Supreme Court partially allows appeal on procedural error regarding rejection of concurrent appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to annul a foreclosure auction. The lower court had declared the auction invalid by applying constitutional equality principles to a statute that did not cover the specific debt claims in question. The Court found this legal reasoning constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is based on a misapplication of statutory provisions or constitutional principles, requiring remittal for further examination by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1381/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC" η οποία εδρεύει στο Λονδίνο που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 ανακοπή του ήδη α'αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2208/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6007/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-2-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αναίρεσης ως προς τον κατ' εκτίμησή της από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο της, όπως αυτός συμπληρώνεται με την εισήγηση αυτή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 24.10.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.007/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμένου δικασίμου και με κλήση για συζήτηση της αναίρεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12.02.2007 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (14.4.2008), που ορίστηκε μετ' αναβολή κατά την ορισθείσα αρχικώς για συζήτηση αυτής δικάσιμο της 12.02.2007, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " CITIBANK INTERNATIONAL P.I.C", ούτε κατάθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δικ δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Σε περίπτωση όμως νομότυπης παραιτήσεως του διαδίκου από το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αιτήσεως αναιρέσεως, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295, 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, Η μη εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ. δικαιολογείται και όταν η παραίτηση από το δικόγραφο προγενέστερης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχεται στο δικόγραφο της νέας αιτήσεως αναιρέσεως που κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη αίτηση.
Και τούτο διότι η μεν επελθούσα παραίτηση ενεργεί αναδρομικά (225 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), πληρούται δε και στην περίπτωση αυτή ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δικ., που συνίσταται στην απαγόρευση επανειλημμένης έρευνας παραπόνων κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο.(Ολ.ΑΠ 25/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο της κρινόμενης από 24.10.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.007/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, το οποίο υπογράφεται από τον νομίμως, διά δηλώσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Νικολάου Νάκη, ακριβή αντίγαραφα του οποίου επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ....
και .... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......., ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της προηγουμένης από 17.01.2006 αίτησής του για αναίρεση της ίδιας απόφασης του Εφετείου. Επομένως και αφού δεν αποδεικνύεται, ούτε ο παρασταθείς πρώτος αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται, ότι η άνω προγενέστερη αίτηση αναίρεσης του ήδη αναιρεσείντος είχε συζητηθεί κατά τον άνω χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αίτησης, νομίμως εχώρησε παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της προγενέστερης αίτησης, η οποία θεωρείται ως μη ασκηθείσα και ακολούθως είναι παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΙΙΙ. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγρ. 1 του ν. 2789/2000, "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο :
α) το τετραπλάσιο, εάν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31-12-1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15-4-1998". Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:
α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000".
Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1 - 11 - 2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.
Ακολούθως, με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α της 28-12-2000) τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4 στοιχ. β' και 7 του άρθρου 30 του ανωτέρω ν. 2789/2000 και ορίσθηκε αντιστοίχως α) αντί της 31 Οκτωβρίου 2000, η 31 Μαρτίου 2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και β) αντί της 1 Νοεμβρίου 2000, η 1 Απριλίου 2001, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 31 Οκτωβρίου 2000.
Τέλος, με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α της 9-5-2001), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στη εφημερίδα της κυβερνήσεως, αντικαταστάθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 και 4 στοιχ. β του ν. 2789/2000, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 47 του ν. 2783/2000. Με τη νέα παράγραφο 1 ορίσθηκε : "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση και το νόμο, μέχρι 31-12- 2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου...α)το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000..".
Περαιτέρω, αντί της 31-3-2001 ορίσθηκε η 31-12-2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και αντί της 1-4-2001 ορίσθηκε η 1-1-2002, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (παρ. 2). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι με αυτές θεσπίσθηκε, μεταξύ άλλων, αυτοδίκαιη αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων από πιστωτικές συμβάσεις και ειδικότερα έως μεν την 31-10-2000 και , μετά την τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 2873/2000, έως την 31-3-2001, όταν πρόκειται για οφειλές από συμβάσεις που έληξαν μέχρι 15-4-1998 (βάσει του ν. 2789/2000), έως δε την 31-12-2001, όταν πρόκειται για οφειλές από συμβάσεις που έληξαν μέχρι 31-12-2000 (βάσει του ν. 2912/2001).
Επομένως αναγκαστικοί πλειστηριασμοί που διενεργήθηκαν υπό την ισχύ του ν. 2789/2000, εντός της χρονικής περιόδου από 11-2-2000 έως 9-5-2001, για οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς που έκλεισαν οριστικά μετά την 15-4-1998 είναι έγκυροι και ισχυροί, αφού οι οφειλές αυτές δεν είχαν ακόμη συμπεριληφθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 30 παρ. 1 εδάφ.
α' του ν. 2789/2000, ο δε νεότερος νόμος 2912/2001 που μετέβαλε τη βάση υπολογισμού της οφειλής και θέσπισε αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και για συμβάσεις που έληξαν και μετά τις 15-4-1998 και έως τις 31- 12-2000, δεν υπήγαγε στις διατάξεις του και τις έννομες σχέσεις που συντελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, αφού δεν προβλέπει ρητώς ή σιωπηρώς την ανατροπή ή την άρση των συνεπειών των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν από τη δημοσίευσή του (ΑΠ 118/2005).
Η μη αναδρομική επέκταση της ακυρότητας των πλειστηριασμών που ενεργήθηκαν εγκύρως, βάσει της ρύθμισης που τότε ίσχυε, στη χρονική περίοδο από 11-2-2000 έως 9-5-2001, για οφειλές που έληξαν μετά τις 15-4-1998, και η μη συνεπώς αναδρομική κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία οι υπερθεματιστές νομίμως απέκτησαν από τους πλειστηριασμούς αυτούς, δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας (άρθρο παρ. 1 του Συντάγματος) και ειδικότερα την αρχή της ισονομίας, αφού δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας αποκτημένων δικαιωμάτων τρίτων, η οποία διαφοροποιεί τις περιπτώσεις αυτές από εκείνες που καταλαμβάνει η νεότερη νομοθετική ρύθμιση, αντίθετα δε τέτοια αναδρομή είναι ανεπίτρεπτη, αφού θα παραβίαζε περιουσιακά δικαιώματα, προστατευόμενα από το άρθρο 17 του Συντάγματος (το δικαίωμα κυριότητας, σε περίπτωση λ.χ.
που θα είχε μεταγραφεί η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης), αλλά και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, το οποίο επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα (ολΑΠ 40/1998).
Εξάλλου, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην υποχρεωτική αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης, η παραβίαση της απαγόρευσης διενέργειας πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, συνεπάγεται ακυρότητα κάθε επί μέρους πράξης αυτοτελώς, χωρίς μάλιστα την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης βλάβης, και συνεπώς ακυρότητα και του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, η οποία υφίσταται από μόνο το γεγονός ότι έγινε μέσα στο διάστημα κατά το οποίο ίσχυε η απαγόρευση αυτή και όχι ως συνέπεια της ακυρότητας προγενέστερων πράξεων και μάλιστα της έκθεσης κατάσχεσης, αφού άλλωστε δεν αποκλείεται η έκθεση κατάσχεσης να είναι έγκυρη, διότι έγινε πριν από το χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής αναστολής, αλλά να είναι άκυρη η έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης, διότι ο πλειστηριασμός έγινε μέσα στο διάστημα αυτό.
Η ακυρότητα αυτή της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης είναι ανεξάρτητη από την ανυπαρξία ή οποιοδήποτε ελάττωμα της απαίτησης. Επομένως η ακυρότητα αυτή, η οποία οφείλεται σε μόνο το γεγονός ότι ο πλειστηριασμός έγινε μέσα στο διάστημα της υποχρεωτικής, κατά τις προεκτιθέμενες διατάξεις, αναστολής και είναι ανεξάρτητη από την ακυρότητα που δημιουργεί η ανυπαρξία, το ανεκκαθάριστο ή η μη βεβαιότητα της απαίτησης, μπορεί να προβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 934 παράγρ. 1γ του ΚΠολΔ προθεσμία των ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, εάν πρόκειται για πλειστηριασμό ακινήτου, και όχι μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β του ΚΠολΔ προθεσμία, μέσα στην οποία ασκείται η ανακοπή που αφορά την απαίτηση, έως δηλαδή την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, η οποία, σε πλειστηριασμό ακινήτου, είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Λόγω της ακυρότητας, εξάλλου, του πλειστηριασμού που διενεργήθηκε μέσα στο διάστημα της υποχρεωτικής αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας, μπορεί να προβληθεί, με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, και η ακυρότητα του πίνακα κατάταξης, ως διαδικαστικής πράξης της εκτέλεσης και όχι με προβολή αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου του, οι οποίες προβάλλονται με την κατά το άρθρο 979 παρ. 2 ανακοπή.(ΑΠ 235/2006) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδειχθέντα τα εξής: 'Ότι με τις υπ' αριθμ.11.971 και 15.334/1999 διαταγές πληρωμής του δικαστή ρου Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί σχετικών αιτήσεων της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας εις βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1, διατάχθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στην εν λόγω τράπεζα ποσά 1.744.598 και 1.054.446 δραχμών αντιστοίχως πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, τα οποία αφορούσαν οφειλές του από σύμβαση πιστωτικής κάρτας η πρώτη και από σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου η δεύτερη, οι οποίες συμβάσεις καταγγέλθηκαν από την δανείστρια τράπεζα την 19.03.1999 και 22.07.1999 αντιστοίχως. 'Ότι προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της από τους παραπάνω εκτελεστούς τίτλους, η δανείστρια τράπεζα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του οφειλέτη της και με την υπ' αριθμ. ....
κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή ....., κατέσχε αναγκαστικώς το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο του οφειλέτη, το οποίο στη συνέχεια, με βάση την υπ' αριθμ. ....... επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, εκπλειστηριάστηκε την 27.07.2000, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγίου Δημητρίου Αττικης Χαραλάμπους Κριμπά, ως νομίμου αναπληρωτή της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Μάγκλαρη, και κατακυρώθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα Χ1, μεταγραφείσας νομίμως της περίληψης της εκδοθείσας από την άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο υπ' αριθμ.......
κατακυρωτικής έκθεσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο παραπάνω αναγκαστικός πλειστηριασμός είναι άκυρος, διότι, μολονότι οι σχετικές δανειστικές συμβάσεις καταγγέλθηκαν από την επισπεύδουσα και οι εξ αυτών απαιτήσεις της εις βάρος του καθού η εκτέλεση έγιναν απαιτητές μετά την 15.4.1998 και δη στις 19.03.1999 και 22.07.1999 αντιστοίχως, υπάγονται στην κατά το άρθρο 42 παρ.2 ν.2912/2001 αναστολή των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεχόμενο το Εφετείο, ότι αν η προαναφερόμενη διάταξη δεν κατελάμβανε αναδρομικά και την αναστολή των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και για τις απαιτήσεις αυτές της επισπεύδουσας, θα ήταν αντίθετη προς την κατοχυρούμενη με το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.
Ακολούθως το Εφετείο, συμπληρώνοντας, με την εν λόγω αιτιολογία, την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτός λόγος ανακοπής του καθού η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη, και ακυρώθηκε ο άνω πλειστηριασμός,, με την αιτιολογία ότι η διενέργειά του ενέπιπτε στην κατά το άρθρο 30 παρ.4 εδ, β ν.2789/2000 αναστολή των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, απέρριψε και την συνεκδικασθείσα έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, καθού η ανακοπή, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις του άρθρου 42 παρ.2 ν.2912/2001 και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος και ακολούθως δέχτηκε ότι ο άνω αναφερόμενος αναγκαστικός πλειστηριασμός είναι άκυρος, υποπίπτοντας στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως βασίμως αιτιάται, κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο καθόσον με αυτή απορρίφθηκε η συνεκδικασθείσα έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2.208/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρετικό μέρος της παρούσας, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 6.007/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ 2.000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ