Supreme Court dismisses appeal on construction contract damages, upholding appellate court's factual assessment of defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's judgment in a construction contract dispute involving a hotel. The appellant argued that the lower court ignored evidence of structural defects and misinterpreted a contractor's extension request as an admission of fault. The court rejected this, ruling that the appellate court properly weighed all evidence and made a valid evaluative judgment rather than a diagnostic error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's decision based on the overall assessment of evidence constitutes a valid evaluative judgment and does not amount to a diagnostic error warranting retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1381/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσιφλικιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Δ. του Ν., κατοίκου ...ς Νομού Κοζάνης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούτζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 23-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και 26-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 141/2012 μη οριστική και 71/2014 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος την προσήκουσα εκ μέρους του εκτέλεση του αναληφθέντος έργου της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας (τοποθέτηση γυψοσανίδων στο ανεγερθέν ξενοδοχείο της), ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει νομιμοτόκως το εξ 27.145,27 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβή του.
Εξάλλου η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη (αντίθετη) αγωγή της, επικαλουμένη καταγγελία εκ μέρους της επίδικης εργολαβικής συμβάσεως, λόγω ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτήν ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 23.897,50 ευρώ για την θετική της ζημία, που αντιστοιχεί στις δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων του έργου και των 52.560 ευρώ για τα διαφυγόντα κέρδη της από την λειτουργία του ξενοδοχείου της, κατά το χρονικό διάστημα αποκαταστάσεως των προαναφερομένων ελαττωμάτων.
Με την πρωτόδικη απόφαση οι αγωγές συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν αμφότερες, και δη η πρώτη εξ αυτών ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και η δεύτερη ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Επί των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων μερών εκδόθηκε αρχικά μεν η υπ’ αριθμ. 141/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που διέταξε επανάληψη της συζητήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εν συνεχεία δε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την δεύτερη των συνεκδικαζομένων αγωγών ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη, υποχρεώνοντας την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, ως υπόλοιπο της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής του το χρηματικό ποσό των 14.407 ευρώ.
Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη από την εναγομένη, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.
Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011, 705/2011).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 του Α.Κ., "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή". Για το ορισμένο της εκ του άρθρου τούτου αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση του έργου στον εργοδότη.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή στην περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 Α.Κ.
της συμφωνημένης αμοιβής του (Α.Π.882/2013, 1423/2012, 346/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος για την θεμελίωση της ενδίκου αγωγής, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση υπολοίπου συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής εξέθεσε, μεταξύ άλλων και τα εξής επί λέξει:" Την 5-8-2005 συνήψα με την εναγόμενη σύμβαση έργου...Σύμφωνα με την...σύμβαση εγώ θα τοποθετούσα γυψοσανίδες στο υπό ανέγερση ξενοδοχείο της εναγομένης, υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του μηχανικού της με τις ακόλουθες τιμές ανά μονάδα:
Α)Για γυψοσανίδες της οροφής 8,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, πλαγιοκάλυψη μονή έξι (6) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τοίχος μονός 7,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τοίχος διπλής γυψοσανίδας 8 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο πλέον ΦΠΑ....Το έργο παρεδίδετο τμηματικά...η δε εναγομένη ενέκρινε το κατ’ αυτόν τον τρόπο(τμηματικά)παραδιδόμενο έργο και μου κατέβαλε κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά, έναντι της συνολικής αμοιβής, η οποία θα προέκυπτε κατά την παράδοση του έργου και μετά την από κοινού από μένα και τον επιβλέποντα, τις εργασίες, μηχανικό της εναγομένης, επιμέτρηση.
Κατά την διάρκεια του έργου προέβημεν και σε εργασίες πέραν των αναφερομένων στο συμφωνητικό, μετά από εντολή της εναγομένης...Την 16-12-2006 όταν ολοκληρώσαμε, το έργο...συμφωνήσαμε με την εναγομένη να προβούμε στην επιμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών από κοινού με τον μηχανικό της ...Πράγματι μαζί με τον μηχανικό της εναγομένης προέβημεν στην επιμέτρηση του έργου(μάλιστα οι σημειώσεις της επιμέτρησης έγιναν με γράμματα του μηχανικού) και προέκυψε το ακόλουθο αποτέλεσμα:
Α)Εργασίες οροφών 1.122,15 τ.μ Β)Εργασίες πλαγιοκαλύψεων (σημειωτέον ότι όλες ήσαν διπλές και επομένως η συμφωνηθείσα τιμή των 6 ευρώ ανά τετρ. μέτρο, προσαυξήθηκε κατά 1 ευρώ, με προφορική συμφωνία). Γ) Τοίχοι(όλοι διπλής γυψοσανίδας)708,27 τ.μ. Δ) "..." τρεχ.μέτρα 1379,70 (τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην έγγραφη συμφωνία και συμφωνήθηκε προφορικά σε 10 ευρώ ανά τρέχον μέτρο).
Ε) Μονώσεις (σε όλες τις πλαγιοκαλύψεις, σε όλα τα χωρίσματα και στις οροφές των δωματίων, που δεν περιλαμβάνονται στην έγγραφη συμφωνία και συμφωνήθηκε προφορικά σε 1,5 ευρώ ανά τετρ. μέτρο)1779,78 τ.μ. ΣΤ)Ψευδοοροφές από νίκελ 163 τ.μ (που δεν περιλαμβάνεται στην έγγραφη συμφωνία και συμφωνήθηκε προφορικά σε 3 ευρώ ανά τετρ.
μέτρο) Ζ)Τέλος μετά από εντολή της αντιδίκου "γκρεμίσαμε" και τοποθετήσαμε εκ νέου γυψοσανίδες στις τουαλέτες, διαδρόμους, τοιχοποιίες και δωμάτια..., επειδή για διάφορους λόγους αυτό κρίθηκε απαραίτητο...και η αμοιβή για τις οποίες ανέρχεται σε 3.000 ευρώ.
Συνεπώς η εναγομένη μου οφείλει από τις πιο πάνω εργασίες τα ακόλουθα ποσά: 122,15 Χ 8,5ευρώ = 9.538,27)+ (996,97 Χ 7ευρώ=6.978,79) + (708,27X8 ευρώ=5.666,6 + (1379,70 Χ 1)ευρώ = 13.797 ) + (1779, 78 Χ 1,5 ευρώ=2,669,67)+(163 Χ 3 ευρώ=489)+(3.000)=42.138,89 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% εξ ευρώ 8.006,38, ήτοι συνολικά 50.145,27 ευρώ εκ της συνολικής αυτής αμοιβής μου κατέβαλε η εναγόμενη ποσό 19.332 πλέον ΦΠΑ και συνολικά 23.000 ευρώ) και συνεπώς απομένει υπόλοιπο εξ ευρώ 27.145,27,το οποίο αρνείται ενώ οφείλει να μου καταβάλλει...ενώ εγώ ολοκλήρωσα και παρέδωσα το έργο, το οποίο ενέκρινε ο επιβλέπων μηχανικός...".
Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματος της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε και εκτελέσθηκε, το ύψος της αμοιβής και ο τρόπος υπολογισμού αυτής αναλυτικώς για κάθε επί μέρους εργασία, με αναφορά του είδους, της ποσότητος και της τιμής μονάδος και την παράδοση αυτού.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα των προβλεπομένων για την εφαρμογή τους, και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1,8 και 14 (πράγματι δε 1 και 14) Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας της ως προς το ύψος της αμοιβής και τον τρόπο υπολογισμού αυτής, τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω δε ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που επιδιώκει την θεμελίωση των ίδιων, ως άνω, αναιρετικών αιτιάσεων στην παρά την έλλειψη ικανών αποδεικτικών στοιχείων μερική παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βασίμου της αγωγής, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι αφορά την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία υπάγεται η ένδικη υπόθεση, τίθεται όμως όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που οι διάδικοι επιτρέπεται να προσκομίσουν και το δικαστήριο να λάβει υπόψη και δη τρεις κατ’ ανώτατο όριο ένορκες βεβαιώσεις δι’ εκάστη των διαδίκων πλευρών.
Σε περίπτωση προσκομιδής από ένα διάδικο μέρος περισσοτέρων ενόρκων βεβαιώσεων, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πρώτες κατά σειράν επικλήσεώς των, καθόσον οι πέραν των τριών προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσον και ως τοιούτο δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε αντίθετη δε περίπτωση το δικαστήριο υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11α’ και 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1461/2013, 1182/2012, 1103/2011, 1461/2013).
Επομένως, το Εφετείο ορθώς με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη ως υπεράριθμη την τετάρτη κατά σειρά επικλήσεως ένορκη βεβαίωση της αναιρεσείουσας και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι θα έπρεπε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ., να κληθεί η αναιρεσείουσα για να αποσύρει την υπεράριθμη ένορκη βεβαίωση και αποδίδονται, κατ’ εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ’ και 14 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Στις 5.8.2005 ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος).... συνήψε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας...ανέλαβε την τοποθέτηση γυψοσανίδων στο υπό ανέγερση ξενοδοχείο...της εναγομένης...στην περιοχή...της ...
Ν. Κοζάνης με τις ακόλουθες τιμές ανά μονάδα έργου :α) για γυψοσανίδες οροφής 8,50 ευρώ/τ.μ., β) για πλαγιοκάλυψη μονή 6 ευρώ.τ.μ., γ) για τοίχο μονό 7,50 ευρώ.τ.μ., δ) για τοίχο διπλής γυψοσανίδας 8 ευρώ.τ.μ. πλέον ΦΠΑ 19%. Η σύναψη και το περιεχόμενο της άνω εργολαβικής σύμβασης προκύπτει από το φέρον την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, το οποίο κατατέθηκε στη ΔΟΥ ...
στις 2.9.2005. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν ισχύει η άνω σύμβαση, αλλά η σύμβαση που καταρτίσθηκε λίγες ημέρες μετά και δη στις 8.8.2005, οι όροι της οποίας αποτυπώνονται στο χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό....δεν αποδείχθηκε... Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι :α) εφόσον το δεύτερο χωρίς ημερομηνία συμφωνητικό είναι νεώτερο...
θα έπρεπε με αυτό να ανακληθεί το προηγούμενο και να κατατεθεί... στη ν αρμόδια ΔΟΥ, β) στις από 29.12.2006 και από 9.1.2007....εξώδικες δηλώσεις που απέστειλε η εναγομένη στον ενάγοντα, όπως και στην δεύτερη κρινόμενη αγωγή αναφέρεται ως χρόνος σύναψης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου η 5.8.2005 και όχι η 8.8.2005, γ) όλα τα τιμολόγια αγοράς υλικών εκδόθηκαν στο όνομα της εναγομένης, ενώ ο ενάγων εξέδωσε για τις εργασίες που εκτέλεσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, δ)....
Ακριβής χρόνος παράδοσης του έργου δεν ορίστηκε στο από 5.8.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, παρά συμφωνήθηκε αυτό να εκτελείται τμηματικά, παράλληλα με τις λοιπές εργασίες ανέγερσης του ξενοδοχείου, η δε αμοιβή του εργολάβου θα καταβαλλόταν επίσης τμηματικά έναντι της συνολικής αμοιβής, η οποία θα προέκυπτε κατά την παράδοση του έργου και μετά από επιμέτρηση αυτού από τον μηχανικό της εργοδότριας εταιρίας....Ο ενάγων...ξεκίνησε αμέσως...το συμφωνημένο έργο, κατά τη διάρκεια του οποίου πέρα από τις αναφερόμενες στο από 5.8.2005 συμφωνητικό εργασίες έγιναν και πρόσθετες κατ’ εντολή της εναγομένης, όπως...
Στις 16.12.2006 το έργο ολοκληρώθηκε, προσφέρθηκε για παράδοση στην εναγόμενη, οπότε ο μηχανικός αυτής και επιβλέπων του έργου Μ. Γ. προχώρησε στην επιμέτρησή του, προκειμένου να προσδιοριστεί η τελική αμοιβή του ενάγοντος, που μέχρι τότε είχε λάβει έναντι αυτής το ποσό των 23.000 ευρώ. Σύμφωνα με την επιμέτρηση αυτή του έργου, που αποτυπώθηκε σε πρόχειρες ανυπόγραφες σημειώσεις του άνω μηχανικού, η συνολική αμοιβή που οφειλόταν στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής ανερχόταν σε 50.145,27 ευρώ, κι ως εκ τούτου, η απαίτησή του μετά τις προαναφερόμενες καταβολές των 23.000 ευρώ, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 27.145,27 ευρώ, το οποίο όμως αρνήθηκε να καταβάλει η εναγομένη με αποτέλεσμα ο ενάγων να ασκήσει εναντίον της την κρινόμενη ...
αγωγή. Η εναγομένη αρνείται ότι στις 16.12.2006 είχε ολοκληρωθεί το επίδικο έργο, πλην όμως δεν δίνει πειστική εξήγηση γιατί ο μηχανικός της προχώρησε στην επιμέτρησή του, η οποία όπως προαναφέρθηκε συμφωνήθηκε να λάβει χώρα μετά την περάτωση του έργου και κατά την παράδοσή του. Ο ισχυρισμός του ίδιου του επιβλέποντα μηχανικού του έργου Μ.
Γ., που περιλαμβάνεται στην από 23.3.2009 τεχνική έκθεσή του, ότι προχώρησε στην παραπάνω επιμέτρηση για να λάβει γνώση η εργοδότρια εταιρία εάν έπρεπε να συνεχίζει να πληρώνει τον εργολάβο που απαιτούσε χρήματα πριν την περάτωση του έργου, δεν αντέχει στη λογική... Παρότι το ... έργο περατώθηκε και περιήλθε στη σφαίρα εξουσιάσεώς της, αρνούμενη να καταβάλει την εργολαβική αμοιβή, απέστειλε στον ενάγοντα την από 29-12-2006 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία για πρώτη φορά κάνει λόγο για εκπρόθεσμη εκτέλεση του έργου, καθώς και για κακοτεχνίες και ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα που παρουσίαζε το έργο, τα οποία δεν προσδιόριζε, ζητούσε όμως την αποκατάσταση αυτών εντός δέκα ημερών, άλλως δήλωνε ότι θα προχωρούσε σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης του έργου, θα υπαναχωρούσε από αυτήν και θα διεκδικούσε κάθε θετική και αποθετική ζημιά που υπέστη από υπαιτιότητά του.
Το περιεχόμενο της εξώδικης αυτής δήλωσης αρνήθηκε ο ενάγων, με την από 2.1.2007 εξώδικη απάντησή του, στην οποία αφού εξέθετε ότι το επίδικο έργο ολοκληρώθηκε την 16-12-2006 σύμφωνα με τη σύμβαση και τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης , προσφέρθηκε δε για παράδοση αυτού κι ως εκ τούτου είναι άνευ αντικειμένου η τυχόν καταγγελία της σύμβασης έργου, δήλωνε ότι αναλάμβανε και εγγράφως την υποχρέωση να αποκαταστήσει, δύο επουσιώδεις ρωγμές που εμφανίστηκαν στην καφετέρια και στο διάδρομο του κάτω ορόφου, χωρίς να αποδέχεται ότι οφείλονται σε πλημμελή κατασκευή του έργου, εντός πέντε ημερών από την εν λόγω εξώδικο, εργασίες τις οποίες και στη συνέχεια εκτέλεσε.
Ακολούθως η εναγομένη... με την από 9.1.2007 εξώδικη δήλωσή της, αφού πάλι αορίστως επικαλέστηκε ουσιώδη ελαττώματα και κακοτεχνίες του έργου, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση έργου, ενώ στις 9.9.2008 κατέθεσε την...κρινόμενη... αγωγή της σε βάρος του ενάγοντος..., με την οποία επικαλούμενη λύση της σύμβασης έργου με την προαναφερόμενη...
καταγγελία της..., ζήτησε αποζημίωση για τη φερόμενη ζημιά που υπέστη από μη εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου και από ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα και κακοτεχνίες αυτού. Ωστόσο,...ορισμένος χρόνος παράδοσης επίδικου έργου δεν συμφωνήθηκε, αφού το έργο εκτελείτο τμηματικά και σε συνάρτηση με τις εργασίες ανέγερσης του ξενοδοχείου, ως εκ τούτου η περάτωση αυτού στις 16.12.2006, κρινόμενη με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 323 ΑΚ από τις αρχές της καλής πίστης και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη, είναι έγκαιρη.
Η ενάγουσα ... ισχυρίζεται ότι ορίστηκε ως χρόνος αποπεράτωσης του έργου ένα έτος από τη υπογραφή της σχετικής σύμβασης, δηλαδή η 5.8.2006, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός αντικρούεται... Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας... ότι το έργο δεν ήταν αποπερατωμένο γιατί είχε κακοτεχνίες και ελαττώματα τούτος είναι αβάσιμος, γιατί...το έργο θεωρείται εκτελεσμένο ακόμα κι αν έχει ελαττώματα, η ύπαρξη ή μη των οποίων θα εξετασθεί παρακάτω.
Επομένως, εφόσον το επίδικο έργο στις 16.12.2006 περατώθηκε και δεν είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ’ αυτή έργο και να καταστήσει ανενεργό το δικαίωμα του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του που ζητεί με την...
αγωγή, ενώ η λαβούσα χώρα στις 10.1.2007 καταγγελία της σύμβασης έργου, εφόσον αυτό περατώθηκε, καμμία έννομη συνέπεια δεν επέφερε. Σύμφωνα με την από Νοέμβριο 2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Χ., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος επισκέφτηκε το ξενοδοχείο της εναγομένης στις 6.11.2013, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση όλων των εργασιών ανέγερσής του που έλαβαν χώρα τον Αύγουστο του έτους 2007 και επιμέτρησε τις εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγων...ο τελευταίος προέβη συγκεντρωτικά :α) σε τοποθέτηση γυψοσανίδων οροφής 987,77 τμ, β) σε πλαγιοκάλυψη (διπλή) 406,05 τμ, γ) τοίχοι διπλής γυψοσανίδας 605,35 τ.μ.
και μονής γυψοσανίδας 47,76 τ.μ., δ) "..." 1.254,30 τ.μ. ε) μονώσεις 1308,64 τ.μ. και στ) ψευδοροφές από νίκελ 177,20 τ.μ. Η αμοιβή του εργολάβου για τις άνω εργασίες ανέρχεται :α) για τις εργασίες οροφών σε 8.396,04 ευρώ (987,77 Χ 8,50/τ.μ, β) για εργασίες πλαγιοκαλύψεων σε 2.842,35 (406,05X7) ευρώ, ενόψει του ότι ήταν διπλές και η τιμή των 6 ευρώ ανά τ.μ.
προσαυξήθηκε κατόπιν προφορικής συμφωνίας τρων διαδίκων κατά ένα ευρώ ανά τ.μ., γ) για τους τοίχους διπλής γυψοσανίδας σε 4.842,8 (605,35X8) ευρώ και για τοίχους μονής γυψοσανίδας σε 358,2 (47,76 Χ7,50) ευρώ, δ) για ..., που δεν περιλαμβάνονταν στην έγγραφη συμφωνία και προφορικά συμφωνήθηκε η αμοιβή σε 10 ευρώ ανά τ.μ. σε 12.543 (1254,30X1) ευρώ , ε) για μονώσεις σε 1.962,96 (1308,64 Χ 1,5) ευρώ και στ) για ψευδοοροφές από νίκελ που δεν περιλαμβάνονταν στην έγγραφη συμφωνία και προφορικά συμφωνήθηκε η αμοιβή σε 3 ευρώ ανά τ.μ.
σε 531,6 (177,20 Χ3) ευρώ, εκ των οποίων όμως ζητείται με την αγωγή για την εργασία τούτη το ποσό των 489 ευρώ...Επομένως η αμοιβή του ενάγοντος της πρώτης αγωγής ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 31.434,5 (8.396,04 +2.842,35 +4.842,8 +358,2+ 12.543 +1962,96 + 489) ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% ,εξ 5.972,52 ευρώ, δηλαδή 37.407 ευρώ, μετά δε την αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού των 23.000 ευρώ, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την άνω αιτία το ποσό των 14.407 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αξίωση του... ενάγοντος... έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...Κατόπιν τούτων πρέπει να ... εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ... και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των*14.407 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής...Περαιτέρω και αναφορικά με τα επικαλούμενα ελαττώματα του έργου λεκτέα είναι τα εξής...Η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής κάνει για πρώτη φορά λόγο για ύπαρξη ελαττωμάτων του έργου στις από 29.1.2006 και 9.1.2006 εξώδικες δηλώσεις της, χωρίς όμως να προσδιορίζει αυτά, ενώ τάσσει προθεσμία μόνο 10 ημερών για την αποκατάστασή τους από τον εναγόμενο.
Με τη αγωγή της κι αφού μεσολάβησαν οι από 6.2.2006 και 14.8.2007 τεχνικές εκθέσεις του Δ. Π., πολιτικού μηχανικού, που ορίστηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας από το TEE Δυτικής Μακεδονίας, τα ελαττώματα του έργου εντοπίζονται κυρίως σε ρωγμές στο μεγαλύτερο μέρος των ενώσεων μεταξύ τοίχων γυψοσανίδας και οροφών δομικών στοιχείων, οφειλόμενες σε κακή τοποθέτηση, ελλιπή στήριξη και στερέωση ορθοστατών και στο ότι τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν κακής ποιότητας.
Ο προαναφερόμενος πολιτικός μηχανικός, Δ. Π., στην πρώτη από 6.2.2006 τεχνική του έκθεση, αφού αναφέρει ότι δεν τηρήθηκαν ορισμένες προδιαγραφές τοποθέτησης των γυψοσανίδων, αποδίδει τις τριχοειδείς ρωγμές που παρουσιάστηκαν στις διάφορες επιφάνειες των γυψοσανίδων στο ότι "η αρμολόγηση έγινε πριν την σταθεροποίηση τον συνθηκών θερμοκρασίας και υγρασίας στο χώρο της εγκατάστασης" και καταλήγει ότι παρά τα προβλήματα δεν υπάρχει πρόβλημα στατικής επάρκειας, "αλλά μόνο αισθητικής".
Ωστόσο ,όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, ρωγμές υπάρχουν όχι μόνο στα σημεία ενώσεων των γυψοσανίδων , αλλά σε όλο το κτίριο και δη σε τοίχους, πατώματα και διάφορα άλλα σημεία στα οποία δεν εργάστηκε ο εναγόμενος, ώστε να μπορούν να αποδοθούν σε υπαιτιότητά του. Άλλωστε, η τοποθέτηση των γυψοσανίδων έγινε κάτω υπό τη συνεχή εποπτεία και καθοδήγηση του παραπάνω επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ στον εργολάβο για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου.
Ομοίως δεν υπάρχει ευθύνη του εργολάβου για κακής ποιότητας υλικά που χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεση του έργου, εφόσον κατά τα προαναφερόμενα, τα υλικά του έργου τα προμήθευε η ενάγουσα στον εργολάβο και ως εκ τούτου, η επιλογή της ποσότητας και της ποιότητας αυτών ήταν δική της, ο δε επιβλέπων μηχανικός ήταν γνώστης των υλικών που χρησιμοποιούνταν...Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ανέγερση του ξενοδοχείου της ενάγουσας εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Κοινοτικής Πρωτοβουλίας ...
με αρμόδια εταιρεία για την εκτέλεση αυτού, την Αναπτυξιακή Εταιρεία ... ΑΕ, η οποία και το επέβλεπε για λογαριασμό του Υπουργείου Γεωργίας, προκειμένου να προχωρήσει η χρηματοδότησή του (60% δημόσια δαπάνη επί του επιλέξιμου προϋπολογισμού και 40% συμμετοχή της ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου) . Κατά την επιτόπια επίσκεψη της ...
ΑΕ στο επίδικο έργο που έλαβε χώρα στις 30.10.2006, δηλαδή 45 ημέρες πριν την περάτωση του έργου, η εν λόγω εταιρεία σύμφωνα με το υπ. αριθμ. πρωτ....21.11.2007 έγγραφο της "πιστοποίησε τμήμα των γυψοσανίδων που περιλαμβάνονται στη εγκριτική απόφαση ένταξης στο πρόγραμμα, τις οποίες αξιολόγησε ως ορθά υλοποιηθείσες και κατέβαλε την αναλογούσα ενίσχυση".
Στο γεγονός ότι μέχρι 30.10.2006 δεν διαπιστώθηκαν ελαττώματα και κακοτεχνίες στο επίδικο έργο αναφέρεται ρητά και το υπ. αριθμ. .../31.3.2009 έγγραφο της ίδιας εταιρείας ..., στο οποίο αναγράφεται επί λέξει "τα πιθανά προβλήματα ή κακοτεχνίες που εντοπίστηκαν σε επόμενη χρονική περίοδο δεν διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή τη χρονική στιγμή της Πιστοποίησης.
Τα ανωτέρω πιστοποιούνται και από το φωτογραφικό υλικό που σας καταθέτουμε..". Επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι και η ... ΑΕ διαπίστωσε τα επίδικα ελαττώματα του έργου αναιρείται από τα άνω έγγραφα, ενώ από το πραγματικό γεγονός ότι η ... αποδέχθηκε το αίτημά της ενάγουσας για παράταση του χρονοδιαγράμματος ανέγερσης του ξενοδοχείου της κατά έξι μήνες, δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, αφού το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε στις 22.12.2006, η δε ...
μέχρι 31.3.2009 δεν γνώριζε για την ύπαρξη ελαττωμάτων, ενώ η αποδοχή του άνω αιτήματος δεν έχει να κάνει με τον απαιτούμενο χρόνο για να αποκαταστήσει η ενάγουσα τις κακοτεχνίες του εναγομένου, όπως αυτή επικαλείται, αλλά σε καθυστέρηση άλλων εργασιών ανέγερσης του ξενοδοχείου που εκτελούνταν από άλλους εργολάβους.
Εξάλλου, ο χρόνος που δόθηκε στον εναγόμενο από την ενάγουσα για να αποκαταστήσει τα επικαλούμενα ελαττώματα του έργου ήταν δέκα ημέρες και όχι έξι μήνες. Το χρονοδιάγραμμα αυτό των δέκα ημερών, που κατά την άποψη της ενάγουσας απαιτούνταν για την αντικατάσταση των επίδικων ελαττωμάτων του έργου, φέρεται να λησμόνησε αυτή, όταν άσκησε την αγωγή της, αφού ισχυρίζεται ότι εξαιτίας των ελαττωμάτων του έργου το ξενοδοχείο καθυστέρησε την έναρξη λειτουργίας του επί ένα και πλέον έτος και ζητεί διαφυγόντα κέρδη από Αύγουστο του 2006 που θα λειτουργούσε αυτό κανονικά έως και Αύγουστο του έτους 2007, αποσιωπώντας ότι μόλις τον Αύγουστο του 2007 κατασκευάστηκαν τα έπιπλα της ρεσεψιόν του ξενοδοχείου από τον Θ.
Λ., ολοκληρώθηκε η ηλεκτρολογική εγκατάσταση από τον Π. Κ., και η βαφή από τον ελαιοχρωματιστή Ε. Μ.... Μετά τις παραπάνω παραδοχές, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στη δεύτερη κρινόμενη αγωγή ελαττώματα του επίδικου έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, η αξίωση της ενάγουσας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποκαταστήσει τη φερόμενη ζημιά (θετική και αποθετική) που υπέστη από την ύπαρξη των ελαττωμάτων του έργου, είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως η εν λόγω αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την μερική ουσιαστική βασιμότητα της αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής του και την αβασιμότητα της αντίθετης αγωγής της αναιρεσείουσας, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681, 688, 689, 690, 694 και 700 του Α.Κ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως, τυγχάνει αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση σχετικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθησαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 τον αριθ.11 β’ Κ.Πολ.Δ., μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.
ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που ελήφθη υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 1058/2011, 839/2010).
Εξάλλου, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. Α.Π. 42/2002, Ολ. Α.Π. 911/2002, Α.Π. 1348/2013, 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. αιτίαση της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν, για την θεμελίωση της οποίας επικαλείται επί λέξει τα εξής: " ...Το Εφετείο προκειμένου να μορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ευθύνομαι για την επίδικη απαίτηση", έλαβε υπόψιν :
α) Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για εργασίες του αναιρεσιβλήτου, που εκτέλεσε. β)Πρόχειρες ανυπόγραφες σημειώσεις επιμέτρησης, του επιβλέποντος μηχανικού του επιδίκου έργου, Γ. Μ., οι οποίες άλλωστε είναι και ανυπόστατες, διότι είναι ανυπόγραφες, και ελλιπείς με την ρητή μνεία : "ο ενάγων εξέδωσε για τις εργασίες που εκτέλεσε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών", και "Σύμφωνα με την επιμέτρηση αυτή του έργου, που αποτυπώθηκε σε πρόχειρες ανυπόγραφες σημειώσεις του άνω μηχανικού..., η συνολική αμοιβή που οφειλόταν στον ενάγοντα, ανερχόταν σε 50.145,27 ευρώ, και ως εκ τούτου, η απαίτησή του, μετά τις προαναφερθείσες καταβολές των 23.000 ευρώ, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 27.145,27 ευρώ".
Τα επικληθέντα, όμως ανωτέρω έγγραφα-τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ουδέποτε προσκομίσθηκαν στο Εφετείο, ούτε και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως τούτο αποδεικνύεται, από τις υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, και τα οποία, ως εκθέτω, και ανωτέρω, ουδέποτε εξεδόθησαν, ούτε βεβαίως προσκομίσθηκαν, στο Εφετείο, και οι επικαλούμενες, ανωτέρω, πρόχειρες σημειώσεως επιμέτρησης, του ανωτέρω μηχανικού, Γ.
Μ., όπου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων, που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος, στην κατ’ έφεσιν δίκην, γίνεται αόριστη αναφορά, επί των εν λόγω πρόχειρων σημειώσεων επιμέτρησης, χωρίς να προσδιορίζεται το ακριβές περιεχόμενο τούτων.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψιν του, τα ως άνω έγγραφα.... υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.β’ Κ.Πολ.Δ...... Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει προεχόντως αόριστος, διότι αφ’ ενός μεν δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα τα οποία το Εφετείο ανεπιτρέπτως, κατά την αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη του, λόγω μη προσκομιδής τους από τον αναιρεσίβλητο, αφ’ ετέρου δε δεν αναφέρεται εάν τα έγγραφα αυτά ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και την έκβαση της δίκης ισχυρισμού.
Επί πλέον δε, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι η μη προσκόμιση των εγγράφων τούτων, παρά την αόριστη, κατά τα προεκτεθέντα, επίκλησή τους με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και το εντεύθεν ανεπίτρεπτο της λήψεώς τους υπόψη, προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του εν λόγω απαραδέκτου το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού και ορισμένος αν ήθελε θεωρηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, τυγχάνει αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα ως τοιαύτα, αφού ούτε τα προσδιορίζει ειδικότερα ούτε αναφέρεται στο περιεχόμενο τους, αλλά διηγηματικώς και αορίστως μνημονεύει την ύπαρξη τους ως πραγματικό γεγονός, συναγόμενο από την όλη αποδεικτική διαδικασία.
Επί πλέον δε καθόσον αφορά τις πρόχειρες ανυπόγραφες σημειώσεις, στις οποίες κατά την απόφαση αποτυπώθηκε η επιμέτρηση του επιβλέποντος μηχανικού Μ. Γ., δεν άσκησαν επίδραση στην απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου σχετικά με το ύψος της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής του και στην διαμόρφωση εντεύθεν του διατακτικού της αποφάσεως, αφού, με βάση την ως άνω επιμέτρηση και τις πρόχειρες σημειώσεις η συνολική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ανερχόταν, κατά την απόφαση, στο ποσό των 50.145,27 ευρώ, και το εναπομένον , μετά τις γενόμενες καταβολές (23.000 ευρώ), υπόλοιπο είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 27.145,27 ευρώ, ενώ το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ύψος της συνολικής αμοιβής αυτού ήταν 37.407 ευρώ και το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο και επεδίκασε ήταν 14.407 ευρώ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (Α.Π. 568/2014, 120/2011 ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" λήφθηκε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο (Α.Π. 1182/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση των ιδίων ως άνω πλημμελειών, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, ισχυριζομένη ότι το Εφετείο με την λήψη υπόψη των μη προσκομισθέντων ενώπιόν του, ως άνω, εγγράφων (τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και ανυπόγραφων σημειώσεων επιμετρήσεως) υπέπεσε και στην αναιρετική αυτή πλημμέλεια, αφού έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, υπό τις ίδιες σκέψεις και αιτιολογίες που εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω και αφορούν τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11περ.γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ή εξώδικη ομολογία (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία (εκτιμωμένη ελευθέρως, κατ’ άρθρο 352 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ.
αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (Α.Π. 1096/2014, 1606/2010, 297/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ 11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, περί ελαττωμάτων που έργου, που αναιρούσαν την εμπρόθεσμη ολοκλήρωσή του, συναγόμενη από την από 2-1-2007 εξώδικο δήλωσή του προς αυτήν ότι θα προέβαινε εντός πέντε ημερών στην αποκατάσταση των ρωγμών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προρρηθείσης εξωδίκου δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, δεν περιέχεται σ’ αυτήν ομολογία τούτου περί ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου. Αντιθέτως μάλιστα αυτός, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο που μνημονεύει ιδιαιτέρως στην απόφασή του τη συγκεκριμένη εξώδικη δήλωση, αρνήθηκε με την δήλωσή του αυτή προηγηθείσα εξώδικο δήλωση της αναιρεσείουσας περί κακοτεχνιών, ουσιωδών ελαττωμάτων και εκπροθέσμου εκτελέσεως του έργου, δηλώνοντας ότι το επίδικο έργο ολοκληρώθηκε την 16-12-2006 σύμφωνα με τη σύμβαση και τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, προσφερόμενος στην παράδοσή του και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να αποκαταστήσει, δύο επουσιώδεις ρωγμές που εμφανίστηκαν στην καφετέρια και στο διάδρομο του κάτω ορόφου χωρίς να αποδέχεται ότι οφείλονται σε πλημμελή κατασκευή του έργου.
Εξάλλου για την ίδια ως άνω δικαιολογητική αιτία είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
0 αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθησαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την εκτίμηση ή μη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1093/2014).
Περαιτέρω δε ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κυρίως επί του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει τούτο, μετά τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008, Α.Π. 896/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ και 20 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το μεν δεν έλαβε υπόψη, το δε παρεμόρφωσε το περιεχόμενο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντων εγγράφων που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού απεδείκνυαν το κατ’ ουσίαν βάσιμο της αγωγής της και το αβάσιμο αντιστοίχως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα δε υποστηρίζει ότι το Εφετείο αγνόησε παντελώς και αναιτιολογήτως την από Οκτωβρίου 2007 τεχνική έκθεση, του επιβλέποντος μηχανικού του επιδίκου έργου, Γ. Μ., ενώ παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 8-2-2006, και 14-8-2007 εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, του πολιτικού μηχανικού Π. Δ. και του από 28-12-2006 εγγράφου της ...., εταιρείας παρακολουθήσεως του προγράμματος εντάξεως του εκτελεσθέντος έργου, στο αναπτυξιακό πρόγραμμα ....
Για την θεμελίωση της τελευταίας ως άνω αιτιάσεως, εκθέτει στο αναιρετήριο, κατ’ ακριβή εδώ μεταφορά, τα εξής: "...ενώ οι ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αναφέρονται σε κακοτεχνίες του επιδίκου έργου, εξ υπαιτιότητος του αναιρεσιβλήτου, με την ρητήν μνεία στην με ημερομηνία 6-2- 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης: "Ρωγμές στις γωνίες,....
δεν εφαρμόσθηκαν οι προδιαγραφές.... οι αρμοί των γυψωσανίδων δεν έπρεπε να συμπίπτουν στην ένωση οι στρωτήρες και οι ορθοστάτες που έρχονται σε επαφή με υπάρχοντα δομικά στοιχεία έπρεπε να τοποθετηθούν πάνω σε αφρώδη αυτοκόλλητη μονοτική ταινία", και στην με ημερομηνία 14-8-2007 με την μνεία " μη ολοκληρωμένα τμήματα από γυψοσανίδες στο τουριστικό συγκρότημα στην 1η στάθμη, δεν έχει, ολοκληρωθεί η επικάλυψη της ψευδοροφής, στην 2η στάθμη, δεν έχει, ολοκληρωθεί το αλφάδιασμα του μεταλλικού σκελετού της ψευδοροφής, 15 πλάκες επικαλύψεως δεν έχουν τοποθετηθεί, στην 4η στάθμη η οροφή είναι χωρίς μόνωση ....
ο τρόπος...αντιμετώπισης των κακοτεχνιών, δεν ήτο εύστοχος, η σιλικόνη δεν εφαρμόζει πάνω από την επιφάνεια που έχει στοκαριστεί... ", το Εφετείο δέχθηκε τα καταδήλως διάφορα, και όλως αντιφατικά, δηλ. "ότι δεν υπάρχουν κακοτεχνίες του αναιρεσιβλήτου, και ότι οι κακοτεχνίες, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και ότι τις αποκατέστησε ούτος ", ενώ ούτος δεν αποκατέστησε τις κακοτεχνίες, το δε ανωτέρω έγγραφο της ...
Α.Ε., ενώ αναφέρεται σ’ αυτό, ότι χορηγεί εξάμηνη παράταση για την ολοκλήρωση του επιδίκου έργου λόγω των κακοτεχνιών του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες ουδέποτε αποκατέστησε, δεχόμενο ότι το επίδικο έργο φέρει κακοτεχνίες, διαφορετικά, δεν θα χορηγούσε την εν λόγω παράταση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, δεχόμενο καταδήλως διάφορα δηλ.
ότι η ... Α.Ε., διεπίστωσε ότι δεν υπάρχουν κακοτεχνίες στο επίδικο έργο, με αποτέλεσμα όλως εσφαλμένως, να επιδικάσει εις βάρος μου, το ποσόν των 14.407 ευρώ, και να απορρίψει την ένδικον αγωγήν μου...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την συνεκτίμηση μετά των λοιπών ρητώς αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και όλων των εγγράφων που παραδεκτώς και νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως , δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν ως άνω έγγραφο.
Περαιτέρω ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, δεν αποδίδεται στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, τουτέστιν αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων, (το, κατά την απόφαση, περιεχόμενο των οποίων δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο), αλλά εκτιμητικό τοιούτο, απόδοση δηλαδή στα ίδια έγγραφα νοήματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον η τελευταία, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ.71/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ