Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, remanding specific property valuations for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the State against the First Instance Court's expropriation compensation decision. The State argued that certain property valuations were legally flawed, while the First Instance Court had set specific final prices for properties 82, 83, 84, and 85. The Court agreed to annul the decision regarding these specific valuation issues and remanded the case for retrial by a different panel of judges to re-examine the compensation amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3 and 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a lower court decision and remand the case for retrial when specific legal errors regarding compensation valuations are identified, while dismissing other procedural objections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1381/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. α) Ε. συζ. Ν. Δ., το γένος Π. και Τ. (ΑΚΠ 16), κατοίκου ..., β) Φ. συζ. Β. Μ., το γένος Ν. Δ., γ) Κ. Μ. του Β., δ) Ε. Μ. του Β., ε) Α. Μ. του Δ., ε) Α. Μ. του Δ., στ) Γ. Μ. του Χ., ζ) Χ. (Χ.) χήρας Χ. Μ., το γένος Γ. Χ., η) Α. Μ. του Χ., θ) Ι. Ν. του Γ., ι) Μ. Τ. του Δ., ια) Α. Τ. του Κ., ιβ) Π. Τ. του Δ., ιγ) Α. χας Ν. Μ., ιδ) Α. Μ. του Ν. (ΑΚΠ 16), κατοίκων ..., 2.
Θ. Π. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 22), 3. Α. Π. του Λ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 24), 4. α) Π. συζ. Φ. Δ., το γένος Α. Κ., β) Φ. Δ. του Χ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 27), 5. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 36), 6. Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 39), 7. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 53), 8. α) Τ. Γ. του Χ., β) Τ. Ι. Χ., κατοίκων ..., γ) Χ. Τ. του Ι., δ) Ε. Τ. του Ι., ε) Σ. Τ. του Ι., στ) Α.
Τ. του Ι., ζ) Ε. χήρας Ι. Τ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 60), 9. Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 61), 10. α) Μ. Γ. του Δ., β) Μ. Θ. του Δ., γ) Μ. Τ. του Δ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 67), 11. Π. Χ. του Β., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 80), 12. α) Ζ. Σ. του Δ., β) Π. Σ. του Θ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 82), 13. Β. Γ. χας Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 83), 14. α) Φ. Θ. του Α., β) Φ. Κ. του Α., κατοίκων ... (αρ.
ιδ. 84), 15. Π. Β. συζ. Β., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 85), 16. ... (αρ. ιδ. 88), 17. Ν. Π. συζ. Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 96), 18. α) Π. Β. του Γ., β) Γ. Π. του Β., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 97), 19. Τ. Β. συζ. Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 98), 20. α) Α. Β. του Δ., β) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 104), 21. α) Κ. Σ., κατοίκου ..., β) Γ. Κ. του Π., κατοίκου Λαμίας, γ) Φ. Ν. του Θ., κατοίκου ... (αρ.
ιδ. 117), 22. α) Φ. Θ. του Α., β) Φ. Κ. του Α., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 119), 23. Τ. Χ. του Μ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 126), 24. Κ. Α. του Π., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 134), 25. Μ. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 141), 26. Κ. Β. συζ. Ε., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 158), 27. Ρ. Ε. συζ. Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 161), 28. α) Κ. Κ. του Η., β) Ε. Σ., το γένος Σ. Τ., γ) Α. Μ., το γένος Σ. Τ., κατοίκων ... (αρ.
ιδ. 162), 29. α) Α. Α. του Α., β) Π. Α. του Α., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 166), 30. Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 168), 31. Κοινότητας ... ... (αρ. ιδ. 169), 32. α) Κ. Κ. του Φ., β) Α. Κ. του Φ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 178), 33. α) Κ. Γ. του Φ., β) Α. Κ. του Φ., γ) Κ. Κ. του Φ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 179), 34. α) Π. Γ. του Α., β) Δ. Χ. του Σ., γ) Ε. συζ. Δ. Χ., το γένος Χ. Α., κατοίκων ... ... (αρ.
ιδ. 181), 35. Κοινότητας … ... (αρ. ιδ. 207), 36. α) Π. Φ. χας Β., β) Θ. Π. του Β., γ) Ε. Π. του Β., δ) Κ. Π. του Β., ε) Δ. Π. του Β., κατοίκων … ... (αρ. ιδ. 222), 37. Λ. Ε. συζ. Θ., κατοίκου .. ... (αρ. ιδ. 227), 38. Ζ. Χ. του Α., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 230), 39. Ν. Θ. του Α., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 235), 40. α) Ν. Θ. του Α., β) Π. Ι., γ) Σ. Κ. του Α., δ) Α. Σ. του Κ., κατοίκων ... ... (αρ.
ιδ. 236), 41. Ν. Ι. του Α., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 246), 42. α) Κ. Φ. του Θ., β) Κ. Χ. του Θ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 248), 43. α) Τ. Β. του Δ., β) Τ. Γ. του Δ., γ) Β. συζ. Γ. Τ., δ) Α. Τ. του Γ., ε) Ι. Τ. του Γ., στ) Γ. Τ. του Δ., ζ) Τ. Ι., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 258), 44. α) Γ. Ξ., β) Κ. Μ. του Π., συζ. Α. Μ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 289), 45. α) Π. Ε., β) Γ. Π. του Ε., γ) Κ. Π. του Ε., κατοίκων ... ... (αρ.
ιδ. 294), 46. α) Θ. Χ. Ε. του Δ., β) Θ. Π. του Γ., χας Π. Χ. - Θ., γ) Χ. - Θ. Γ. του Π., δ) Χ. - Θ. Μ. του Π., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 296), 47. α) Γ. Χ. του Κ., β) Ε. Γ. του Χ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 302), 48. α) Ζ. Θ. του Ν., β) Ζ. Ζ. του Θ., γ) Β. Ζ. του Μ., συζ. Κ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 322), 49. Σ. Β. του Κ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 329), 50. α) Α. Α. Β. του Α., β) Α. Α. Κ. του Α., κατοίκων ... ... (αρ.
ιδ. 330), 51. Θ. Μ. συζ. Φ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 334), 52. Θ. Μ. συζ. Φ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 335), 53. α) Γ. Α. του Κ., β) Σ. Γ. του Α., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 336), 54. Μ. Α. του Α., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 341), 55. α) Π. Θ. του Χ., β) Ν. συζ. Α. Π., θυγ. Ι. Κ., γ) Ι. Π. του Α., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 347), 56. α) Π. Α. του Χ., β) Ν. συζ. Α. Π., θυγ. Ι. Κ., κατοίκων ... ... (αρ.
ιδ. 348), 57. Κ. Μ. συζ. Χ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 353), 58. Π. Ν. του Γ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 357), 59. Κ. Α. του Δ., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 365), 60. α) Μ. Κ. του Δ., β) Γ. Μ. του Κ., συζ. Β. Γ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 382), 61. Ν. Α. Ε. συζ. Ε., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 388), 62. Α. Κ. του Μ. (αρ. ιδ. 396), 63. α) Κ. Α. του Θ., β) Κ. Β. του Θ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 397), 64. Κ. Σ.
συζ. Α., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 398), 65. Μ. Ε. συζ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 423), 66. Μ. Ε. συζ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 424), 67. Β. Α. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 425), 68. α) Α. Κ. του Μ., β) Μ. Α. του Κ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 426), 69. Χ. Α. συζ. Σ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 427), 70. Ν. Β. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 428), 71. Τ. Π. συζ. Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 429), 72. α) Π. Β.
του Σ., β) Π. Κ. του Β., γ) Π. Α. του Κ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 430), 73. Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 431), 74. α) Κ. Α., β) Κ. Σ., γ) Β. συζ. Χ. Κ., δ) Κ. Χ. του Α., ε) Κ. Β. του Α., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 445), 75. α) Κ. Ε. συζ. Χ., β) Η. Κ. του Χ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 446), 76. Τ. Α. θυγ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 447), 77. Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 448), 78. Π. Μ. συζ. Κ., κατοίκου ... (αρ.
ιδ. 449), 79. α) Κ. Κ. του Θ., β) Θ. Κ. του Κ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 450), 80. Σ. Α. συζ. Λ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 451), 81. Ζ. Α. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 452), 82. α) Δ. Ε. συζ. Β., β) Γ. Σ. του Φ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 453), 83. Κοινότητας ... Δήμου … (αρ. ιδ. 454), 84. α) Ζ. Ρ. συζ. Β., κατοίκου ..., β) Δήμου … (αρ. ιδ. 4), 85. α) Α. Β. του Β., β) Μ. Κ. του Β., γ) Π. χήρας Β. Μ., το γένος Κ.
Σ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 5), 86. α) Ν. Γ. του Δ., β) Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 25), 87. α) Ν. Γ. του Δ., β) Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 26), 88. Ζ. Κ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 40), 89. Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 42), 90. α) Ζ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., β) Ζ. Χ. του Κ., γ) Ζ. Κ. του Χ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 45), 91. Α. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 52), 92.
α) Κ. Θ. του Π., β) Κ. Ν. του Π., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 107), 93. Κ. Α. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 118), 94. α) Τ. Τ. του Φ., β) Τ. Β. συζ. Φ., γ) Φ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., δ) Κ. Α. του Π. (αρ. ιδ. 135), 95. Ν. Ν. Ε. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 139), 96. Ν. Θ. του Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 140), 97. α) Ν. Α. του Π., β) Π. Ν. το γένος Θ. Μ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 159), 98. α) Ν. Α. του Π., β) Ν.
Π. το γένος Θ. Μ., κατοίκων ... (αρ. ιδ. 160), 99. α) Κ. Α. του Φ., β) Γ. Κ. του Φ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 180), 100. α) Κ. Ι. του Κ., β) Π. συζ. Θ. Κ., το γένος Δ. Φ., γ) Γ. Α. του Α., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 186), 101. α) Τ. Π. του Γ., β) Μ. Ρ. του Κ., γ) Α. Τ. του Π., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 268), 102. Α. Θ. του Ε., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 307), 103. α) Α. Θ. του Α., β) Φ. Μ. συζ. Θ.
Α., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 316), 104. α) Γ. Κ. του Δ., β) Γ. Ν. του Α., γ) Τ. Χ. του Α., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 340), 105. α) Π. Α., β) Ε. Π. του Γ., γ) Έ. Π. του Γ., δ) Κ. Π. του Γ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 346), 106. α) Π. Π. του Γ., κατοίκου ... ..., β) Μ. Μ. του Λ. (αρ. ιδ. 352), 107. α) Ν. Θ., β) Π. Ν. του Θ. χήρας Χ. Κ., γ) Γ. Μ. του Κ., συζ. Β. Γ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 381), 108.
α) Α. Θ. του Π., β) Ι. Γ. του Χ., γ) Ε. χήρας Χ. Γ. και δ) Ε. - Α. Γ. του Σ., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. 385), 109. α) Π. Ε. του Θ., β) Π. Θ. του Ε., κατοίκων ... ... (αρ. ιδ. (408), 110. Κ. Ε. του Π., κατοίκου ... ... (αρ. ιδ. 410), 111. Π. Β. του Π., κατοίκου ... (αρ. ιδ. 87) και 112. α) Γ. Β. του Α., κατοίκου ... ..., β. Π. Π. συζ. Δ., το γένος Γ. Γ. (αρ. ιδ. 305).
Οι με στοιχ. 1ιγ, 2ος, 3η, 4α, 5η, 7ος, 8α, 8γ, 8δ, 8ε, 8στ, 8ζ, 9η, 10α, 10β, 10γ, 11ος, 17η, 18β, 19η, 20α, 20β, 22α, 22β, 24η, 25ος, 29β, 30ος, 32α-33γ, 32β-33β-99α, 33α-99β, 34β, 34γ, 37η, 38ος, 39ος-40α, 40δ, 41ος, 42α, 42β, 43α, 43δ, 43ζ, 45β, 45γ, 46β, 46γ, 46δ, 47β, 48β, 48γ, 49ος, 50α, 50β, 51η-52η, 54η, 55β-56β, 55γ, 57η, 59η, 60β-107γ, 70ος, 71η, 74β, 81ος, 84α, 92α, 92β, 93η, 95ος, 96ος, 97β-98β, 100β, 101α, 101β, 101γ, 103α, 103β, 104α, 104β, 104γ, 105α, 105β, 105γ, 105δ, 106α, 106β, 108δ και 112β των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λαδόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Κ. Α. του Μ. (62ος των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 21-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος Β. χα Κ. Α., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο, β) διορθώνει το επώνυμο της υπό στοιχ. 1ιγ των αναιρεσιβλήτων στο ορθό "Μ.", που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα στο αναιρετήριο "Μ.", γ) διορθώνει το επώνυμο του υπό στοιχ. 40δ των αναιρεσιβλήτων στο ορθό "Σ.", που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα στο αναιρετήριο "Σ." και δ) διορθώνει το επώνυμο της υπό στοιχ. 84α των αναιρεσιβλήτων στο ορθό "Ζ.", που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα στο αναιρετήριο "Ζ.".
Οι 26η και 91ος των αναιρεσιβλήτων, Κ. Β. συζ. Ε. και Α. Χ. του Α., αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Γ. Ν. του Δ. (υπό στοιχ. ..6α-…7α των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 26-12-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος του Ε. Ν. του Γ. (υπό στοιχ. …6β-…7β των αναιρεσιβλήτων), που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Ε. Ψ., το γένος Χ. Δ., κατοίκου ... ... (ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 18), 2) Γ. Ν. του Δ., που δεν παραστάθηκε (ως συνιδιοκτήτη των ΚΠ 25 και 26), 3) Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ... ... (ως συνιδιοκτήτη των ΚΠ 25 και 26), 4) Χ. Α. του Α., κατοίκου ... ... (ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 52), 5) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ... ... (ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 138), 6) Μ. χας Ι. Σ., το γένος Κ. Χ. (ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 138) και 7) Β. συζ. Ε. Κ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ... ... (ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 158), εκ των οποίων οι 1η, 3ος, 4ος, 5ος, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Γ. Ν. του Δ. (2ος των αναιρεσειόντων) απεβίωσε στις 26-12-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος του Ε. Ν. του Γ. (3ος των αναιρεσειόντων), που εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 374/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 548/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 9-12-2015 αίτησή του και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 7-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε τις από 11-5-2017 εκθέσεις της, με την οποία εισηγήθηκε α) την παραδοχή των πρώτου (κατά το μέρος που αφορά στα ΑΚΠ 82, 83, 84 ΚΑΙ 85 ακίνητα), δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου λόγων της από 9-12-2015 αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής και β) την παραδοχή του πρώτου λόγου, που αφορά στην ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 7-12-2015 αιτήσεως, για αναίρεση της 548/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχ. Α παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων την παραδοχή της αιτήσεώς του, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις: α) η από 9-12-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 88/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δικ., διορθώθηκε, ως προς: α) το επώνυμο της υπό στοιχ. 1ιγ των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Μ.", στο ορθό "Μ.", β) το επώνυμο του υπό στοιχ. 40δ των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Σ.", στο ορθό "Σ." και το επώνυμο της υπό στοιχ. 84α των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Ζ." στο ορθό "Ζ.", εφόσον ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ως προς την ταυτότητα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και β) η από 7-12-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 85/2015 αίτηση των Ε.
συζ. Ε. Ψ. κ.λπ., με της οποίες διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 548/2014 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20) η κλήτευσή τους στην δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, ήτοι η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξεως, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά την μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 παρ. 1 εδ.
α'). Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3994/2011). Για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας...... (104). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει την συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Στην συνέχεια, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση για την συζήτηση της αναιρέσεως δεν επιδόθηκε καθόλου σε αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, διαφορετικά αυτή προχωρεί παρά την απουσία του (Α.Π. 212/2017, Α.Π. 1921/2014, Α.Π. 1472/2009, πρβλ.
Α.Π. Ολομ. 8/2009, Α.Π. Ολομ. 9/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 9-12-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται, όπως προαναφέρθηκε, η αναίρεση της 548/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, της οποίας, με πράξη του Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 19.5.2017, από την οποία ανεβλήθη εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16.2.2018).
Την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διαδικασία των άρθρων 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 αφού, οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 20. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ήτοι: α) την από 15.12.2016 έκθεση τοιχοκολλήσεως, στην οποία βεβαιώνεται ότι τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων, περί αναιρέσεως της 548/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και του συνημμένου σ' αυτήν φύλλου με τις πράξεις ορισμού τμήματος για την εκδίκασή της, ορισμού δικασίμου (19.5.2017), ορισμού εισηγητή και εγγραφής αυτής στο πινάκιο και β) τα αποδεικτικά τοιχοκολλήσεως: 1) του δημοτικού καταστήματος της Τ.Κ. ..
της Δ.Ε. ... του Δήμου … (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), 2) του δημοτικού καταστήματος της Τ.Κ. ... της Δ.Ε. ... του Δήμου … (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), 3) του δημοτικού καταστήματος της Τ.Κ. ... της Δ.Ε. ... του Δήμου Καρδίτσας (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), 4) του δημοτικού καταστήματος της Δ.Κ. ... του Δήμου … (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), 5) του δημοτικού καταστήματος … του Δήμου … (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 25.1.2017), 6) του δημοτικού καταστήματος της Τ.Κ.
Σταυρού της Δ.Ε. ... του Δήμου Καρδίτσας (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), 7) του δημοτικού καταστήματος της Τ.Κ. ... της Δ.Ε. ... του Δήμου ... (ημερομηνία τοιχοκολλήσεως: 26.1.2017), όπου βεβαιώνεται ότι αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως τοιχοκολλήθηκε και στους πίνακες ανακοινώσεων των δήμων, δημοτικών ενοτήτων κ.λπ., στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, καθώς επίσης και από τα φύλλα των ημερησίων εφημερίδων, που εκδίδονται στην Αθήνα, ήτοι "...", "..." και "..." της 8.2.2017, αλλά και της εφημερίδας "..." της 11.2.2017, που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του Νομού …, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, στις οποίες (εφημερίδες) δημοσιεύεται η αίτηση αναιρέσεως και ειδοποίηση - κλήση του Ελληνικού Δημοσίου προς τους αναιρεσιβλήτους να παραστούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19.5.2017 για την συζήτηση της αιτήσεως αυτής, προκύπτει ότι άπαντες οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν νομίμως και εμπροθέσμως γνώση του περιεχομένου και της ημερομηνίας συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για την δικάσιμο της 19.5.2017, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, ανεβλήθη εκ του πινακίου η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υποθέσεως εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους, θα πρέπει εκείνοι που δεν εμφανίστηκαν ή δεν παρέστησαν προσηκόντως να δικαστούν ερήμην, ερευνηθεί όμως η υπόθεση ως εάν είναι παρόντες. Κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εκ των αναιρεσιβλήτων με αύξοντες αριθμούς αναιρετηρίου: 1) α) Ε.
συζ. Ν. Δ., το γένος Π. και Τ., β) Φ. συζ. Β. Μ., το γένος Ν. Δ., γ) Κ. Μ. του Β., δ) Ε. Μ. του Β., ε) Α. Μ. του Δ., ε) Α. Μ. του Δ., στ) Γ. Μ. του Χ., ζ) Χ. (Χ.) χήρα Χ. Μ., το γένος Γ. και Π. Χ., η) Μ. Α. του Χ., θ) Ν. Ι. του Γ., ι) Τ. Μ. του Δ., ια) Τ. Α. του Κ., ιβ) Τ. Π. του Δ., ιδ) Μ. Α. του Ν., 4β) Δ. Φ. του Χ., 6. Τ. Ε. του Κ., 8. β) Τ. Ι. του Χ., 12 ) Ζ. Σ. του Δ., ) Π. Σ. του Θ., 13 Β.
Γ. χα Χ., 14 ) Φ. Θ. του Α., β) Φ. Κ. του Α., 15 Π. Β. συζ. Β., 16. Δήμου ..., 18 α. Π. Β. του Γ., 21. α) Κ. Σ., β) Γ. Κ. του Π., γ) Φ. Ν. του Θ., 23. Τ. Χ. του Μ., 27. Ρ. Ε. συζ. Α., 28. α) Κ. Κ. του Η., β) Ε. Σ., το γένος Σ. Τ., γ) Α. Μ., το γένος Σ. Τ., 29. α) Α. Α. του Α., 31. Κοινότητα ... Δήμου ..., 34. α) Παπαθεοχάρη Γιαννούλα του Αντωνίου, 35. Κοινότητα ... Δήμου ..., 36. α) Π.
Φ. χα Β., β) Θ. Π. του Β., γ) Ε. Π. του Β., δ) Κ. Π. του Β., ε) Δ. Π. του Β., 40. β) Π. Ι., γ) Σ. Κ. του Α., 43. β) Τ. Γ. του Δ., γ) Β. συζ. Γ. Τ., ε) Ι. Τ. του Γ., στ) Γ. Τ. του Δ., 44. α) Γ. Ξ., 45. α) Π. Ε., 46. α) Θ. Χ. Ε. του Δ., 47. α) Γ. Χ. του Κ., 48. α) Ζ. Θ. του Ν., 53. α) Γ. Α. του Κ., β) Σ. Γ. του Α., 55. α) Π. Θ. του Χ., 56. α) Π. Α. του Χ., 58. Π. Ν. του Γ., 60. α) Μ. Κ. του Δ., 61. Ν. Α. Ε.
συζ. Ε., 63. α) Κ. Α. του Θ., β) Κ. Β. του Θ., 64. Κ. Σ. συζ. Α., 65. Μ. Ε. συζ. Κ., 66. Μ. Ε. συζ. Κ., 67 Β. Α. του Α., 68. α) Α. Κ. του Μ., β) Μ. Α. του Κ., 69. Χ. Α. συζ. Σ., 72. α) Π. Β. του Σ., β) Π. Κ. του Β., γ) Π. Α. του Κ., 73. Κ. Χ. του Ν., 74. α) Κ. Α., γ) Β. συζ. Χ. Κ., δ) Κ. Χ. του Α., ε) Κ. Β. του Α., 75. α) Κ. Ε. συζ. Χ., β) Η. Κ. του Χ., 76. Τ. Α. θυγ. Κ., 77. Π. Κ. του Ι., 78. Π. Μ. συζ.
Κ., 79. α) Κ. Κ. του Θ., β) Θ. Κ. του Κ., 80. Σ. Α. συζ. Λ., 82. α) Δ. Ε. συζ. Β., β) Γ. Σ. του Φ., 83. Κοινότητα ... Δήμου Καρδίτσας, 84. β) Δήμος Καρδίτσας, 85. α) Α. Β. του Β., β) Μ. Κ. του Β., γ) Π. χήρα Β. Μ., το γένος Κ. και Γ. Σ., 88. Ζ. Κ. του Κ., 89. Γ. Σ. του Κ., 90. α) Ζ. Κ. του Χ., β) Ζ. Χ. του Κ., γ) Ζ. Κ. του Χ., 94. α) Τ. Τ. του Φ., β) Τ. Β. συζ. Φ., γ) Φ. Τ. του Χ., 97. α) Ν.
Α. του Π., 98. α) Ν. Α. του Π., 100. α) Κ. Ι. του Κ., γ) Γ. Α. του Α., 102. Α. Θ. του Ε., 107. α) Ν. Θ., β) Π. Ν. του Θ., χήρα Χ. Κ., 108. α) Α. Θ. του Π., β) Ι. Γ. του Χ., γ) Ε. χήρα Χ. Γ., 109. α) Π. Ε. του Θ., β) Π. Θ. του Ε., 110. Κ. Ε. του Π., 111. Π. Β. του Π., 112. α) Γ. Β. του Α., με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, η υπόθεση να πρέπει να ερευνηθεί και ως προς αυτούς ως εάν ήταν παρόντες, εφόσον κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Κατά την συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, ο υπό στοιχ. 70 αναιρεσίβλητος (Ν. Β. του Α.) εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θεόδωρο Λαδόπουλο, κατά την δήλωσή του. Πλην όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, από την οποία να προκύπτει ότι παρείχε στον ως άνω παραστάντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ρηθείς δικηγόρος στερείται παντελώς πληρεξουσιότητας και εξουσίας εκπροσωπήσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως. Συνακολούθως, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος είναι, για τον προεκτεθέντα λόγο, δικονομικώς απών, πρέπει όμως η υπόθεση να εξεταστεί σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1-2 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, έκτοτε δε η υπόθεση ανεβλήθη εκ του πινακίου, οπότε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν απαιτείτο νέα κλήση αυτού και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ίσχυε ως κλήτευσή του.
Επίσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ο εκ των αναιρεσιβλήτων (της από 9-12-2015 αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου) με αύξ.
αριθμ. αναιρετηρίου …6α - …7α, Γ. Ν. του Δ., εμφανίστηκε όμως ο νομίμως διορισθείς από τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών Βασίλειος Άτσιος, ο οποίος δήλωσε ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επί του δικογράφου αυτής καταχωρημένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου με αριθμό 88/2015 του γραμματέα του Εφετείου Λάρισας ασκήθηκε στις 10.12.2015.
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν ειδικότερα τα εξής: Ο με αυξ. αριθμ. αναιρετηρίου 86α - 87α, Γ. Ν. του Δ., επικαρπωτής μαζί με την σύζυγό του Α. Ν. των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με αριθμ. ιδιοκτησίας 25 και 26, απεβίωσε στην …, στις 26.12.2016, ενώ η ως άνω σύζυγός του απεβίωσε επίσης στην …, στις 24.6.2015 (βλ.
τα από 27.1.2016 και 9.8.2017, αντίστοιχα, αποσπάσματα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του Δήμου …). Ψιλός κύριος των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων τυγχάνει ο με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 86β - 87β, Ε. Ν. του Γ. (βλ. το με αριθμό …20/2003 συμβόλαιο γονικής παροχής δικαιώματος ψιλής κυριότητας αγροτικών ακινήτων, με παρακράτηση της επικαρπίας, της Συμβολαιογράφου Α.
Λ. - Κ.) και, συνεπώς, μετά τον θάνατο των επικαρπωτών των ακινήτων αυτών, το δικαίωμα της επικαρπίας επί των εν λόγω ακινήτων αποσβέστηκε και συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, έχει ο ως άνω (με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου 86β - 87β, Ε. Ν. του Γ.), με περαιτέρω συνέπεια αυτός να έχει πλέον την πλήρη κυριότητα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 62 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δικ. αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για τα φυσικά πρόσωπα με τον θάνατό τους (άρθρο 35 του Α.Κ.).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατ' αυτού είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1987 και Α.Π. 1493/1998, Α.Π. 1258/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο 62ος των αναιρεσιβλήτων Κ. Α. του Μ., απεβίωσε στις 21.3.2015, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης από 9-12-2015 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, που, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ασκήθηκε στις 10.12.2015. Μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του είναι η σύζυγός Β.
χα Κ. Α., η οποία με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεοδώρου Λαδόπουλου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του συζύγου της και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει την δίκη ως μοναδική κληρονόμος του. Ο θάνατος του 62ου αναιρεσιβλήτου και η κληρονομική διαδοχή του από την ως άνω σύζυγό του αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ.
…3/2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του Δήμου …, νομού …, το με αριθμό πρωτ. …2/2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το με αριθμό πρωτ. …2/2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας και τα με αριθμούς …7/8.6.2015 και …3/29.6.2015 πρακτικά δημοσιεύσεως δημόσιας και ιδιόγραφης, αντίστοιχα, διαθήκης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δικ.).
Ο, κατά την 21-3-2015, θάνατος του 62ου αναιρεσιβλήτου έλαβε μεν χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αναιρέσεως γνώριζε τον θάνατο αυτού (62ου αναιρεσιβλήτου), η ως άνω δε μοναδική κληρονόμος του παρίσταται νομίμως στην θέση του, δηλώνει ότι συνεχίζει την δίκη και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ως άνω 62ου αναιρεσιβλήτου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτησή της με την ως άνω κληρονόμο του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση και έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από τον διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, είχαν καταστεί κοινό μέσο αποδείξεως.
Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής, όσο και της επικλήσεως εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1256/ 2008), υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 14/2005 και 2/2008, Α.Π. 895/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι:
α) την υπ' αριθμ. Δ12 α/ Φ3ΚΑΡ/0/6145/24.9.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 304/27.9.2012, τ. Α.Α.Π., περί μερικής ανακλήσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως, β) τον από 16.6.2011 ανακλητικό κτηματολογικό πίνακα, γ) τα από 16.6.2011 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς 1 και 2 σε κλίμακα 1:1000, δ) την σχετική τεχνική έκθεση και ε) την με αριθμό πρωτ.
Δ 12/5308/29.8.2011 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων για την έγκριση του ανακλητικού κτηματολογίου απαλλοτριώσεως και το σχετικό πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφύλακα Καρδίτσας, τα οποία (έγγραφα) αυτό (ήδη αναιρεσείον) επικαλέστηκε ενώπιόν του, με τις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προέκυπτε η ανάκληση της ένδικης απαλλοτριώσεως ολικά μεν ως προς τα απαλλοτριωμένα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 82, 83, 84 και 85, μερικά δε ως προς τα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 80, 97 και 98, με συνέπεια να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των πρώτων και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των δεύτερων, παρότι αυτό (αναιρεσείον) προέβαλε (με τις ως άνω προτάσεις του) τον ισχυρισμό περί ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως ως προς τα ως άνω ακίνητα και ζήτησε να μην καθοριστούν οριστικές τιμές μονάδος αποζημιώσεως και ιδιαίτερες αποζημιώσεις για τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες.
Από τις από 21.2.2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει σαφής και ορισμένη επίκληση των προαναφερομένων εγγράφων (βλ. σελ. 33 των προτάσεων αυτών). Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει το μεν, ότι δεν βεβαιώνεται σ' αυτήν η μη προσκομιδή των ανωτέρω εγγράφων, το δε, ότι καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 82, 83, 84 και 85 (βλ.
σελ. 162 στοιχ. 23 έως 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Από την γενική δε βεβαίωση του Εφετείου, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν", σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, αφού δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτών, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική τους σπουδαιότητα, για την απόδειξη του προαναφερθέντος ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος (ανάκληση ή μη της απαλλοτριώσεως για τα ως άνω ακίνητα).
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες (Κ.Π. 82, 83, 84 και 85), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, κατά το μέρος που αφορά στις υπόλοιπες ιδιοκτησίες (με αριθμούς Κ.Π. 80, 97 και 98) ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι το αναιρεσείον με τις προαναφερθείσες προτάσεις του, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών προκύπτει, δεν προέβαλε ότι η επικαλούμενη από αυτό ανάκληση της απαλλοτριώσεως αφορά, πέραν των με αριθμούς Κ.Π. 82, 83, 84 και 85 ιδιοκτησιών, στις οποίες ρητώς αναφέρθηκε, και τις έτερες με αριθμούς Κ.Π. 80, 97 και 98 ιδιοκτησίες (βλ.
σελ. 80 των ως άνω προτάσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 368/2008).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ειδικότερα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 1935/2009, Α.Π. 9/2013, Α.Π. 101/2015).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 418/2014, Α.Π. 2142/2013, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 1782/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος του, τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό πρωτ. 107853559/5118/0010/31-7-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμό 379/26-8-2008 Φ.Ε.Κ., κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από χ.θ. 77+723 έως 92+225, έκτασης συνολικού εμβαδού 1.078.890,25 τ.μ., για την κατασκευή του Αυτοκινητόδρομου Κεντρικής Ελλάδας Ε-65, που βρίσκεται στην περιφέρεια των Δ.Δ. ..., ...
και ... του Δήμου ... και του Δ.Δ. ... του Δήμου Καρδίτσας Ν. Καρδίτσας και απεικονίζονται σε κλίμακα 1:1000 στα από Ιουνίου 2007 (1η έκδοση), Σεπτεμβρίου 2007 (2η έκδοση), Νοεμβρίου 2007 (3η έκδοση), Ιανουαρίου 2008 (4η έκδοση) και Μαρτίου 2008 (5η έκδοση) και με αριθμούς σχεδίων 1 έως και 17 ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ΕΥΔΕ/ΟΛΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει ο Δ.
Τσιβίκης στις 28.6.2007 και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Ι. Σ. στις 16.5.2008. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται εντός της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου Καρδίτσας και των δημοτικών διαμερισμάτων ..., ... και ... του Δήμου ... Ν. Καρδίτσας. Η χάραξη του δρόμου δεν ακολουθεί τη χάραξη του υφιστάμενου πρωτεύοντος, ούτε αυτή του δευτερεύοντος οδικού δικτύου, έχει δε βορειοδυτική κατεύθυνση.
Βαίνει ανατολικά των οικισμών ..., ... και ... και δυτικά των οικισμών .... Η περιοχή είναι εκτός σχεδίου πόλης και εκτός των προαναφερόμενων ομώνυμων οικισμών. Η αρχή της απαλλοτριούμενης έκτασης βρίσκεται 7 χιλιόμετρα ανατολικά της Καρδίτσας και 3 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της θέσης "…", όπου συμβάλλουν οι Ε.Ο προς Αθήνα, Λάρισα και Καρδίτσα - Τρίκαλα, πλησίον του οικισμού ..., καταλήγει δε αυτή στην τεχνητή κοίτη του ...
σε απόσταση 3 χιλιομέτρων βορειοδυτικά του οικισμού .... Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη και χωροθετημένη. Έτσι, ως εκτός σχεδίου πόλης περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις. Δεν αποκλείεται, όμως, στο απώτερο μέλλον να υπάρξουν και άλλες χρήσεις, όπως της κατοικίας, διότι οι νέοι οδικοί άξονες δημιουργούν νέα δυναμική στις περιοχές που διασχίζουν και βοηθούν στη γενικότερη ανάπτυξή τους.
Έχει συγκοινωνιακό δίκτυο και εξυπηρετείται από τα δίκτυα παροχής κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης, ενώ αρδεύεται άμεσα με σύστημα εγγείων βελτιώσεων. Οικιστική ανάπτυξη παρατηρείται μόνον εντός των οικισμών, ενώ στο τμήμα της απαλλοτρίωσης που βρίσκεται πλησίον της θέσης "...", όπου συμβάλλουν οι Ε.Ο.
προς Αθήνα, Λάρισα και Καρδίτσα παρουσιάζεται κάποια ανάπτυξη επιχειρήσεων, η οποία, όμως, είναι περιορισμένη και δεν καταλαμβάνει το σύνολο των απαλλοτριούμενων ακινήτων. Τα υπόλοιπα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι αγροτεμάχια ποτιστικά, υψηλής παραγωγικότητας, με μονοετείς στη συντριπτική τους πλειοψηφία καλλιέργειες σιτηρών, καλαμποκιού και βαμβακιού και με πρόσοψη σε αγροτικούς δρόμους.
Η κύρια, επομένως, κατά προορισμό χρήση των απαλλοτριουμένων ακινήτων, είναι εκείνη της αγροτικής εκμετάλλευσης και όχι της οικιστικής ή εμπορικής αξιοποίησης, γι' αυτό και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτευόντως ως οικόπεδα, αποβάλλοντας τον αγροτικό τους χαρακτήρα. Για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων το ΣΟΕ, στα πλαίσια της δίκης για την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, κατέταξε αυτά σε δύο (2) μεγάλες κατηγορίες και ειδικότερα α] στα αμιγώς αγροτεμάχια χωρίς οικοπεδική αξιοποίηση, για τα οποία η τιμή μονάδας κυμαίνεται από 1,43 ευρώ/τ.μ.
έως 1,97 ευρώ/τ.μ. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ .......... 18, ........., 25, 26, ..........138, .........., 158......... και β) στα αγροτεμάχια με οικοπεδική αξιοποίηση, για τα οποία η τιμή μονάδας κυμαίνεται ανάλογα με τη θέση τους ως εξής: ί) ιδιοκτησίες περί τη θέση "..." με τιμή μονάδας .............vi) ιδιοκτησίες παρά και νότια της Ε.Ο. Καρδίτσας - Λαμίας με τιμή μονάδας από 9,50 ευρώ/τ.μ.
έως 10,00 ευρώ/τ.μ. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ.......52..........). Με την υπ' αριθμ. 374/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση για τα ακίνητα, κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης (21.4.2010), ως εξής: Α] Αξίες ακινήτων για τα οποία δεν ασκήθηκαν ανταιτήσεις: α).............., β)..........., γ)...............
Β] Αξίες ακινήτων για τα οποία ασκήθηκαν ανταιτήσεις, δηλαδή για τις ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα με αριθμούς α)........., β)......, γ)...........18,.........25, 26,.............138,............ 158,....... δ),....... ε),........... στ).........52............ Περαιτέρω στην Φ.7724/1261/28-5-2013 έκθεση επανεκτίμησης του ΣΟΕ, που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, με κρίσιμο χρόνο την 22-5-2013, αναφέρονται τα εξής:
Η χάραξη του Αυτοκινητόδρομου Κεντρικής Ελλάδος Ε65 ξεκινά νότια της πόλης της Λαμίας, στην …, και καταλήγει πλησίον των οικισμών .... Έχει συνολικό μήκος 175 χλμ. και ουσιαστικά, διασχίζοντας την κεντρική Ελλάδα, συνδέει τον Αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ με την Εγνατία Οδό. Τα εκτιμώμενα ευρίσκονται από τη ΧΘ 77+723 έως τη ΧΘ 92+225.
Το εκτιμώμενο τμήμα του Οδικού Άξονα διέρχεται από τις τοπικές κοινότητες ..., ... και ... της Δημοτικής Ενότητας ... και την τοπική κοινότητα ... του Δήμου Καρδίτσας, στην ΠΕ Καρδίτσας. Εκατέρωθεν και σε μικρή απόσταση από τη χάραξη του Νέου Οδικού άξονα, εκτός των προαναφερόμενων ομώνυμων οικισμών, βρίσκονται οι οικισμοί:
Σταυρός, .... Το εκτιμώμενο τμήμα αποτελεί νέα διάνοιξη. Η εγγύς περιοχή είναι, αποκλειστικά σχεδόν, γεωργική με κύριες καλλιέργειες σιτηρών και βαμβακιού, ενώ παρατηρούνται και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Γενικά πρόκειται για πεδινή περιοχή, στο Θεσσαλικό Κάμπο, όπου η γη καλλιεργείται εντατικά. Οικιστική ανάπτυξη παρατηρείται μόνο εντός και πλησίον των οικισμών.
Η αρχή του εκτιμώμενου τμήματος βρίσκεται: 7 KM ανατολικά της Καρδίτσας, 3 KM νοτιοανατολικά της θέσης "...", όπου συμβάλλουν οι Ε.Ο. προς Αθήνα, Λάρισα και Καρδίτσα - Τρίκαλα, πλησίον του οικισμού των .... Η χάραξη του οδικού άξονα έχει βορειοδυτική κατεύθυνση. Βαίνει ανατολικά των οικισμών ..., και ... και δυτικά των οικισμών ....
Το εκτιμώμενο τμήμα καταλήγει στην τεχνητή κοίτη του ... σε απόσταση 3 KM βορειοδυτικά του οικισμού του .... Συγκοινωνιακά οι οικισμοί και η ευρύτερη περιοχή εξυπηρετούνται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. λεωφορεία των ΚΤΕΛ. Από πλευράς υποδομής, υπάρχουν δίκτυα όλων των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, πλην αποχέτευσης.
Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη και χωροθετημένη. Έτσι, ως εκτός σχεδίου πόλης περιοχή, έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις. Δεν αποκλείεται όμως στο απώτερο μέλλον να υπάρξουν και άλλες χρήσεις, όπως της κατοικίας, διότι οι νέοι οδικοί άξονες δημιουργούν νέα δυναμική στις περιοχές που διασχίζουν και βοηθούν στη γενικότερη ανάπτυξή τους.
Οι γεωργικές εκτάσεις είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μονοετείς καλλιέργειες - σιτηρά, καλαμπόκι και βαμβάκι. Υπάρχουν λίγα καρποφόρα δέντρα και βοηθητικά γεωργικά κτίσματα. Η συγκεκριμένη περιοχή αρδεύεται άμεσα με σύστημα εγγείων βελτιώσεων. Η αποτίμηση της αξίας του συνόλου, αλλά και των επί μέρους γεωργικών - αγροτικών ακινήτων, πραγματοποιήθηκε με βάση την έρευνα της τοπικής κτηματαγοράς, συγκριτικά στοιχεία της αγοράς, αλλά και την εμπειρία των εκτιμητών.
Ως μετρητικά στοιχεία ελήφθησαν εκείνα του κτηματολογικού διαγράμματος και του κτηματολογικού πίνακα. Ερευνήθηκαν ακόμα τα στοιχεία της "μεθόδου αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας μεταβιβαζόμενων ακινήτων" του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Λόγω της ομοιομορφίας της έκτασης, η βασική τιμή μονάδας των αμιγώς αγροτικών εκτάσεων είναι 1,30 €/Μ2.
Επίσης η βασική τιμή μονάδας των αγροτεμαχίων με πρόσωπο σε επαρχιακές οδούς, λόγω οικοπεδικής αξιοποίησης, κυμαίνεται μεταξύ 8 και 15 ευρώ/τ.μ. Η διακύμανση των εσωτερικών αγροτεμαχίων, με εν δυνάμει οικοπεδική αξιοποίηση λόγω εγγύτητας στις υφιστάμενες οδούς, είναι 3-7 ευρώ/τ.μ............... Με βάση τα προαναφερθέντα επιμετρικά στοιχεία και τις τιμές αντικατάστασης των γεωτεμαχίων, συντάχθηκαν οι ακόλουθοι πίνακες για κάθε μία ιδιοκτησία:
Κ.Α. ..........18, ......, 25, 26 προς 1,54/τ.μ. ........ 52 προς 7.50/τ.μ.........138 προς 1,54/τ.μ........ 158 προς 1,63/τ.μ........... Επιπρόσθετα για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων εκτάσεων, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα παρακάτω πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία: 1. Απόφαση 180/2013 Εφετείου Λάρισας: Η απόφαση αφορά ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν στην περιοχή ...
του Δήμου ..., σε απόσταση ολίγων χιλιομέτρων από τα επίδικα απαλλοτριούμενα. Πλην όμως τα ακίνητα αυτά δεν έχουν άμεση πρόσβαση σε εθνική οδό, είναι μειωμένης παραγωγικότητας, σε αντίθεση με τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, τα οποία βρίσκονται σε περιοχή υψηλής παραγωγικότητας. Με την ως άνω απόφαση καθορίστηκε η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο ποσό των 6,00 ευρώ το τ.μ.
με βάση τις υπάρχουσες νομισματικές και οικονομικές συνθήκες, 2. Απόφαση 191/2010 Εφετείου Λάρισας: Η απόφαση αφορά ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν επίσης στην περιοχή ... του Δήμου ..., σε απόσταση ολίγων χιλιομέτρων από τα επίδικα απαλλοτριούμενα, με τα ίδια χαρακτηριστικά, εδαφικά, ποιοτικά και ιδίας χρήσης.
Με την ως άνω απόφαση καθορίστηκε η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο ποσό των 6,00 ευρώ το τ.μ. με βάση τις υπάρχουσες νομισματικές και οικονομικές συνθήκες. 3. Απόφαση 196/2009 Εφετείου Λαμίας: Η απόφαση αφορά ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν στα Δημοτικά Διαμερίσματα ... του δήμου Λαμιέων και στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...
του Δήμου .. του Νομού Φθιώτιδας, που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με εκείνες της παρούσας απαλλοτρίωσης, 4. Απόφαση 105/2009 Μον. Πρωτ. Καρδίτσας: Η απόφαση αφορά ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν στο Νομό Καρδίτσας για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση - Διαπλάτυνση της περιφερειακής οδού πόλεως Καρδίτσας". Η ως άνω 105/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας καθόρισε για όμορες ιδιοκτησίες με τις απαλλοτριούμενες προσωρινή τιμή μονάδος από 70 ευρώ/τ.μ., λαμβάνοντας υπ' όψιν μεταξύ άλλων και την υπ' αριθμόν 262/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων εκτός σχεδίου πόλεως στο ποσό των 60 και 65 ευρώ/τ.μ.
κατά τον Μάιο του 2003 και την υπ' αριθμόν 254/2005 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των προαναφερομένων εκτάσεων στο ποσό των 70 και 75 ευρώ/τ.μ., καθώς και την υπ' αριθμόν 657/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, το οποίο είχε καθορίσει ως οριστική τιμή μονάδος για όμορα ακίνητα το ποσό των 32,17 ευρώ/τ.μ.
κατώτερη τιμή έως 152 ευρώ/τ.μ. Σημειωτέον ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα τα οποία αναφέρονται στην ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου ήταν αγροτεμάχια (κυρίως αγροτικής χρήσης) και με αντικειμενική αξία 12,61 ευρώ/τ.μ.". Ακολούθως και σχετικώς με το 13.573/10.02.2005 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ε. Σ. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το ανωτέρω συμβόλαιο αφορά στην πώληση ενός αγροτεμαχίου άρτιου και οικοδομήσιμου συνολικού εμβαδού 11.536,00 τ.μ, που βρίσκεται επί της Εθνικής Οδού Καρδίτσας-Τρικάλων σε απόσταση 3.000 μέτρων από το κέντρο της πόλης της Καρδίτσας και 9.000 μέτρων από την περιοχή της απαλλοτρίωσης, προς 1.228.590,00 € δηλαδή προς 106,50 €/τ.μ.
Το ακίνητο αγοράσθηκε από την γερμανική εταιρεία .... για την δημιουργία Υπεραγοράς τροφίμων και ειδών οικιακής χρήσης. Από το συμβόλαιο προκύπτει αφ' ενός η πραγματική αξία αγοράς του ακινήτου, που είναι 1.228.590,00 € ή 106,50 €/τ.μ" καθώς και η αντικειμενική του "αξία" που είναι 195.929,00 ή 16,98 €/τ.μ.". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι "Οι αιτούντες Μ.
Κ. κ.λπ. ισχυρίζονται ότι το ΑΚΠ 5 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 2000 μέτρων από τον οικισμό ... ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ) και έχει αξία 60 ευρώ το τ.μ. Το ΑΚΠ 18 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1770 μέτρων από τον οικισμό ..., ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ) και έχει αξία 72 ευρώ το τ.μ.
Το ΑΚΠ 25 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1660 μέτρων από τον οικισμό ..., ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ), έχει δε αξία 72 ευρώ το τ.μ. Το ΑΚΠ 26 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1600 μέτρων από τον οικισμό ...
ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ), έχει δε αξία 72 €/τ.μ. Το ΑΚΠ 52 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1.080 μέτρων από τον οικισμό ..., ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης, και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ).
Επιπλέον το ακίνητο πληροί τις προϋποθέσεις δημιουργίας κυκλοφοριακής σύνδεσης για την οποία είναι υπόχρεο επειδή απέχει απόσταση μικρότερη των 500 μ. από την Εθνική οδό Καρδίτσας - Λαμίας, σύμφωνα με το Β.Δ. 465/1970 ΦΕΚ150Α/1970 (όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 118/2006) και το άρθρο 24, επειδή έχει πρόσωπο μεγαλύτερο από 45 μέτρα στην οδό που το εξυπηρετεί, σε αντίθεση με άλλα ακίνητα όμορα, τα οποία δεν διαθέτουν το απαιτούμενο πρόσωπο, με συνέπεια να μην έχουν τη δυνατότητα κυκλοφοριακής σύνδεσης και να μη επιτρέπεται σε αυτά η αξιοποίησή τους για άλλες χρήσεις, πλην της κατοικίας και η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 72 €/τ.μ.
Η τιμή αυτή προσαυξάνεται κατά 75%, επειδή το ακίνητο έχει υποχρέωση και πληροί τις προϋποθέσεις κυκλοφοριακής σύνδεσης, επειδή απέχει απόσταση μικρότερη των 500 μ. από την Εθνική οδό Καρδίτσας-Λαμίας. Έτσι η τιμή αυτού προσδιορίζεται τελικώς σε 72 χ 2,00 = 144,00 €/τ.μ......... . Το ΑΚΠ 138 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1.440 μέτρων από τον οικισμό ..., ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης, και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ) και η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 72 €/τ.μ..........
Το ΑΚΠ 158 ακίνητο έχει πρόσωπο επί αγροτικής οδού, ευρίσκεται σε απόσταση 1700 μέτρων από τον οικισμό ..., ο οποίος έχει εγκεκριμένους όρους δόμησης και είναι αρδευόμενο από κρατικό δίκτυο άρδευσης (ΤΟΕΒ) και η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 72 €/τ.μ. Οι αιτούντες επικαλούνται τα προαναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία και δικαστικές αποφάσεις και τις τεχνικές εκθέσεις - εκτιμήσεις αξιών ακινήτων του Δρ.
Αγρ. - Τοπογράφου Μηχανικού Α. Μ. και του Γ. Α. Κ., Οικονομολόγου - Εκτιμητή Ακινήτων. Επ' αυτών λεκτέα τα εξής: α) το με αριθμό ...3/2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Ε. Σ., δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε προς την Ο.Ε. με την επωνυμία "..." αγροτεμάχιο στην περιοχή του Δ.Δ. ... του Δήμου Καρδίτσας, στη θέση "Κόμβος ...", εκτάσεως 11.536,10 τ.μ., που συνορεύει με τη διασταύρωση της Ε.Ο. ..., έναντι του ποσού των 1.228.590,00 ευρώ, δηλαδή 106,50 ευρώ/τ.μ., δεν είναι πρόσφορο προς σύγκριση, λόγω της διαφορετικής θέσης του ακινήτου και της περί αυτού περιοχής, β) το με αριθμό ...6/2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Κ.
Λ. - Α., δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε γήπεδο μετά της επ' αυτού οικοδομής (αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 709,65 τ.μ., ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 996,93 τ.μ. και πατάρι, εμβαδού 91,77 τ.μ.) στο Δ..Δ. Σοφάδων εκτός ορίων οικισμού και με προσόψεις στις Ε.Ο. Αθηνών - Καρδίτσας και Α. Παπανδρέου και Ν. Πλαστήρα, εκτάσεως 7.362,02 τ.μ., έναντι του ποσού των 820.000,00 ευρώ, δηλαδή 111,38 ευρώ/τ.μ., δεν είναι πρόσφορο προς σύγκριση, λόγω της διαφορετικής θέσης και της φύσης του ακινήτου, γ) οι προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, δεν είναι πρόσφορες προς σύγκριση, διότι με τις αποφάσεις αυτές καθορίστηκε τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης για εδαφικά τμήματα ευρισκόμενα σε άλλες περιοχές, επίσης όσες αφορούν το Ν.
Καρδίτσας, αναφέρονται σε ακίνητα ευρισκόμενα στο άκρο της πόλης της Καρδίτσας και όχι σε (πρωτευόντως) γεωργικές εκτάσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, επιπροσθέτως δε ο κρίσιμος χρόνος για τις περισσότερες από αυτές ανάγεται πριν από το έτος 2010, πριν δηλαδή φανούν τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης.
Εξάλλου, οι καταθέσεις των μαρτύρων των καθ' ων η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τις οποίες η αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων κυμαίνεται από 60,00 έως 100,00 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δεν κρίνονται πειστικές, καθώς δεν αποδεικνύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, επιπροσθέτως δε κρίνονται και εξωπραγματικές.
Εξάλλου, ο μάρτυρας των καθ' ων Κ., που έχει συντάξει έκθεση εκτίμησης, κατέθεσε ότι οι τιμές κυμαίνονται από 10.000 ευρώ το στρέμμα έως 17.000 ευρώ........... Περαιτέρω, οι αιτούντες και παρεμβαίνοντες αναβιβάζουν την αξία των επικειμένων, περιλαμβανομένων ή μη στους κτηματολογικούς πίνακες, ως εξής......... Οι αιτούντες Κ.
Μ. κ.λπ. αναβιβάζουν την αξία των επικειμένων ως εξής: - Σιτάρι (μονοετής καλλιέργεια) προς 10 ευρώ/τ.μ., - Μια γεώτρηση 100 μ. βάθους, 10 ιντσών, πλήρως εξοπλισμένη προς 400 ευρώ/μ.β. - Πηγάδι ημιαρτεσιανό 10 μ. βάθους, σωλήνας 10 μ. 3 ιντσών, πετρέλαιο, προς 3.000 ευρώ/τεμ - Κηπευτικά (πράσινες πιπεριές) προς 18/τ.μ. - 2 ιτιές μεγάλες προς 250/τεμ. - Γεώτρηση 12μ.
βάθους, πλήρως εξοπλισμένη, προς 400 ευρώ/μ.β. - Μια γεώτρηση 10 μ. βάθους, πλήρως εξοπλισμένη, προς 400 ευρώ/μ.β.- Βαμβάκι (μονοετής καλλιέργεια) προς 18 ευρώ/τ.μ. - Καλαμπόκι (μονοετής καλλιέργεια) προς 20 ευρώ/τ.μ. - 6 ακακίες μεγάλες προς 250 ευρώ/τεμ. - 1 μουριά μεγάλη προς 250 ευρώ/τεμ. - Μια γεώτρηση 15μ. βάθους, πλήρως εξοπλισμένη, προς 400 ευρώ/μ.β. - Ισόγειος χώρος γραφείων με φέροντα οργανισμό από μεταλλική κατασκευή βαρέως τύπου, με κάλυψη τοιχοποιίας από θερμομονωτικά πάνελ λαμαρίνας, πάχους 5 εκατοστών, με χώρους 3 γραφείων διαμορφωμένους με γυψοσανίδα, χώρο τουαλέτας και κουζίνας και κατασκευή ψευδοροφής, εμβαδού 87,14 τ.μ., 261,42 κ.μ.
προς 350 ευρώ/κ.μ. - Ισόγειος χώρος εργαστηρίου και αποθήκευσης με φέροντα οργανισμό από μεταλλική κατασκευή βαρέως τύπου με κάλυψη τοιχοποιίας από θερμομονωτικά πάνελ λαμαρίνας πάχους 5 εκατοστών, ύψους 7 μέτρων, εμβαδού 118 τ.μ., 826 κ.μ., προς 300 ευρώ/κ.μ. - Υπόστεγο 9,2 τ.μ. προς 120 ευρώ/τ.μ. - Συρματοπερίφραξη, ύψους 2 μ., μήκους 146 μ., προς 25 ευρώ/μ.μ. - Μια μουριά μεγάλη προς 250 ευρώ/τεμ. - Μία λεύκα μεγάλη προς 220 ευρώ/τεμ. -Αποθήκη από τσιμεντόλιθους, λαμαρινοσκεπές 40 τ.μ., 120 κ.μ.
προς 60 ευρώ/κ.μ. - Αποθήκη από τσιμεντόλιθους, κεραμοσκεπές 10 τ.μ., 30 κ.μ. προς 90 ευρώ/κ.μ. - Αποθήκη από τσιμεντόλιθους από ελενίτ 130τ.μ., 390 κ.μ. προς 70 ευρώ/κ.μ. -Περίφραξη 80 μ. με τρεις σειρές αγκαθωτό σύρμα και τσιμεντένιους πασσάλους προς 30 ευρώ/μ.μ. - Αντλία νερού (τουλούμπα) χειροκίνητη 10 μ. βάθους και σωλήνα 10 μ.
προς 4.000 ευρώ/τεμ. - Κηπευτικά (πιπεριές πράσινες) προς 18 ευρώ/τ.μ. - 1 μουριά μεσαία προς 200 ευρώ/τεμ. - Ημιαρτεσιανό βάθους 15μ. προς 3.000 ευρώ/τεμ. - 1 συκιά μεγάλη προς 150 ευρώ/τεμ. Για την αξία των παραπάνω επικειμένων οι ανταιτούντες και αιτούντες επικαλούνται κυρίως τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του:
α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, γ) την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (Απρίλιος 2010) μέχρι τη συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων (Μάρτιος 2014) μεσολάβησε ουσιαστική πτώση των αξιών των ακινήτων στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (21.3.2014) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τα επικείμενά τους, ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες...... Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 21η Απριλίου 2010 μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (21.3.2014) παρήλθε έτος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων απαλλοτριωθέντων), οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (είτε με ανταίτηση είτε με κύρια παρέμβαση), η αποζημίωση δεν μπορεί να καθορισθεί σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο της προσωρινής, αλλά ούτε και μικρότερο από το αναφερόμενο στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου........
Για τα ακίνητα, όμως, που υπάρχουν αυτοτελείς αιτήσεις και ανταιτήσεις, η αξία των ακινήτων πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που αναφέρεται στην εκτίμηση του Σ.Ο.Ε., δεδομένου ότι το τελευταίο καθόρισε την αξία των ακινήτων με βάση τις επικρατούσες το Δεκέμβριο του 2012 οικονομικές συνθήκες και τις συνθήκες της αγοράς ακινήτων που βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο της τετραετίας 2009 -2012.
Ήδη, όμως, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως οι οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση και η αγορά των ακινήτων, ιδίως των αγροτεμαχίων, άρχισε να κινείται ανοδικά. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση των ακινήτων κατά περιοχή ή σε σχέση με την πρόσοψή τους σε Ε.Ο. ή αγροτική οδό (με μεγαλύτερης αξίας εκείνα με πρόσοψη στις Ε.Ο.
Καρδίτσας - Αθήνας και Καρδίτσας - Λάρισας), κρίνει ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (21-3-2014) η πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν, με τα επικείμενά τους, με βάση τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης, την αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και την πρόσοδο των απαλλοτριουμένων και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, καθορίζεται ως εξής:
Α) Αξίες ακινήτων για τα οποία δεν ασκήθηκαν ανταιτήσεις: 1).........10)........Β] Αξίες ακινήτων, για τα οποία ασκήθηκαν ανταιτήσεις, είτε κατά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής είτε στο παρόν Δικαστήριο: 1)............2) σε 3,50 ευρώ/τ.μ. για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ...........18........25,26........ 138........158... 3).........4)..........5).........6) σε 12 ευρώ/τ.μ.
για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ........52.......... Περαιτέρω, η αξία των περιλαμβανομένων και μη στον κτηματολογικό πίνακα επικειμένων ορίζεται ακολούθως ανά κατηγορία: Α] Για κτίσματα - κατασκευές: 1).....................3) Για μονόροφα κτίσματα (αποθήκες) λαμαρινοσκεπή προς 50 ευρώ ανά κυβικό μέτρο (ΑΚΠ 75). 4) Για μονόροφα κτίσματα (αποθήκες) κεραμοσκεπή προς 70 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. 5) Για μονόροφα κτίσματα (αποθήκες) με στέγη από ελενίτ προς 60 ευρώ ανά κυβικό μέτρο..........11) Για γεώτρηση πλήρως εξοπλισμένη προς 300 ευρώ ανά μέτρο βάθους. 12) Για αντλία νερού (τουλούμπα) χειροκίνητη, βάθους 10 μέτρων και σωλήνα 10 μέτρων προς 1.400 ευρώ ανά τεμάχιο.......16) Για περίφραξη με τρεις σειρές αγκαθωτό σύρμα και τσιμεντένιους πασσάλους προς 30 ευρώ ανά τρέχον μέτρο..........
Β] Δέντρα: 1) Ακακίες μεγάλες προς 110 ευρώ ανά τεμάχιο, ..........6) Μουριές μεγάλες προς 130 ευρώ ανά τεμάχιο, 7) Συκές μεγάλες προς 130 ευρώ ανά τεμάχιο,.......... Γ] Λοιπά επικείμενα - συστατικά: 1) βαμβάκι προς 90 ευρώ ανά στρέμμα, 2) σιτάρι προς 80 ευρώ ανά στρέμμα, 3) καλαμπόκι προς 100 ευρώ ανά στρέμμα...... Δ) Κηπευτικά: πράσινες πιπεριές προς 180 ευρώ ανά στρέμμα.
Ας σημειωθεί ότι οι ανωτέρω αξίες αφορούν τα ανωτέρω επικείμενα - συστατικά στην κατάσταση που, κατά τον κρίσιμο χρόνο (χρόνο συζήτησης), υπάρχουν επί των απαλλοτριούμενων ακινήτων και που καταστρέφονται από την απαλλοτρίωση αυτών, συνυπολογιζομένου σ' αυτές και του κόστους καλλιέργειας και όχι την απώλεια προσόδου (διαφυγόντα κέρδη) από την καλλιέργεια αυτών, η οποία δεν μπορεί να αναζητηθεί.
Επιπλέον, 1)..........2) στο με ΑΚΠ 18 ακίνητο υπάρχουν: α) δύο (2) μεγάλες ιτιές και β) μία (1) γεώτρηση βάθους 12 μέτρων, πλήρως εξοπλισμένη, 3) στο με ΑΚΠ 25 ακίνητο υπάρχει καλλιέργεια σιταριού, έκτασης 5.984,65 τ.μ., 4) στο με ΑΚΠ 26 ακίνητο υπάρχει καλλιέργεια βαμβακιού, έκτασης 6.809,12 τ.μ., 5) στο με ΑΚΠ 52 ακίνητο υπάρχουν έξι (6) ακακίες μεγάλες, μία (1) μουριά μεγάλη, καθώς και καλλιέργεια καλαμποκιού, έκτασης 5.247,11 τ.μ...........8) στο με ΑΚΠ 138 ακίνητο υπάρχουν:
α) αποθήκη από τσιμεντόλιθους λαμαρινοσκεπής, εμβαδού 40,00 τ.μ. και όγκου 120 κ.μ., β) αποθήκη από τσιμεντόλιθους κεραμοσκεπής, εμβαδού 10,00 τ.μ. και όγκου 30,00 κ.μ., γ) αποθήκη από τσιμεντόλιθους από ελενίτ, εμβαδού 130 τ.μ. και όγκου 390 κ.μ., δ) περίφραξη 80 μέτρων με τρεις σειρές αγκαθωτό σύρμα και τσιμεντένιους πασσάλους και ε) μία (1) αντλία νερού (τουλούμπα) χειροκίνητη βάθους 10 μέτρων............
και 10) στο με ΑΚΠ 158 ακίνητο υπάρχουν: α) μία (1) συκιά μεγάλη και β) καλλιέργεια σιταριού, έκτασης 5.236,73 τ.μ. (Για τα ανωτέρω βλ. την τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Αναστασίου Μανιάτη). Περαιτέρω 1).............2) στο με ΑΚΠ 18 ακίνητο η υπάρχουσα καλλιέργεια κηπευτικών στο εναπομένον τμήμα επιφανείας 12.507,51 τ.μ.
δεν αχρηστεύεται (διαφορετικό το ζήτημα της μείωσης της αξίας αυτών λόγω δυσχέρειας ως προς την καλλιέργειά τους, το οποίο αναπτύχθηκε εκτενώς ανωτέρω), 3) στο με ΑΚΠ 25 ακίνητο η υπάρχουσα καλλιέργεια σιταριού στα εναπομένοντα τμήματα επιφάνειας 1.479,37 τ.μ. και 2.535,98 τ.μ. δεν αχρηστεύεται, 4) στο με ΑΚΠ 26 ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι η γεώτρηση βρίσκεται στο εναπομένον τμήμα επιφάνειας 1.002,18 τ.μ., οπότε καθίσταται άχρηστη, και όχι στο εναπομένον τμήμα επιφάνειας 5.388,70 τ.μ., ενώ περαιτέρω η υπάρχουσα καλλιέργεια βαμβακιού στα εναπομένοντα τμήματα δεν αχρηστεύεται (διαφορετικό το ζήτημα της μείωσης της αξίας αυτών λόγω δυσχέρειας ως προς την καλλιέργειά τους, το οποίο αναπτύχθηκε εκτενώς ανωτέρω), 5) στο με ΑΚΠ 52 ακίνητο η υπάρχουσα καλλιέργεια καλαμποκιού στα εναπομένοντα τμήματα επιφάνειας 2.155,10 τ.μ.
και 337,78 τ.μ. δεν αχρηστεύεται (διαφορετικό το ζήτημα της μείωσης της αξίας αυτών λόγω δυσχέρειας ως προς την καλλιέργειά τους, το οποίο αναπτύχθηκε εκτενώς ανωτέρω),......... 7) στο με ΑΚΠ 138 ακίνητο η υπάρχουσα καλλιέργεια σιταριού στο εναπομένον τμήμα επιφάνειας 13.645,33 τ.μ. δεν αχρηστεύεται............. και 9) στο με ΑΚΠ 158 ακίνητο η υπάρχουσα καλλιέργεια σιταριού στο εναπομένον τμήμα επιφάνειας 3.253,87 τ.μ.
δεν αχρηστεύεται. Τέλος, αποδείχθηκε ότι στο με ΑΚΠ 25 ακίνητο υπάρχει μία γεώτρηση βάθους 12 μέτρων, η οποία καθίσταται άχρηστη, καθώς τα εναπομένοντα τμήματα βρίσκονται εκατέρωθεν του δρόμου και έχουν επιφάνεια 1.479,37 τ.μ. και 2.535,98 τ.μ., αντίστοιχα και για το λόγο αυτό πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το προαναφερθέν επικείμενο, ποσού 300 ευρώ ανά μέτρο βάθους, στο με ΑΚΠ 52 ακίνητο υπάρχει μία γεώτρηση βάθους 12 μέτρων, η οποία καθίσταται άχρηστη, καθώς τα εναπομένοντα τμήματα βρίσκονται εκατέρωθεν του δρόμου και έχουν επιφάνεια 2.155,10 τ.μ.
και 337,78 τ.μ., αντίστοιχα και για τον λόγο αυτό πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το προαναφερθέν επικείμενο, ποσού 300 ευρώ ανά μέτρο βάθους......".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των ανηκόντων στους αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως με αριθμούς ΚΠ 18, 25, 26, 52, 138 και 158 απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την χρήση κάθε ακινήτου, τα οποία κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, είναι αγροτικά, καλλιεργήσιμα με μονοετείς καλλιέργειες, πεδινά και αρδευόμενα, κείμενα σε απόσταση 1.500 έως 1.700 μέτρων από τον οικισμό ..., καθώς επίσης και την δυνατότητα κυκλοφοριακής συνδέσεως του με αριθμό ΚΠ 52 ακινήτου.
Επίσης συνεκτίμησε την θέση ενός εκάστου, ήτοι το γεγονός ότι όλα τα ανωτέρω έχουν πρόσωπο επί αγροτικής οδού και αξιολόγησε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το πρόσφορο ή μη των προσκομισθέντων από τους διαδίκους με επίκληση συγκριτικών στοιχείων. Ακόμη αξιολόγησε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, το αν οι επί των εναπομεινάντων τμημάτων καλλιέργειες αχρηστεύονται ή όχι.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, ιδιοκτήτες των προαναφερθέντων με αριθμούς ΚΠ 18, 25, 26, 52, 138 και 158 ακινήτων, με τους, υπό τους αριθμούς 1 και 5, λόγους της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορούν στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων και τους ταυτάριθμους, υπό τους αριθμούς 1 και 5, λόγους, κατά το μέρος αυτών που αφορούν στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για τα επί των εναπομεινάντων τμημάτων των ως άνω ακινήτων επικείμενα, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
είναι αβάσιμα, όπως και οι συναφείς λόγοι. Με τους ίδιους λόγους και κατά το υπόλοιπο μέρος τους, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά τα οικεία μέρη τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, ο υπ' αριθμ. 5 λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως παντελώς αόριστος, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης παραβιάσεως ορισμών του νόμου, σχετικώς με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας αυτού σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, η ιδιαίτερη δε αποζημίωση καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριωμένο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 96/2015, Α.Π. 1290/2009).
Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μειώσεως", της αξίας του απομένοντος τμήματος, του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 96/2015). Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. γ' του π.δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ/31-5-1985) ορίζεται, ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα, που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β".
Περαιτέρω, κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που δημιουργήθηκαν πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστον εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο βάθος 15 μ. και ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. Επίσης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1.200 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ.
και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ. δεν υπάρχει καμμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ.
πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς ως άνω όρους δόμησης, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Περαιτέρω με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλιση δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. Β υποπερ. αα ορίζονται σε 2,5 μ., υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ.
για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Εξ άλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ορίζεται ως ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο 60 μ.
από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.
από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ' αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/ 2010, ΑΠ 1555/2005).
Πέραν των ανωτέρω, στις αιτιολογίες της δικαστικής αποφάσεως για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως των εναπομεινάντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων, πρέπει να διαλαμβάνονται: α) οι μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις των τμημάτων των ακινήτων που παρέμειναν εκτός απαλλοτριώσεως (βάθος, μήκος προσώπου σε οδό κ.λπ.) και οι θεσπιζόμενες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, δηλαδή ποια εξ αυτών ήταν αγροί και ποια ήταν οικόπεδα πριν από την απαλλοτρίωση, β) οι αποστάσεις των απομενόντων τμημάτων των ιδίων ακινήτων πριν και μετά από την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού και γ) η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο κατά κανόνα όσο και κατά παρέκκλιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικώς με το ζήτημα της μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων, εκτός της απαλλοτριώσεως, τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες-παρεμβαίνοντες ισχυρίζονται ότι μειώθηκε η αξία όλων των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων, κατά τα προσδιοριζόμενα ειδικότερα για κάθε τμήμα.
Τη μείωση αυτή στηρίζουν εκτός των άλλων (μαρτύρων, διαγραμμάτων), στις προσκομιζόμενες από αυτούς τεχνικές εκθέσεις. Κατά τους ισχυρισμούς των ιδιοκτητών (αιτούντων) και τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζουν, η μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων, για τον προσδιορισμό της οποίας συντάχθηκε η με αριθ.
Φ. 3853/11133/7-5-2010 συμπληρωματική έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ, οφείλεται στο γεγονός ότι μερικά από τα ακίνητά τους (αγροτικά) είχαν, ως εκ της θέσεως καθενός εξ αυτών, οικοπεδική αξία και σ' αυτά, έστω και δευτερευόντως (πέραν της αγροτικής καλλιέργειάς τους), υπήρχε η δυνατότητα ανοικοδόμησής τους, με τους όρους (έχοντας το καθένα έκταση πάνω από 4 στρέμματα) των εκτός σχεδίων πόλεων ακινήτων (του π.δ. 24/1985) και ότι η απαλλοτρίωση είχε ως αποτέλεσμα είτε την απώλεια της οικοδομησιμότητας των εναπομεινάντων τμημάτων, είτε την αδυναμία αρδεύσεώς τους και τη δυσχέρεια καλλιέργειάς τους....".
Ειδικότερα δε, δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικώς με το ως άνω ζήτημα (της μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων, εκτός της απαλλοτριώσεως, τμημάτων των ακινήτων): A] με ΑΚΠ: 16, 22, 24, 27, 36, 39, 53, 60, 61, 67, 80, 82, 83, 84, 85, 88, 96, 97, 98, 104,117, 119, 126, 134, 141, 158, 161, 162, 166, 168, 169, 178, 179, 181, 207, 222, 227, 230, 235, 236, 246, 248, 258, 289, 294, 296, 302, 322, 329, 330, 334, 335, 336, 341, 347, 348, 353, 357, 365, 382, 388, 396, 397, 398, 423, 424, 425, 426, 427, 428, 429, 430, 431, 445, 446, 447, 448, 449, 450, 451, 452, 453, 454, 40, 42, 107, 186, 268, 408, 410, με ιδιοκτήτες τους με αύξοντες αριθμούς αναιρετηρίου αναιρεσιβλήτους 1-83, 88, 89, 92, 100, 101, 109 και 110 της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως: "...η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 16 έχει αρχική επιφάνεια 33.003,07 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 12.401,85 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 14%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 22 έχει αρχική επιφάνεια 9.800,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.139,53 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 24 έχει αρχική επιφάνεια 16.301,50 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.114,56 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 27 έχει αρχική επιφάνεια 6.600,61 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.210,25 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 36 έχει αρχική επιφάνεια 5.300,42 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.140,60 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 39 έχει αρχική επιφάνεια 6.700,53 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση 2.926,66 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 53 έχει αρχική επιφάνεια 7.559,95 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.460,93 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 60 έχει αρχική επιφάνεια 14.018,44 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.255,06 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 61 έχει αρχική επιφάνεια 7.321,45 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.241,99 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 67 έχει αρχική επιφάνεια 22.400,21 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.449,60 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 80%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 80 έχει αρχική επιφάνεια 12.000,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 847,46 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 95%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 82 έχει αρχική επιφάνεια 9.715,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 8.296,43 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 83 έχει αρχική επιφάνεια 11.165,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 9.546,60 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 84 έχει αρχική επιφάνεια 5.741,12 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.880,89 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 85 έχει αρχική επιφάνεια 8.410,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 7.135,52 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 88 έχει αρχική επιφάνεια 5.128,26 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.817,22 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 40%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 96 έχει αρχική επιφάνεια 13.889,87 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.571,29 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 20%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 97 έχει αρχική επιφάνεια 20.898,02 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.035,42 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 73%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 98 έχει αρχική επιφάνεια 9.614,01 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.653,30 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 73%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 104 έχει αρχική επιφάνεια 12.981,25 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.155,64 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 90%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 117 έχει αρχική επιφάνεια 8.800,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.353,26 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 20%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 119 έχει αρχική επιφάνεια 12.319,99 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.263,31 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 20%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 126 έχει αρχική επιφάνεια 9.000,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.430,24 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 20%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 134 έχει αρχική επιφάνεια 8.000,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.704,68 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 141 έχει αρχική επιφάνεια 8.800,183 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.564,94 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 158 έχει αρχική επιφάνεια 8.490,60 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.235,87 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 161 έχει αρχική επιφάνεια 11.638,80 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.074,72 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 162 έχει αρχική επιφάνεια 6.678,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.680,79 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 166 έχει αρχική επιφάνεια 3.165,95 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.356,05 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 168 έχει αρχική επιφάνεια 3.246,35 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.176,90 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 169 έχει αρχική επιφάνεια 7.070,76 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.214,56 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 70%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 178 έχει αρχική επιφάνεια 4.574,15 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.001,87 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 179 έχει αρχική επιφάνεια 7.561,35 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.606,21 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 181 έχει αρχική επιφάνεια 8.961,60 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.093,84 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 20%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 207 έχει αρχική επιφάνεια 7.081,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.474,41 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 222 έχει αρχική επιφάνεια 7.590,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.500,01 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 227 έχει αρχική επιφάνεια 7.980,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.872,51 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 40%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 230 έχει αρχική επιφάνεια 7.225,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.662,08 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 40%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 235 έχει αρχική επιφάνεια 8.809,11 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.843,95 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 236 έχει αρχική επιφάνεια 19.150,19 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 8.585,27 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 246 έχει αρχική επιφάνεια 8.302,50 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.744,89 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 248 έχει αρχική επιφάνεια 17.896,50 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 8.091,26 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 32%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 258 έχει αρχική επιφάνεια 19.663,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 9.598,24 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 289 έχει αρχική επιφάνεια 4.080,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 807,00 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 90%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 294 έχει αρχική επιφάνεια 2.697,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.488,16 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 296 έχει αρχική επιφάνεια 4.524,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.810,32 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 302 έχει αρχική επιφάνεια 4.902,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 949,89 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 90%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 322 έχει αρχική επιφάνεια 20.023,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.088,93 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 329 έχει αρχική επιφάνεια 5.375,26 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.281,33 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 330 έχει αρχική επιφάνεια 12.881,47 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.635,92 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 70%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 334 έχει αρχική επιφάνεια 6.007,79 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 586,23 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 95%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 335 έχει αρχική επιφάνεια 5.523,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.589,04 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 336 έχει αρχική επιφάνεια 7.002,04 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.690,38 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 341 έχει αρχική επιφάνεια 4.995,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.210,14 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 347 έχει αρχική επιφάνεια 9.158,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.890,40 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 40%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 348 έχει αρχική επιφάνεια 9.898,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 7.218,01 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 5%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 353 έχει αρχική επιφάνεια 4.760,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.741,33 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 25%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 357 έχει αρχική επιφάνεια 2.715,50 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 739,98 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 60%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 365 έχει αρχική επιφάνεια 4.080,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.657,53 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 50%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 382 έχει αρχική επιφάνεια 5.504,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.444,10 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 388 έχει αρχική επιφάνεια 3.981,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.659,60 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 396 έχει αρχική επιφάνεια 11.440,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 7.521,02 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 397 έχει αρχική επιφάνεια 4.745,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.622,37 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%.Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 398 έχει αρχική επιφάνεια 4.030,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.918,31 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 40%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 423 έχει αρχική επιφάνεια 6.750,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.585,18 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 424 έχει αρχική επιφάνεια 3.900,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.190,39 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 425 έχει αρχική επιφάνεια 5.925,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.235,92 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 426 έχει αρχική επιφάνεια 6.570,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.611,96 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 427 έχει αρχική επιφάνεια 3.780,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.089,44 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 428 έχει αρχική επιφάνεια 4.695,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 2.598,36 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 429 έχει αρχική επιφάνεια 5.625,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 3.107,78 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 30%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 430 έχει αρχική επιφάνεια 8.025,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.423,82 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 431 έχει αρχική επιφάνεια 2.550,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.403,25 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 15%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 445 έχει αρχική επιφάνεια 10.950,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.012,31 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 446 έχει αρχική επιφάνεια 10.875,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.949,58 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 447 έχει αρχική επιφάνεια 7.725,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.213,21 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 448 έχει αρχική επιφάνεια 12.750,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 6.927,99 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 449 έχει αρχική επιφάνεια 8.325,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.505,33 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 450 έχει αρχική επιφάνεια 10.500,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.674,63 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 451 έχει αρχική επιφάνεια 12.900,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 7.043,35 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 452 έχει αρχική επιφάνεια 10.500,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 5.920,93 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 8%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 453 έχει αρχική επιφάνεια 7.650,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 4.482,08 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 10%. Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 454 έχει αρχική επιφάνεια 6.088,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 1.885,54 τ.μ. Η αξία του τμήματος που απομένει μειώνεται κατά 50%..." (σελ. 134-143 της αναιρεσιβαλλομένης) "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 40 έχει αρχική επιφάνεια 7.000,35 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 1.813,04 τ.μ. και 1.253,46 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 50%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 42 έχει αρχική επιφάνεια 4.300,34 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 496,81 τ.μ. και 1.395,57 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 100%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%...." (σελ. 144 της αναιρεσιβαλλομένης) "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 107 έχει αρχική επιφάνεια 31.400,00 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 5.665,90 τ.μ. και 4.122,34 τ.μ...". Η αξία αμφοτέρων των τμημάτων μειώνεται κατά 30%" (σελ.145 της αναιρεσιβαλλομένης) "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 186 έχει αρχική επιφάνεια 38.923,20 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 19.141,78 τ.μ.
και 5.512,32 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος δεν μειώνεται καθόλου αντίθετα με την αξία του δεύτερου που μειώνεται κατά 5%..." (σελ. 147 της αναιρεσιβαλλομένης) "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 268 έχει αρχική επιφάνεια 22.344,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 8.350,00 τ.μ. και 1.522,26 τ.μ.
Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 5%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%...." (σελ. 148 της αναιρεσιβαλλομένης) "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 408 έχει αρχική επιφάνεια 39.120,44 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 4.209,90 τ.μ. και 24.517,87 τ.μ. Η αξία του δευτέρου τμήματος δεν μειώνεται καθόλου, αντίθετα με την αξία του πρώτου που μειώνεται κατά 25%............
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 410 έχει αρχική επιφάνεια 33.004,46 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 18.963,71 τ.μ. και 6.277,60 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος δεν μειώνεται καθόλου, αντίθετα με την αξία του δεύτερου που μειώνεται κατά 8%. (σελ. 150, 151 της αναιρεσιβαλλομένης). Β] με ΑΚΠ 4, 5, 25, 26, 52, 139, 140, 160, 307, 340, 346, 352, 381 και 385 ακινήτων, με ιδιοκτήτες, τους αναιρεσιβλήτους, με αύξ.
αριθμούς 84, 85, 86, 87, 91, 95, 96, 98, 102, 104, 105, 106, 107 και 108 "Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 4 έχει αρχική επιφάνεια 12.781,35 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 4.754,54 τ.μ. και 1.892,50 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 20%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση του όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 5 έχει αρχική επιφάνεια 16.741,79 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 946,70 τ.μ. και 8.532,63 τ.μ. Η αξία του δεύτερου τμήματος μειώνεται κατά 5%, ενώ η αξία του πρώτου μειώνεται κατά 80%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 25 έχει αρχική επιφάνεια 10.000,92 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 2.536,89 τ.μ. και 1.479,38 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 40%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%, αφού, πέραν του γεγονότος ότι αμφότερα καθίστανται μη οικοδομήσιμα, η καλλιέργεια του δεύτερου λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 26 έχει αρχική επιφάνεια 13.201,22 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 1.003,39 τ.μ. και 5.388,72 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 60%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 10%.......
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 52 έχει αρχική επιφάνεια 7.739,90 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 337,69 τ.μ. και 2.155,10 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 100%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 40%, αφού πλέον αυτά δεν μπορούν να οικοδομηθούν με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά τους λόγω του μεγέθους τους είναι οικονομικά ασύμφορη....
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 139 έχει αρχική επιφάνεια 10.900,14 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 3.731,73 τ.μ. και 1.890,70 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 30%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%, αφού, πέραν του γεγονότος ότι αμφότερα καθίστανται μη οικοδομήσιμα, η καλλιέργεια του δεύτερου λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 140 έχει αρχική επιφάνεια 16.200,27 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 6.731,46 τ.μ. και 1.675,93 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 5%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 60%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη....
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 160 έχει αρχική επιφάνεια 5.151,60 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 722,68 τ.μ. και 1.827,63 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 80%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 40%, αφού πλέον αυτά δεν μπορούν να οικοδομηθούν με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως η καλλιέργεια του δεύτερου λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη....
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 307 έχει αρχική επιφάνεια 18.746,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 2.731,20 τ.μ και 4.977,48 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 50%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 10%...
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 340 έχει αρχική επιφάνεια 35.150,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 14.159,87 τ.μ. και 1.610,24 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος δεν μειώνεται καθόλου αντίθετα με την αξία του δεύτερου τμήματος που μειώνεται κατά 60%, αφού πλέον αυτό καθίσταται μη οικοδομήσιμο, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 346 έχει αρχική επιφάνεια 7.031,46 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 1.891,71 τ.μ. και 157,07 τ.μ. Η αξία του πρώτου μειώνεται κατά 50%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 100%, αφού πλέον αυτά δεν μπορούν να οικοδομηθούν με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά τους λόγω του μεγέθους τους είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 352 έχει αρχική επιφάνεια 18.272,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 7.819,20 τ.μ. και 211,75 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 5%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 100%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 381 έχει αρχική επιφάνεια 12.895,44 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 4.316,14 τ.μ. και 968,27 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 10%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 80%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά του λόγω του μεγέθους του είναι οικονομικά ασύμφορη.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 385 έχει αρχική επιφάνεια 9.333,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 396,98 τ.μ. και 1.039,11 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 100%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 80%, αφού πλέον αυτά δεν μπορούν να οικοδομηθούν με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, επιπροσθέτως δε η καλλιέργειά τους λόγω του μεγέθους τους είναι οικονομικά ασύμφορη..." (σελ. 143-147 της αναιρεσιβαλλομένης).
Γ] με ΑΚΠ 45 ακινήτου, με ιδιοκτήτες τους με αυξ. αριθμό 90 αναιρεσιβλήτους: "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 45 είχε αρχική επιφάνεια 40.971,97 τ.μ. (40.757,55 τ.μ. σύμφωνα με την επικαιροποιημένη έκθεση του ΣΟΕ), απαλλοτριώνονται 16.761,63 τ.μ. και απομένει έκταση 24.208,57 τ.μ., η οποία διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, το μικρότερο εμβαδού 8.094,49 τ.μ.
και το μεγαλύτερο 16.114,98 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 10%, ενώ η αξία του δεύτερου μειώνεται κατά 5%, αφού μπορούν να οικοδομηθούν με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα, αλλά η καλλιέργειά τους λόγω του μεγέθους τους είναι οικονομικά ασύμφορη..." (σελ 145 της αναιρεσιβαλλομένης).
Δ] με ΑΚΠ 118, 135, 159, 180, 316 ακινήτων, με ιδιοκτήτες τους με αύξ. αριθμούς 93, 94, 97, 99 και 103 αναιρεσιβλήτους: "...Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 118 έχει αρχική επιφάνεια 18.480,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 4.912,33 τ.μ. και 2.909,96 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 15%, ενώ η αξία του δεύτερου κατά 40%, αφού πλέον αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τους όρους ανοικοδόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα.
Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 135 έχει αρχική επιφάνεια 40.800,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 3.134,53 τ.μ. και 22.374,27 τ.μ. Η αξία του πρώτου τμήματος μειώνεται κατά 30%, αφού πλέον αυτό καθίσταται μη οικοδομήσιμο, ενώ... Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 159 έχει αρχική επιφάνεια 7.250,40 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 1.907,79 τ.μ. και 1.638,88 τ.μ. Η αξία αμφοτέρων των τμημάτων μειώνεται κατά 50%, καθόσον αυτά καθίστανται μη οικοδομήσιμα... Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 180 έχει αρχική επιφάνεια 6.908,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 1.780,08 τ.μ.
και 1.497,09 τ.μ. Η αξία αμφοτέρων των τμημάτων μειώνεται κατά 50%, καθόσον αυτά καθίστανται μη οικοδομήσιμα... Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 316 έχει αρχική επιφάνεια 14.547,00 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 2.703,63 τ.μ. και 2.123,46 τ.μ. Η αξία αμφοτέρων των τμημάτων μειώνεται κατά 50%, καθόσον αυτά καθίστανται μη οικοδομήσιμα..." (σελ. 145, 146, 147 και 149 της αναιρεσιβαλλομένης).
Ε] με ΑΚΠ 18 και 138 ακινήτων, με ιδιοκτήτες τους πρώτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως "Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 18 έχει αρχική επιφάνεια 17.001,57 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 12.509,08 τ.μ........... Η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 138 έχει αρχική επιφάνεια 21.100,17 τ.μ.
και μετά την απαλλοτρίωση απομένει επιφάνεια 13.645,51 τ.μ......... Η αξία των ανωτέρω τμημάτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες τους μετά την απαλλοτρίωση του κάθε ακινήτου δεν μειώνεται καθόλου, διότι όλα τα προαναφερθέντα τμήματα, ένα ενιαίο τεμάχιο για την κάθε ιδιοκτησία, έχουν ικανό μέγεθος, σε σχέση με το αρχικό, που επιτρέπει την αγροτική ή ακόμα και την οικοπεδική εκμετάλλευσή τους, όπως και πρώτα, δίχως να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται οικονομικά ασύμφορη η καλλιέργειά τους, λόγω της απαλλοτρίωσης.........." (σελ. 130, 132 και 134 της αναιρεσιβαλλομένης).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012, αφού αφενός μεν αγνόησε και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και εφαρμόσει την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής μειώσεως" κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων που παρέμειναν εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων, τμήματα των ως άνω ακινήτων, λόγω μειώσεως της αξίας τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί της μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των υπό στοιχ. Α' ακινήτων έλαβε υπόψη του αποκλειστικά και μόνον το εμβαδόν της εναπομείνασας, λόγω της απαλλοτριώσεως, εκτάσεως και περαιτέρω, ενώ κρίνει ότι η αξία όλων των ως άνω ακινήτων μειώθηκε για τον ίδιο λόγο, δηλαδή λόγω μειώσεως του εμβαδού τους, στην συνέχεια προσδιορίζει για το καθένα από αυτά διαφορετικά ποσοστά μειώσεως της αξίας τους, χωρίς να εξειδικεύει τα ακριβή στοιχεία που δικαιολογούν την τοιαύτη διαφοροποίηση.
Επί πλέον δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν το καθένα ξεχωριστά από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα έχει ή όχι οικοπεδική αξία, αν βρίσκονται εντός ή εκτός ορίων ή ζώνης οικισμών, ποιος είναι ο χαρακτήρας καθενός ξεχωριστά των απαλλοτριουμένων ακινήτων ως αγροτικών ή αστικών και η κατά προορισμό χρήση τους πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τι σχήμα είχαν οι ιδιοκτησίες αυτές πριν την απαλλοτρίωση, με τι είδους καλλιέργεια γινόταν η εκμετάλλευση του καθενός εξ αυτών, γιατί είναι οικονομικά ασύμφορη η εκμετάλλευσή τους, σε τι συνίσταται η δυσχέρεια στην καλλιέργειά τους εξ αιτίας της μικρής τους εκτάσεως, ούτε πως η δυσχέρεια αυτή έχει μειωτική επίδραση στην αξία των ακινήτων, αφού άλλωστε σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, ιδιαίτερη αποζημίωση δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση αχρηστεύσεως του ακινήτου για την χρήση για την οποία προορίζεται, δηλαδή πλήρους αδυναμίας εκμεταλλεύσεως και όχι σε περίπτωση δυσχέρειας στην χρήση του.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι χάνεται η οικοδομησιμότητα των προαναφερομένων ακινήτων χωρίς όμως να διευκρινίζει: α) τις μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις των τμημάτων των ακινήτων που παρέμειναν εκτός της απαλλοτριώσεως (βάθος και μήκος προσώπου σε οδό κ.λπ.), β) τις αποστάσεις των απομενόντων τμημάτων των ίδιων ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού, γ) την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ενδίκων ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση, τόσον κατά κανόνα, όσο και κατά παρέκκλιση, με αναφορά στον χρόνο δημιουργίας των αρχικών ακινήτων και αν πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές, δ) τις δυνατότητες πρόσβασης που είχαν τα ένδικα ακίνητα προ της απαλλοτρίωσης και μετά από αυτήν προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ε) τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην αγοραία αξία τους.
Τέλος και καθ' όσον αφορά ειδικότερα στα υπό στοιχ. Ε ακίνητα δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η καλλιέργεια των ακινήτων αυτών πριν από την απαλλοτρίωση και το είδος αυτής, το είδος των ακινήτων αυτών ως ποτιστικών ή ξερικών μετά την απότμιση, ώστε να κριθεί αν πράγματι τα τμήματα που απέμειναν εξακολουθούν να είναι ή όχι επιδεκτικά της αυτής ή ανάλογης καλλιέργειας, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση και έχουν ή όχι την ίδια αποδοτικότητα που είχαν και πριν την απαλλοτρίωση και τον τρόπο που θα γίνεται στο μέλλον η καλλιέργεια των τμημάτων που απέμειναν.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν: 1) το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., παραπονούμενο ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση σημαντικής μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή ιδιαίτερης αποζημιώσεως και 2) οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, ιδιοκτήτες των με ΑΚΠ 18, 25, 26, 52, 138 και 158 ακινήτων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς τους, που αφορά στην μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων, από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), παραπονούμενοι, το μεν ότι μειώθηκε σημαντικά η αξία των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων με ΑΚΠ 18 και 138, το δε ότι η αξία των εναπομεινάντων τμημάτων των λοιπών ακινήτων τους (με ΑΚΠ 25, 26, 52 και 158) απομειώθηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται βάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται και στο Εφετείο κατά την διαδικασία προσδιορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 18 παρ. 1 ν. 2882/2001), προκύπτει άτι το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικό μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.
Κατά τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο άτι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 322/2011). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ταυτάριθμους, υπό τους αριθμούς 2, κατά το πρώτο μέρος του, και 3, λόγους της δεύτερης (85/2015) αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον καθορισμό τόσο της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, όσο και της ιδιαίτερης αποζημιώσεως των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων συστατικών και παραρτημάτων, δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα, μετ' επικλήσεως, κατωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και δη: "α) Τις τεχνικές εκθέσεις περί της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων - συστατικών - παραρτημάτων που υφίστανται εντός αυτών, καθώς και των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων και των επ' αυτών επικειμένων συστατικών και παραρτημάτων και ειδικότερα την από μηνός Φεβρουαρίου 2014 έκθεση εκτίμησης του ανεξάρτητου Πιστοποιημένου Εκτιμητή ακινήτων Γ.
Α. Κ. περί της πραγματικής αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων, τοπογραφικά διαγράμματα του Αγρονόμου -Τοπογράφου Μηχανικού Α. Μ., την από Σεπτεμβρίου 2012 τεχνική έκθεση περιγραφής της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ι. Σ., τα τοπογραφικά διαγράμματα των ακινήτων (όπως αυτά απεικονίζονται πριν και μετά την απαλλοτρίωση), τις από 13.01.2011 και με αριθμό πρωτοκόλλου Α 280961, Α 280962, Α 280963, Α 280964, Α 280965, Α 280966, Α 280967, Α 280968, Α 280969, Α 280970, Α 280971 αιτήσεις των αναιρεσειόντων προς την αρμόδια υπηρεσία (ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ./ ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.), για την εκτίμηση της απομείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους και την άρση του τεκμηρίου της αυτοαποζημίωσης και των υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτησιών.
Τις υπ' αριθμ. πρωτ. …0, …1 από 8/2/2010, …7, …8, …9, …0, …1, …2, …3, …4, …5 από 24/12/2009 αιτήσεις προς την Κτηματική Υπηρεσία Καρδίτσας για την εκτίμηση της απομείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων. Την υπ' αριθμ. Α …33 από 19-07-2012 αίτησή τους προς την αρμόδια Υπηρεσία (Υ.ΠΟ.ΜΕ.ΔΙ - ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.) για τη διόρθωση των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος, την υπ' αριθμ.
πρωτ. …4/2013 αίτηση των αναιρεσειόντων προς το Ελληνικό Δημόσιο περί της παραστάσεώς τους κατά την πραγματοποίηση αυτοψίας επί των ακινήτων τους, τις καταθέσεις των μαρτύρων τους, την έκθεση εκτίμησης απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών του ΣΟΕ για την κατασκευή της νέας εθνικής οδού Πάτρας - Πύργου - Τσακώνας στο τμήμα Αλφειός - Τσακώνα από τη χ.θ. 0+458 έως τη χ.θ. 10+178.
Την έκθεση εκτίμησης απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών του ΣΟΕ για την κατασκευή της νέας εθνικής οδού Πάτρας - Πύργου - Τσακώνας στο τμήμα Αλφειός - Τσακώνα από τη χ.θ. 10+178 έως τη χ.θ. 18+008. Την έκθεση εκτίμησης απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών του ΣΟΕ για την κατασκευή της νέας εθνικής οδού Πάτρας - Πύργου - Τσακώνας στο τμήμα Αλφειός - Τσακώνα από τη χ.θ. 75+044 έως τη χ.θ. 0+458 στα Δ.Δ.
Λαστέικων, Αγ. Γεωργίου, Πρασίνου, Πύργου Κολιρίου, Βαρβάσαινας των Δήμων Ιαρδανού και Πύργου στο Νομό Ηλείας. Την υπ' αριθμ. 196/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά στα Δημοτικά Διαμερίσματα ... του Δήμου Λαμιέων και το Δημοτικό Διαμέρισμα ...
του Δήμου ...υ του Νομού Φθιώτιδας. Την υπ' αριθμ. 210/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν στα Δημοτικά Διαμερίσματα Στίρφακας και Μοσχοκαρυάς του Δήμου ...υ και Δημοτικό Διαμέρισμα Αγ. Στεφάνου του Δήμου Ξυνιάδος του Νομού Φθιώτιδας. Την υπ' αριθμ. 101/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν στο Δημοτικό Διαμέρισμα Πουρναρίου του Δήμου Δομοκού του Νομού Φθιώτιδας για την κατασκευή της Νέας Σιδηροδρομικής Γραμμής.
Την υπ' αριθμ. 20/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν στο Νομό Ημαθίας για την κατασκευή του έργου "Οδικός άξονας στον Βέροιας - Νάουσας στο Νομό Ημαθίας Τμήμα Πατρίδα - Νάουσα". Το υπ' αριθμ. ...3/10-02-2005 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ε.
Σ.. Το υπ' αριθμ....6/21/09/2005 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κ. Ε. Λ. - Α. και την υπ' αριθ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών περί του ότι (οι αναιρεσείοντες) δεν υπείχαν καμία υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ούτε αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών δικαιούμενοι να λάβουν ακέραια και πλήρη την αποζημίωση". Υπό αυτό το περιεχόμενο οι ως άνω ερευνώμενοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του Εφετείου των προαναφερομένων εγγράφων πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σ' αυτήν γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη τόσον οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, όσον και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται τα προαναφερθέντα, άλλα με γενική αναφορά (τεχνικές εκθέσεις, τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις εκτιμήσεως αξίας ακινήτων) και άλλα με ειδική (όπως η οικονομοτεχνική μελέτη του Οικονομολόγου - Εκτιμητή Γ.
Κ. και της Αγρονόμου - Τοπογράφου - Μηχανικού Ι. Σ. και οι παραπάνω αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις), έτσι ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη τόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων των ήδη αναιρεσειόντων, όσο και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, μαζί με όλα τα προσκομισθέντα, μετ' επικλήσεως, αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του εάν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 701/2008, Α.Π 625/2008, Α.Π 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκαζε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Α.Π. 1524/2007, Α.Π. 403/2009, Α.Π. 941/2008).
Οι αναιρεσείοντες της δεύτερης (85/2015) αιτήσεως αναιρέσεως με τους ταυτάριθμους, υπό τους αριθμούς 2, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους αναιρέσεως αποδίδουν, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς, ήτοι ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της αιτήσεώς τους περί μεγαλύτερης αξίας των ακινήτων τους και περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων τους και για τα επ' αυτών επικείμενα.
Ακόμη το αναιρεσείον της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον τρίτο λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες από αυτό ισχυρισμούς, οι οποίοι κατέτειναν στην κατάλυση των αξιώσεων των αντιδίκων του και στην ολοσχερή απόρριψη των αιτημάτων τους:
α) περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων τους, λόγω της επικαλούμενης από αυτούς μειώσεως της αξίας τους, β) περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως και ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα ακίνητα με ΑΚΠ 82, 83, 84 και 85, για τα οποία η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε ολικά και γ) περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα τμήματα των ακινήτων με ΑΚΠ 80, 97 και 98, για τα οποία η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε μερικά.
Οι λόγοι αυτοί αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι (εκτός από τα υπό στοιχ. β' και γ' σκέλη του αναιρετικού λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, για τα οποία αναλυτικά θα αναφερθεί αμέσως παρακάτω), διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους αξιολόγησε αρνητικά απορρίπτοντάς τους, ως ουσιαστικά αβάσιμους.
Ειδικώς δε ως προς το υπό στοιχ. β' σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως παρέλκει η έρευνά του, μετά την παραδοχή του 1ου λόγου της αναίρεσης αυτής, ενώ ως προς το υπό στοιχ. γ' σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου σημειώνεται ότι ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί δεν προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνα που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) τα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 861/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος των ταυταρίθμων, υπό τον αριθμό 4, λόγων της δεύτερης (85/2015) αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του ως άνω άρθρου, ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της υπ' αριθμ. Φ. 1699/9694/30-1-2009 (ορθή επανάληψη) εκθέσεως εκτιμήσεως του ΣΟΕ, β) των υπ' αριθμ.
Φ. 3853/11133/7-5-2010 και Φ. 7725/12617/28-5-2013 συμπληρωματικών εκθέσεων εκτιμήσεως του ΣΟΕ και γ) της υπ' αριθμ. Φ. 12/108Β/18-3-2014 εκθέσεως εκτιμήσεως του, χωρίς να αναφέρεται κανένα από το ανωτέρω στοιχεία. Κατά συνέπειαν, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθ' όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα τόσο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, όσο και για την ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων, συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να στηρίξει την κρίση του μόνο σ' αυτά ή κυρίως σ' αυτά.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, στις δίκες για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως και ιδιαίτερης αποζημιώσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 19 παρ. 9 και 20 παρ. 6 του Κ.Α.Α.Α.). Επομένως, δεν ιδρύεται ο οπό το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω διαδικασία, λάβει υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα. Έτσι, οι ταυτάριθμοι, υπό τον αριθμό 4, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της δεύτερης (85/2015) αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δίκασε την προκειμένη υπόθεση, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, έλαβε παρά το νόμο υπόψη του τις αναφερόμενες αμέσως παραπάνω εκθέσεις εκτιμήσεως του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, τις οποίες οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν, διότι οι συντάξαντες αυτές δεν πραγματοποίησαν αυτοψία, παρότι αυτό ζητήθηκε, ούτε έλαβαν υπόψη τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες στοιχεία, με συνέπεια να μην πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση και η ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους. Η σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 21/2010).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την από 12.5.2011 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 465/2011) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), αυτό ζήτησε, εκτός άλλων, να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως ως προς το απαλλοτριούμενο ακίνητο με αριθμό Κ.Π. 88 στο ποσό των 20 ευρώ/τ.μ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν έκρινε κατά τούτο την αίτηση, δηλαδή δεν εχώρησε στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αναφορικά προς το ως άνω απαλλοτριούμενο ακίνητο, παραλείψαν να αποφανθεί επί του υποβληθέντος σχετικού αιτήματος. Επομένως, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ανωτέρω αίτηση κατά το προδιαληφθέν ειδικότερα μέρος της και, συνεπώς, ο συναφής τέταρτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 9) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ολικά ή μερικά και η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και στο ίδιο το διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο ως προς τα με αριθμούς Κ.Π. 87, 140 και 305 ακίνητα προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, καθόρισε όμως για τα ως άνω ακίνητα δύο διαφορετικές οριστικές τιμές, δεχθέν ειδικότερα ότι ".......καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων που απαλλοτριώνονται ως ακολούθως:
Α] Αξίες ακινήτων για τα οποία δεν ασκήθηκαν ανταιτήσεις: 1....... 2......... 3......4) σε 1,78 ευρώ/τ.μ. για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ......305...........10) σε 23,75 ευρώ/τ.μ. για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 87. Β] Αξίες ακινήτων για τα οποία ασκήθηκαν ανταιτήσεις, είτε κατά τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής είτε στο παρόν Δικαστήριο: 1) σε 3 ευρώ/τ.μ.
για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ.........140, 2) σε 3,50 ευρώ/τ.μ. για ιδιοκτησίες με ΑΚΠ...... 140, ......... 305......6) σε 17 ευρώ/τ.μ. για ιδιοκτησίες με ΑΚΠ......87......" (βλ. σελ. 162 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ήτοι καθόρισε την οριστική τιμή αποζημιώσεως ανά τ.μ. για το ακίνητο με ΑΚΠ 87 τα ποσά των 23,75 και 17 ευρώ, για το ακίνητο με ΑΚΠ 140 τα ποσά των 3 και 3,50 ευρώ και για το ακίνητο με ΑΚΠ 305 τα ποσά των 1,78 και 3,50 ευρώ.
Επομένως, ο συναφής πέμπτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τις τελευταίες αιτιάσεις των πρώτου και δευτέρου λόγου της δεύτερης (85/2015) αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν επιδίκασε στους αναιρεσείοντες με την δικαστική δαπάνη και τον αναλογούντα στην αμοιβή των δικηγόρων τους Φ.Π.Α. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέβαλαν τέτοιο αίτημα, ούτε με την ανταίτηση που άσκησαν με τις από 12.3.2010 προτάσεις τους, ούτε με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 464/2011 αίτησή τους, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ως άνω δικογράφων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχήν των προαναφερθέντων λόγων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τα κεφάλαιά της, που αφορούν: α) στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος και ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 82, 83, 84 και 85, όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω, κατά την διερεύνηση του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου της πρώτης (από 9.12.2015) αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, β) στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως των ακινήτων που απέμειναν μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω, κατά την διερεύνηση των συναφών:
δευτέρου λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτου λόγου της δεύτερης (από 7.12.2015) αιτήσεως αναιρέσεως, γ) στο υποβληθέν αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ως προς το απαλλοτριωθέν ακίνητο με αριθμό Κ.Π. 88, που αφέθηκε αδίκαστο, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα με αριθμούς Κ.Π. 87, 140 και 305, για τα οποία η οριστική τιμή μονάδος καθορίστηκε σε δύο διαφορετικές τιμές, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αυτής ως άνω πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (Κ.Πολ.Δικ. 183, 178 παρ. 1) και επί των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες της δεύτερης (από 7.12.2015) αιτήσεως αναιρέσεως του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 9.12.2015 και 7.12.2015 αιτήσεις αναιρέσεως.
Αναιρεί την 548/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και επί των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες της από 7.12.2015 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ