Legislator Case Law & Legislation
1381/2012 AI generated

1381/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1381/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1381/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) σε περίπτωση που η υπερημερία παραγγελέα αφορά στη μη καταβολή προς το μέλος του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, να εκποιήσει χρηματιστηριακά τις αξίες αυτές, στο όνομα και για λογαριασμό του παραγγελέα χωρίς σχετική παραγγελία και να συμψηφίσει το προϊόν διάθεσης των μετοχών αυτών με την απαίτησή του κατά του παραγγελέα".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1381 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1381/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΕΔ ΗΠΕΙΡΟΥ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κορνηλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ανδροβικ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 26 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2632/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 92 του ν. 2533/1997, "Εάν ο παραγγελέας μέλους δεν εκπληρώσει υποχρεώσεις του προς μέλος που απορρέουν από κατάρτιση χρηματιστηριακής συναλλαγής για λογαριασμό του παραγγελέα, όπως ορίζονται στη συνέχεια, τότε το μέλος δικαιούται εντός ενός (1) μηνός από την ημερομηνία κατάρτισης της χρηματιστηριακής σύμβασης:

α) σε περίπτωση που η υπερημερία παραγγελέα αφορά στη μη καταβολή προς το μέλος του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, να εκποιήσει χρηματιστηριακά τις αξίες αυτές, στο όνομα και για λογαριασμό του παραγγελέα χωρίς σχετική παραγγελία και να συμψηφίσει το προϊόν διάθεσης των μετοχών αυτών με την απαίτησή του κατά του παραγγελέα".

Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου: "Σε περίπτωση που μέλος έχει λάβει από παραγγελέα ενέχυρο επί χρηματιστηριακών πραγμάτων σε εξασφάλιση υποχρεώσεών του από παραγγελία για διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, σε περίπτωση υπερημερίας του παραγγελέα σύμφωνα με την παρ.1 του παρόντος άρθρου, το μέλος δικαιούται να εκποιήσει τα ενεχυρασμένα πράγματα και να συμψηφίσει το προϊόν διάθεσής τους με τη σχετική απαίτησή του κατά του παραγγελέα".

Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν να προστατεύσουν τα συμφέροντα του χρηματιστή έναντι του υπερήμερου ως προς την καταβολή του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών παραγγελέα και παρέχουν σ' αυτόν το δικαίωμα (και όχι την υποχρέωση) να εκποιήσει εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας τόσο τις κινητές αξίες που αγόρασε και για τις οποίες δεν καταβλήθηκε το τίμημα, όσο και τις κινητές αξίες για τις οποίες είχε λάβει από τον παραγγελέα ενέχυρο για την εξασφάλιση υποχρεώσεών του από παραγγελία χρηματιστηριακής συναλλαγής και να συμψηφίσει το προϊόν διάθεσής τους με την απαίτησή του.

Πρόκειται για διάταξη ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι επιτρεπτή στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του Α.Κ.) η συνομολόγηση δικαιώματος του χρηματιστή να εκποιήσει οποτεδήποτε τόσο τις κινητές αξίες που αγόρασε και για τις οποίες δεν καταβλήθηκε το τίμημα όσο και άλλες κινητές αξίες του παραγγελέα που βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιό του, έστω και να δεν έχει επ' αυτών ενέχυρο, δικαίωμα του οποίου βέβαια η άσκηση δεν πρέπει να γίνεται καταχρηστικά (άρθρο 281 Α.Κ.).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο εκκαλών, ο οποίος συνδεόταν με τις εφεσίβλητες με συμβάσεις αγοραπωλησίας από τη δεύτερη, στο όνομά του και για λογαριασμό του, μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά από εντολές του προς την πρώτη, τις οποίες αυτή διαβίβαζε στη δεύτερη, στις 2-6-2000 έδωσε στην πρώτη εφεσίβλητη τηλεφωνικά δυο εντολές για την αγορά μετοχών στο όνομά του και για λογαριασμό του από τη δεύτερη εφεσίβλητη και, συγκεκριμένα, μία για την αγορά 1.000 μετοχών της εταιρείας Κλωστήρια Ναούσης και μια για την αγορά 1.000 μετοχών της εταιρείας Κλωνατέξ.

Η πρώτη εφεσίβλητη διαβίβασε αμέσως τις εντολές αυτές στη δεύτερη εφεσίβλητη και αυτή τις υλοποίησε, αγοράζοντας τις παραπάνω μετοχές στη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου της παραπάνω ημεροχρονολογίας, τις οποίες μετοχές και ενέταξε στο χαρτοφυλάκιο του εκκαλούντος που τηρούσε. Επίσης, αποδείχτηκε, ότι ο εκκαλών δεν ανακάλεσε, με νεότερη τηλεφωνική εντολή του προς την πρώτη εφεσίβλητη, την παραπάνω εντολή αγοράς των 1.000 μετοχών των Κλωστηρίων Ναούσης, ούτε της ζήτησε, με την ίδια αυτή εντολή, την παράλληλη πώληση των 1.000 μετοχών της ανωτέρω εταιρείας, τις οποίες είχε στο χαρτοφυλάκιό του, ούτε την αγορά των 1.000 μετοχών της εταιρείας Κλωνατέξ που προαναφέρθηκαν, με το προϊόν της εκποίησης των παραπάνω 1.000 μετοχών του της εταιρείας Κλωστήρια Ναούσης.

Παράλληλα, το απόγευμα της ανωτέρω ημεροχρονολογίας που επισκέφθηκε τα γραφεία της πρώτης εφεσίβλητης, ο εκκαλών δεν έδωσε εντολή στην τελευταία για την πώληση στη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου της επόμενης εργάσιμης ημέρας 5-6-2000 των ανωτέρω 2.000 πλέον μετοχών του των Κλωστηρίων Ναούσης, τις οποίες διέθετε, μετά την αγορά των 1.000 μετοχών της εταιρείας αυτής, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Την 1-8-2000 η δεύτερη εφεσίβλητη, μετά από σχετική εντολή του εκκαλούντος στην πρώτη εφεσίβλητη, την οποία αυτή της διαβίβασε την ίδια ημέρα, πούλησε στη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου της ανωτέρω ημεροχρονολογίας 300 μετοχές της εταιρείας Δέλτα Πληροφορική από το χαρτοφυλάκιο του εκκαλούντος. Επίσης, στις 27 -12-2001 ο εκκαλών, για τη μερική εξόφληση του χρέους του στη δεύτερη εφεσίβλητη, το οποίο ανερχόταν την ανωτέρω ημεροχρονολογία, λόγω της αγοραπωλησίας, σύμφωνα με τα παραπάνω, των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, σε 9.263,282 δρχ., της κατέβαλε 1.000.000 δρχ., με ισόποση κατάθεση στον λογαριασμό της στο Υποκατάστημα της τράπεζας ALFA ΒΑΝΚ στην Άρτα.

Το ποσό αυτό δεν κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την αγορά στο όνομά του μετοχών από τη δεύτερη εφεσίβλητη, αλλά η κατάθεσή του έγινε για το σκοπό που προεκτέθηκε. Πρόκειται για το ποσό, το οποίο, σύμφωνα με τα παραπάνω, φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, ότι υπεξαίρεσε η δεύτερη εφεσίβλητη, μη αγοράζοντας ίσης αξίας μετοχές για λογαριασμό του.

Στις 24-3- 2003 η δεύτερη εφεσίβλητη, για την εξόφληση του ανωτέρω χρέους του εκκαλούντος έναντι της ίδιας, από την αιτία που προαναφέρθηκε, επειδή, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της για την εκούσια πληρωμή του, αυτός αδρανούσε, εκποίησε, όπως από τη μεταξύ τους σύμβαση και το νόμο είχε δικαίωμα, το σύνολο των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, το προϊόν της οποίας ανήλθε σε 7.486,61 ευρώ, ποσό με το οποίο πίστωσε το λογαριασμό του εκκαλούντος, τον οποίο τηρούσε.

Η αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου αυτού στις 2-6-2000 ανερχόταν σε 27.840.405 δρχ. ή σε 81.703,31 ευρώ. Με την εκποίηση των μετοχών αυτών την ανωτέρω ημεροχρονολογία, το τίμημα που πραγματοποιήθηκε ήταν μικρότερο εκείνου που θα επιτυγχανόταν αν οι εν λόγω μετοχές εκποιούνταν στις 2-6-2000, ενόψει της παραπάνω αξίας αυτών την εν λόγω ημεροχρονολογία.

Πλην, όμως, η επιλογή του ανωτέρω χρόνου εκποίησης των μετοχών αυτών, δεν συνιστά συμπεριφορά της δεύτερης εφεσίβλητης αντίθετη με την έννοια της καλής πίστης, όπως αυτή εκτέθηκε ειδικότερα παραπάνω. Διότι, ενόψει του στοιχείου της αβεβαιότητας σχετικά με τη διαμόρφωοη της αξίας των διαφόρων μετοχών κατά τη διάρκεια του χρόνου, η δεύτερη εφεσίβλητη, όχι μόνο δεν ενήργησε με κακή πρόθεση, αλλά και οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια και αν κατέβαλε, δεν ήταν δυνατόν, όπως, άλλωστε και οποιοσδήποτε άλλος, να διαγνώσει στις 2-6-2000, ότι η αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου του εκκαλούντος ακολουθούσε φθίνουσα πορεία και ότι την παραπάνω ημεροχρονολογία που τις εκποίησε, η αξία τους θα ανερχόταν στο ποσό που προαναφέρθηκε και ότι θα ήταν μικρότερη της αξίας τους κατά τον προηγούμενο χρόνο μέχρι τις 2-6-2000, ώστε να επιλέξει για την εκποίησή τους την ανωτέρω ημεροχρονολογία ή κάποια άλλη προηγούμενη της 24-3-2003.

Άλλωστε, αν η εκποίηση αυτή είχε λάβει χώρα στις 2-6-2000 και, στη συνέχεια, λόγω του ανωτέρω στοιχείου της αβεβαιότητας, η αξία των μετοχών αυτών αύξαινε μέχρι τις 24-3-2003 και πάλι, με τις παραπάνω σκέψεις του, ο εκκαλών θα μεμφόταν τη δεύτερη εφεσίβλητη για άκαιρη εκποίηση των εν λόγω μετοχών του ... Με άλλα λόγια, ο εκκαλών, αναφορικά με την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, μέμφεται τη δεύτερη εφεσίβλητη, για το ότι αυτή δεν προέβη στην ενέργεια, στην οποία, ενώ μπορούσε να προβεί ο ίδιος, ούτε αυτός προέβη.

Δηλαδή για το ότι δεν πούλησε νωρίτερα από τις 24-3-2003 τις μετοχές του, κάτι, όμως, που ούτε ο ίδιος έπραξε, αν και μπορούσε να πράξει Αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι η μη πώληση των μετοχών του από μέρους του ίδιου οφείλεται, στο ότι, αν έπραττε τούτο, η δεύτερη εφεσίβλητη θα παρακρατούσε το τίμημα της πώλησης, για την εξόφληση ανύπαρκτου έναντι αυτής χρέους του, ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρείται από το ότι αφενός μεν γνώριζε, ότι η δεύτερη εφεσίβλητη είχε το δικαίωμα να πράξει τούτο οπότε ήθελε και, επομένως, παραλείποντας την ενέργεια αυτή ο ίδιος, δεν ωφελείτο σε κάτι και αφετέρου από το ότι, αν πίστευε, ότι το χρέος του που επικαλείτο η δεύτερη εφεσίβλητη ήταν ανύπαρκτο, δεν είχε παρά να εκποιήσει τις μετοχές του και στη συνέχεια, να ασκήσει δικαστικά τις σχετικές αξιώσεις του ...

Σύμφωνα μ' αυτά, αφού δεν έλαβαν χώρα οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις των εφεσιβλήτων, στις οποίες ο εκκαλών στηρίζει την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, για την οποία ζητά αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματος υπό της δεύτερης εναγόμενης χρηματιστηριακής εταιρίας εκποίηση, μετά τριετία περίπου από τη συναλλαγή για την οποία ο ενάγων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή του τιμήματος, του συνόλου των μετοχών του και όχι μόνο των μετοχών που αφορούσε η ως άνω συναλλαγή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 του Α.Κ.

και δεν αποτελεί παράνομη συμπεριφορά: α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 914 του Α.Κ., οι οποίες υπό τις άνω παραδοχές του δεν ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των.

Η εκ μέρους της χρηματιστηριακής εταιρίας άσκηση του δικαιώματός της για εκποίηση των μετοχών του ενάγοντος μετά την παρέλευση της ενιαύσιας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεών της, δεν αποτελεί κατά την αγωγή στοιχείο της καταχρηστικής άσκησης του ασκηθέντος δικαιώματος και επομένως δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να διαλάβει σχετική αιτιολογία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, β) Με την παραδοχή ότι ήταν νόμιμη η μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας εκποίηση από τον χρηματιστή του συνόλου του χαρτοφυλακίου του παραγγελέα ενάγοντος, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 3632/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 92 του Ν. 2533/1997, η οποία επιτρέπει στον χρηματιστή την εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας εκποίηση των κινητών αξιών για τις οποίες δεν καταβλήθηκε το τίμημα ή των κινητών αξιών επί των οποίων έχει ενέχυρο, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3632/1928 είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι επιτρεπτή η συνομολόγηση δικαιώματος του χρηματιστή να εκποιεί οποτεδήποτε τις κινητές αξίες που απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο του παραγγελέα, δηλαδή και κινητών αξιών για την αγορά των οποίων είχε καταβληθεί το τίμημα, ανεξάρτητα αν είχε επ' αυτών ενέχυρο και στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η από την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία εκποίηση του συνόλου των μετοχών του ενάγοντος στον αναφερόμενο στην απόφαση χρόνο έγινε κατ' ενάσκηση, μη ασκηθέντος καταχρηστικά, συμβατικού δικαιώματος, η περαιτέρω εξειδίκευση του οποίου (συνομολογουμένου με την αγωγή) δεν ήταν αναγκαία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-4-2009 αίτηση του Ν. Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 221/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν χωριστή υπεράσπιση, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ