Legislator Case Law & Legislation
1381/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to submit evidence, upholding lower court's fact-finding discretion.

Case Number 1381/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision rejecting a property ownership claim. The appellants argued the lower court erred by failing to consider an unsubmitted letter, while the appellees contended the evidence was never physically presented. The court ruled that since the Court of Appeals explicitly verified the letter was not submitted during the proceedings, the appeal regarding this evidence was inadmissible, and the lower court's factual findings remained uncontrollable.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the substantive court's evaluation of facts, and an appeal based on the failure to consider evidence that was never submitted is inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure admissibility of appeal unsubmitted evidence factual findings property ownership claim Court of Appeals Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1381 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1381/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) .... και 3) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα (....) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον 3ο αναιρεσείοντα (....), που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ1, 2) Ζ2 και 3) Ζ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σβορώνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Χ1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 17-2-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-3-2005 αιτήσεως για αναίρεση της 40/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή, για να ευσταθήσει ο λόγος αυτός πρέπει να έχει γίνει από τον διάδικο όχι μόνο επίκληση αλλά και προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου.

Από την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 561 περ. 1 ΚΠολΔ, που καθιερώνει τον κανόνα ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι αν το δικαστήριο της ουσίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του προβαίνει στη βεβαίωση ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίστηκε σε εκείνο, η εν λόγω βεβαίωση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, με συνέπεια ο τυχόν προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, ότι εκείνο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, να είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες «ουδόλως προσκόμισαν αυτή την επιστολή (από 28-9-1945) ούτε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ούτε κατά την παρούσα συζήτηση». Ενόψει του ότι η βεβαίωση αυτή του Εφετείου, ότι δεν προσκομίσθηκε το ανωτέρω έγγραφο, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο με εκείνη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ΄ ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο που του προσκόμισε με επίκληση το ήδη αναιρεσείον μέρος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε τα ακόλουθα : Δυνάμει του από 28-3-1963 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του αρχικού ενάγοντος X1 (δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων) και του Ψ1 (δικαιοπαρόχου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων), ο δεύτερος εκμίσθωσε στην πρώτη για εννέα (9) έτη, δηλαδή από 1-8-1963 μέχρι 31-7-1972, έναντι ετήσιου μισθώματος, αρχικά 1.000 δραχμών, ένα ακίνητο επιφανείας 170 τ.μ.

περίπου, μέσα στο οποίο, υπήρχε ισόγειο κτίσμα (άλλοτε παλαιό ελαιοτριβείο), με εφαπτόμενο στάβλο και παρακείμενη ισόγεια αποθήκη, κείμενο στη θέση ..... της περιοχής του χωριού «......» Κοινότητας ....., που συνορεύει με δημοτικό δρόμο, με ιδιοκτησίες X1 και συνεχόμενη ιδιοκτησία Ψ1. Ο ως άνω εκμισθωτής ήταν κύριος του παραπάνω ακινήτου λόγω κληρονομίας του πατέρα του ...., που αποβίωσε στις 4-1-1943, αποκτήσας τούτο δια της νομίμως δημοσιευθείσας, το έτος 1943, από 22-5-1942, ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου.

Περί το έτος 1945, με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ΄ αριθ. .... συμβόλαιο συστάσεως ισόβιας προσόδου του συμβολαιογράφου ..... ο ίδιος μεταβίβασε στους εναγομένους, ανηψιούς του, την ψιλή κυριότητα τούτου και δη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον Ζ3, τέκνο του αδελφού του ...., και κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε καθένα των λοιπών εναγομένων (Ζ2 και Ζ1), τέκνα της αδελφής του ...., παρακρατώντας, εφ΄ όρου ζωής του, την επικαρπία.

Μετά τη λήξη της συμβατικής διαρκείας της άνω συμβάσεως μισθώσεως ο X1 εξακολούθησε να παραμείνει ως μισθωτής στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, ενασκώντας σ΄ αυτό τις επαγγελματικές του δραστηριότητες ως εκμεταλλευτή ελαιοτριβείου. Ο ισχυρισμός αυτού στην ένδικη αγωγή, ότι μετά τη συμβατική λήξη της μισθώσεως δυνάμει προφορικής συμφωνίας του με τον εκμισθωτή Ψ1 ο τελευταίος μεταβίβασε προς αυτόν ατύπως, λόγω πωλήσεως, το ως άνω ακίνητο (πλην της ισόγειας αποθήκης, ως προς την οποία η μίσθωση εξακολούθησε ισχύουσα) έναντι τιμήματος 250.000 δραχμών και έκτοτε αυτός νέμεται τούτο (ακίνητο, ήδη επίδικο), ασκώντας διακατοχικές πράξεις (όπως φορτοεκφορτώσεις ελαιοκάρπου, επισκευές κλπ) με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 1998, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η μίσθωση εξακολούθησε να ισχύει και μετά τη συμβατική λήξη της, το έτος 1972, για όλο το ακίνητο με αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος κατ΄ έτος. Από τις προσκομιζόμενες δύο αποδείξεις καταβολής ετησίου μισθώματος για τα έτη 1988 και 1989 προκύπτει ότι αυτές αφορούν μισθώματα ελαιοτριβείου γενικώς στην θέση .....

Ας σημειωθεί ότι όταν περί το έτος 1992 και ενόσω ζούσε ακόμη ο Ψ1 οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στον X1 την από 7-8-1992 καταγγελία μισθώσεως, ζητώντας την απόδοση του μισθίου ακινήτου, ο τελευταίος, απαντώντας σ΄ αυτούς με την από 8-9-1992 εξώδικη δήλωσή του, δεν επικαλέστηκε άτυπη προς αυτόν από το έτος 1972 μεταβίβαση του ελαιοτριβείου από τον Ψ1΄Αλλωστε το γεγονός ότι ο X1, μετά από αίτησή του το έτος 1980 προς την τότε Πρόεδρο της Κοινότητας .....

έλαβε την από 23-2-1980 βεβαίωση περί της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί απόδειξη ότι αυτός ήταν κύριος του προαναφερομένου ακινήτου, αφενός μεν διότι ο άνω πρόεδρος της κοινότητας ήταν καθ΄ ύλην αναρμόδιος να πιστοποιήσει κάτι τέτοιο, εκδίδοντας βεβαίωση με αυτό το περιεχόμενο, αφετέρου δε διότι η σκοπιμότητα της εκδόσεως της άνω βεβαιώσεως (ηλεκτροδότηση κτισμάτων) αποδείχθηκε ότι εξυπηρετούσε απολύτως την ενάσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του X1 ως μισθωτή του χώρου.

Επίσης ο ισχυρισμός των διαδόχων του ενάγοντος (ήδη αναιρεσειόντων) περί εικονικότητας του προαναφερόμενου συμβολαίου περί συστάσεως ισόβιας προσόδου, δυνάμει του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι απέκτησαν την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου δεν είναι πειστικός, αφού ο ίδιος ο Ψ1 από το έτος 1969 αναγνώρισε αυτό ως έγκυρο και ισχυρό με την υπ΄ αριθ. ......

πράξη αναγνωρίσεως του συμβολαιογράφου ....., δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο σε σχέση με την ένδικη διαφορά, ενώ αργότερα κατά το έτος 1991, με αντίστοιχο υπ΄ αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ....., παραιτήθηκε από την επικαρπία των μεταβιβασθέντων στους εναγομένους κατά ψιλή κυριότητα ακινήτων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι ενώ οι ως άνω διάδοχοι του ενάγοντος στις έγγραφες προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατά την άτυπη προς τον X1 το έτος 1972 πώληση ο Ψ1 παρέδωσε σ΄ αυτόν (X1) αντίγραφο της από 28-9-1945 επιστολής, που είχε υπογραφεί από τους αντιπροσώπους των αντισυμβαλλομένων του – εναγομένων στο παραπάνω συμβόλαιο συστάσεως ισόβιας προσόδου,...

και ...., στην οποία (επιστολή) οι τελευταίοι αναγνωρίζουν και εξωδίκως συνομολογούν την εικονικότητα του παραπάνω συμβολαίου συστάσεως ισόβιας προσόδου, εν τούτοις δεν προσκόμισαν αυτή την επιστολή στο Δικαστήριο, ούτε κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε κατά τη δευτεροβάθμια συζήτηση.

Και ναι μεν από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ΄ αριθ. .... δημόσιας διαθήκης του Ψ1 προκύπτει ότι σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά της άνω από 28-9-1945 επιστολής, πλην όμως εξ αυτού δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του περί εικονικότητας ισχυρισμού των ως άνω διαδόχων του ενάγοντος, αφού το περιεχόμενό της αναιρείται κατ΄ επανάληψη από τις προαναφερθείσες και χρονικά επόμενες της επιστολής, αλλά και της δημόσιας διαθήκης, συνειδητές ενέργειες του διαθέτη Ψ1.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο X1 από το έτος 1963 μέχρι και την χρονολογία του θανάτου του (στις 3-12-1998) ήταν μισθωτής του προπεριγαφέντος ακινήτου, κατέχοντας τούτο δυνάμει σχέσεως μισθώσεως και ουδέποτε η ενάσκηση των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων από πλευράς τούτου έγινε με διάνοια κυρίου, ως αβασίμως ιστορείται στην ένδικη αγωγή, γεγονός άλλωστε που εξωδίκως συνομολογούσε και ο επίσης διάδοχος του ενάγοντος και μη εκκαλέσας την πρωτόδικη απόφαση X2, γιός του, στην από 4-3-1998 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου ....., η οποία προηγείται χρονικά τόσο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρώτο από τους εναγομένους στις 16-3-1998, όσο και του επισυμβάντος στις 3-12-1998 θανάτου του X1.

Ακολούθως το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή αναγνώρισης της επί του επιδίκου κυριότητας του ενάγοντος κλπ. Με αυτά που δέχθηκε και εκείνα που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ήτοι τον αγωγικό ισχυρισμό της επί εικοσαετία, με διάνοια κυρίου, κατοχής, το οποίο ζήτημα και απέκρουσε, του επιδίκου, από τον αρχικώς ενάγοντα και δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων X1 και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 (και όιχ 20, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο μάλιστα οι αναιρεσείοντες εντοπίζουν τις «αντιφάσεις» όχι στις αιτιολογίες της προβαλλόμενης απόφασης, αλλά στα κατ΄ αυτούς περιεχόμενα των αναφερομένων στην απόφαση εγγράφων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτιολογία του Εφετείου ότι «το γεγονός άλλωστε της διενεργείας από τον X1 των διακατοχικών πράξεων στο επίδικο, με την ιδιότητά του του μισθωτή και όχι με διάνοια κυρίου, συνομολογεί εξωδίκως και ο γιός του X2 στην από 4-3-1998 βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας .....», για την οποία το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ότι έγινε πριν από την άσκηση της αγωγής και, εμμέσως αλλά σαφώς, όχι με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη, έχει χαρακτήρα επάλληλο έναντι της λοιπής αιτιολογίας και γι΄ αυτό αλυσιτελώς πλήττεται με τον δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

α΄ και 12 ΚΠολΔ, αφού η άλλη παραπάνω αιτιολογία της αποφάσεως, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της ως προς την απόρριψη της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ένα έγγραφο, από το οποίο το δικαστήριο της ουσίας συνάγει εξώδικη ομολογία, τέτοιο δε έγγραφο είναι και η ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε πριν τη συγκεκριμένη δίκη και όχι με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί για τη δίκη αυτή.

Εξάλλου, ο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αιτήσεως είναι και αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ΄ αυτόν ποια η αποδεικτική δύναμη (όπως τέτοια πλήρους απόδειξης με ή χωρίς δυνατότητα ανταπόδειξης κλπ) της ανωτέρω ένορκης βεβαιώσεως ή της σ΄ αυτόν περιεχομένης εξώδικης ομολογίας, την οποία δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο και έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του προαναφερομένου αποδεικτικού μέσου.

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο υπό εξ….. λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2005 αίτηση των ...., .... και ... για αναίρεση της 40/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ