1381/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1381/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετική λύση δίδεται, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ότι το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού (ΑΠ 993/2002). Περαιτέρω, με τα εδ. α' και β' της παρ. 2 της 10/1976 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε, Κ 671 τ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1381 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1381/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......, 2) ......, 3) ........, ........, 12) ..... και 13) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας ΠΥΡ - ΚΑΛ Α.Ε., που προέκυψε από συγχώνευση των εταιρειών ΠΥΡ - ΚΑΛ Α.Ε. και Ε.Β.Ο. Α.Ε., που εδρεύει στον Υμηττό και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καρέτσο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 809/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1483/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-11-2005 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 3 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990) και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, με τα οποία ορίζεται ότι οι ευνοϊκότεροι και οι παρέχοντες μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων είναι επικρατέστεροι εκείνων που διαλαμβάνονται στη συλλογική σύμβαση (ή διαιτητική απόφαση) συνάγεται ότι, όταν με την ατομική σύμβαση εργασίας καθορίστηκαν το είδος και οι συνθήκες παροχής της εργασίας και συμφωνήθηκε μισθός μεγαλύτερος του συνόλου των αποδοχών που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (δηλαδή του αθροίσματος βασικού μισθού και επιδομάτων), τότε συγκεκριμένο επίδομα, προβλεπόμενο από τη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση για την παροχή εργασίας του αυτού είδους και με τις ίδιες συνθήκες (που καθορίστηκαν με την ατομική σύμβαση εργασίας), δεν οφείλεται στον εργαζόμενο επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού, γιατί καλύπτεται από αυτόν, αφού οι όροι αμοιβής της ίδιας ποιοτικά εργασίας, οι περιεχόμενοι στην ατομική και στη συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης.
Διαφορετική λύση δίδεται, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ότι το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού (ΑΠ 993/2002). Περαιτέρω, με τα εδ. α' και β' της παρ. 2 της 10/1976 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε, Κ 671 τ.
Β') και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1 976, ορίστηκε ότι, από της ενάρξεως της ισχύος αυτής (στις 13-2-1976), στους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου, χορηγείται επίδομα γάμου 5%, με την προϋπόθεση ότι ο άλλος σύζυγος δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο κατώτατο όριο του βασικού μισθού ή του βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.
Με το εδ. δ' της ίδιας παραγράφου ορίστηκε ότι: "Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις, που προβλέπουν τη χορήγηση επιδόματος γάμου, σε ποσοστό ή πάγιο ποσό, δεν θίγονται με την παρούσα απόφαση και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα της παροχής του επιδόματος αυτού, εφόσον:
αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς αμφοτέρων των φύλων και ββ) το βάσει αυτών οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του βάσει της παρούσας διαμορφουμένου". Ακολούθως, με την παρ. 4 της 9/1978 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 9200/1721/1978 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ορίστηκε ότι στους άρρενες μισθωτούς χορηγείται το επίδομα γάμου, ασχέτως αν η σύζυγος ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή συνταξιοδοτείται και με την 100/1979 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 18925/1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, το επίδομα αυτό αυξήθηκε σε 10%. Η με βάση τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση του συμψηφισμού έχει την έννοια ότι απαγορεύεται μόνο ο μονομερής εκ μέρους του εργοδότη συμψηφισμός (καταλογισμός) και όχι εκείνος που γίνεται κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία μεταξύ των ετών 1972 και 1988 και παρείχαν έκτοτε σ'αυτή τις υπηρεσίες τους, αμειβόμενοι, από το έτος 1990, σύμφωνα με τις κατ' έτος συναπτόμενες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ΠΥΡΚΑΛ, οι οποίες καταρτίζονταν μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων του σωματείου των εργατοϋπαλλήλων και των νόμιμων εκπροσώπων της εναγομένης και είχαν εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους της επιχείρησης, συμπληρωματικά δε -για όσα θέματα δεν ρυθμίζονταν από τις ως άνω συμβάσεις και κατά ρητή πρόβλεψη αυτών- σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, σε συνδυασμό με τις διμερείς επιχειρησιακές και κλαδικές συμβάσεις εργασίας.
Εξάλλου οι ενάγοντες, με τις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, για την κατάρτιση των οποίων λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδοχών τους, όπως αυτές ρυθμίζονταν κατά το χρόνο κατάρτισης τους από τις ανάλογες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας τους (βασικός μισθός+ επιδόματα+ λοιπές παροχές) συμφώνησαν ότι η εναγομένη, σε περίπτωση που, με τη μορφή αυξήσεως επιδόματος, θα τους χορηγεί επί πλέον παροχή, η οποία είναι υπέρτερη του ελάχιστου νόμιμου ορίου, θα έχει το δικαίωμα να τη συμψηφίζει με οποιασδήποτε μορφής αύξηση του καθορισμένου μισθού -ημερομισθίου, ή με αύξηση των κατώτατων ορίων ή με χορήγηση επιδόματος, που θα θεσπίζεται, σύμφωνα με συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική ή υπουργική απόφαση ή με οικειοθελή από μέρους της εταιρίας αύξηση.
Επιπλέον, με τον εσωτερικό κανονισμό της εναγομένης (αρθρ. 27 εδ. γ΄), ο οποίος κυρώθηκε με τη 250/17-3-1980 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Αθηνών και του οποίου είχαν λάβει γνώση όλοι οι ενάγοντες, αφού είχε αναρτηθεί σε όλους τους πίνακες ανακοινώσεων αυτής (άρθρο 1 παρ. 2 του Π.Δ. 3789/1957), οι δε όροι του λειτουργούν συμπληρωματικώς σε σχέση με τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και με την έννοια αυτή καθίστανται υποχρεωτικό περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών, ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση καταβολής αποδοχών ανώτερων των νομίμων, συμψηφίζονται σε αυτές και κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τις νόμιμες, κάθε προσαύξηση λόγω πολυετούς υπηρεσίας, τα πάσης φύσεως επιδόματα οικογενειακών βαρών, ανθυγιεινής ή επικίνδυνης εργασίας και κάθε μελλοντική αύξηση αποδοχών".
Οι ενάγοντες λάμβαναν αποδοχές μεγαλύτερες από τις νόμιμες (ελάχιστες) που προβλέπονταν από τις κλαδικές ΣΣΕ, στις οποίες υπάγονταν ανάλογα με την ειδικότητα τους, στο σύνολο δε των αποδοχών των κλαδικών αυτών συμβάσεων περιλαμβανόταν και το οικογενειακό επίδομα. Η ως άνω συμφωνία συμψηφισμού του οικογενειακού επιδόματος, που περιεχόταν στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, δεν καταργήθηκε με τις εκάστοτε συναφθείσες ΕΣΣΕ, αφού με αυτές οι ενάγοντες συμφώνησαν για άλλα θέματα, που αφορούν την εργασιακή σχέση τους σε επιχειρησιακό επίπεδο, χωρίς να θιγεί ο όρος αυτός των ατομικών συμβάσεων, η μη αναγραφή δε χωριστά του επιδόματος γάμου σ' αυτές, αλλά και στις μισθοδοτικές καταστάσεις των εναγόντων, δεν σημαίνει ότι ο παραπάνω επίμαχος όρος καταργήθηκε και ότι η εναγομένη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπαυσε να τους το καταβάλει, αφού αυτό περιλαμβανόταν στο σύνολο των υπέρτερων των νομίμων (σύμφωνα με τις ως άνω κλαδικές συμβάσεις) καταβαλλόμενων αποδοχών τους, οι οποίες και το υπερκάλυπταν.
Το επίδικο δε επίδομα συνυπολόγισε η εναγομένη στις υπέρτερες αποδοχές που κατέβαλε στους ενάγοντες, όχι μονομερώς, αλλά σύμφωνα με τους σχετικούς ρητούς όρους των ατομικών τους συμβάσεων και του εσωτερικού κανονισμού της. Τα ίδια αποδεικνύονται και από τη σύγκριση των ως άνω καταβαλλόμενων αποδοχών με βάση την από 10-3-1989 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, αν και η πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος με τις ως άνω κλαδικές συμβάσεις αποκλείει την εφαρμογή αυτής της ΕΓΣΣΕ.
Δεν μπορεί δε να γίνει σύγκριση των αποδοχών των εναγόντων επιλεκτικά, δηλαδή βάσει των επιμέρους ποσών του βασικού μισθού και των επιδομάτων, όπως αυτά προβλέπονται από τις διατάξεις της ΕΓΣΣΕ ή των κλαδικών συμβάσεων (που προβλέπουν σαφώς την καταβολή του ως άνω επιδόματος) και των καταβαλλόμενων αποδοχών με βάση τις ως άνω επιχειρησιακές ΣΣΕ, οι οποίες δεν προβλέπουν ρητώς την καταβολή του επιδόματος αυτού, το οποίο όμως καταβλήθηκε στους ενάγοντες.
Με βάση αυτά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να εισπράξουν εκ νέου το επίδομα γάμου, αφού έχουν ήδη λάβει αυτό και -εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση- απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία αυτοί ζητούσαν την επιδίκαση του επιδόματος αυτού για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-2001.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν ούτε άλλη ουσιαστικού δικαίου διάταξη και επομένως είναι αβάσιμοι όλοι οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2004, αίτηση των ...... , για αναίρεση της 1483/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ