Supreme Court dismisses hospital's appeal against labor court ruling on employee deductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employee salary deductions. The hospital argued the lower court failed to consider specific documents and ignored its claim that deductions ceased in 1991, but the court found these arguments legally unfounded. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence and that the hospital's claims lacked factual basis, resulting in the dismissal of the appeal and an order for the hospital to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court properly considered all submitted evidence and the appellant's arguments lack factual basis or misidentify the legal grounds for the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1381/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" Ν.Π.Δ.Δ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μπουρνάζου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Αβραντίνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 986/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7096/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/9/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 27/1/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογίας) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελή ισχυρισμό επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση επί εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 986/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 69.570,72 ευρώ, το οποίο δικαιούται, ως εφάπαξ βοήθημα από το "Λογαριασμό Προνοίας ...", μετά την αποχώρησή της λόγω συνταξιοδοτήσεως από το εναγόμενο, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε και τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 2-10 -1978, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία της ως διπλωματούχος αδελφή νοσοκόμα, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα για την εργασία της τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές, μέχρι τις 3 - 10 - 2007, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Το εναγόμενο ίδρυσε το έτος 1953, με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, λογαριασμό με την επωνυμία " Λογαριασμός Προνοίας ... του Θεραπευτηρίου Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ", σκοπός του οποίου ήταν η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στις αδελφές νοσοκόμες που αποχωρούν μετά τρία τουλάχιστον έτη πραγματικής υπηρεσίας, με προαιρετική συμμετοχή των ...
νοσοκόμων, κατόπιν σχετικής υπεύθυνης δήλωσης και διακοπή της ως άνω συμμετοχής με υπεύθυνη, επίσης, δήλωση και πόρους, κυρίως, την κράτηση επί του μισθού των μετόχων .... Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η ενάγουσα υπήρξε μέτοχος του παραπάνω λογαριασμού, με την εγγραφή της, το μήνα Αύγουστο του έτους 1983, καταβάλλουσα κανονικά έκτοτε τις εισφορές της, μέχρι και το Μάρτιο του έτους 1990, οπότε το εναγόμενο διέκοψε αυθαίρετα και αντισυμβατικά την είσπραξη των γενομένων από αυτό κρατήσεων, ποσοστού 4% από τις αποδοχές της ενάγουσας υπέρ του παραπάνω Λογαριασμού και από την 1-6-1991 προέβη στο κλείσιμο αυτού με απώτερο σκοπό την αποστέρηση του δικαιώματος εισπράξεως κατά την αποχώρηση της τελευταίας από την υπηρεσία, του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό του Λογαριασμού εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος.
Τούτο δε αν και η ενάγουσα κατέβαλε μέχρι την αυθαίρετη ως άνω διακοπή τις νόμιμες κρατήσεις υπέρ του Λογαριασμού, και μέχρι τη συνταξιοδότησή της δεν υπέβαλε έγγραφη αίτηση περί διαγραφής της από το Λογαριασμό, όπως απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 3 του Κανονισμού λειτουργίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκπεφρασμένη βούληση αυτής για διαγραφή της από τον παραπάνω Λογαριασμό και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου είναι ουσία αβάσιμος.
Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι και ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η επικαλούμενη σύμβαση έπαυσε υφιστάμενη, αφού από 1 -6-1991 διακόπηκε η παρακράτηση των εισφορών και έκλεισαν τα βιβλία του λογαριασμού και δεν υφίσταται πλέον Διοικούσα Επιτροπή αυτού είναι αβάσιμος, διότι η άνω σύμβαση παροχής εφάπαξ βοηθήματος δεν μπορεί να λυθεί μονομερώς από το εναγόμενο, αλλά μόνο με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, η οποία δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση.
Κατ’ ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση του εναγομένου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι εφέσεως.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ενώ ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν επιτρέπεται, αν δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή λείπει το έννομο συμφέρον προς άσκηση αναιρέσεως από τον αναιρεσείοντα, πλην της περιπτώσεως που ο αναιρεσείων επικαλείται ισχυρισμό του αντιδίκου του ως δικαστική ομολογία, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ λόγος, υπό την προϋπόθεση ότι η ομολογία αυτή είχε προταθεί από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γίνεται σχετική μνεία στο αναιρετήριο (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (μέρη δεύτερο και τέταρτο) από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του ότι, α) η ενάγουσα είχε διαγραφεί οικειοθελώς από το " Λογαριασμό Προνοίας ... του Θεραπευτηρίου Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ από τον Απρίλιο του 1990, μη καταβάλλοντος έκτοτε και μέχρι τη συνταξιοδότησή της εισφορές και β ) η επικαλούμενη από την ενάγουσα συμφωνία για υπαγωγή της στον ως άνω Λογαριασμό έπαυσε να υφίσταται από την 1-6-1991, όταν έκλεισαν τα βιβλία του "Λογαριασμού" και έκτοτε δεν υφίσταται Διοικούσα Επιτροπή.
Ο λόγος αυτός κατά τα ως άνω μέρη είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου και τους απέρριψε κατ’ ουσίαν. Το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση υπ’ αριθμ.
πρωτ. ... από 20-1-2010 βεβαίωση του νοσοκομείου, σύμφωνα με την οποία "Στην ανωτέρω υπάλληλο γίνονταν κρατήσεις για το Ταμείο Προνοίας του Θεραπευτηρίου από τον Αύγουστο του 1983 έως και τον Μάρτιο του 1990..." κατ’ ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμ.. 8 ) είναι επίσης αβάσιμο, καθόσον από τη ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμηση τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της ως άνω αποφάσεως αναντίρρητα προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ως άνω έγγραφο.
Η προβαλλόμενη με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι από την 1-6-1991 το αναιρεσείον έπαυσε να δέχεται τις κρατήσεις από τις μηνιαίες αποδοχές της, με την επίκληση του άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως απαράδεκτη καθόσον αναφέρεται σε ισχυρισμό του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι το αναιρεσείον διέκοψε αυθαίρετα και αντισυμβατικά την είσπραξη των γενομένων από αυτό κρατήσεων ποσοστού 4% από τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης από το Μάρτιο του 1990 και ότι απώτερος σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν η οριστική αποστέρηση του δικαιώματος είσπραξης του εφάπαξ βοηθήματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ως άνω πράγματα αλλά και τα λοιπά συγκροτούντα της βάσης της αγωγής πράγματα από το ρητά αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό μέσο, ήτοι τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Μετά από αυτά θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2014 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ -ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" για αναίρεση της 7096/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ