Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing insufficient reasoning for non-application of specific contract law articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance of Thessaloniki's judgment. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning for not applying Articles 542 and 549 of the Civil Code regarding defective goods. The court rejected this claim, stating that the lower court's decision was based on clear facts showing the goods were useless due to missing properties, rendering those specific articles inapplicable. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 542 and 549 of the Civil Code; The court held that the non-application of specific contract law provisions regarding defective goods is not arbitrary when the lower court has clearly established that the goods were rendered useless by missing properties, thereby eliminating the need for such legal application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1381/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Αλεξανδρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "FRUTRU INC" (ΦΡΟΥΤΡΟΥ ΙΝΣ), που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ηλιόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Μαρτίου 2006 και 3 Ιανουαρίου 2008 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10306/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 376/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 1340/2011 διορθωτική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2915/2001, η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων που διαμένουν στο εξωτερικό, για τη συζήτηση ενδίκου μέσου, είναι ενενήντα ημέρες. Το εκπρόθεσμο της κατά το ανωτέρω άρθρο κλήτευσης του διαδίκου, το οποίο καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισης αυτού, υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., συντρέχει μόνο στην περίπτωση που επακολούθησε συζήτησης της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία κλητεύθηκε να παραστεί ο διάδικος εκπρόθεσμα, όχι όμως και για την μεταγενέστερη της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου, κατά την οποία ο διάδικος κλητεύθηκε για να παραστεί νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία με έδρα τις ΗΠΑ, με τις έγγραφες από 11-10-2012 προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού προβάλλει το απαράδεκτο της συζήτησης της προκειμένης υπόθεσης, επικαλούμενη ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2012, επιδόθηκε σ' αυτήν εκπροθέσμως την 21-8-2012, δηλαδή μόνο 72 ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και όχι 90 ημέρες που προβλέπεται στο νόμο. Η ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης είναι προεχόντως απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας και τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο ματαιώθηκε, η δε αναιρεσείουσα που επισπεύδει την συζήτηση με την από 30-11-2012 αίτηση-κλήση της επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (13-05-2013), αντίγραφο δε αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε προς τον διορισθέντα ενώπιον του Αρείου Πάγου αντίκλητο της αναιρεσίβλητης δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Ηλιόπουλο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 477Γ'/21-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .
Το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η ένσταση είναι απαράδεκτη εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Και ναι μεν, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως στα πλαίσια του παραδεκτού της αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), τη νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 73 ΚΠολΔ), καθώς επίσης και αν οι διάδικοι παρίστανται δια δικηγόρου δυνάμει νομίμως χορηγηθέντος σ' αυτόν πληρεξουσίου εγγράφου (άρθρα 94 επ.
ΚΠολΔ), με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του υλικού της αναιρετικής δίκης, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, όχι όμως και αν έπαυσαν να νομιμοποιούνται ως διάδικοι επειδή συνέτρεξαν ειδικοί προς τούτο λόγοι, και οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο δεν έχουν χορηγήσει στον παριστάμενο δικηγόρο σχετικό πληρεξούσιο.
Στην υπόψη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία "Μ. Α.Ε." με τις από 16-5-2013 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στην γραμματεία του δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, ήτοι τρεις ημέρες μετά την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης (13-5-2013), προβάλλει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία "FRUTRU INC", δεν νομιμοποιείται παθητικά ως διάδικος, διότι από 16-6-2009 έχει ανακληθεί από τις αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ και επομένως, κατά το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω ελληνικό δικονομικό δίκαιο, δεν έχει ικανότητα διαδίκου, αλλά λογίζεται υφισταμένη μόνο για το στάδιο της εκκαθαρίσεως, συνεπεία δε τούτου δεν εκπροσωπείται από την πρώην νόμιμο εκπρόσωπό της C.
A., η οποία χορήγησε το σχετικό πληρεξούσιο στον παρασταθέντα δικηγόρο της, ώστε να μην υφίσταται νόμιμη εκροσώπηση της πράγματι διαδίκου εταιρίας, δηλαδή της τελούσας υπό εκκαθάριση παρισταμένης, οι εκκαθαριστές της οποίας έπρεπε να χορηγήσουν στον παρασταθέντα δικηγόρο σχετική πληρεξουσιότητα. Η ένσταση, όμως, αυτή (εκτιμώμενη ως τοιαύτη περί απαραδέκτου συζητήσεως της εν λόγω αναίρεσης), έτσι όπως προβλήθηκε, είναι προεχόντως απαράδεκτη.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537 και 540 Α.Κ., όπως αυτά ισχύουν μετά το νόμο 3034/2002,αν ο αγοραστής υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που του προσέθεσε ο ίδιος, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε.
Ο πωλητής επιστρέφει το τίμημα με τόκο, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα (άρθρο 547 παρ. 1 ΑΚ). Το δικαίωμα υπαναχώρησης (αναστροφής) είναι διαπλαστικό και ασκείται είτε με άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή είτε με την άσκηση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 20-03-2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ιστορούσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: Ότι δραστηριοποιείται στο χώρο της εισαγωγής και εμπορίας συσκευασμένων τροφίμων με έδρα στις ΗΠΑ και το Μάρτιο του έτους 2005 συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία παραγωγής και εμπορίας ζαχαρωδών, που εδρεύει στην Ελλάδα (…), σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε να της πωλήσει και να της αποστείλει στις ΗΠΑ τρία (3) εμπορευματοκιβώτια μαρμελάδων σε ατομικές συσκευασίες.
Ότι η εν λόγω παραγγελία αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, που διατυπώθηκε στην από 17-12-2004 έγγραφη συμφωνία τους, αφού προηγουμένως είχε εξετάσει τα δείγματα των προς πώληση προϊόντων, τα οποία η εναγομένη της είχε αποστείλει στις ΗΠΑ, και τα οποία βρήκε κατάλληλα για το είδος της εμπορίας που σκόπευε να ασκήσει και για τα οποία η εναγομένη τη διαβεβαίωσε ότι είναι σε θέση να παράγει και να της αποστέλλει στις ΗΠΑ προϊόντα της ίδιας ακριβώς ποιότητας και των ίδιων φυσικών ιδιοτήτων.
Ότι το συμφωνηθέν τίμημα της εν λόγω πώλησης ορίσθηκε σε 49.013 δολάρια ΗΠΑ, τα οποία καταβλήθηκαν στην εναγομένη σε δύο δόσεις, την 15-5-2005 και την 27-10-2006, αντίστοιχα. Ότι η επίδικη παραγγελία έφτασε στις ΗΠΑ στις 18-7-2005, όπου μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων και ενώ ήδη είχε παραδώσει ένα από τα εμπορευματοκιβώτια σε τρίτη εταιρεία προς διοχέτευση στην αγορά, διαπιστώθηκε ότι αυτά δεν ήταν της ίδιας ποιότητας με τα δείγματα που είχαν αποσταλεί προηγουμένως και συγκεκριμένα, ενώ τα δείγματα μαρμελάδας, περιείχαν πραγματικό φρούτο σε ποσοστό 45%, καθώς και κομμάτια φρούτου, είχαν σκούρο χρώμα, πηχτή μορφή, δεν περιείχαν υγρά και είχαν παχύρρευστη υφή, τα πωληθέντα προϊόντα είχαν σχεδόν υγρή μορφή, με πολύ ανοιχτό-διαφανές χρώμα και περιείχαν λίγο ή καθόλου φρούτο, ώστε να είναι εντελώς ακατάλληλα προς χρήση, επί πλέον δε ήταν και λιποβαρή, αφού κάθε ατομική συσκευασία στην οποία αναγράφεται ότι είναι 14 γραμμάρια, περιείχε τουλάχιστον 2 γραμμάρια λιγότερο προϊόν.
Ότι, κατόπιν αυτών και αφού η εναγομένη δεν προέβη σε καμιά διευθέτηση παρά την άμεση ειδοποίησή της για την έλλειψη των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και ακαταλληλότητα των παραδοθέντων σ' αυτήν προϊόντων, με την από 5-1-2006, εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23-1-2006, άσκησε το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από την μεταξύ τους σύμβαση, καλώντας την να παραλάβει τα πωληθέντα προϊόντα και να της επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα και τα έξοδα στα οποία, λόγω της σύμβασης, είχε υποβληθεί και τα οποία ανέρχονται, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, στο ποσό των 25.636,62 δολαρίων ΗΠΑ, αλλά η εναγομένη αρνείται.
Με βάση το ιστορικό αυτό (στα πλαίσια του ερευνόμενου αναιρετικού λόγου) ζητεί, να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της γενόμενης εκ μέρους της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης και λυθείσης αυτής να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία να της καταβάλει α) το, ισότιμο σε ευρώ, εκ 49.013 δολαρίων ΗΠΑ, τίμημα, κατά την ημέρα συζήτησης της αγωγής, άλλως κατά την ημέρα εξόφλησης (πληρωμής) και β) το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 25.636,62 δολαρίων ΗΠΑ, κατά την ημέρα συζήτησης της αγωγής, άλλως κατά την ημέρα της εξόφλησης (πληρωμής), τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από το χρόνο της δαπάνης, άλλως από την επομένη της λήψης από την εναγομένη της εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αναφορικά με την κύρια βάση αυτής που στηρίζει το αίτημά της στη συμβατική ευθύνη της εναγομένης από την πώληση, ενόψει της κατά τα άνω ασκηθείσης από την ενάγουσα υπαναχώρησης, ως προς την οποία προβάλλεται αιτίαση για την ερευνόμενη αναιρετική πλημμέλεια (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη, αφού με πληρότητα προσδιορίζονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης από την αιτία αυτή.
Ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή: α) η σύναψη σύμβασης με την εναγομένη για πώληση ορισμένου πράγματος και η περιγραφή του πράγματος β) ο τόπος και ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, γ) το συμφωνημένο τίμημα και η καταβολή του στην εναγομένη-πωλήτρια, δ) η γενόμενη παράδοση του πράγματος από την πωλήτρια, ε) η έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο υπήρχε αυτή, στ) η δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας από τη σύμβαση, ζ) η ζημία που υπέστη και το ύψος της αποζημίωσης και η) ορισμένο αίτημα με το οποίο η ενάγουσα ζητεί, να αναγνωρισθεί ότι, εξ αιτίας της υπαναχώρησης, έχει λυθεί η σύμβαση πωλήσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη πωλήτρια να της επιστρέψει το τίμημα με τόκο, τα έξοδα πώλησης και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα (άρθρο 547 ΑΚ).
Είναι δε σαφής ο προσδιορισμός του τόπου κατάρτισης της σύμβασης πωλήσεως με την αποδοχή αυτής από την πωλήτρια που έγινε στη Θεσσαλονίκη, αφού προηγήθηκε η αποστολή και έγκριση από την αγοράστρια των δειγμάτων του πωληθέντος προϊόντος, ενώ αρκούσε για την περιγραφή του πωληθέντος πράγματος, ποσοτικά και ποιοτικά, και τον προσδιορισμό του τιμήματος, η αναφορά που γίνεται στην αγωγή, ότι η πώληση αφορούσε "τρία εμπορευματοκιβώτια με ατομικές μερίδες μαρμελάδας συσκευασμένες σε μικρά κουτιά, διαφόρων γεύσεων της αυτής ποιότητος και χαρακτηριστικών με τα δείγματα της εναγομένης που της είχε προμηθεύσει", αντί συνολικού τιμήματος 49.013 δολαρίων ΗΠΑ για την συγκεκριμένη παραγγελία.
Ομοίως, σαφώς προσδιορίζεται στην αγωγή, ο χρόνος διαπίστωσης της έλλειψης της συνομολογηθείσης ιδιότητος του πωληθέντος προϊόντος, ο οποίος ανάγεται στο χρόνο της παράδοσης των εμπορευμάτων στην αγοράστρια, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η τελευταία, ενώ αρκούσε για το ορισμένο αυτής η αναφορά του ποσού μιας εκάστης των δαπανών και εξόδων στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα στα πλαίσια της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως και η αιτία προέλευσης αυτών.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υιοθετώντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω βάση της, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, και επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως τα τρία τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 § 1 του ν. 3043/2002, που κατά το άρθρο 14 αυτού άρχισε να ισχύει από 21.8.2002, οπότε ο νόμος αυτός δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α' 192), προκύπτει ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητος, δικαιούται, κατ' επιλογήν του, είτε να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.
Στην περίπτωση της ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητος σύμφωνα με το άρθρο 543 ΑΚ, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα παραπάνω δικαιώματα (άρθρο 540 ΑΚ), να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους, ενώ το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή.
Ως "πραγματικό ελάττωμα" χαρακτηρίζεται η ατέλεια του πράγματος που αφορά στην ιδιοσυγκρασία ή την κατάσταση του πωληθέντος πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή και έχει αρνητική επίδραση πάνω στην αξία ή τη χρησιμότητά του. Η προς το χειρότερο δηλαδή παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, η οποία οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής ή συσκευασίας καθώς και στη χρησιμοποίηση κακής ποιότητας υλικών και η παρέκκλιση αυτή έχει ως συνέπεια, ανεξάρτητα από την αιτία που την προκαλεί, την αρνητική επίδραση επί της αξίας του πράγματος ή της χρησιμότητας αυτού ενόψει των συμφωνηθέντων με τη σχετική σύμβαση πωλήσεως, ανεξάρτητα από το αν ήταν φανερά ή όχι, ή εάν τα γνώριζε ή όχι ο πωλητής.
Εξάλλου, ως "ιδιότητα του πράγματος" θεωρείται όχι μόνον κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα του πράγματος αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία από το είδος και τη διάρκειά της επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή στη χρησιμότητα του πράγματος. Συνομολόγηση ιδιότητος του πωληθέντος πράγματος κατά την έννοια των πιο πάνω άρθρων υπάρχει, όταν ο πωλητής προέβη σε δήλωση που έγινε αποδεκτή από τον αγοραστή, η οποία έχει ως περιεχόμενο την ύπαρξη ορισμένων και συγκεκριμένων τεχνικών ιδιοτήτων ή προσόντων του αντικειμένου της συμβάσεως και την ανάληψη ευθύνης του δηλούντος για την ύπαρξη των ιδιοτήτων αυτών και τις συνέπειες της ελλείψεώς τους.
Έτσι, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητος ο αγοραστής δικαιούται, κατ' επιλογήν του, να απαιτεί χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο και αυτό εφόσον είναι δυνατόν και δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, ή απαιτεί μείωση του τιμήματος, ή μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης, είναι διαπλαστικό δικαίωμα (ΑΠ 1373/2006), ασκείται κατ' αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αλλά και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (άρθρα 389 επ.
ΑΚ). Δηλαδή, η σύμβαση της πώλησης ανατρέπεται αναδρομικά, ο πωλητής επιστρέφει το τίμημα με τόκο, από το χρόνο καταβολής του, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και ότι ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα και στη θέση του υπεισέρχονται οι ενοχικές αξιώσεις που προσδιορίζει το άρθρο 547 του ΑΚ. Ωστόσο, είναι αυτονόητο, ότι για να χωρήσει και λειτουργήσει η υπαναχώρηση αυτή, η οποία ανατρέπει τη σύμβαση εξ υπαρχής, πρέπει να πρόκειται για ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα και όχι επουσιώδες, καθόσον στην τελευταία περίπτωση ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 ΑΚ και ειδικότερα το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για αναστροφή της καταρτισθείσης πωλήσεως, να επιδικάσει μόνον μείωση του τιμήματος, εάν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την αναστροφή βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμόν χρήση του και εάν η από την αναστροφή της πωλήσεως επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια του αγοραστή από την αναστροφή (ΑΠ 742/2004). Εξάλλου, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (Ολ.ΑΠ 969/1973). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητος του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης από αδικοπραξία του πωλητή θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος ή η έλλειψη της συνομολογηθείσης ιδιότητος κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον αγοραστή αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συνομολογηθείσης ιδιότητος του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή (ΑΠ 1190/2007, ΑΠ 25/1998).
Πρόκειται, δηλαδή, για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή αποτελεί και αδικοπραξία χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης. Από τις δύο αυτές αξιώσεις για αποζημίωση, η πρώτη στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις περί πωλήσεως και η δεύτερη στην αδικοπραξία με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Στην περίπτωση δε της συρροής αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση όλων, αφού η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν με αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία (άρθρα 299, 932 ΑΚ), οπότε σώζονται μόνον ως προς αυτό.
Τέλος, δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, γιατί και αυτό είναι φορέας εννόμων αγαθών, του οποίου η προσβολή αποτελεί αδικοπραξία. Έτσι αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρίες, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 376/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ των διαδίκων εταιριών, στις 17-12-2004, καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία (παρουσίαση και καταμερισμός συμφωνίας, όπως αναφέρουν οι διάδικοι σ' αυτήν), με την οποία η εταιρία με την επωνυμία "Μ.
Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα) όρισε και διόρισε την εταιρία με την επωνυμία "Frutru Inc" (ήδη αναιρεσίβλητη), ως αποκλειστικό αντιπρόσωπο και διανομέα της στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, τον Καναδά και τα Παρθένα νησιά των ΗΠΑ, με την άδεια να αγοράζει όλα τα επώνυμα προϊόντα της πρώτης (καφέ, χαλβά, μαρμελάδα κ.λ.π.) και να επαναπωλεί σε εμπόρους στις παραπάνω περιοχές.
Η χρονική διάρκεια της συμφωνίας ορίστηκε αρχικά για δέκα έτη, η πληρωμή όλων των παραγγελιών προβλέφθηκε να γίνεται σε δολάρια Αμερικής, ενώ η πωλήτρια εταιρία (Μ. Α.Ε.) θα διατηρούσε την ασφάλεια αστικής ευθύνης των προϊόντων στο ποσό των 900.000 ευρώ τουλάχιστον και θα χορηγούσε στην αγοράστρια εταιρία (Frutru) απόδειξη μίας τέτοιας ασφάλειας.
Η εταιρία με την επωνυμία "Frutru Inc" δραστηριοποιείται στην εμπορία και εισαγωγή συσκευασμένων τροφίμων και έχει την έδρα της στο ... των ΗΠΑ. Σε υλοποίηση της συμφωνίας αυτής η εταιρία με την επωνυμία "Frutru Inc" παρήγγειλε, έναντι τιμήματος 49.013 δολαρίων ΗΠΑ, τρία containers, με ατομικές μερίδες μαρμελάδας με ανάμεικτες γεύσεις, οι οποίες θα έφεραν την ετικέτα της (Frutru).
Πριν από την κατάρτιση της συμφωνίας, αλλά και κατά τη διάρκεια παραγωγής των παραγγελθέντων μερίδων μαρμελάδας, η αγοράστρια εταιρία είχε παραλάβει δείγματα μαρμελάδας, με την ετικέτα Regina, τα οποία η ίδια τα θεώρησε ικανοποιητικά και τα είχε διαθέσει σε πελάτες της για δοκιμή, μεταξύ των οποίων και η εταιρία SYSKO, η οποία ως μεγάλη εταιρία χονδρικού εμπορίου τροφίμων είχε αναλάβει να προωθήσει περαιτέρω τα προϊόντα, η δε πωλήτρια είχε διαβεβαιώσει την αγοράστρια ότι θα της πωληθούν και θα της παραδοθούν ατομικές μερίδες μαρμελάδας ίδιας ακριβώς ποιότητας με τα δείγματα που είχαν ήδη δοκιμαστεί.
Το παραπάνω τίμημα της πώλησης καταβλήθηκε από την αγοράστρια ολόκληρο στην πωλήτρια σε δύο δόσεις από τις οποίες, η πρώτη, ποσού 20.000 δολαρίων ΗΠΑ, καταβλήθηκε με δύο επιταγές, με ημερομηνία 10-5-2005, ποσού 10.000 δολαρίων ΗΠΑ η καθεμία, που εισπράχθηκαν από την πωλήτρια εταιρία πριν από την παραλαβή των προϊόντων από την αγοράστρια, και η δεύτερη, ποσού 29.013 δολαρίων ΗΠΑ, καταβλήθηκε, σε αυτήν με πίστωση (litter of credit) μέσω τράπεζας των ΗΠΑ (Commerce Bank) στις 27-10-2006.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, η δεύτερη δόση του τιμήματος της πώλησης (29.013 δολάρια ΗΠΑ) καταβλήθηκε στην πωλήτρια, παρά τις αντιρρήσεις της αγοράστριας προς την πληρώτρια τράπεζα και το σχετικό από 6-10-2005 αίτημά της προς αυτήν (τράπεζα), με το οποίο ζητούσε την μη καταβολή του ποσού αυτού στην πωλήτρια εταιρία, εξαιτίας της γενόμενης υπαναχώρησης, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν, καθώς η τράπεζα είχε ήδη εκδώσει ισόποση πιστωτική επιστολή, από 29-6-2005, υπέρ της πωλήτριας, με χρέωση του λογαριασμού της αγοράστριας, την οποία, όπως εμφαίνεται από το από 27-10-2005 έγγραφο της τράπεζας, δεν μπορούσε να ανακαλέσει.
Η αγοράστρια εταιρία παρέλαβε την παραπάνω παραγγελία, στις 19-7-2005, από το λιμάνι Πόρτ Ελίζαμπεθ των ΗΠΑ και τα δύο από τα containers τα μετέφερε στις αποθήκες της, ενώ το τρίτο το απέστειλε στην εταιρία SYSKO για περαιτέρω προώθηση και διάθεση στους πελάτες της. Κατά την εξέταση όμως των προϊόντων που παραδόθηκαν στην αγοράστρια εταιρία, η οποία έγινε αμέσως μετά την αποθήκευση αυτών, διαπιστώθηκε ότι οι ποσότητες μαρμελάδας που παραδόθηκαν δεν είχαν τις συμφωνημένες ιδιότητες και ήταν σαφώς υποδεέστερη από κάθε άποψη [εμφάνιση, πυκνότητα, υφή (δυνατότητα άλειψης), περιεχομένου στερεών φρούτων και πυκνότητα] σε σύγκριση με τα αρχικά προμηθευθέντα δείγματα με την ετικέτα Regina, που είχαν αποσταλεί και εξεταστεί.
Ειδικότερα, ενώ τα δείγματα μαρμελάδας, περιείχαν πραγματικό φρούτο σε ποσοστό 45%, καθώς και κομμάτια φρούτου, είχαν σκούρο χρώμα, πηχτή μορφή και δεν περιείχαν υγρά, οι πωληθείσες μαρμελάδες είχαν πολύ χαμηλή πυκνότητα (νερουλές), περιείχαν λίγα ή καθόλου στερεά (κομμάτια φρούτου), αν και στη συσκευασία αναγραφόταν ότι η περιεκτικότητα σε φρούτο ήταν 45%, και σε μη ρευστοποιημένη μορφή, σαν είδος ζελέ σε σχεδόν υγρή μορφή.
Επιπρόσθετα, το προϊόν δεν είχε γεύση φρούτου, είχε πολύ αχνό, σχεδόν διαφανές χρώμα και η υφή και η περιεκτικότητά του δεν ήταν η ίδια με τα δείγματα, ενώ κάθε ατομική συσκευασία ήταν λιποβαρής, καθώς περιείχε ποσότητα μαρμελάδας δώδεκα με δεκατρία γραμμάρια από αυτήν των δεκατεσσάρων γραμμαρίων που αναγραφόταν στη συσκευασία.
Οι ελλείψεις αυτές προκύπτουν, από την από 19-12-2005 εργαστηριακή έκθεση του εργαστηρίου Libra Laboratoris Inc (βλ. και φωτογραφική απεικόνιση), από την από 28-4-2006 συμπληρωματική έκθεση της ίδιας εταιρίας, που προσκομίζονται σε επικυρωμένη μετάφραση, σύμφωνα με τα συμπεράσματα των οποίων τα προϊόντα ήταν λιποβαρή και πολύ κατώτερης ποιότητας από τα δείγματα, ήταν χαμηλής περιεκτικότητας ή δεν είχαν καθόλου φρούτο, αντίθετα, αντί για περιεκτικότητα 45% σε φρούτο, περιείχαν χημικά υποκατάστατα ή σιρόπι φρούτου, είχαν υγρή μορφή και το υλικό τους δεν ήταν συμπαγές, αλλά και από τα έγγραφα συνεργαζόμενων με την αγοράστρια εστιατορίων στα οποία παραδόθηκε μέρος του προϊόντος, καθώς από την από 30-1-2006 επιστολή της εταιρίας SYSKO, με την οποία αυτή δηλώνει ότι επιστρέφει τα προϊόντα ως ελαττωματικά, γιατί δεν είναι δυνατή η διάθεσή τους λόγω της πολύ χαμηλής τους ποιότητας, που διέφερε εντελώς από εκείνη των δειγμάτων.
Ο ισχυρισμός της πωλήτριας εταιρίας ότι δεν συμφωνήθηκε όρος σχετικά με την περιεκτικότητα της μαρμελάδας σε φρούτο σε ποσοστό 45%, αλλά ότι απλά υπήρχε υπόμνηση της αγοράστριας για περιεκτικότητα σε φρούτο, ποσοστού 30%, κρίνεται απορριπτέος, καθώς από τη χημική ανάλυση των πωληθέντων και τη σύγκρισή τους με τα προηγηθέντα της παραγγελίας δείγματα, προκύπτει σαφώς ότι τα πρώτα υπολείπονταν σε περιεκτικότητα φρούτου σε μεγάλο ποσοστό, η δε πωλήτρια δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι τα πωληθέντα συμφωνήθηκε να είναι διαφορετικής ποιότητας από τα δείγματα, ο δε εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας, κατά την κατάθεσή του, ουσιαστικά συνομολόγησε τη συμφωνία για την περιεκτικότητα φρούτου σε ποσοστό 45%, αν και, κατά τους ισχυρισμούς του, η αγοράστρια είχε ζητήσει περιεκτικότητα φρούτου μόλις 30%, χωρίς να εξηγεί όμως γιατί η πωλήτρια προχώρησε, χωρίς συμφωνία, στην αύξηση της περιεκτικότητας σε φρούτο, χωρίς αντίστοιχη αύξηση και της τιμής.
Η επίκληση από την πωλήτρια εταιρία έγγραφης υπόμνησης της αγοράστριας για την περιεκτικότητα σε φρούτο αφορά στο προσκομιζόμενο από 16-6-2004 φαξ, που συντάχθηκε ιδιόχειρα και στο οποίο προτείνονται ορισμένα χαρακτηριστικά των προϊόντων, που, σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η αγοράστρια επρόκειτο να παραγγείλει.
Στο έγγραφο αυτό γίνεται αναφορά και στην τιμή του προϊόντος, η οποία, όπως αναφέρεται, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το όνομα, η ποιότητα, η συσκευασία, ως επιθυμητή δε (τιμή) αναφέρεται αυτή των 4,25 δολαρίων ανά κιβώτιο, πλην όμως στο τέλος αυτή συμφωνήθηκε στο ποσό των 4,75, 5,5 και 4,95 δολαρίων, ανά κιβώτιο, ανάλογα με το είδος της μαρμελάδας και την περιεκτικότητα αυτής σε φρούτο.
Η αγοράστρια μόλις ανακάλυψε την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων στις παραληφθείσες ποσότητες μαρμελάδας, επικοινώνησε με την πωλήτρια και ζήτησε τη διευθέτηση του προβλήματος, ο δε γενικός διευθυντής της μετέβη στις εγκαταστάσεις της πωλήτριας στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διευθετήσει το πρόβλημα με το φορτίο των προϊόντων της πρώτης παραγγελίας, το οποίο η πωλήτρια υποσχέθηκε να αποκαταστήσει με την δωρεάν αποστολή ενός νέου φορτίου μαρμελάδας, πλην όμως δεν το έπραξε.
Για το λόγο αυτό, ακολούθησαν και οι από 3 και 24-10-2005 επιστολές της αγοράστριας εταιρίας, με τις οποίες αυτή διαμαρτύρονταν για την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων, το κόστος της ζημίας που υπέστη, καθώς και για την έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης των προϊόντων που είχαν αποσταλεί, αφού, ρητά, όπως προαναφέρθηκε, η πωλήτρια εταιρία είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη αυτών, ζητούσε δε, με την τελευταία των άνω επιστολών, ενόψει του ότι είχε καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα, την αναθεώρηση της στάσης της πωλήτριας, διαφορετικά η αγοράστρια θα επέλεγε τη δικαστική οδό.
Η αγοράστρια, με την από 31-10-2005 επιστολή της, χωρίς να αμφισβητήσει τις παραπάνω ελλείψεις, εξέφρασε την επιθυμία της να συνεχιστεί η μεταξύ τους συνεργασία και υποσχέθηκε έκπτωση 15%, με νέο δελτίο αποστολής, στην τιμή των προϊόντων της νέας παραγγελίας, καθώς και επιπλέον έκπτωση 1900 δολαρίων, προκειμένου να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση για την ασφαλιστική κάλυψη διακίνησης των προϊόντων της πρώτης παραγγελίας, χωρίς όμως να πράξει οτιδήποτε.
Εξ αιτίας της εν λόγω συμπεριφοράς της πωλήτριας εταιρίας η αγοράστρια με την από 5-1-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε στην πωλήτρια στις 23-1-2006, όπως προκύπτει από την με αριθ. 11407Δ/23-1-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την παραπάνω σύμβαση και κάλεσε την πωλήτρια να παραλάβει τα πωληθέντα, λόγω έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων, να της επιστραφεί το καταβληθέν τίμημα με τόκο και να της αποδοθούν οι δαπάνες στις οποίες εξ αιτίας της σύμβασης πωλήσεως υποβλήθηκε.
Η πωλήτρια εταιρία, με την από 2-2-2006 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της αγοράστριας στις 10-2-2006, όπως προκύπτει από την με αριθ. 10317Β/10-2-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., απέκρουσε ως άκυρη την παραπάνω δήλωση υπαναχώρησης, αρνούμενη, για πρώτη φορά, την έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων των παραπάνω προϊόντων της.
Έτσι, τα πωληθέντα προϊόντα παρέμειναν στις αποθήκες της αγοράστριας εταιρίας, πλην όμως, λόγω της ακαταλληλότητάς τους για περαιτέρω διάθεση στην αγορά, εξ αιτίας των ελαττωμάτων τους, αλλά και επειδή ως αναλώσιμα (μαρμελάδες), με ημερομηνία λήξης την 14-12-2006, κατέστησαν μηδενικής αξίας, παραδόθηκαν από την αγοράστρια, δωρεάν, μετά τη λήξη τους, στην εταιρία με την επωνυμία Discount Shopping Channels, όπως προκύπτει από το με αριθ. 1590/17-6-2007 τιμολόγιο.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι δικαιολογημένα και νόμιμα η αγοράστρια εταιρία άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 540 του ΑΚ. Με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ανατράπηκε αναδρομικά η σύμβαση πωλήσεως των προαναφερόμενων προϊόντων, με αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των διαδίκων και συνεπώς θα πρέπει η πωλήτρια εταιρία να επιστρέψει το τίμημα που έλαβε από την αγοράστρια έντοκα, τα έξοδα κατάρτισης και εκπλήρωσης της πώλησης, καθώς και τις παρακάτω δαπάνες στις οποίες προέβη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 547 του ΑΚ και ειδικότερα, ποσό 895 (465+430) δολαρίων, που η αγοράστρια κατέβαλε στην τράπεζα για έξοδα διενέργειας της συναλλαγής για την καταβολή του τιμήματος στην πωλήτρια, ποσό 2.000 δολαρίων για την έκδοση εμπορικών καταλόγων, διαφημιστικών και υλικού προώθησης των προϊόντων, ενόψει της συμφωνίας για μακροχρόνια συνεργασία με την πωλήτρια, ποσό 3.959 δολαρίων για το μίσθωμα και τις δαπάνες συντήρησης του χώρου αποθήκευσης των πωληθέντων κατά το διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 2005 μέχρι το Μάρτιο του έτους 2006, ποσό 4.200 δολαρίων, το οποίο καταβλήθηκε από αυτήν ως ασφάλιστρα για την έναντι των καταναλωτών και τρίτων ασφάλεια αστικής ευθύνης προϊόντων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η πωλήτρια εταιρία δεν τήρησε την συμβατική της υποχρέωση να ασφαλίσει η ίδια τα εμπορεύματα, ποσό 2.740 δολαρίων για τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το λιμάνι παραλαβής τους μέχρι τις αποθήκες της αγοράστριας, ποσό 1.166,92 δολαρίων για την καταβολή δασμών κατά την παραλαβή των προϊόντων, ποσό 1.184,70 δολαρίων για εξέταση του φορτίου των εμπορευμάτων από τις αρχές με ακτίνες, ποσό 1.200 δολαρίων, που καταβλήθηκε από την αγοράστρια στο εργαστήριο Libra Laboratories Inc για τη διενέργεια χημικών αναλύσεων και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, προκειμένου να διακριβωθεί η ποιότητα των πωληθέντων και να συγκριθούν με τα δείγματα και τέλος ποσό 3.286,86 δολαρίων για τις δαπάνες μετακίνησης του γενικού διευθυντή της αγοράστριας Ν.
Α. από τη Νέα Υόρκη στη Θεσσαλονίκη, καθώς και τα έξοδα διαμονής του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, τόσο πριν από την υπογραφή της σύμβασης πωλήσεως, όσο και μετά την παραλαβή των προϊόντων. Επομένως, μετά την υπαναχώρησή της, η αγοράστρια εταιρία, έχει δικαίωμα να αναζητήσει, από την πωλήτρια εταιρία, το ποσό των 69.636,93 δολαρίων ΗΠΑ.
Τέλος, αποδείχθηκε, ότι η πωλήτρια εταιρία, με την παραπάνω συμπεριφορά της απέναντι στην αγοράστρια και ειδικότερα με την αποστολή στην τελευταία αρχικά δειγμάτων των προς πώληση προϊόντων τα οποία πληρούσαν τις συνομολογημένες ιδιότητες, στη συνέχεια δε, πώλησης προϊόντων που δεν περιείχαν τις συνομολογημένες ιδιότητες, αν και την είχε διαβεβαιώσει ότι τα πωληθέντα ήταν όμοιας ποιότητας με τα δείγματα, η πωλήτρια έπεισε την αγοράστρια να συνεργασθεί μαζί της και να προβεί στην ένδικη παραγγελία, στην οποία αυτή δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την ποιότητα των εμπορευμάτων, που η πωλήτρια σκόπευε να της αποστείλει.
Λόγω της συμπεριφοράς αυτής της πωλήτριας εταιρίας η αγοράστρια εταιρία υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον τρώθηκε η αξιοπιστία και η φήμη στους πελάτες της αφού, τα παραπάνω προϊόντα που διέθεσε σε πελάτες της, της επεστράφησαν, ως ακατάλληλα, για αποκατάσταση δε αυτής (ηθικής βλάβης), εκτιμωμένων και των συνθηκών και των συνεπειών του αδικήματος, πρέπει να της επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως λύθηκε, λόγω υπαναχωρήσεως της ενάγουσας-αγοράστριας από τη σύμβαση αυτή, εξαιτίας ελλείψεως των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων που είχε συμφωνηθεί να έχουν τα πωληθέντα προϊόντα, η οποία (έλλειψη), τα καθιστούσε ακατάλληλα για περαιτέρω προώθησή στην αγορά, αφού, και το ένα από τα τρία εμπορευματοκιβώτια, που αμέσως μετά την παραλαβή τους προώθησε στην εταιρία SYSKO προς περαιτέρω διάθεση, της επεστράφη αμέσως για τον παραπάνω λόγο, και ότι η ανωτέρω διαπίστωση έγινε κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην αγοράστρια (ενάγουσα), η οποία, ενόψει του ότι επρόκειτο για αναλώσιμα, με ημερομηνία λήξης, προϊόντα, που ευθύς εξαρχής ήταν ακατάλληλα για το σκοπό που προορίζονταν, τα έθεσε στη διάθεση της πωλήτριας, υπαναχωρώντας από τη σύμβαση και προβαίνοντας αμέσως μετά την παρέλευση της ημερομηνίας λήξης αυτών στην απομάκρυνσή τους από τις αποθήκες της, αφού η εναγομένη πωλήτρια δεν έστερξε στην παραλαβή τους.
Ενόψει δε αυτών, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι η εναγομένη καθίσταται υπόχρεη να επιστρέψει εντόκως στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής, του ποσού των 69.636,93 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο συνίσταται στο τίμημα και τις λοιπές δαπάνες και έξοδα που υποβλήθηκε με αφορμή τη σύμβαση πωλήσεως, λόγω ανατροπής αυτής εξ υπαρχής, επί πλέον δε αυτών και το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας εταιρίας, με την παραδοχή ότι υφίσταται, πέραν της συμβατικής, και εξωσυμβατική ευθύνη της εναγομένης πωλήτριας από αδικοπραξία, συνισταμένη στο ότι κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος των πωληθέντων προϊόντων μετέβαινε στην αγοράστρια (ενάγουσα), με πρόθεση ενίσχυσε και διατήρησε σ' αυτήν την πεπλανημένη αντίληψη και εντύπωση αναφορικά με την έλλειψη της συνομολογηθείσης ιδιότητος των πωληθέντων πραγμάτων, αφήνοντας αυτήν να πιστεύει ότι τα τελευταία είχαν όλες τις ιδιότητες και την ιδιοσυστασία που είχαν και τα αποσταλλέντα σ' αυτήν δείγματα, βάσει των οποίων δόθηκε η επίδικη παραγγελία και καταρτίσθηκε η σύμβαση πωλήσεως, ενόψει δε της πεπλανημένης αυτής αντίληψης της, διέθεσε ένα από τα τρία εμπορευματοκιβώτια με τα προϊόντα αυτά στην ως άνω εταιρία (SYSKO), τα οποία όμως της επιστράφηκαν για τους προαναφερόμενους λόγους, με αποτέλεσμα να τρωθεί έτσι η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και το εμπορικό της μέλλον, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση σ' αυτήν ως χρηματικής ικανοποίησης, του ως άνω ποσού, για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό ως άνω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 389 επ., 534, 535, 537, 540, 543, 547 ΑΚ, για όσα μεν εκ των αιτημάτων της αγωγής καλύπτονται από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως, από την οποία υπαναχώρησε η ενάγουσα-αγοράστρια εξαιτίας της ελλείψεως των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων των ως άνω πωληθέντων προϊόντων, αφετέρου δε, σε ότι αφορά το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που δεν καλύπτεται από την αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως, στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, τις παραπάνω δε διατάξεις δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή.
Δεν ήταν δε εφαρμοστέα εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 542 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, τα ως άνω προϊόντα ήταν τελείως ακατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό που προορίζονταν, λόγω ελλείψεως των άνω συνομολογηθεισών ιδιοτήτων τους, και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του πραγματικού της άνω διατάξεως.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ενάγουσα υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως, αφού, τόσον αυτή, όσον και η εταιρία SYSKO στην οποία διατέθηκε ένα μέρος των πωληθέντων προϊόντων, διαπίστωσαν την πλήρη ακαταλληλότητα αυτών προς περαιτέρω προώθηση στην αγορά, εξαιτίας της έλλειψης των συνομολογηθεισών από τους διαδίκους ιδιοτήτων τους, ώστε να καθίστανται αυτά χωρίς καμιά αξία, λόγος για τον οποίο και κλήθηκε η εναγομένη να τα παραλάβει, χωρίς όμως να προβεί σε καμιά ενέργεια γι' αυτό, ούτε όμως να στέρξει προς διευθέτηση του ζητήματος που δημιουργήθηκε, λόγος για τον οποίο, μετά την ημερομηνία λήξης τους, και ενόψει του ότι επρόκειτο για αναλώσιμα προϊόντα, η ενάγουσα τα απομάκρυνε από τις αποθήκες της.
Δεν συνιστά δε ασάφεια της προσβαλλόμενης απόφασης, η έλλειψη καθορισμού των επί μέρους ποσοτήτων των εμπορευμάτων που περιείχοντο στα εμπορευματοκιβώτια, ούτε και η ανά μονάδα μέτρησης της τιμής των περιεχομένων σ' αυτά προϊόντων, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για ολόκληρη την παραγγελία (τρία εμπορευματοκιβώτια), συμφωνήθηκε μια συνολική τιμή.
Ούτε όμως και συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία η μη αναφορά στην απόφαση των στοιχείων αυτών, καθώς και ο χρόνος επιστροφής στην ενάγουσα του εμπορευματοκιβωτίου που διατέθηκε αμέσως μετά την παραλαβή του στην εταιρία SYSKO, δεδομένου ότι τα τελευταία δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, στο σύνολό τους τα περιεχόμενα στα εμπορευματοκιβώτια προϊόντα δεν είχαν τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και ήταν ακατάλληλα προς περαιτέρω διάθεση και χωρίς καμιά αξία, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεών τους, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα εκποίησης μέρους των εν λόγω προϊόντων, ούτε διατήρησης κάποιας αξίας ορισμένων εξ αυτών , και να μην παρέχεται, συνεπεία τούτου, πεδίον εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 542 και 549 παρ. 2 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με το να μην εφαρμόσει, αφού δεν ήταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της, εφαρμοστέες.
Επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-07-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 376/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1340/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ