδενίζοντο) διά αντιστοίχων καταβολών εκ μέρους της πιστούχου εις τακτά χρονικά διαστήματα κείμενα εγγύς εκάστης αντιστοίχου αναλήψεως.

Μάλιστα και μετά την συντέλεση της επιδίκου απαλλοτριώσεως το εκάστοτε δημιουργούμενο χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της πιστούχου δεν υπερέβαινε το χρηματικό ύψος των 470.000 ευρώ και εκαλύπτετο (εμηδενίζετο) τακτικότατα διά αντιστοίχων χρηματικών καταβολών της πιστούχου προς την πιστοδότρια επί τρία και ήμισυ επί πλέον έτη έως και την 4η Μαΐου 2011 αναφορικώς προς τους τρίτον έως και όγδοο επί μέρους τραπεζικούς λογαριασμούς κινήσεως της συμβάσεως πιστώσεως (η αποσπασματική αναφορά ανελίξεως του χρεωστικού ύψους εις το ποσόν των 576.600 ευρώ ωφείλετο εις λογιστικό λάθος και η διαφορά εκαλύφθη πάραυτα διά αντιλογιστικής εγγραφής), οι οποίοι, ως προανεφέρθη, έκλεισαν τελικώς μηδενικοί (άνευ χρεωστικού καταλοίπου εις βάρος της πιστούχου), ενώ αναφορικώς προς τον κρίσιμο ένατο επί μέρους λογαριασμό κινήσεως, ο οποίος ως προερρέθη, άνοιξε και άρχισε να λειτουργεί δύο έτη και τρείς μήνες μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, η κίνηση αυτού υπήρξε κανονική και το εκάστοτε εις βάρος της πιστούχου δημιουργούμενο χρεωστικό υπόλοιπο εκαλύπτετο και εμηδενίζετο κανονικώς και τακτικώς μέχρι και την 4η Μαΐου 2011, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές κινήσεως του.

Ούτως, εκ των ως άνω καταδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο της επίδικης απαλλοτριώσεως ο εκκαλών διά της μεταβιβάσεως του προαναφερθέντος ημίσεος εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος επί του ως άνω ακινήτου λόγω γονικής παροχής προς τον δεύτερο εναγόμενον υιόν του δεν είχε σκοπό βλάβης της εφεσίβλητου ως δανείστριας της μη διαδίκου πρωτοφειλετρίας από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού αλλά η ως άνω γονική παροχή έγινε αποκλειστικώς εκ κινήτρων εκπληρώσεως του γονεϊκού καθήκοντος του πρώτου εναγομένου (εκκαλούντος) προς δημιουργίαν οικονομικής αυτοτέλειας του τότε εικοσιεξαετους ως άνω υιού του.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και εκ του ότι οικονομικον θεμέλιον συνάψεως της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως και δη προς χορήγησιν πιστώσεως υπό της πιστοδοτρίας προς την πιστούχο μέχρι του σημαντικωτάτου και ουχί συνήθους χρηματικού ορίου των 7.200.000 ευρώ ετύγχανεν η οικονομική ευρρωστία της πρωτοφειλετρίας, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο, όπως δεν ημφισβητήθη ειδικώς υπό της εφεσίβλητου, εξετιμάτο τότε σε χρηματικό ύψος 3.000.000 ευρώ, και ουχί η οικονομική αξία του προπεριγραφέντος δικαιώματος συγκυριότητος του πρώτου εναγομένου επί του ως άνω ακινήτου, του οποίου η κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως αντικειμενική αξία (εκ 33.801,76 ευρώ) ανήρχετο εις ποσοστόν μόλις ενός διακοσιοστού δεκάτου τρίτου (1 /213) περίπου επί του συμβατικού χρηματικού ορίου (ύψους 7.200.000 ευρώ) της επίδικης συμβάσεως πιστώσεως και η κατά την πρωτοβάθμιον συζήτησιν της υποθέσεως πραγματική αξία αυτού (εκ 40.000 ευρώ) ανήρχετο εις ποσοστόν μόλις ενός τεσσαρακοστού πρώτου (1 /41) περίπου επί της τότε ληξιπροθέσμου και απαιτητής οφειλής (εκ ττοσού 1.660,695,13 ευρώ).

Μάλιστα από του μηνός Μαΐου του έτους 2011 η διατήρηση της εμπιστοσύνης της πιστούχου εις την έκτοτε εμφανή αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου της συμβάσεως πιστώσεως εις βάρος της πιστούχου, η οποία σύμβαση μετά παρέλευσιν έτους ήχθη εις το οριστικόν κλείσιμον αυτής, εστηρίχθη επιπροθέτως (πέραν της οικονομικής ευρρωστίας της πρωτοφειλετρίας μέχρι της ενάρξεως της γενικής οικονομικής κρίσεως) εις τις εκ μέρους της πιστοδοτρίας (και της εφεσίβλητου ως ειδικής διαδόχου αυτής) μη αμφισβητηθείσες ως, κατά τα εις ανωτέρω σημείον της παρούσης εκτιθέμενα, συντελεσθείσες εκχωρήσεις των προπεριγραφεισών απαιτήσεων της πρωτοφειλετρίας κατά τρίτων προσώπων συνολικού ύψους άνω του 1.000.000 ευρώ.

Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον, αν και η πιστοδότρια [λόγω της εκ μέρους του ως άνω εγγυητού υποβολής προς αυτήν του εκάστοτε (προς την οικεία δημοσίαν οικονομική υπηρεσίαν φορολογήσεως του υποβαλλομένου) φύλλου "Ε9" περί μεταβολής της ακινήτου περιουσίας του] ήτο ενήμερη της τοιαύτης νομικής μεταβολής της περιουσιακής καταστάσεως του εκκαλούντος (πρώτου εναγομένου) εγγυητού εν σχέσει προς την λόγω γονικής παροχής μεταβίβαση του προαναφερθέντος δικαιώματος συγκυριότητος επί του προπεριγραφέντος ακινήτου προς τον δεύτερον εναγόμενον υιόν του, εν τούτοις ουδέποτε είχε προσβάλει την ως άνω δικαιοπραξία ως καταδολιευτική κατά το χρονικό διάστημα της μεσολαβησάσης υπερτετραετίας από της συντελέσεως της δικαιοπραξίας (κατά την 22° Νοεμβρίου 2007) έως και της καταστάσεως της εφεσίβλητου ως ειδικής διαδόχου της πιστοδοτρίας (κατά την 17° Δεκεμβρίου 2011).

Η δέ εφεσίβλητος (ειδική διάδοχος της πιστοδοτρίας) προσέβαλε ταύτην ως καταδολιευτικήν ουχί αμέσως μετά την συντέλεση της ως άνω ειδικής διαδοχής αλλά μετά παρέλευσιν ένδεκα μηνών από ταύτης και δή μόλις μίαν ημέραν πρό της εκπνοής της εκ του άρθρου 946 ΑΚ οριζόμενης πενταετούς παραγραφής διά την διάρρηξη της δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, εξ ού ενισχύεται η ως άνω σχηματισθείσα κρίση περί ανυπαρξίας οιουδήποτε δόλου εις το πρόσωπο του εκκαλούντος (πρώτου εναγομένου) προς βλάβην των συμφερόντων της πιστοδοτρίας κατά τον χρόνον συντελέσεως της ως άνω απαλλοτριώσεως." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή της αναιρεσείουσας την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, ενώ σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη τα παραγωγικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας περιστατικά, είχαν ήδη συντελεστεί και υπήρχαν ήδη από το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και ενώ ακόμη ανελέγκτως δέχθηκε αφενός μεν ότι κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης ο τρίτος από τους τηρηθέντες προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως επί μέρους λογαριασμούς εμφάνιζε αρνητικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 400.000 ευρώ σε βάρος της πιστούχου, δεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο, αφετέρου δε ότι ο ένατος επί μέρους λογαριασμός έκλεισε επίσης με χρεωστικό υπόλοιπο 1.661.431,42 ευρώ σε βάρος της πιστούχου, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να έχει κατά το χρόνο συζήτηση της αγωγής ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά της πιστούχου και κατά του αναιρεσιβλήτου ως εγγυητή, παρ' όλα αυτά έκρινε ότι κατά τον χρόνο της ένδικης απαλλοτριώσεως ο αναιρεσίβλβητος, διά της μεταβιβάσεως του προαναφερθέντος ημίσεος εξ αδιαιρέτου συγκυριότητος επί του ως άνω ακινήτου λόγω γονικής παροχής προς τον υιόν του, δεν είχε σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης ως δανείστριας της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, ενόψει του ότι η οικονομική ισχύς της τελευταίας ήταν εύρρωστος και η κίνηση των λογαριασμών της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως εξελισσόταν ομαλά, δεχόμενο έτσι, εσφαλμένα, ως προϋπόθεση υπαγόμενη στην παραπάνω διάταξη, την αφερεγγυότητα όλων των συνοφειλετών και δη της πιστούχου εταιρείας για την ύπαρξη πρόθεσης βλάβης, μολονότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται προς τούτο και αφερεγγυότητα των λοιπών συνοφειλετών.

Αξίωσε δηλαδή, με την κρίση του αυτή, για τη διάρρηξη της προσβληθείσας γονικής παροχής, στοιχεία περισσότερα από εκείνα που ορίζει η διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί το γεγονός ότι ο μεν τρίτος λογαριασμός μηδενίστηκε ένα μήνα μετά την απαλλοτρίωση διά αντιστοίχου ισόποσου προς το χρεωστικό υπόλοιπο καταβολής εκ μέρους της πρωτοφειλετρίας, ο δε ένατος άρχισε να λειτουργεί και να κινείται "δύο έτη και τρείς περίπου μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση", αφού η απαίτηση της αναιρεσείουσας δεν παύει να απορρέει από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, την οποία και εγγυήθηκε ο αναιρεσίβλητος, επί πλέον δε είχε συμφωνηθεί, όπως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, κατά το οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως, να κλείονται οριστικώς οι προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως τηρούμενοι λογαριασμοί με δυνατότητα της τράπεζας να συνενώνει αυτούς σε ενιαίο λογαριασμό εμφανίζοντα το οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο μετά την καταγγελία της συμβάσεως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως (από τους αριθμούς 10 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 206/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ