Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on partnership contribution payment terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a partnership agreement. The appellant argued the lower court misinterpreted a clause requiring immediate payment of 20,000 euros, claiming he only paid 6,000 euros at the time. The court found the lower court correctly read the contract but reasonably weighed the evidence to conclude the payment terms were not met as agreed. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must correctly interpret contract terms but may reach a different factual conclusion by weighing all evidence together, provided it does not distort the meaning of the written agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1381/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκουτζιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ... ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Μηνασίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/10/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1234/2015).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων.
Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 227/2012).
Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Ειδικότερα δε, από τις διατάξεις των άρθρων 766 εδάφιο πρώτο και 767 παράγραφος 2 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί αφανούς εταιρείας, προκύπτει ότι αν ο εταίρος τέτοιας εταιρείας, που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο την καταγγείλει άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (ΑΠ 681/2010, ΑΠ 536/2002, ΑΠ 109/1997, ΑΠ 1458/1995), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766).
Σπουδαίο λόγο, εξάλλου, συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, αναγόμενο ή όχι στο πρόσωπο του καταγγέλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλοντα την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξεως της διάρκειάς της.
Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 681/2010). Περαιτέρω, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς, που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11-04-2012, της ισχύος του Ν. 4072/2012, δεν απαιτείτο να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά.
Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (ΑΠ 393/2006, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 1234/2015).
Ωστόσο, κατά το άρθρο 291 παρ.1 εδ. β', του ανωτέρω (νεώτερου) Ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η καταγγελία της αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα, στις 25-09-2012, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του, στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία διενεργεί ο εμφανής εταίρος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις προϊσχύσασες αυτής, ανωτέρω αναφερόμενες, διατάξεις, προκύπτει ότι, εφόσον σ' αυτή προβλέπεται, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, που λαμβάνει χώρα μετά την ανωτέρω ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, να ακολουθήσει, υποχρεωτικά, στάδιο εκκαθάρισης, η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (ΑΠ 1355/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 7/2006, ΑΠ 36/1988).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος, αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 851/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του, ενδιαφέροντος την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μέρους της, δέχθηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή αυτής, τα εξής: "...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α. Ρ. (για τον ενάγοντα - εφεσίβλητο) και Ι. - Δ.
Γ. (για την εναγομένη - εκκαλούσα), που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του ακροατηρίου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι στην παρούσα έκκλητη δίκη..., τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου..., είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης..., ενώ μερικά εξ αυτών παραδεκτώς προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 του ΚΠολΔ), εφόσον δεν κρίνεται ότι η μη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα δικόγραφα (αγωγή, προτάσεις κλπ.) και οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, που εκδόθηκαν σε άλλες δίκες, έστω και αν δεν αφορούν τους ίδιους διαδίκους..., τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγομένη είναι κάτοχος άδειας λειτουργίας πρακτορείου του ..., όπως τούτο συνομολογείται από αμφοτέρους τους διαδίκους, λειτουργεί δε αντίστοιχη επιχείρηση από το έτος 2003 κατά τη σαφή κατάθεση της μάρτυράς της, η δε έδρα της επιχείρησης αυτής βρίσκεται στο ... .... Προς αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών της, αποφάσισε να συστήσει με τον ενάγοντα, με τον οποίο διατηρούσαν οικογενειακές, φιλικές σχέσεις, διαπνεόμενες από εμπιστοσύνη, αφανή εταιρία.
Πλέον ειδικότερα δυνάμει του από 26-6-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταρτίσθηκε στο ... ... μεταξύ του αφενός της εναγομένης (πρώτης συμβαλλομένης) και αφετέρου του ενάγοντα (δευτέρου συμβαλλομένου), συνέστησαν αφανή εταιρία, ορισμένου χρόνου, ήτοι για πέντε έτη από την ημερομηνία κατάρτισής του δηλαδή έως 26-6-2017, με σκοπό την εκμετάλλευση πρακτορείου του ..., του οποίου την άδεια, όπως προαναφέρθηκε κατείχε η εναγομένη.
Στην εν λόγω συσταθείσα αφανή εταιρία ο ενάγων συμφωνήθηκε να υπεισέλθει κατά ποσοστό 50%, εισφέροντας προς τούτο το ποσό των 20.000 ευρώ, τα οποία κατά τη ρητή αναφορά του 2ου όρου της συμβάσεως, συμφωνήθηκε να καταβληθούν άμεσα, κατά την υπογραφή του συμφωνητικού. Επί πλέον συμφωνήθηκε ότι ο δεύτερος των συμβαλλομένων δεν βαρύνεται με χρέος της επιχείρησης πριν την 26-6-2012, ότι οι συμβαλλόμενοι δικαιούνται και υποχρεούνται σε απόληψη επί των κερδών κατά 50% έκαστος και σε ισόποση συμμετοχή σε τυχόν γεννησόμενη ζημία, ότι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται σε προσφορά εργασίας προσωπικής εκ του 50% του ωραρίου, καθώς και αν εισέλθει στο ωράριο του ενός των εταίρων συμβαλλομένων, άτομο με οποιαδήποτε σχέση ως βοηθός υπάλληλος τότε βαρύνει μόνο τον εκλέξαντα αυτόν συμβαλλόμενο και όχι τον άλλο.
Το συμφωνητικό αυτό υπογράφηκε από αμφοτέρους τους διαδίκους. Το συμφωνηθέν ποσό των 20.000 ευρώ το οποίο κατά τη ρητή συμφωνία έπρεπε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του συμφωνητικού δηλαδή την 26-6-2012, ωστόσο η εναγομένη αρνείται ότι ο ενάγων κατέβαλε το σύνολο του ποσού, αλλά έδωσε έναντι αυτού το ποσό των 6.000 ευρώ, επικαλούμενος ότι δεν κατείχε άμεσα το χρηματικό αυτό ποσό, υποσχόμενος όμως να εξοφλήσει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας εισφοράς του, ήτοι το ποσό των 14.000 ευρώ σε σύντομο χρονικό διάστημα, στο οποίο συμφώνησε η ίδια (εναγομένη) λόγω της στενής φιλικής σχέσης και της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους.
Τα ανωτέρω, αποδεικνύονται ως και ουσιαστικά βάσιμα, καθόσον η μάρτυράς της κατέθεσε κατά τρόπο σαφή και πειστικό ενώπιον του ακροατηρίου αυτού του Δικαστηρίου, τόσο για την καταβολή του ποσού των 6.000 ευρώ, όσο την υπόσχεση εκ μέρους του ενάγοντα, λόγω της δηλωθείσας αδυναμίας του περί καταβολής του υπολοίπου ποσού των 14.000 ευρώ, να προβεί σε καταβολή αυτού σε σύντομο κατ' αρχήν, χρονικό διάστημα.
Ωστόσο ενόψει του ότι παρήλθε σχεδόν μήνας χωρίς ο ενάγων να καταβάλει το υπόλοιπο της οφειλής του, τότε ο τελευταίος πρότεινε να μεταβιβάσει στην εναγομένη ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου ... έναντι του ποσού των 10.000 ευρώ, καλύπτοντας έτσι το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 4.000 ευρώ θα εξοφλούσε μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του ιδίου έτους (2012).
Προκειμένου δε η εναγομένη να εισπράξει τη συμφωνηθείσα εισφορά στο σύνολό της και ενόψει των στενών σχέσεων που συνδέονταν, δέχθηκε και συμφώνησε προς τούτο. Τα όσα περί του αντιθέτου καταθέτει η μάρτυρας του ενάγοντα και σύζυγος αυτού, ότι το συμφωνηθέν ποσό των 20.000 ευρώ καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του συμφωνητικού και μάλιστα μπροστά της, δεν κρίνονται πειστικά.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο αναλήψεως του ποσού αυτού από τραπεζικό λογαριασμό, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να δικαιολογείται η οικονομική του κατάσταση και η κατοχή στα χέρια του, του σημαντικού αυτού χρηματικού ποσού, το οποίο και κατέβαλε εφάπαξ κατά τον ισχυρισμό του.
Να σημειωθεί ότι τα όσα η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά τη δικάσιμο της 14-1-2014 κατά την οποία συζητήθηκε η υπ' αριθμ. 136/2012 προηγούμενη αγωγή που είχε ασκήσει ο ενάγων σε βάρος της εναγομένης, με το αυτό περιεχόμενο και η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη δυνάμει της 125/2014 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου και οι οποίες καταθέσεις εκτιμώνται στη δίκη αυτή ως δικαστικά τεκμήρια, αναφέροντας ότι από το ποσό των 20.000 ευρώ, τα μεν 10.000 ευρώ ήταν δικά τους και τα υπόλοιπα τα "πήρε" από τον πατέρα της, ουδέν έτερο εισφέρει καθώς όλως αορίστως αναφέρει ότι το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ το έδωσε ο πατέρας της, χωρίς όμως να αναφέρει την οικονομική κατάσταση αυτού, ώστε να μπορεί βάσιμα να δικαιολογηθεί μια τέτοια κίνηση εκ μέρους του και η δυνατότητα αυτού (πατέρα της μάρτυρας) είτε δανεισμού, είτε δωρεάς του αντίστοιχου ποσού προς τον ενάγοντα.
Η ίδια μάλιστα κατέθεσε ότι διατηρούσαν κατάστημα ανταλλακτικών στο ... ... το οποίο το έκλεισαν γιατί δεν πήγε καλά, και επομένως η όποια οικονομική κατάσταση του ενάγοντα πρόδηλο παρίσταται ότι δεν ήταν τέτοια που να μπορεί να καταβάλει με ευκολία άμεσα και σε μετρητά το ποσό των 20.000 ευρώ. Επομένως, αναπόδεικτος κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατείχε το σύνολο του ποσού στα χέρια του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εν λόγω όχημα, που προτίθετο να μεταβιβάσει ο ενάγων στην εναγομένη, ανήκε κατά κυριότητα στο αδερφό της συζύγου του και συγκεκριμένα στον Α. Ρ. του Σ., ο οποίας είναι ανάπηρος και η άδεια κυκλοφορίας, η οποία και ήταν στο όνομά του, ήταν ειδική αναπηρική. Για το λόγο δε αυτό ο ενάγων αρχικά εξέδωσε ειδική άδεια χρήσης, δυνάμει της οποίας χαρακτήρισε την εναγομένη και το σύζυγό της ως οδηγούς του αναπήρου, για να μπορούν να κυκλοφορούν το όχημα μέχρι να γίνει η μεταβίβαση που υπόσχονταν, όπως και ο ίδιος άλλωστε συνομολογεί.
Το γεγονός όμως αυτό, ήτοι ότι επρόκειτο για αναπηρικό αυτοκίνητο, το οποίο μάλιστα δεν ανήκε στον ίδιο τον ενάγοντα, η εναγομένη διαπίστωσε στη συνέχεια όταν ο τελευταίος της έδωσε τα έγγραφα με τα οποία είχε δοθεί άδεια για να κυκλοφορούν ως οδηγοί, ενόψει όμως του ότι ο ενάγων δεν είχε καταβάλει το υπόλοιπο της εισφοράς του, η εναγομένη κράτησε το αυτοκίνητο με σκοπό να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση, από τον κύριο αυτού, κατά τις υποσχέσεις του ενάγοντα, χωρίς η ίδια να γνωρίζει για τις μεταξύ αυτού και του ιδιοκτήτη περαιτέρω σχέσεις και συμφωνίες.
Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι οι μεταβιβάσεις αναπηρικών οχημάτων διέπονται από ιδιαίτερες διατάξεις, πλέον ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 10 εδ. β' του 3383/2007 Αναμόρφωση του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ορίζεται ότι "οι ανάπηροι που κατ' εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου προβαίνουν στη μεταβίβαση ή αλλαγή χρήσης του αυτοκινήτου τους, δεν μπορούν να παραλάβουν άλλο αυτοκίνητο ατελώς με τις διατάξεις ατέλειας που ισχύουν για τους αναπήρους.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή και οι ανάπηροι μπορούν να παραλάβουν άλλο αυτοκίνητο ατελώς με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για αυτούς, αν η μεταβίβαση ή αλλαγή ης χρήσης του αυτοκινήτου γίνει μετά την πάροδο επτά (7) ετών από την ημερομηνία παραλαβής του και ύστερα από την έγκριση της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής".
Έτσι μετά την επταετία το εν λόγω όχημα του οποίου η άδεια κυκλοφορίας έχει ημερομηνία 26-9-2005 θα μπορούσε να μεταβιβασθεί, δηλαδή αυτό θα ήταν δυνατό μόνο μετά την 26-9-2012 και μετά από την έγκριση της αρμόδιας αρχής κατά τα προαναφερθέντα. Όμως η εναγομένη αγνοούσε όλους τους ανωτέρω περιορισμούς και ανέμενε να προβεί στη μεταβίβαση ο ενάγων, παράλληλα δε να της καταβάλει και το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας εισφοράς του ποσού 4.000 ευρώ μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του 2012 κατά τη συμφωνία τους.
Στο μεταξύ καθ' όλο αυτό το διάστημα η αφανής εταιρία λειτούργησε και οι εταίροι προσέφεραν την προσωπική τους εργασία κατά τα συμφωνηθέντα. Μάλιστα η μάρτυρας του ενάγοντα κατέθεσε ότι ο ενάγων - σύζυγός της έλαβε από τη λειτουργία της εταιρίας για το διάστημα του καλοκαιριού περί τις 7.000 ευρώ από τα κέρδη, ενώ ουδόλως ανέφερε αν ο ίδιος συμμετείχε στα έξοδα της εν λόγω επιχείρησης, όπως αντιτείνει η εναγομένη.
Για το τελευταίο αυτό κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης ότι ο ενάγων δεν συνέβαλε στα έξοδα παρά μόνο εισέπραξε έσοδα..... Περαιτέρω με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ενόψει της δημιουργηθείσας αυτής κατάστασης, δηλαδή της μη καταβολής στο σύνολό της, εκ μέρους του ενάγοντα της εισφοράς του και ενώ ανέμεινε η εναγομένη για αρκετό χρονικό διάστημα να υλοποιήσει τα όσα ο αντισυμβαλλόμενός της υποσχέθηκε, ήτοι αφενός τη μεταβίβαση σε αυτήν του προαναφερθέντος οχήματος και αφετέρου την καταβολή του υπολοίπου της εισφοράς ποσού 4.000 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί στο σύνολό της η συμφωνηθείσα εισφορά του ποσού 20.000 ευρώ, καθώς και του γεγονότος ότι παρ' όλα αυτά ο ίδιος μέχρι τότε συμμετείχε στα κέρδη από τη λειτουργία της επιχείρησης, προέβη την 25-9-2012 με προφορική γνωστοποίηση προς τον ίδιο (ενάγοντα), σε καταγγελία της συσταθείσας μεταξύ τους αφανούς εταιρίας, για σπουδαίο λόγο, κατά το βάσιμο ισχυρισμό της, επερχομένης έτσι της λύσεως αυτής.
Παράλληλα δε την ίδια ημέρα επέστρεψε η εναγομένη, στον ενάγοντα το παραχωρηθέν κατά χρήση στην ίδια ΙΧΕ αυτοκίνητο, δηλώνοντας σε αυτόν ότι προτίθεται να του επιστρέψει και το καταβληθέν ποσό των 6.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος της εισφοράς του. Τα ανωτέρω περιστατικά, ιδίως η μη καταβολή εκ μέρους του ενάγοντα - αφανούς εταίρου του συνόλου της συμφωνηθείσας εισφοράς του, ήτοι του υπολοίπου ποσού των 14.000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψιν του χρόνου που έδωσε σε αυτόν η εναγομένη προκειμένου να εισφέρει αυτήν, αλλά και του τρόπου που επεδίωξε ο ενάγων να καλύψει το ποσό των 10.000 ευρώ με την υπόσχεση της μεταβίβασης του αναπηρικού οχήματος, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον αδερφό της συζύγου του και το οποίο εν τέλει μέχρι το χρόνο της καταγγελίας δεν μεταβίβασε στην εναγομένη παρά τις υποσχέσεις του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατά το διάστημα της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας (26-6-2012 έως 25-9-2012) πορίστηκε έσοδα ύψους 7.000 ευρώ όπως αυτός άλλωστε συνομολογεί, χωρίς ν' αρνείται αυτό η εναγομένη, συνιστούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού...
σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Ειδικότερα, κατά το βάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης και υπό το πρίσμα ότι ο ενάγων μόνο σε απόληψη εσόδων προσδοκούσε, χωρίς να εισφέρει το σύνολο της συμφωνηθείσας εισφοράς του, αλλά και με τον τρόπο που επεχείρησε να καλύψει μέρος αυτής, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήτοι της αντισυμβατικής, αλλά και παράνομης ως προς τη μεταβίβαση του αναπηρικού οχήματος κατά το χρόνο που το υποσχέθηκε, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είχε καταστεί για την καταγγέλλουσα επαχθής η εξακολούθηση της εταιρίας έως το χρόνο λήξης της διάρκειάς της, συντρέχοντος σπουδαίου λόγου για την καταγγελία αυτής.
Το γεγονός ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε αποστέλλοντας προς την εναγομένη δύο φορές εξώδικες δηλώσεις ήτοι την από 25-9-2012 που επιδόθηκε την 27-9-2012 εξώδικο και την από 4-10-2012 που επιδόθηκε την 4-10-2012 εξώδικο (βλ. προσκομιζόμενες) καλώντας αυτήν σε συνέχιση της αφανούς εταιρίας που συνέστησαν δεν αναιρεί τα αποτελέσματά της καταγγελίας.
Εξάλλου με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα... η καταγγελία ούτε άκαιρη μπορεί να χαρακτηρισθεί, αφού η εναγομένη δεν επέλεξε χρονικό σημείο το οποίο θα είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα και τη λειτουργία της επιχείρησής τους, δεδομένου ότι το εν λόγω κατάστημα λειτουργούσε από το έτος 2003, ενώ η παρουσία του ενάγοντα σε αυτήν ήταν μόλις τρεις μήνες, σε κάθε δε περίπτωση δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή εν προκειμένω το άκαιρο ή μη της καταγγελίας, ενόψει του ότι αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος αυτής.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατά τους χειμερινούς μήνες συρρέουν περισσότεροι πελάτες στην επιχείρηση αυτή, δεν είναι ικανός να στηρίξει τις ιδιαίτερες περιστάσεις που απαιτεί ο νόμος, καθώς ο ισχυρισμός αυτός κι ακόμη κι υποτεθεί αληθής, αποτελεί μία μονίμως επαναλαμβανόμενη, σε κάθε σεζόν κατάσταση στην οποία άλλωστε στήριξαν τη σύσταση της αφανούς εταιρίας και όχι τα κέρδη που προσδοκούσαν να αποκομίσουν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κάποιο εξαιρετικό γεγονός.
Παρέπεται δε ότι συντρέχοντος του σπουδαίου λόγου της καταγγελίας, δε γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης συνεπεία αυτής (καταγγελίας) και ως εκ τούτου απορριπτέο παρίσταται το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντα. Αντίστοιχα ούτε καταχρηστική μπορεί να χαρακτηρισθεί η εν λόγω καταγγελία, αφού η εναγομένη σύννομα ενήργησε προβαίνοντας σε αυτήν για σπουδαίο λόγο και όχι δόλια και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της, με πρόθεση πρόκλησης ζημίας στον ενάγονται και κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και τα όσα περί αντιθέτου ισχυρίζεται ο ενάγων είναι απορριπτέα στο σύνολο τους.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, δηλαδή ότι η καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, ούτε δόλια ήταν, αλλά ούτε και αντίθετη στα χρηστά ήθη, δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής και η περαιτέρω συνεπεία αυτής επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα και επομένως απορριπτέο τυγχάνει ως ουσιαστικά αβάσιμο και το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω ο ενάγων με την αγωγή του επικαλείται ότι μετά τη λύση της η εταιρία τέθηκε σε εκκαθάριση και εκκαθαρίστηκε από τη μοναδική εμφανή εταίρο, δηλαδή την εναγομένη και ότι κατόπιν συντάχθηκε από την ίδια ο από 12-9-2014 ισολογισμός, χωρίς όμως η τελευταία να του αποδώσει το προϊόν της εκκαθάρισης, αιτούμενος με την αγωγή του, αφενός την εισφορά του, που κατά τον ισχυρισμό του ανέρχονταν στο ποσό των 20.000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ από τα κέρδη της λειτουργίας της εταιρίας, για διάστημα από 21-9-2012 έως 24-9-2012, δηλαδή για τέσσερις ημέρες.
Ωστόσο ο ίδιος, ως έχων το βάρος απόδειξης... δεν απέδειξε ότι έχει προηγηθεί εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας και ιδίως το προϊόν αυτής, αφού το προς διανομή κέρδος είναι αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων (ούτε βέβαια ισχυρίζεται ότι έχει συμφωνηθεί να παραληφθεί το στάδιο της εκκαθάρισης) ώστε παραδεκτά, να αιτείται το μέρος της καταβληθείσας εισφοράς του, πάντα με βάση τη σύμβαση, ποσού 6.000 ευρώ, όπως τούτο αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε, καθώς και τα επικαλούμενα κέρδη για το διάστημα των τεσσάρων ημερών από 21 έως 24/9/2012 ποσού 1.000 ευρώ.
Να σημειωθεί ότι δυνάμει της από 22-8-2014 εξωδίκου διαμαρτυρίας - δήλωσης- πρόσκλησης της εναγομένης, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα την 28-4-2014..., καλούσε τον τελευταίο, προτιθέμενη να καταβάλει σε αυτόν το ποσό της εισφοράς του ποσού 6.000 ευρώ, καθώς και το αναλογούν στη μερίδα κέρδος για το διάστημα 21-24/9/2012 από τη λειτουργία της επιχείρησης, ταυτόχρονα με την εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας αναφέροντας χαρακτηριστικά "...
που θα λάβει χώρα την Παρασκευή 12-9-2014 και ώρα 8.30 μ.μ. στο κατάστημά μου", καλούσε δε αυτόν εντός προθεσμίας 10 ημερών από την κοινοποίηση της εξωδίκου να της γνωστοποιήσει εάν αποδέχεται. Στη συνέχεια όμως δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα, ο αναφερόμενος ως συνταχθείς, στην αγωγή του ισολογισμός από 12-9-2014 στον οποίο και θα αναφέρεται το προϊόν της εκκαθάρισης.
Επομένως μη αποδεικνυομένης της εκκαθάρισης της αφανούς εταιρίας και του προϊόντος αυτής πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτούμενα κονδύλια των 6.000 ευρώ που αφορά μέρος της καταβληθείσας εισφοράς του ενάγοντα, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ που αφορά κέρδη της εταιρίας για το διάστημα από 21 έως 24/9/2012...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας αυτής και, αφού την κράτησε και τη δίκασε, απέρριψε αυτή, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι: α) Η μη καταβολή, εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα - αφανούς εταίρου της ένδικης εταιρείας, του συνόλου της συμφωνηθείσας εισφοράς του, πλην του από 6.000 ευρώ μέρους της, λαμβανομένου υπόψιν του χρόνου, που του έδωσε η εναγομένη, προκειμένου να καλύψει, με την καταβολή του, το μη καταβληθέν, κατά τη σύναψη του αναφερομένου στην αναιρεσιβαλλομένη ιδιωτικού συμφωνητικού, συστάσεώς της, από 14.000 ευρώ υπολοίπου της, αλλά και του τρόπου, με τον οποίον αυτός (ενάγων) επεδίωξε να καλύψει το από 10.000 ευρώ μέρος της ανωτέρω εισφοράς του, ήτοι με την υπόσχεση της μεταβίβασης του αναφερομένου στην αναιρεσιβαλλομένη αναπηρικού οχήματος, το οποίο, εντούτοις, μέχρι το χρόνο της ένδικης καταγγελίας δεν μεταβίβασε στην εναγομένη, παρά τις σχετικές υποσχέσεις του και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατά το διάστημα της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας (26-6-2012 έως 25-9-2012) πορίστηκε έσοδα ύψους 7.000 ευρώ, συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ένδικης εταιρείας, αφού, ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων μόνο σε απόληψη εσόδων προσδοκούσε, χωρίς να εισφέρει το σύνολο της συμφωνηθείσας εισφοράς του και, έτσι, είχε καταστεί για την καταγγέλλουσα επαχθής η εξακολούθηση της εταιρίας έως το χρόνο λήξης της διάρκειάς της, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Και, β) δεν αποδείχθηκε η εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας και του προϊόντος αυτής. Ώστε, συνακόλουθα, να απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια των 6.000 και 1.000 ευρώ, για καταβληθείσα εισφορά και αναλογία κερδών, αντίστοιχα, του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι, στην προκειμένη περίπτωση και ορθά εξειδικεύοντας την αόριστη νομική έννοια του "σπουδαίου λόγου" υπήγαγε, σ' αυτούς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, ώστε να δεχθεί την κατάφαση της συνδρομής του (σπουδαίου λόγου) για την, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, καταγγελία της ένδικης αφανούς εταιρείας, ενώ διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και άλματα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καταφάσκουν την ορθή εφαρμογή των υπόψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου και οι παραδοχές του αυτές αρκούσαν για τη στήριξη του ανωτέρω πορίσματός της, χωρίς να απαιτείται, προς τούτο, η παράθεση στην ελάσσονα πρότασή της και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Επομένως: 1) ο δεύτερος λόγος: α) κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εκ πλαγίου, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 766 και 767 ΑΚ, που συντελέσθηκε με το να μη διαλάβει αυτό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της προκειμένης δίκης ζήτημα της συνδρομής σπουδαίου λόγου για καταγγελία, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, της ένδικης αφανούς εταιρείας, κρίνεται αβάσιμος.
Και, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 767 παρ. 2 ΑΚ, συντελεσθείσα με το να την εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, γιατί υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογείται το "άκαιρο" της ένδικης καταγγελίας, (ο λόγος) είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.
Καθόσον, η παραδοχή του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, περί συνδρομής σπουδαίου λόγου, για την ένδικη καταγγελία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, καθιστά, περαιτέρω, αδιάφορη, από νομική άποψη, τη διερεύνηση του γεγονότος περί του "ακαίρου" ή μη αυτής, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η αφανής εταιρεία, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, καταγγέλλεται οποτεδήποτε, χωρίς ο καταγγέλλων να ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων. 2) Ο τέταρτος λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 47-50, 291 Ν. 4072/2012, 779 έως 782, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 719 ΑΚ, που συντελέσθηκε με το να απορρίψει την αγωγική του αξίωση να του αποδοθεί το από 6.000 ευρώ μέρος της εταιρικής εισφοράς του, την οποία, ως ανωτέρω, αυτός κατέβαλε με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της ένδικης αφανούς εταιρείας, με την αιτιολογία ότι προϋπόθεση για την άσκησή της, είναι να έχει προηγηθεί και ολοκληρωθεί το στάδιο της εκκαθάρισης της αφανούς εταιρείας, είναι αβάσιμος.
Και τούτο καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η επιδίωξη της επίμαχης αξίωσης προϋποθέτει τη διενέργεια εκκαθάρισης της αφανούς εταιρείας, καθώς και την ολοκλήρωση του σταδίου της, πράγμα, που, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε.
Τέλος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι, καθόσον με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012). Ενώ δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια, όπως και τα "πραγματικά επιχειρήματα", που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν, απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενα στο οντολογικό μέρος του (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176, 2166/2009, 1299/2009, 701/2008, 2031/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενος ότι προκειμένου να δεχθεί τη βασιμότητα της ένστασης της αντιδίκου του, περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία, εκ μέρους της, της ένδικης αφανούς εταιρείας:
α) Δεν έλαβε υπόψη του τον ακόλουθο ισχυρισμό του: "...το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν έχει ουδεμία σχέση με την καταβολή τον ποσού των 20.000 ευρώ που αφορούσε την εταιρική μου εισφορά. Πιο συγκεκριμένα...."Η πώληση αυτή δεν έχει καμία σχέση με την καταβολή των 20.000 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν μετρητά με την υπογραφή του συμφωνητικού σύστασης αφανούς εταιρίας.
Η συμφωνία για την πώληση τον αυτοκινήτου έγινε για λογαριασμό του Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ... κουνιάδου μου", τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) προέβαλε νόμιμα, αποκρούοντας την ανωτέρω ένσταση. Και, β) προκειμένου, το Εφετείο, να οδηγηθεί σε καταφατική κρίση περί της συνδρομής σπουδαίου λόγου για καταγγελία της ένδικης αφανούς εταιρείας, συνισταμένου (του σπουδαίου λόγου) στη μη εκπλήρωση της υποχρέωσής του να καταβάλει τη συμφωνηθείσα εταιρική εισφορά του, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ένσταση της αντιδίκου του, ότι η δήλωσή της στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό ότι έλαβε το ποσό των 20.000 ευρώ, με την υπογραφή του, ήταν εικονική.
Ο λόγος αυτός: 1) Κατά την υπό στοιχείο (α) αιτίασή του, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι τα ανωτέρω περιστατικά, που επικαλείται ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή της, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την αναφερόμενη στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης έννοια, αλλά (αποτελούν) "πραγματικά επιχειρήματα", που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε απόκρουση της απόδειξης της ανωτέρω ένστασης της αντιδίκου του.
Και, κατά την υπό στοιχείο (β) αιτίασή του είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ένσταση περί εικονικότητας του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ τούτο ουδόλως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε, ως ορθό, ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το δεύτερο όρο του από 26-06-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της επίμαχης αφανούς εταιρείας, το οποίο νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει τόσο σ' αυτό, όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γιατί τον ανέγνωσε εσφαλμένα και ειδικότερα, ενώ αναγράφεται, σ' αυτόν, ότι: "Το ποσό που εισφέρει ο έτερος συμβαλλόμενος (δηλ.
Ο αναιρεσείων) για την εισδοχή στην επιχείρηση είναι 20.000 - είκοσι χιλιάδες - ευρώ τα οποία και καταβάλλονται αυθωρεί με την υπογραφή της παρούσας", δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατά την υπογραφή του στις 26-6-2012, αυτός (ήδη αναιρεσείων, ενάγων) δεν κατέβαλε το ανωτέρω συνολικό ποσό της συμφωνηθείσας εταιρικής εισφοράς του, αλλά μόνο το, από 6.000 ευρώ, μέρος του, επικαλούμενος αδυναμία άμεσης καταβολής αυτού και υποσχόμενος να εξοφλήσει το υπόλοιπο, από 14.000 ευρώ, σε σύντομο χρονικό διάστημα, με συμφωνία της αντιδίκου του, λόγω της στενής φιλικής σχέσης και της εμπιστοσύνης που τους συνέδεαν.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τον επίμαχο όρο, καθόσον δεχθεί ότι "...Στην εν λόγω συσταθείσα αφανή εταιρία ο ενάγων συμφωνήθηκε να υπεισέλθει κατά ποσοστό 50%, εισφέροντας προς τούτο το ποσό των 20.000 ευρώ, τα οποία κατά τη ρητή αναφορά του 2ου όρου της συμβάσεως, συμφωνήθηκε να καταβληθούν άμεσα, κατά την υπογραφή του συμφωνητικού....", πλην, όμως, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του αυτό, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε το ανωτέρω πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, που είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό.
IV. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί o αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις της, σχετικού, αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2018 αίτηση για αναίρεση της 14/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ