Legislator Case Law & Legislation
1381/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation claim, ruling no special duty to avoid insulting religious texts exists.

Case Number 1381/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants, priests, argued they had a special legal duty to condemn blasphemous texts, whereas the appellee, a nun, claimed they acted out of pure malice to insult her. The court held that no such special duty exists for priests to refrain from criticizing religious matters, and their actions were driven by a specific intent to insult rather than a legal obligation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361-367 of the Criminal Code; The court established that priests do not possess a special legal duty to avoid insulting religious texts, and defamation requires a specific intent to insult rather than a legal obligation to remain silent.

Keywords

AI generated
defamation priests blasphemy special legal duty intent to insult criminal code religious texts

Cited Legislation

AI generated
Articles 361-367 of the Criminal Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1381 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1381/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Πρωτοπρεσβύτερου Ν. Δ. του Ι., κατοίκου …Ευβοίας, 2) Πρεσβύτερου Α. Κ. του Λ., κατοίκου …Ευβοίας, 3) Πρεσβύτερου Α. Σ. του Α., κατοίκου …Ευβοίας, 4) Πρεσβύτερου Σ. Σ. του Γ., κατοίκου …Ευβοίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημητούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. (μοναχής, κατά κόσμον Μ. Σ. του Γ.), κατοίκου …Χαλκίδας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Αποστολίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5071/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4340/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/2/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 154/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 2/2/2018 αίτηση αναίρεσης, που φέρεται νόμιμα προς επανασυζήτηση, με τη με αριθμό 154/2022 πράξη του Προέδρου αυτού του τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η 4340/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 16.10.2008 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε από τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες, (καθώς και από τον Μητροπολίτη ….πρώτο εναγόμενο, μη διάδικο εν προκειμένω) να της καταβάλουν διαιρετώς, τα παρατιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ποσά, ως χρηματική της ικανοποίηση, επικαλούμενη ηθική της βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, οφειλόμενη στην εκ μέρους τους, από κοινού, τέλεση εις βάρος της, των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Επί της αγωγής που εκδικάσθηκε ερήμην των εναγομένων, εκδόθηκε η με αριθμό 5071/2014 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της διαιρετώς επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης από έκαστο των εναγομένων, έκανε κατά τα λοιπά αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, εις βάρος των εις ολόκληρον ενεχομένων εναγομένων.

Μετά από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων υπό αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, εκδόθηκε η με αριθμό 4340/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (προσβαλλομένη), η οποία εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, ως εκ της ερημοδικίας των εναγομένων-εκκαλούντων, και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση διακριτών χρηματικών ποσών εις βάρος των εναγομένων, ως χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, λόγω του ενιαίου της δράσεως των τελευταίων και του κοινού τους δόλου, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη ως προς τον πρώτο των εναγομένων, Μητροπολίτη…, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν από κοινού εις βάρος της το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, και μετ' απόρριψη ισχυρισμών από το άρθρο 367 του ΠΚ, έκανε την αγωγή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα το μεγαλύτερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν, χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση, νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής.

Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009 ), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε, ισχυρισμό του γεγονότος, κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, όπως είναι και η αναδημοσίευση (ΑΠ 531/2014, ΑΠ 1447/2014). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/ 2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ` αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατ' εξαίρεση όμως, ο άδικος χαρακτήρας, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ., και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 756/2011),όταν συντρέχει πρόθεση δηλαδή, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 2089/2017, ΑΠ 265/2015).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 608/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν και οι διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 848/2019). Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση ή να μην έχει καθόλου αιτιολογίες, ή να έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαμορφωτικά του αποδεικτικού πορίσματός του, δηλαδή, αιτιολογία της απόφασης που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά στα πλαίσια του ως άνω λόγου για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, ούτε εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαίτερα ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος, όμως, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, αφορά σε δύο ξεχωριστές πλημμέλειες της προσβαλλομένης, και δη, αυτές από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 -367 του ΠΚ , καθώς και ασάφειες και αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασής της, που καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο της υπαγωγής στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τους, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα από το έτος 1991 εισήλθε στις τάξεις του μοναχικού βίου και από το έτος 1993 ήταν ηγουμένη της Ι. Μ. Κ. της Θ. Μ. που βρίσκεται στη Χαλκίδα.

Διά της υπ' αρ. 2 και με αρ.πρωτ. 1699/28.11.2007 αποφάσεως του Μητροπολίτη …Χ. (πρώτου εναγομένου) είχε επιβληθεί στην ενάγουσα το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας για τους αναφερόμενους σε αυτή 32 διατυπωμένους λόγους. Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Ι. Μ. Χ. την 6.2.2008 είχαν μεταβεί στην ανωτέρω Μονή για να τελέσουν τον εσπερινό της πανηγύρεως του ..., οι β, γ, δ, ε εναγόμενοι (εκ των οποίων ο πρώτος εξ αυτών ήταν πρωτοπρεσβύτερος, εκτελών χρέη ηγουμενοσυμβουλίου, οι δε λοιποί ήσαν συλλειτουργοί πρεσβύτεροι), οι οποίοι γνώριζαν ότι στην ενάγουσα είχε επιβληθεί από τον πρώτο εναγόμενο (Μητροπολίτη…) το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας (ήτοι ότι της είχε επιβληθεί ως πνευματικό μέτρο η διακοπή πάσης εκκλησιαστικής επικοινωνίας) και ως εκ τούτου αυτοί δεν είχαν το δικαίωμα να την αφήσουν να συμμετάσχει στον εσπερινό ως ψάλτρια, από την στιγμή που ήταν ακοινώνητη, αφού, είναι απαράβατη αρχή και κανόνας του εκκλησιαστικού δικαίου ότι " ο κοινωνών ακοινωνήτω, ακοινώνητος έσται".

Επιπροσθέτως, οι β,γ,δ,ε εναγόμενοι, όφειλαν - ως απεσταλμένοι της Ιεράς Μητροπόλεως - να τελέσουν την πανήγυρη του ... και να γνωστοποιήσουν στον Μητροπολίτη …(α' εναγόμενο), που τους απέστειλε στην εν λόγω Ιερά Μονή, τι ακριβώς συνέβη, καθόσον κάθε ιερέας τελεί τα ιερατικά του καθήκοντα σε αναφορά προς τον επίσκοπο και τον μητροπολίτη του, το όνομα του οποίου και μνημονεύει κατά τις ιερές ακολουθίες και οφείλει να αναφέρει σ' αυτόν οποιαδήποτε δυσκολία ανακύπτει στην άσκηση των καθηκόντων του.

Συμμορφούμενοι οι β,γ,δ,ε εναγόμενοι προς την ανωτέρω υποχρέωσή τους, συνέταξε ο β' εναγόμενος (πρωτοπρεσβύτερος) την από 6.2.2008 αναφορά, την οποία συνυπέγραψαν ως συμμαρτυρούντες οι γ,δ,ε εναγόμενοι και την απέστειλαν στον Μητροπολίτη …(α' εναγόμενο). Στην αναφορά αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρονται επί λέξει τα εξής : "Σεβασμιώτατε Πάτερ και Δέσποτα, λυπούμαι που είμαι στη δυσάρεστη θέση να αναφερθώ σε Εσάς για τα γεγονότα, τα οποία μόλις πριν από λίγο συνέβησαν στην Ι.

Μ. Κ. της Θ. Μ., όπου είχαμε πάει με τους αγαπητούς αδελφούς και συλλειτουργούς π. Α. Κ., π. Α. Σ. και π. Σ. Σ.... για να τελέσουμε τον εσπερινό της πανηγύρεως του ...... Αντιμετωπίσαμε όμως, μετά λύπης λέγω, μία τραγική κατάσταση... Φθάσαμε στην Ιερά Μονή στις 5.40 μμ.... Είδαμε στη δεξιά πλευρά του, πριν το Δεσποτικό, να κάθεται κάποιος ρασοφόρος μεσήλικας με γυαλιά, δίχως σκουφί ή καλυμμαύχι, ο οποίος δεν μίλησε σε κανένα μας.

Οι δύο αδελφοί, π. Α. Σ. και ο π. Σ. Σ., πήγαν στο αναλόγιο για να ψάλλουν και τούτο διότι η μοναχή Μ., δεν ηδύνατο να ψάλει λόγω του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Στο αναλόγιο βρισκόταν στην αρχή μόνο η μοναχή Μ., καθήμενη στο στασίδι και δεν τους παραχώρησε τις θέσεις, αλλά ούτε τους μίλησε. Πριν το "Ευλογητός" και ενώ ο π.

Α. εισήλθε στο Ιερό για να συνεννοηθεί μαζί μου για την έναρξη της ακολουθίας, ήρθε και η εν ακοινωνησία ευρισκομένη μοναχή Μ., μαζί με την κ. Π. Ν. και κατέλαβε (η μοναχή) την κεντρική θέση του αναλογίου και δεν επέτρεψε στον π.Α., ο οποίος ξεκίνησε να διαβάζει τον Προοιμιακό, να συνεχίσει την ανάγνωση, αλλά έστρεψε η ίδια το αναλόγιο προς το μέρος της και άρχισε να διαβάζει...

Ακούγοντας από το Ιερό την ταυτόχρονη ανάγνωση του Προοιμιακού ψαλμού και την σχετική φασαρία, καταρχήν βγήκα στην Ωραία Πύλη και με σιωπηλό νεύμα, παρακάλεσα την μοναχή να μην συνεχίσει. Επιμένοντας εκείνη, πήγα στο Αναλόγιο ο ίδιος και με ηρεμία και χαμηλόφωνα, για να μην σκανδαλισθεί ο κόσμος, παρακάλεσα την μοναχή Μ.: "Σας παρακαλώ μη μας δημιουργείτε πρόβλημα δεν μπορούμε να ψάλλουμε μαζί".

Εκείνη , αμέσως, με αύθαδες και έντονο ύφος, μου απάντησε : " Με το που ήρθατε εδώ, ακυρώσατε τα πάντα" εννοώντας, προφανώς, το επιτίμιο της ακοινωνησίας. Οι δύο ιερείς... βλέποντας την κατάσταση, σιωπηρά μπήκαν στο Ιερό Βήμα. Παράλληλα, η μοναχή Μ., μου είπε έντονα και προκλητικά: " Εμείς είμαστε οι μοναχές, εμείς θα ψάλλουμε" ενώ ταυτόχρονα ακούστηκαν κραυγές από τον φωνασκούντα όχλο : "Εμείς ήρθαμε για την Γερόντισσα".

Βλέποντας αυτή την κατάσταση και αντιλαμβανόμενος ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο δημιουργίας επεισοδίου εκ μέρους της ακοινώνητης μοναχής Μ. και των υποστηρικτών της, κάποιοι μάλιστα εκ των οποίων είχαν κασετόφωνα στα χέρια και προφανώς ηχογραφούσαν, ενώ άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες... έκρινα σωστό και απαραίτητο, προκειμένου να μην συνεχισθεί το επεισόδιο, να απέλθω και εγώ στο Ιερό Βήμα, δίνοντας παράλληλα στον π.

Α. το επιτραχήλιο για να συνεχίσει τον εσπερινό, ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε και τούτο για να μην σκανδαλισθεί ο κόσμος... ο δε π. Α. από το μέσον του ναού, όπου αντιμετώπισε την λοιδορία και την ειρωνεία της μοναχής Μ., της Μ. υμνούσης τον Κύριο και τον 'Αγιο Παρθένιο.... Δεν αναμέναμε μια ακοινώνητη μοναχή να συμπεριφερθεί με τέτοιο θράσος και να μη σέβεται, όχι μόνο τις διοικητικές πράξεις του ανωτάτου διοικητικού οργάνου της Ιεράς Μητροπόλεως, του σεβαστού Μητροπολιτικού Συμβουλίου, αλλά και το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας το οποίο ως Επίσκοπος και Μητροπολίτης και πνευματικός πατέρας της επιβάλατε.

Όμως η ακοινώνητη μοναχή Μ., συμπαραστατούμενη από τη μοναχή Μ. και την κ. Π. Ν. συνέχιζαν να ψάλουν δίχως την απαραίτητη ευλογία και μη σεβόμενες την προτροπή και παράκληση ούτε εμού, του εκτελούντος χρέη ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής... κατόρθωσα να βρώ στο τηλέφωνο τον πρωτοσύγκελο π. Ν., του είπα ότι οι Ιερείς έχουμε συνειδησιακό πρόβλημα να συνεχίσουμε τον εσπερινό και να κοινωνήσουμε την ακοινώνητη μοναχή...

και με συμβούλευσε... χάριν της εκκλησιαστικής τάξεως να αποχωρήσουμε οι ίδιοι.... Αποχωρώντας όλοι μας από τον Ιερό Ναό και ευρισκόμενοι εκτός αυτού, ακούσαμε από τα εξωτερικά μεγάφωνα την ακοινώνητη μοναχή Μ., διακόπτουσα την ψαλτική της, να φωνάζει δυνατά και έντονα και υπό τη μορφή κατάρας: "Σας το λέω να το ακούσει όλη η Ελλάδα, θέλουν να κλείσουν το Μοναστήρι.

Αλλά δεν πειράζει, τους παραδίδω στον Άγιο" και συνέχισε προφανώς για να μην χάσει τον κόσμο: "Τώρα εμείς θα κάνουμε παράκληση"... Φεύγοντας είδαμε την Αστυνομία, την οποία είχα εκ των προτέρων ειδοποιήσει να βρίσκεται διακριτικά έξω από τον περίβολο της Ιεράς Μονής, να ανεβαίνει προς τα επάνω και τους ειδοποίησα να φύγουν για να μη δοθεί περισσότερη συνέχεια...

Από τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν, φαίνεται πλέον ξεκάθαρα η αμετανόητη συμπεριφορά της μοναχής Μ., η ασέβειά της προς το πρόσωπό Σας... αλλά και σε όλη την τοπική εκκλησία, ενώ δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τους Αγίους προς ίδιον όφελος... Γνωρίζετε καλώς ότι εμείς επιθυμούσαμε να τιμήσουμε τον 'Αγιο και να εξυπηρετήσουμε τους ευσεβείς Χριστιανούς, ασχέτως της τραγικής καταστάσεως, η οποία οφείλεται στην ακοινώνητη μοναχή Μ..

Εμείς δεν θέλαμε για την αμαρτία του ενός, να στερηθούν οι υπόλοιποι την χαρά και την ευλογία της παρουσίας των Αγίων. Παράλληλα και γνωρίζοντας τον πόνο και την αγωνία σας για το πρόβλημα αυτό που ανέκυψε στην τοπική μας εκκλησία από τον εγωϊσμό και το πείσμα ανυπάκουων και ανυπότακτων μοναχών, οι οποίες, όχι μόνον "φως" των ανθρώπων δεν είναι, αλλά ολοκάθαρα πλέον εργάζονται για τα έργα του σκότους, σας γνωρίζουμε ότι λυπούμεθα μεν για τον σκανδαλισμό, που πιθανόν να προκλήθηκε στους πιστούς.....

Σεβασμιώτατε, Σας λέγουμε και επιμένουμε ότι δεν έχουμε διάθεση να αφήσουμε τα Άγια και τους Χριστιανούς μας, στο έλεος των οιωνδήποτε ανυπάκουων και ανυπότακτων πνευμάτων, των διαβολέων και των συκοφαντών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το Μοναστήρι αυτό της τοπικής μας εκκλησίας, το έδειξαν καθαρά πλέον, ως "άντρο" κατά της Ιεράς μας Μητροπόλεως , την οποία φαίνεται ότι ποτέ δεν αγάπησαν...

δεν έχουμε τη διάθεση να αφήσουμε το Μοναστήρι μας στα χέρια εκείνων που δεν έρχονται " διά της θύρας", αλλά θέλουν να ανέβουν και να αποκτήσουν πράγματα στην Εκκλησία " αλλαχόθεν"... Και γι'αυτό, πάλι Σας το λέμε, είμαστε σε ό,τι χρειασθείτε δίπλα Σας, όπως μαζί Σας είναι και το σύνολο των κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως...".

Εν συνεχεία ο Μητροπολίτης …(α' εναγόμενος) διαβίβασε την ανωτέρω αναφορά προς το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, μαζί με την έφεση της ενάγουσας κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 2/28.11.07 αποφάσεώς του με την οποία της είχε επιβληθεί το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας που θα εκδικαζόταν από το ανωτέρω Δικαστήριο.

Μαζί με τα ανωτέρω έγγραφα (αναφορά, έφεση) ο α' εναγόμενος συναπέστειλε προς το ανωτέρω Συνοδικό Δικαστήριο και την από 15.2.2008 επιστολή του, με την οποία αντέκρουε τους λόγους έφεσης της ενάγουσας. Η εν λόγω έφεση της ενάγουσας, δυνάμει της με αριθμό 8/2008 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω αναρμοδιότητας του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου να κρίνει την απόφαση του Μητροπολίτη …(α' εναγομένου).

Εκ των διαλαμβανομένων στην ανωτέρω αναφορά, τα γεγονότα που περιγράφονται σ' αυτήν και αφορούν την ενάγουσα, είναι απολύτως αληθή και έλαβαν χώρα κατά την τέλεση του εσπερινού στον Ιερό Ναό της ανωτέρω Ιεράς Μονής την 6.2.2008. Συγκεκριμένα, είναι αληθή τα κάτωθι γεγονότα: 1) Ότι όταν οι β,γ,δ,ε εναγόμενοι εισήλθαν στον Ιερό Ναό της ανωτέρω Μονής, είδαν στη δεξιά πλευρά του, πριν το Δεσποτικό, να κάθεται κάποιος ρασοφόρος μεσήλικας με γυαλιά, δίχως σκουφί ή καλυμμαύχι, ο οποίος δεν τους μίλησε 2) Ότι πήγαν οι ανωτέρω εναγόμενοι να ψάλουν στο αναλόγιο, διότι η ενάγουσα (μοναχή Μ.) δεν ηδύνατο να ψάλει, λόγω του επιτιμίου της ακοινωνησίας που της είχε επιβληθεί 3)'ότι η ενάγουσα δεν τους μίλησε 4) 'Ότι η ενάγουσα κατέλαβε την κεντρική θέση του αναλογίου και δεν επέτρεψε στον δ' εναγόμενο να συνεχίσει την ανάγνωση 5) 'Ότι γινόταν σχετική φασαρία και ότι ο β' εναγόμενος είπε στην ενάγουσα να μην ψάλλει και αυτή του απάντησε ότι "με το που ήρθατε εδώ ακυρώσατε τα πάντα" 6) Ότι η ενάγουσα διέκοψε την ψαλτική της και φώναζε έντονα και λέγοντας:

Σας το λέω να το ακούσει όλη η Ελλάδα, θέλουν να κλείσουν το Μοναστήρι. Αλλά δεν πειράζει, τους παραδίδω στον 'Αγιο! 'Αλλωστε, και η ίδια η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι έλαβαν χώρα τα ανωτέρω γεγονότα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η αιτία τους είναι διαφορετική από αυτήν που θέλουν να προσδώσουν οι αναφέροντες εναγόμενοι.

Συνεπώς, για τα ανωτέρω περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται η από τους β' και ε' εναγομένους διάπραξη του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της ενάγουσας. Άλλωστε, οι περιεχόμενες στην ανωτέρω αναφορά κρίσεις, ότι ο π. Α. όταν βγήκε από το μέσον του Ναού αντιμετώπισε την λοιδορία, την ειρωνεία, την ασέβεια και το θράσος της μοναχής Μ., της Μ.

υμνούσης τον Κύριο και τον Άγιο Παρθένιο αφορούν την μοναχή Μ. και όχι την ενάγουσα. Ωστόσο στην παραπάνω αναφορά συμπεριελήφθησαν για την ενάγουσα εκφράσεις, κρίσεις και χαρακτηρισμοί καταφρονητικοί και απαξιωτικοί που ήταν δυνατόν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή της, όπως: 1) Ότι αυτός (β' εναγόμενος) βλέποντας αυτή την κατάσταση, αντελήφθη ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο δημιουργίας επεισοδίου εκ μέρους της ενάγουσας 2) 'Ότι δεν ανέμεναν μια ακοινώνητη μοναχή να συμπεριφερθεί με τέτοιο θράσος 3) 'Ότι η ενάγουσα συνέχισε να ψέλνει "για να μη χάσει τον κόσμο" 4) Ότι η αμετανόητη συμπεριφορά της (ήτοι της ενάγουσας) , η ασέβειά της προς το πρόσωπό Σας (του Μητροπολίτη) αλλά και σε όλη την τοπική εκκλησία, ότι "δεν διστάζει (η ενάγουσα να χρησιμοποιεί τους Αγίους προς ίδιον όφελος" 5) Ότι δεν ήθελαν (οι β' ε' εναγόμενοι) "για την αμαρτία του ενός (εννοούν της ενάγουσας" να στερηθούν οι λοιποί την ευλογία των Αγίων" 6) 'Ότι "το πρόβλημα που ανέκυψε στην τοπική μας εκκλησία από τον εγωϊσμό και το πείσμα ανυπάκουων και ανυπότακτων μοναχών (εννοούν και της ενάγουσας) οι οποίες όχι μόνο "φως" των ανθρώπων δεν είναι, αλλά ολοκάθαρα πλέον εργάζονται τα έργα του σκότους" 7) Ότι "δεν έχουμε διάθεση (Σεβασμιώτατε) να αφήσουμε τα 'Αγια και τους Χριστιανούς μας στο έλεος των οποιωνδήποτε ανυπάκουων και ανυπότακτων πνευμάτων, των διαβολέων, των συκοφαντών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το Μοναστήρι αυτό της τοπικής μας εκκλησίας, το έδειξαν καθαρά πλέον, ως "άντρο" κατά της Ιεράς μας Μητροπόλεως, την οποία φαίνεται ότι ποτέ δεν αγάπησαν...

δεν έχουμε την διάθεση να αφήσουμε το Μοναστήρι μας στα χέρια εκείνων που δεν έρχονται "διά της θύρας" αλλά θέλουν να ανέβουν και να αποκτήσουν πράγματα την Εκκλησία "αλλαχόθεν" (εννοώντας την ενάγουσα). Με τις ανωτέρω περιεχόμενες στην ως άνω αναφορά εκφράσεις, κρίσεις και χαρακτηρισμούς, εμφανίζεται η ενάγουσα έναντι των αποδεκτών της ανωτέρω αναφοράς (ήτοι των υπηρεσιών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις οποίες διαβίβασε ο α' εναγόμενος την ανωτέρω επιστολή) ως αμαρτωλή, ως οργανώτρια βάσει σχεδίου επεισοδίων που εκθέτουν την Μονή και την Εκκλησία, ως υποκρίτρια που συνέχισε να ψέλνει "για να μη χάσει τον κόσμο", ως ασεβή στον Μητροπολίτη …και σε όλη την τοπική εκκλησία, ως αδίστακτη ωφελιμίστρια που χρησιμοποιεί τους Αγίους προς ίδιον όφελος, ως έχουσα σκοτεινά κίνητρα που "εργάζεται τα έργα του σκότους", ως διαβολέα και συκοφάντρια που χρησιμοποιεί το Μοναστήρι ως άντρο κατά της Ιεράς Μητροπόλεως, ως μετερχόμενη πλαγίους και αθέμιτους τρόπους "για να αποκτήσει πράγματα στην Εκκλησία", ως αμαρτωλή από την οποία κινδυνεύουν οι χριστιανοί και προσβάλλονται τα Άγια.

Οι β' έως ε' εναγόμενοι (οι οποίοι πρωτόδικα δικάσθηκαν ερήμην) με την κρινόμενη έφεσή τους αλλά και αμυνόμενοι στην έφεση της ενάγουσας, διά των εγγράφων προτάσεών τους, προβάλλουν για πρώτη φορά παραδεκτά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την ένσταση του άρθρου 367 παρ, 1γ' του ΠΚ, δηλαδή, ότι αίρεται το παράνομο της προσβολής της ενάγουσας , διότι η αναγραφή των παραπάνω κρίσεων στην επίμαχη αναφορά, ήταν αναγκαία και προέβησαν σ' αυτές αποκλειστικά προς τον σκοπό της άσκησης νομίμου καθήκοντός τους, χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας.

Όμως η αναγραφή των παραπάνω εκφράσεων, κρίσεων και χαρακτηρισμών στην ανωτέρω αναφορά τους, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία προκειμένου να ασκήσουν τα νόμιμα καθήκοντά τους, που ήταν να αναφέρουν στον πρώτο εναγόμενο, ως απεσταλμένοι της ανωτέρω Μητροπόλεως, όσα περιστατικά ελάμβαναν χώρα στην προαναφερόμενη Μονή, χωρίς να προβαίνουν στις ανωτέρω κρίσεις, χαρακτηρισμούς που ήσαν προσβλητικοί και εξυβριστικοί για την ενάγουσα, ως προσώπου και ως μοναχής.

Κανένα καθήκον δεν υπαγόρευε σ'αυτούς να αναγράψουν στην αναφορά τους τα ανωτέρω βλαπτικά για την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και να χαρακτηρίζουν αυτή με τις ανωτέρω εκφράσεις, δοθέντος του ότι είναι ιερείς και εκ καθήκοντος θα έπρεπε να αναφέρονται για το πρόσωπο της ενάγουσας με σεβασμό, χωρίς να χρησιμοποιούν γι' αυτή τους ανωτέρω απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.

Ειδικότερα, οι ανωτέρω αναφερόμενοι εναγόμενοι είχαν μεν καθήκον να περιγράψουν στην αναφορά τους, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην ανωτέρω Μονή, πλην όμως έπρεπε να περιοριστούν σε τούτο μόνο (στην περιγραφή των γεγονότων) και δεν είχαν καθήκον να χαρακτηρίζουν την ενάγουσα με τις προαναφερόμενες προσβλητικές και απαξιωτικές εκφράσεις, ούτε προσέφεραν κατ' αυτό τον τρόπο κάποια καλώς νοούμενη υπηρεσία στην Εκκλησία, ούτε η συμπεριφορά τους αυτή συνάδει με το ιερατικό έργο που πρέπει να επιτελούν, έπραξαν δε ούτως, με σκοπό να πλήξουν την ηθική υπόσταση της ενάγουσας, γι' αυτό αναλίσκονται στην αναφορά τους, εκτενώς, στους ανωτέρω προσβλητικούς για την ενάγουσα χαρακτηρισμούς και κρίσεις, που δεν ήταν απαραίτητα για την περιγραφή των διαδραματισθέντων στην Μονή γεγονότων και δεν έπρεπε να περιέχονται στην αναφορά τους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προαναφερόμενη ένσταση των β' έως ε' εναγομένων να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατ' αποδοχή της σχετικής (καθ' υποφορά) προβαλλομένης διά της ενδίκου αγωγής αντενστάσεως της ενάγουσας κατά το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι καθ' υπόδειξη του α' εναγομένου, ανέγραψαν οι λοιποί εναγόμενοι στην αναφορά τους, τα ανωτέρω.

Το γεγονός του ότι ο α' εναγόμενος απέστειλε την ανωτέρω αναφορά στις υπηρεσίες της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στα μέλη του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου, ουδόλως καταδεικνύει ότι αυτός υπέδειξε στους συνεναγομένους του, το περιεχόμενο της αναφοράς τους, αλλά αντιθέτως απεδείχθη ότι αυτός προέβη στην ενέργεια αυτή προς εκτέλεση νομίμου καθήκοντός του καθόσον έπρεπε να ενημερώσει τους ανωτέρω, για τα γεγονότα που καταγγέλλονταν ότι ελάμβαναν χώρα στην ανωτέρω Μονή, από τους συνεναγομένους του διά της προαναφερόμενης αναφοράς τους, γενομένης δεκτής της σχετικής προς τούτο ενστάσεώς του (αρθ. 367 πστ. 1γ ΠΚ) της προβαλλομένης παραδεκτά το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου τούτου διά της κρινόμενης εφέσεώς του (αφού δικάσθηκε ερήμην πρωτόδικα) αλλά και διά των εγγράφων προτάσεών του, αμυνόμενος στην έφεση της ενάγουσας.

Με βάση τα ανωτέρω, οι β' έως ε' εναγόμενοι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας (ως ατόμου και ως μοναχής) η οποία, από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά τους υπέστη ηθική βλάβη, διότι στενοχωρήθηκε και ένοιωσε αισθήματα καταφρόνησης, ηθικής και κοινωνικής απαξίωσης. Εκτιμώντας δε, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας των ανωτέρω εναγομένων, το είδος και την έκταση της προσβολής της ενάγουσας, το βαθμό υπαιτιότητας των ανωτέρω εναγομένων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, που κρίνεται εύλογο με βάση τις περιστάσεις αυτές.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε στην ενάγουσα μικρότερο ποσό, ήτοι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, για την ανωτέρω αιτία, έσφαλε ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα, καθόσον το επιδικασθέν πρωτοδίκως σ'αυτή ποσό δεν κρίνεται εύλογο, γενομένου δεκτού του σχετικού προς τούτο λόγου εφέσεως (δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου) της ενάγουσας".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε αλλά, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361-367 του ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, αφού πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά αυτό της απλής, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται, διότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στις συγκεκριμένες ενέργειές τους, όχι από ιδιαίτερο νομικό καθήκον ως ιερέων να "προβούν σε εντός του χριστιανικού πνεύματος καυτηριασμό των προσβαλλόντων τα ιερά κείμενα, αρχές και δόγματα", αφού οι ένδικοι χαρακτηρισμοί κρίθηκε ότι δεν ήσαν αναγκαίοι προς τούτο, αλλά έγιναν με σκοπό εξύβρισης της ενάγουσας και εντεύθεν προσβολής της προσωπικότητάς της, και συνεπώς, τα , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ανταποκρινόμενα στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1 γ' του ΠΚ, καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της απορριφθείσας ως άνω ένστασης των αναιρεσειόντων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των ενεργειών τους λόγω ιδιαιτέρου νομικού καθήκοντος, και αντίθετα τη βασιμότητα της αντενστάσεως της αναιρεσίβλητης, από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως.

Εξ άλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτή και άλλες προς αποσαφήνιση των εκφράσεων που αποτελούν κρίσεις, ή χαρακτηρισμούς δεδομένου ότι η αξιολόγηση αυτών άπτεται της κοινής αντίληψης και κατέστησε έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης (όπως ανωτέρω διαχωρίστηκε κατά το νοηματικό του περιεχόμενο σε δύο πλημμέλειες) είναι αβάσιμος, και πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.2.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 4340/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ