Supreme Court dismisses appeal against conviction for organized crime due to lack of admissible grounds and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's conviction for organizing and joining a criminal organization, theft, and arson. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning and misapplied Article 187 of the Penal Code regarding the structured nature of the group. The court rejected these claims, stating the appeal contained no admissible grounds under Article 510 of the Criminal Procedure Code and that the lower court's factual findings were not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 473, 510, 578 of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it lacks admissible grounds under Article 510 and that appellate courts cannot re-evaluate the factual basis of the lower court's conviction regarding the structure of a criminal organization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1380 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1380/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Καντζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Πατρινού, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1615, 1899, 2232/2022, 693/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. BEIERSDORF HELLAS Α.Ε., ΝΟΜ.ΕΚΠΡ., που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε. 2. Π. Μ., που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε 3. ΚΑΕ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΟΠΑΠ ΜΕΤΟΝ. ΣΕ ΚΑΕ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ AKTOR ΝΟΜ.ΕΚΠΡ-ΝΗ, που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε 4. LAB 14 DIGITAL MARKETING CREW ΝΟΜ.ΕΚΠΡ-ΝΗ, που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε 5. DPG DIGITAL MEDIA ΑΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ΜΕΤΟΝ.ΣΕ DPG DIGITAL MEDIA GROUP Μ.Α.Ε. ΕΚΠΡ-ΝΗ, που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29/1/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29/1/2025 αίτηση - δήλωση του Κ. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1615, 1899, 2232/2022, 693/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της ληστείας, της συνέργειας σε ληστεία κατά συρροή τετελεσμένης και σε απόπειρα και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας με φωτιά, αφού του αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ., σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών και οκτώ (8) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, έχει ασκηθεί νομότυπα από τον ίδιο και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο στις 14/1/2025 και η δήλωση επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31/1/2025 (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2Α και 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ.), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση δεν παραστάθηκαν οι υποστηρίζουσες την κατηγορία: 1) "BEIERSDORF HELLAS Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Π., 3) " ΚΑΕ Παναθηναϊκός ΟΠΑΠ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 4) "LAB 14 DIGITAL MARKETING CREW Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα και, 5) "DPG DIGITAL MEDIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, καίτοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 6/3/2025 για την πρώτη και 4/3/2025 για τις λοιπές αποδεικτικά επίδοσης, που συντάχθηκαν από τον Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ.
Επομένως, αφού οι υποστηρίζουσες την κατηγορία δεν εμφανίσθηκαν, καίτοι έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτές παρούσες άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ).
Ι. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ 95/11.6.2.019, τεύχος Α') κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του άνω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι εκείνος που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχάς υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Πολύ περισσότερο επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος, όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής ή αξιώνονται περισσότερα στοιχεία για την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόστασή της (ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 861/2023, ΑΠ 105/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα... 374 (Διακεκριμένες περιπτώσεις Κλοπής), 380 (Ληστεία)...".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) Η εξ αρχής δημιουργία (για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης") ή η προηγούμενη ύπαρξη (για την εγκληματική μορφή της "ένταξης") ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων, που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό, β) η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξή του σ' αυτή, ως μέλους, γ) τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία, δ) η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλαιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής-υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού, ε) ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο, οικονομικό αλλά και ιδεολογικό ή άλλο, να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα, που απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτή και, στ) τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και, κυρίως, ως προς το αντικείμενο κάθε πράξης, να προβλέπονται με τρόπο, που η αφηρημένη επιδίωξή τους αφενός μεν χαρακτηρίζει τη συγκρότηση ή τη λειτουργία της ομάδας, αφετέρου δε εμπίπτει στη γνώση και στη θέληση ενός εκάστου από αυτούς που τη συγκροτούν ή εντάσσονται σ' αυτή.
Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ` ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη, που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται ως συνολικός (ενιαίος), δηλαδή τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ. των εγκλημάτων τούτων (ΑΠ 1122/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ισχύοντος από 1/7/2019 Π.Κ., "Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση του άρθρου 187 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με αυτό του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ, για τη συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι δυσμενέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης ποινής, αφού πέραν της απειλούμενης ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, προσθέτει και τη χρηματική ποινή, ενώ ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης είναι εν μέρει δυσμενέστερη, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος, και όχι ορισμένων, που αναφέρονται στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, και εν μέρει ευμενέστερη, αφού για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος: α) δεν αρκεί η συγκρότηση ή ένταξη σε "δομημένη ομάδα", αλλά απαιτείται η συγκρότηση ή ένταξη σε "επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση" και, β) δεν αρκεί η οργάνωση να έχει οποιαδήποτε διαρκή δράση, αλλά απαιτείται να διακρίνεται για διαρκή εγκληματική δράση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, ως "επιχειρησιακή" νοείται η δομή ομάδας, της οποίας τα μέλη αναλαμβάνουν διακριτούς και αλληλοϋποστηρισμένους ή αυτοτελείς ρόλους ή διακριτούς και συνδυασμένους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους είτε ατομικά, είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης, ανεξαρτήτως της γνώσης εκάστου για τα συγκεκριμένα καθήκοντα των άλλων ή και για τον συγκεκριμένο σε κάθε περίπτωση στόχο της οργάνωσης. Με τον όρο αυτό αποδίδεται επίσης ο "πραγματοπαγής" χαρακτήρας της οργάνωσης, που τη διακρίνει σαφώς από τις ομάδες με προσωποπαγή δομή, η επικινδυνότητα των οποίων είναι σαφώς μειωμένη, όπως και η εμβέλεια της εγκληματικής τους δράσης. Ο όρος αυτός θεωρείται ως το πιο ουσιαστικό στοιχείο διαφοροποίησης των εγκληματικών οργανώσεων από τις απλές συμμορίες (ΑΠ 263/2024, ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 597/2022).
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, που η ένδικη πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης τελέστηκε σε χρόνο (από Ιούνιο 2016 μέχρι και τις 6/5/2017) που ίσχυε ο προϊσχύσας Π.Κ. και δικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε ο νέος Π.Κ., εφαρμοστέες ως ευμενέστερες, ως προς τα ανωτέρω α' και β' στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, είναι οι διατάξεις του νέου Π.Κ., ενώ ως προς την ποινή αυτές του προϊσχύσαντος Π.Κ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ. (ΑΠ 1122/2023)
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου αυτό να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, απολογίες παρόντων κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με το έγκλημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, για το οποίο, μεταξύ άλλων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις αρχές του καλοκαιριού του 2016 περιήλθαν ανώνυμες πληροφορίες στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Δυτικής Αττικής για τη δράση ομάδας ατόμων που πραγματοποιούσαν κυρίως κατά τις βραδινές ώρες κλοπές και ληστείες σε επιχειρήσεις κυρίως στον Ασπρόπυργο και τη Δυτική Αττική αλλά και σε άλλες περιοχές του λεκανοπεδίου και τη Βοιωτία.
Η πληροφορία ανέφερε ότι στην ομάδα μετείχαν οι εκ των κατηγορουμένων ... . Η ως άνω υπηρεσία συνέστησε ειδική ομάδα επιτήρησης από αστυνομικούς και τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση το στρατόπεδο Καποτά στις Αχαρνές, και η περιοχή πέριξ αυτού, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις ανώνυμες πληροφορίες το εν λόγω στρατόπεδο αποτελούσε το ορμητήριο δράσης των αξιόποινων πράξεων της ανωτέρω ομάδας.
Στη συνέχεια, στις αρχές Ιανουαρίου 2017, περιήλθε στην ως άνω υπηρεσία και άλλη ανώνυμη πληροφορία, που ανέφερε πλέον των ως άνω τριών ατόμων και συμμετοχή στην ανωτέρω ομάδα τον ..., Κ. Σ., ... . Στα πλαίσια της επιτήρησης διαπιστώθηκε ότι οι δράστες κινούνταν συνήθως βραδινές ώρες χρησιμοποιώντας δικά τους οχήματα για την κατόπτευση των τόπων τέλεσης των πράξεων, αλλά και κλεμμένα τα οποία κινούνταν από άλλους δρόμους, συνήθως από το Μόρνο, που είναι χωματόδρομος και ορεινός δρόμος και ως ορμητήριο ήταν το ως άνω στρατόπεδο Καποτά στο Μενίδι.
Στις 17-1-2017 έλαβε χώρα ληστεία στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΕΙΑ ΟΛΥΜΠΟΣ", που βρίσκεται στο 27° χλμ της Ν.Ε.Ο.Α.Λ. στις Αφίδνες. Κατά τη διάπραξη της ληστείας βρέθηκε τηλεφωνική συσκευή με κάρτα SΙΜ η οποία έπεσε από τους δράστες. Από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών (σαρώσεις) στα σημεία διάπραξης των αξιόποινων πράξεων που έγινε για την εν λόγω τηλεφωνική σύνδεση, κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2016 έως το Μάιο του 2017 προέκυψε ότι πραγματοποιήθηκε σειρά "επιχειρησιακών" συνδέσεων, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι δράστες κατά τη διάπραξη των αδίκων πράξεων.
Οι εν λόγω συνδέσεις ταυτοποιήθηκαν ότι ανήκαν τόσο στο δεύτερο, όσο και σε ανύπαρκτους αλλοδαπούς, Από την ανάλυση των στοιχείων που προέκυψαν από την άρση απορρήτου, τις σαρώσεις στα σημεία διάπραξης των αξιοποίνων πράξεων, τις φυσικές παρακολουθήσεις, την ανάλυση των ευρημάτων από τους χώρους όπου διαπράχθηκαν αξιόποινες πράξεις ταυτοποιήθηκαν τα μέλη της οργάνωσης και προέκυψε ο τρόπος δράσης αυτής.
Ειδικότερα, αναφορικά με τον τρόπο δράσης της ως άνω ομάδας λεκτέα τα ακόλουθα: Η εγκληματική οργάνωση ανέπτυξε δράση από το μήνα Ιούνιο του 2016. Αποτελείτο από αρκετά άτομα τα οποία κατοικούσαν στην ίδια ή σε όμορες περιοχές (Αχαρνές, Ασπρόπυργος), πλην ενός που κατοικούσε στην Καλλιθέα, όχι μόνο γνωρίζονταν αλλά είχαν καθημερινή επαφή, συνδέονταν δε με φιλικές ή και συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους και είχαν όλοι ποινικό παρελθόν.
Επιδίωξή τους ήταν η διάπραξη κλοπών είτε οχημάτων είτε χρημάτων, αντικειμένων και τιμαλφών, ληστειών, ιδίως σε επιχειρήσεις ευρισκόμενες στην Αττική και Βοιωτία, με σκοπό την επίτευξη παράνομου οικονομικού οφέλους. Το ποιος είχε αρχηγικό ρόλο στην ομάδα δεν προέκυψε πλην όμως καθοριστικό ρόλο έπαιζαν ο φυγόποινος ..., ο οποίος πρότεινε στον ...
συνεργασία και συμμετοχή στην ομάδα, ο ... με τη σειρά του έφερε στην ομάδα τους ... και, μέσω αυτού, τον ... . Επιπλέον, ο ... έφερε στην ομάδα τον Π. Ενεργούσαν από κοινού, αναλάμβαναν ρόλους τους οποίους ενάλλασσαν υποτάσσοντας την ατομική τους βούληση στη βούληση της οργάνωσης.
Περαιτέρω, η δράση της ομάδας, η οποία ήταν διαρκής, κατά περίπτωση διαχωριζόταν σε υποομάδες, χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη συχνότητα, ακολουθούσε κανόνες ενώ τα μέλη της, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης κάθε πράξης, είχαν προκαθορισμένους διακριτούς ρόλους, δεδομένου ότι σε κάθε επιχείρηση υπήρχαν οι αυτουργοί, τσιλιαδόροι, κατοπτεύοντες καθώς και προπομποί και ακόλουθοι του οχήματος με το οποίο μετέβαιναν στον τόπο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων οι αυτουργοί.
Το ορμητήριο της ομάδας ευρισκόταν στο στρατόπεδο Καποτά, όπου κατοικούσαν και κάποιοι εκ των κατηγορουμένων ή συγγενικά τους πρόσωπα. Στο στρατόπεδο σε συγκεκριμένα κοντέινερ απέκρυπταν μέσα τέλεσης των πράξεων τους ή κλοπιμαία, αλλά και τα χρησιμοποιούσαν ως σημεία συνάντησης μεταξύ των μελών της ομάδας τα οποία θα μετείχαν σε συγκεκριμένες πράξεις.
Το πού και πότε θα χτυπούσαν κάθε φορά το όριζε, μεταξύ άλλων ο ..., ο ... και ο .... Καλούσαν τα πρόσωπα που θα μετείχαν ως φυσικοί αυτουργοί, τσιλιαδόροι, κατοπτευτές κ.λ.π, τους έδιναν κατευθύνσεις αλλά και κινητά τηλεφώνα (ιδίως οι ... και ... ) τα οποία ανήκαν σε άγνωστους αλλοδαπούς, προκειμένου να μην εντοπίζονται οι χρήστες τους, με τα οποία θα ήταν σε διαρκή επικοινωνία μεταξύ τους για την καλύτερη τέλεση των πράξεων και την ασφαλή διαφυγή τους.
Η μετάβαση στην επιχείρηση που θα χτυπούσαν γινόταν για τους φυσικούς αυτουργούς με αυτοκίνητα κλεμμένα σε προγενέστερο χρόνο από μέλη της ομάδας και τα οποία κάποιες φορές έφεραν πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας, οι ίδιοι δε είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και φορούσαν γάντια, μακρυμάνικες μπλούζες ή μπουφάν, ακόμα και κατά τους θερινούς μήνες για να μην αφήνουν ίχνη στους τόπους τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων και να μην είναι ευχερής η ταυτοποίηση τους.
Οι φυσικοί αυτουργοί με τα κλεμμένα οχήματα συνήθως ακολουθούσαν για τη μετάβαση τους στα σημεία που χτυπούσαν όχι κεντρικούς δρόμους, αλλά παράπλευρους, συνήθως χωματόδρομους, και πάντως δρόμους διάφορους αυτών που πήγαιναν οι συμμέτοχοι τους. Αντιθέτως, οι τσιλιαδόροι, προπομποί κ.λπ. μετέβαιναν στα σημεία που είχαν καθοριστεί από τα πρόσωπα που συντόνιζαν την επιχείρηση για να κατοπτεύουν τους στόχους-εταιρίες και τις οδούς μετάβασης και διαφυγής με τα δικά τους οχήματα, χωρίς καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, ήταν δε τα οχήματα πάντα περισσότερα του ενός αφού το ένα εξ αυτών προπορευόταν του οχήματος των φυσικών αυτουργών για να κατοπτεύει το χώρο, τα δε άλλα ήταν σταθμευμένα ή κινούντο πλησίον του σημείου τέλεσης του εγκλήματος, ώστε να παρακολουθούν για πιθανή εμφάνιση της αστυνομίας και να ειδοποιούν, μέσω των προαναφερομένων κινητών, τους αυτουργούς.
Οι τελευταίοι, κατά την επιχείρηση ήταν εφοδιασμένοι με διαρρηκτικά εργαλεία, ήτοι λοστούς, βαριοπούλες, κατασαβίδια, μαχαίρια τροχούς και κάποιες φορές πιστόλια ή πυροβόλα όπλα, καθώς και φορητούς ασυρμάτους για να παρακολουθούν τις συχνότητες της αστυνομίας. Οι ώρες της δράσης τους ήταν συνήθως νυχτερινές, μεταξύ 2:00 π.μ.
και 5:00 π.μ. Χρησιμοποιούσαν πλήθος τηλεφωνικών συνδέσεων κινητών τηλεφώνων αγνώστων αλλοδαπών, ώστε να αποφύγουν τον εντοπισμό τους, τα οποία είχαν επικοινωνίες αποκλειστικά και μόνο μεταξύ των κατηγορουμένων και ενεργοποιούνταν τις μεταμεσονύκτιες ώρες και στους τόπους τέλεσης των πράξεων. Οι φυσικοί αυτουργοί μετέβαιναν στην επιχείρηση και αν αυτή δεν φυλασσόταν εξουδετέρωναν τον συναγερμό, αν υπήρχε φύλακας τον ακινητοποιούσαν, ενίοτε τον έδεναν, τον απειλούσαν με όπλο ή τον χτυπούσαν, σε κάθε περίπτωση πάντως κάποιος εκ των συμμέτοχων έμενε μαζί του ενώ οι λοιποί ερευνούσαν τους χώρους και αφαιρούσαν ότι εύρισκαν, όπως χρηματοκιβώτια, χρήματα, υπολογιστές ηλεκτρονικά μηχανήματα κλ,π.
Μετά το πέρας της επιχείρησης, οι δράστες διέφευγαν είτε μόνο με το όχημα που είχαν μεταβεί, είτε με τα οχήματα που αφαιρούσαν από τη εταιρεία ή το φύλακα αυτής. Κάποιες φορές, τοποθετούσαν στα κλεμμένα οχήματα πλαστές πινακίδες από οχήματα ίδιας μάρκας, μοντέλου και χρώματος με οχήματα που δεν απασχολούσαν τις αρχές προκειμένου να παραπλανούν τις τελευταίες.
Επιπλέον, κατά τη διαφυγή τους από τα σημεία τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων έριχναν στο οδόστρωμα καρφιά για να καταστραφούν τα λάστιχα των οχημάτων της αστυνομίας σε πιθανή προσέλευση τους. Μετά τη διαφυγή τους οι φυσικοί αυτουργοί μετέβαιναν σε ερημικές τοποθεσίες με τα κλεμμένα οχήματα, ακολουθούμενοι από τους συμμέτοχους τους, άνοιγαν τα χρηματοκιβώτια, αφαιρούσαν το περιεχόμενο τους, τα τοποθετούσαν και πάλι στα κλεμμένα οχήματα και έκαιγαν τόσο τα αυτοκίνητα όσο και τα χρηματοκιβώτια, προκειμένου να εξαφανίσουν οποιοδήποτε ίχνος τους (αποτυπώματα, γενετικό υλικό κλπ.).
Εν συνεχεία, μετέβαιναν συνήθως με τα οχήματα των συμμέτοχων τους στο ορμητήριο τους, τον οικισμό εντός του στρατοπέδου Καποτά, σημείο συνάντησης τόσο πριν όσο και μετά την πράξη όπου στα κοντέϊνερ που υπήρχαν εκεί, απέκρυπταν τα μέσα τέλεσης των πράξεων, τα κλοπιμαία και καταμετρούσαν τη λεία, κάποιος δε εξ αυτών (συνήθως ο ...) κατέβαλε στο κάθε συμμέτοχο το ποσοστό του από τη λεία.
Η συχνή τηλεφωνική επικοινωνία των μελών της ομάδας ενεργοποιούσε κεραίες κινητής τηλεφωνίας στην περιοχή Αχαρνών αλλά και στις περιοχές όπου ευρίσκονταν οι εταιρείες σε βάρος των οποίων διέπραξαν κλοπές ή ληστείες Επίσης, δεδομένου ότι η οργάνωση ήταν πολυπληθής σε ορισμένες περιπτώσεις διαχωριζόταν σε δύο τουλάχιστον υποομάδες, έτσι ώστε μετά από κάποιες πράξεις ενώ κάποια από τα μέλη επέστρεφαν με τα κλοπιμαία στο στρατόπεδο Καποτά κάποια άλλα μετέβαιναν σε άλλη εταιρεία προκειμένου να διαπράξουν κλοπή ή ληστεία Τέλος, κάποιες φορές αντιλαμβανόμενοι την παρουσία της αστυνομίας στις περιοχές που ανέπτυσσαν δράση την ανέστειλαν για κάποιο χρονικό διάστημα προκειμένου να αποφύγουν τον εντοπισμό τους.
Μετά την πολύμηνη παρακολούθηση των κατηγορουμένων από τις ειδικές ομάδες παρακολούθησης της ΕΛ.ΑΣ. διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναπτύξει την προπεριγραφείσα δράση, δεν είχαν μόνιμη και διαρκή απασχόληση (η παρακολούθηση γινόταν κυρίως βραδινές και νυχτερινές ώρες αλλά και πρωινές και απογευματινές, οπότε υπάρχει σαφής άποψη γι' αυτό), κινούντο συχνά από και προς το στρατόπεδο Καποτά, συναντιόντουσαν συχνά μεταξύ τους κατά ομάδες, κινούντο με τα οχήματα τους πλησίον των σημείων όπου τελέσθηκαν αξιόποινες πράξεις ... ".
Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, μεταξύ άλλων και της πράξης της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα από τον Ιούνιο 2016 έως την 6/5/2017 άπαντες οι κατηγορούμενοι μαζί με τον ανήλικο ... καθώς και αγνώστων στοιχείων συνεργούς τους συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, αποτελούμενη από περισσότερα των τριών πρόσωπα (εγκληματική οργάνωση), που επεδίωκε την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων (ληστείες και κλοπές σε εταιρείες και κλοπές οχημάτων και ληστείες σε οικίες και σε φορτηγά εταιρειών μεταφοράς καπνικών ειδών) στην περιοχή της Αττικής και της Βοιωτίας και την αποκόμιση παράνομου κέρδους από την διάπραξη ληστειών και κλοπών.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω ομάδα, αποτελούμενη από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού, ανελάμβαναν ρόλους, τους οποίους ενάλλασσαν, υποτάσσοντας την ατομική τους βούληση σε αυτή της οργάνωσης, επιδιώκοντας την τέλεση των κατωτέρω κακουργημάτων με σκοπό την επίτευξη οικονομικού οφέλους.
Ειδικότερα, η εγκληματική οργάνωση είχε διαρκή δράση, ακολουθούσε κανόνες ιεραρχίας και τα μέλη ενεργούσαν με διακριτούς ρόλους (φυσικοί αυτουργοί, τσιλιαδόροι, κατοπτεύοντες) είχαν σχεδόν καθημερινή επαφή μεταξύ τους, συνδεόμενοι με φιλικές ή συγγενικές σχέσεις, ενώ αρκετές φορές είχαν συλληφθεί ή ελεγχθεί από την αστυνομία μαζί.
Η εγκληματική οργάνωση παρέμενε ιδιαιτέρως ενεργή, όπως προκύπτει από τον μεγάλο αριθμό και την συχνότητα των αναφερομένων στο κατηγορητήριο αξιοποίνων πράξεων, και είχε ως σκοπό κυρίως την αφαίρεση χρηματοκιβωτίων εταιρειών, στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Αττικής (κυρίως στον Ασπρόπυργο και στις Αχαρνές), της Βορειοανατολικής Αττικής και της Βοιωτίας.
Για την δράση τους χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο την περιοχή των Αχαρνών και συγκεκριμένα τον οικισμό εντός του Στρατοπέδου Καποτά, όπου συγκεντρώνονταν πριν αλλά και μετά από κάθε τους πράξη. Εντός του στρατοπέδου υπήρχαν "κοντέινερ" που χρησιμοποιούνταν ως "καβάτζες" της ομάδας, αφού σε αυτά απέκρυπταν μέσα τέλεσης των αξιόποινων πράξεων και κλοπιμαία.
Ελάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης καθώς κατά τη διάπραξη των ληστειών και κλοπών, κάλυπταν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους με κουκούλες full face, μαντίλια και κουκούλες των μπουφάν τους, ενώ φορούσαν γάντια και μακρυμάνικες μπλούζες ή μπουφάν ακόμα και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, προκειμένου να μην αφήνουν τα ίχνη τους στα σημεία διάπραξης των αξιόποινων πράξεων και να καθιστούν με αυτόν τον τρόπο πιο δυσχερή την ταυτοποίησή τους και τη διασύνδεσή τους με τις συγκεκριμένες πράξεις.
Επίσης είχαν εφοδιασθεί με όλα τα απαραίτητα μέσα και διαρρηκτικά εργαλεία, όπως λοστούς, βαριοπούλες, κατσαβίδια, μαχαίρια και τροχούς, τόσο για να απειλούν το προσωπικό φύλαξης των εταιρειών, όσο και για να καταφέρνουν να παραβιάζουν τις θύρες εισόδου και ιδίως να διαρρηγνύουν τα χρηματοκιβώτια. Σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένα μέλη της οργάνωσης έφεραν και πυροβόλα όπλα, ακόμα και πολεμικά τυφέκια τύπου ΚΑΙ.ΑSΗΝΙΚΟV ΑΚ-47, καθώς και φορητούς ασυρμάτους, μέσω των οποίων παρακολουθούσαν τις συχνότητες της Αστυνομίας.
Οι ώρες που επέλεγαν να δράσουν ήταν κυρίως οι πρώτες πρωινές, συνήθως από την 02.00" έως την 05.00' ώρα. Σε περίπτωση που η εταιρεία φυλάσσονταν ή έβρισκαν εργαζόμενους εντός αυτής, τους ακινητοποιούσαν, επιδεικνύοντας αρκετές φορές ιδιαίτερη σκληρότητα δένοντάς τους και κτυπώντας τους χωρίς λόγο και χωρίς αυτοί να τους αντισταθούν.
Τουλάχιστον ένας εξ αυτών παρέμενε πάντα κοντά στον φύλακα της εταιρείας και τον επιτηρούσε, ενώ οι υπόλοιποι ερευνούσαν τους χώρους με χαρακτηριστική ψυχραιμία και σιγουριά στις κινήσεις τους, ακόμα και σε περίπτωση που ηχούσε ο συναγερμός της εταιρείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου οι Αστυνομικές δυνάμεις κατέφθαναν άμεσα στο σημείο διάπραξης αξιόποινης πράξης (ληστείας ή κλοπής σε εταιρεία) και επιχειρούσαν να τους ακινητοποιήσουν, αυτοί, προκειμένου να διαφύγουν, δεν δίσταζαν να κάνουν χρήση των πυροβόλων όπλων τους και να βάλλουν με αυτά εναντίον των αστυνομικών έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση, αδιαφορώντας παντελώς για την ανθρώπινη ζωή.
Επίσης, φρόντιζαν να ρίχνουν καρφιά στα σημεία, από όπου ανέμεναν την ενδεχόμενη προσέλευση αστυνομικών οχημάτων, πλησίον των τόπων των αξιόποινων πράξεων, για την καταστροφή των ελαστικών τους. Για την διαφυγή τους χρησιμοποιούσαν οχήματα που αφαιρούσαν από την εταιρεία ή τον φύλακα αυτής, καθώς και οχήματα, που είχαν αφαιρέσει σε προγενέστερο χρόνο, ώστε να μεταβούν στα σημεία διάπραξης των αξιόποινων πράξεων και να διαφύγουν από αυτά.
Σε αυτά τα οχήματα τοποθετούσαν τα χρηματοκιβώτια που αφαιρούσαν από τις εταιρείες και στη συνέχεια έθεταν πυρκαγιά σε αυτά στις περιοχές των Αχαρνών, πλησίον του Στρατοπέδου Καποτά, των Άνω Λιοσίων και του Ασπροπύργου, είτε απευθείας μετά την τέλεση της πράξης, είτε αφού τα χρησιμοποιούσαν και σε άλλες περιπτώσεις, ώστε να μην καταλείπουν ίχνη τους (αποτυπώματα και υπολείμματα γενετικού υλικού).
Επίσης μαζί με τα οχήματα έθεταν πυρκαγιά και σε χρηματοκιβώτια, που είχαν αφαιρέσει από τις εταιρείες και είχαν ήδη διαρρήξει, καθώς και σε έγγραφα, επιταγές κ.τ.λ. που περιέχονταν στα χρηματοκιβώτια και δεν είχαν χρηματική αξία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στα οχήματα που αφαιρούσαν για να μεταβαίνουν στα σημεία διάπραξης των αξιόποινων πράξεων, τοποθετούσαν πλαστές πινακίδες από οχήματα ίδιας μάρκας, μοντέλου και χρώματος, που δεν απασχολούσαν τις αρχές, προκειμένου να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους.
Ακόμη είχαν την συνδρομή έτερων ατόμων εκ των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν ως προπομποί και τσιλιαδόροι, με οχήματα ιδιοκτησίας τους, ώστε να διασφαλίζουν παράλληλα την κατόπτευση των στόχων-εταιρειών και το δρομολόγιο που επρόκειτο να ακολουθηθεί από και προς το Στρατόπεδο Καποτά.
Προκειμένου να συντονίζουν καλύτερα τη δράση τους και να διασφαλίζουν την άμεση διαφυγή τους, σε περίπτωση που κατέφθαναν στο σημείο Αστυνομικές δυνάμεις, είχαν τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους, καθ' όλη τη διάρκεια της δράσης τους, με τηλεφωνικές συνδέσεις ταυτοποιημένες σε στοιχεία αγνώστων αλλοδαπών ώστε να αποφύγουν τον εντοπισμό τους.
Κατά το χρονικό διάστημα της δράσης τους, χρησιμοποιούσαν πλήθος τηλεφωνικών συνδέσεων, ανά ομάδες μεταξύ τους της ίδιας σειράς αριθμών κλήσεων που ήταν αποκλειστικά "επιχειρησιακές", αφού είχαν επικοινωνίες αποκλειστικά και μόνο μεταξύ τους, ενώ ενεργοποιούνταν μεταμεσονύκτιες ώρες κατά τις ημερομηνίες διάπραξης των αξιόποινων πράξεων.
Τόσο οι πρώτες όσο και οι τελευταίες επικοινωνίες τους ενεργοποιούσαν κεραίες στην περιοχή των Αχαρνών, όπου τα μέλη της ομάδας συγκεντρώνονταν πριν και μετά από κάθε πράξη. Επίσης κατά την διάρκεια των ληστειών και των κλοπών οι μεταξύ τους επικοινωνίες, που χρονικά συνέπιπταν με την ώρα τέλεσης, ενεργοποιούσαν κεραίες κινητής τηλεφωνίας που κάλυπταν το σημείο, όπου διαπράχθηκε η εκάστοτε πράξη.
Η οργάνωση ήταν πολυπληθής και σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέλη διαχωρίζονταν σε δύο υποομάδες, οι οποίες δρούσαν σε διαφορετικά σημεία, την ίδια ημερομηνία. Συγκεκριμένα είτε, μετά από μία πράξη, κάποια από τα μέλη επέστρεφαν με τα κλοπιμαία στο σημείο εκκίνησης (Στρατόπεδο Καποτά) και τα υπόλοιπα μέλη μετέβαιναν σε άλλη εταιρεία για να διαπράξουν ληστεία ή κλοπή, είτε εξ' αρχής διαχωρίζονταν σε δύο ομάδες και μετέβαιναν παράλληλα σε διαφορετικούς στόχους.
Επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις που αντιλήφθηκαν την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στις περιοχές όπου διέμεναν ή κατά τις μετακινήσεις τους, ανέστειλαν για ικανό χρονικό διάστημα τη δράση τους ώστε να αποφύγουν τον εντοπισμό τους".
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την ένδικη αξιόποινη πράξη του άρθρου 187 παρ. 1 Π.Κ., για την οποία, μεταξύ άλλων, καταδικάσθηκε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' και Δ' Κ.Π.Δ.). Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την ένδικη αξιόποινη πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας επιδιώκουν τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων ληστείας και διακεκριμένων κλοπών, ως προς την οποία και μόνον πλήττεται, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ανωτέρω πράξης, β) τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως προπαρατέθηκαν καθώς και, γ) τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, αναφορικά με το έγκλημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης αυτού από τον αναιρεσείοντα κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων συμμετείχε σε επιχειρησιακά δομημένη ομάδα, που αποτελείτο από περισσότερα των τριών ατόμων, ήτοι από αυτόν και από τους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση ομάδα, που σκοπό είχε την σε βάθος χρόνου και μεθοδικά τέλεση, βάσει σχεδίου, αόριστου αριθμού διακεκριμένων κλοπών και ληστειών σε εταιρείες και οικίες στην περιοχή της Αττικής και της Βοιωτίας, με κατανεμημένες αρμοδιότητες μεταξύ των μελών της, τα οποία δεν είχαν ενωθεί ευκαιριακά.
Περαιτέρω διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνεχής εγκληματική δράση της ως άνω οργάνωσης καθόλη τη διάρκειά της με τη συνεργασία και εναλλαγή ρόλων μεταξύ των μελών αυτής, ο τρόπος της δράσης αυτής, ο καταμερισμός των καθηκόντων, η υποβολή των μελών σε πειθαρχία και έλεγχο από τα αρχηγικά στελέχη, η καθημερινή σχεδόν εγκληματική δραστηριότητα στα πλαίσια προσχεδιασμένου συγκεκριμένου εγκληματικού σχεδίου και η χρήση επιχειρησιακών δομών για την διάπραξη των επιδιωκόμενων ανωτέρω κακουργημάτων των διακεκριμένων κλοπών και ληστειών, που στόχευαν σε οικονομικό και περιουσιακό όφελος.
Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγο αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ` και Ε` Κ.Π.Δ., της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 187 παρ. 1 Π.Κ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, με τις οποίες υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιώμενος ότι δεν υφίστανται με βάση το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών, και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, κατ` άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Π.Δ., κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. πρωτ. 908/31.1.2025 αίτηση του Κ. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1615, 1899, 2232/2022, 693/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ