Legislator Case Law & Legislation
1380/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank contract dispute ruling on negligence and causation grounds.

Case Number 1380/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a contract dispute with Eurobank Ergasias. The appellant argued the lower court misinterpreted her 2004 application for bond coverage, claiming the court incorrectly assumed she fully understood investment risks and accepted that the initial capital was not guaranteed. The court found the appeal inadmissible because the lower court correctly analyzed the evidence and reached a different conclusion based on the totality of the documents presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 1 of Law 2396/1996: Liability for damages requires fault, illegality, and causal link, where fault includes negligence and omission when a legal or social duty to act exists.

Keywords

AI generated
tort liability negligence causal link contract dispute appeal dismissal investment risk omission

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Law 2396/1996
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1380 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1380/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Γ. Ζ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κούνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Μπόμπο και Γεώργιο Παπαστύλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4649/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2803/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2803/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας (όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές), η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, ο νόμος 2396/1996, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ακολούθως από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), προέβλεπε στο άρθρο 1 παρ. 1 α' περ.

αα' και ιι1, ότι για τους σκοπούς του, κύρια επενδυτική υπηρεσία αποτελεί, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, και η εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, στην παρ. 2 περ.

στ' του ίδιου άρθρου ότι παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία αποτελεί και η παροχή προς τους επενδυτές συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α, στην παρ. 6 περ. α' και β' του ίδιου άρθρου ότι ως κινητές αξίες νοούνται οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, καθώς και οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, στο άρθρο 3, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του νόμου ότι σ' αυτόν υπάγονται οι Ε.Π.Ε.Υ.

και τα πιστωτικά ιδρύματα με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31, καθώς και τα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό Κώδικα Δεοντολογίας, που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, οπότε κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτά τα πρόσωπα εφαρμόζονται αναλόγως και καταλλήλως οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του άρθρου 7, και στο άρθρο 7 παρ. 1-3 ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες, που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ.

και του προσωπικού τους και ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου, στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη, ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι αυτός ό κώδικας μπορεί να διαφοροποιείται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών και λοιπών Ε.Π.Ε.Υ., αναλόγως των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών και της οργάνωσης και εποπτείας τους, ότι περιεχόμενο του θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων, που απασχολούνται σ" αυτές, και ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι Ε.Π.Ε.Υ.:

α)Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους έτσι, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.

γ) Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές, δ) Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς....

ζ) Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Περαιτέρω στο άρθρο 1 παρ. 1 ("σκοπός") και 2 ("Ορισμοί") του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αρ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του προαναφερόμενου νόμου, προβλέπεται ότι σκοπός αυτού του Κώδικα είναι η θέσπιση κανόνων που θα διέπουν τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των εταιριών και των απασχολουμένων σε αυτές ή συνεργαζομένων με αυτές προσώπων, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονιστικών διατάξεων με τρόπο ώστε:... (β) να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού, (γ) να διασφαλίζεται η ασφάλεια και διαφάνεια των συναλλαγών...

και ότι ως "υπηρεσία" νοείται κάθε μία από τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (2.3), ενώ ως "πελάτης" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο η εταιρία παρέχει κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, οι προβλεπόμενες δε υποχρεώσεις προς τους πελάτες αφορούν μόνο στις υπηρεσίες που παρέχουν οι εταιρίες στους αντίστοιχους πελάτες και στην περίοδο που αρχίζει με την έναρξη διαπραγματεύσεων για την παροχή υπηρεσιών στον συγκεκριμένο πελάτη ή την προσφορά προς τον συγκεκριμένο πελάτη παροχής υπηρεσιών από την εταιρία και λήγει με τη λύση των σχετικών διαπραγματεύσεων ή με την με οποιονδήποτε τρόπο νόμιμη λύση της συμβατικής σχέσης των μερών ή με τη ρητή καταγγελία της σχέσης από τον πελάτη.

Με τις περιλαμβανόμενες στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."...

Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς."...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του ήδη καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης επί Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και απευθείας ή αναλόγως κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου 2396/ 1996 και επί πιστωτικών ιδρυμάτων, που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του, εφόσον παρείχαν κύριες ή παρεπόμενες αντιστοίχως επενδυτικές υπηρεσίες, στις υποχρεώσεις αυτών ενέπιπταν, μεταξύ άλλων, εξειδικευόμενης της πρώτης αρχής (παρ. 4.2):

να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα τα οποία αφορούν στις παρεχόμενες από αυτή υπηρεσίες στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων και επηρεάζουν τα συμφέροντα των πελατών της. Στην εξειδίκευση των υποχρεώσεων της ΕΠΕΥ, που απορρέουν από την τρίτη αρχή, και τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εκπλήρωσή τους (παρ. 6), προβλέπεται ότι όταν μία εταιρία παρέχει αμέσως ή εμμέσως επενδυτική συμβουλή σε πελάτες ευθύνεται, σύμφωνα με την τρίτη αρχή, για την καταλληλότητα της παρεχόμενης συμβουλής ως προς τον πελάτη.

Η καταλληλότητα της συμβουλής συναρτάται τόσο προς τον πελάτη όσο και προς τον επενδυτικό του στόχο για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η εταιρία ευθύνεται για την ενημέρωση του πελάτη, με τρόπο εύλογα καταληπτό, ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών του επιλογών, εφιστώντας σε κάθε περίπτωση τη προσοχή του στους αναλαμβανόμενους κινδύνους, το κόστος και τη ρευστότητα της επένδυσης, την επίπτωσή της στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου επενδύσεών του, τα χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από άλλες επενδύσεις, τις οποίες έχει κάνει ο πελάτης προηγουμένως, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που θα ήταν απαραίτητο σε επενδυτή με τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πελάτη για τη διαμόρφωση της επενδυτικής του απόφασης (6.1).

Έτσι η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από ία προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και κανονισμού, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.

Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπονται και με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.

Με αυτή την πράξη προβλέπονται οι όροι της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης: α) σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, οπότε η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε:

αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα (Β.Ι.στ) και β) σε ό,τι αφορά παράγωγα προϊόντα, ως προς τα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να ενημερώνουν για χα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του είδους των προϊόντων, που διαθέτουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, θέτοντας στη διάθεση των συναλλασσομένων την αναγκαία πληροφόρηση για την κατανόηση του οφέλους και των κινδύνων που αναλαμβάνουν και των πιθανών ζημιογόνων επιπτώσεων από την αιφνίδια μεταβολή της αξίας τους, είτε ως μεμονωμένων πράξεων είτε σε συνδυασμό με άλλες (Β.4.β).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.

Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα και κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9Θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1229/2019, 974/2018, 856/2017). Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων και την καλή πίστη προκύπτει ότι, ακόμη και αν η σύμβαση πλαίσιο μεταξύ ΕΠΕΥ ή τράπεζας, που ενεργεί και ως ΕΠΕΥ, αφορά στην εκτέλεση κύριων επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στην εκτέλεση εντολών του πελάτη- επενδυτή- καταναλωτή για τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του των εντολών και παραγγελιών, που εκείνος δίνει, προς κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα (απλή σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών) και δεν προβλέπει και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υφίσταται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ευθύνη της εντολοδόχου, όταν η σχετική εντολή αναφέρεται σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα προς πλήρη ενημέρωση του επενδυτή - εντολέως ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επένδυσης, που του παρουσιάζει, και τις συγκεκριμένες προοπτικές της, καθώς και τους συγκεκριμένους για το καθένα τα ανωτέρω προϊόντα κινδύνους, που η επένδυση αυτή μπορεί να συνεπάγεται σε σχέση με το εκ μέρους του διατιθέμενο κεφάλαιο.

Η ενημέρωση δε αυτή, παρότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται κατά την λεπτομερώς προβλεπόμενη για την παροχή επενδυτικών συμβουλών τυπική διαδικασία, επιβάλλεται να παρέχεται, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και των πελατών τους, από προστηθέντες των ως άνω εταιριών υπαλλήλους με εξειδικευμένες γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των εκάστοτε διατιθέμενων από αυτήν προϊόντων και γνώση του επενδυτικού προφίλ και των προσωπικών στοιχείων κάθε πελάτη (επίπεδο γνώσεων, ηλικία, επάγγελμα και μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, επενδυτική εμπειρία κλπ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ίου ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη, εκκαλούσα Α. Ζ. (γεννηθείσα το έτος 1949) υπήρξε από το έτος 1996 έως το Δεκέμβριο του έτους 2002 Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΦΟΙ Ζ.

ΑΕΒΕ", που δραστηριοποιείται στην εμπορία υφασμάτων, στην οποία μετείχε με το σύζυγο της, Γ. Ζ., με συνολικά 530.731 (99.114 της εκκαλούσας και 431.617 του συζύγου της) μετοχές επί συνόλου 569.360 μετοχών. Στις 16 Δεκεμβρίου του έτους 2002 η εκκαλούσα παραιτήθηκε από τη θέση του Προέδρου του ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας, λόγω επικείμενης συνταξιοδότησης της από το ταμείο εμπόρων.

Έκτοτε και μετά το θάνατο του συζύγου της (το έτος 2002) στο Διοικητικό Συμβούλιο της άνω εταιρείας μετέχουν τα τέκνα της, Α., Β. και Δ. Ζ., ενώ η ίδια παρέμεινε μέτοχος, κατέχουσα, τον Ιούνιο του έτους 2011, 238.326 μετοχές επί συνόλου 714.982 μετοχών. Παρά ταύτα και μετά την παραπάνω παραίτηση της, το ΔΣ της εν λόγω εταιρείας, με το από 10-12-2010 πρακτικό του (ΦΕΚ 3153/26-5-2011 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) ανέθεσε στην εκκαλούσα, πέρα από τους ήδη υπάρχοντες εκπροσώπους, την εκπροσώπηση της εταιρείας έναντι κάθε Δημόσιας, Δημοτικής, Διοικητικής και Φορολογικής αρχής, δικαστικά ή εξώδικα, ενώ ειδικά ως προς τις συναλλαγές με τις τράπεζες της δόθηκε η εξουσία να εκπροσωπεί και να δεσμεύει την εταιρεία μόνο με την υπογραφή της ανά συναλλαγή μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο ήδη αποβιώσας σύζυγος της εκκαλούσας Γ. Ζ., είχε συνεργασία με την πρώτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", διατηρώντας σε αυτή έως του θανάτου του ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο. Μετά το θάνατο του, η εκκαλούσα, ενεργώντας ατομικώς, αλλά και ως πληρεξούσια των τέκνων της, Δ., Α.

και Β. Ζ., προέβη στις 3-10-2002 στη σύναψη με την πρώτη εφεσίβλητη της υπ' αρ. ... σύμβασης λήψης και εκτέλεσης εντολών και φύλαξης κινητών αξιών, καθώς και στο άνοιγμα νέου κοινού χαρτοφυλακίου με αριθμό, ομοίως, .... Ειδικότερα, με την ως άνω σύμβαση η πρώτη εφεσίβλητη ανέλαβε μεταξύ άλλων (άρθρο 2 της σύμβασης):

α) με χρέωση του οριζόμενου εκάστοτε στην αντίστοιχη εντολή χρηματικού λογαριασμού πελατών και εφόσον επαρκούν τα υπάρχοντα σ' αυτόν χρήματα, να εκτελεί χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των πελατών, διδομένη με οποιονδήποτε τρόπο, για κατάθεση επ' ονόματι τους χρημάτων στην Τράπεζα ή σε άλλη Τράπεζα για απόκτηση επ' ονόματι τους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για αγορά επ' ονόματι τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών και για συμμετοχή επ' ονόματι τους στην κάλυψη της έκδοσης κινητών αξιών και να παραλαμβάνει τις κινητές αξίες, β) με πίστωση του οριζόμενου εκάστοτε στην αντίστοιχη εντολή ενός από τους χρηματικούς λογαριασμούς των πελατών, εκτελεί χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των πελατών, διδομένη με οποιονδήποτε τρόπο, για ανάληψη επ' ονόματι τους χρημάτων από κατάθεση της Τράπεζας επ' ονόματι τους στην Τράπεζα ή σε άλλη Τράπεζα, για αίτηση επ' ονόματι τους περί εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων για την πώληση επ' ονόματι τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών, γ) να εκτελεί χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των πελατών, διδομένη με οποιονδήποτε τρόπο για άσκηση δικαιωμάτων μετατροπής ομολογιών σε μετοχές και να παραλαμβάνει τις μετοχές, δ) να εισπράττει κάθε χρηματική απαίτηση απορρέουσα από τις ανωτέρω κινητές αξίες και να πιστώνει με τα αντίστοιχα ποσά έναν, επιλεγόμενο εκάστοτε από την Τράπεζα, μεταξύ των τηρούμενων στο αντίστοιχο νόμισμα, λογαριασμό των πελατών, ε) να χρεώνει οποιονδήποτε κατά την ελεύθερη κρίση της χρηματικό λογαριασμό των πελατών, με οποιοδήποτε ποσό της οφείλεται ως αμοιβή, καθώς και με τα έξοδα και τις δαπάνες, που θα γίνουν αιτία ή αφορμή της σύμβασης και της εκτέλεσης της, στ) να προβαίνει σε κάθε πράξη συναφή προς τις ανωτέρω εργασίες και να υπογράφει κάθε σχετικό με αυτές έγγραφο".

Επίσης, με τον όρο 7 της σύμβασης συμφωνήθηκε, ότι η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη εκδίδει στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης τις ακόλουθες έγγραφες ανακοινώσεις απευθυνόμενες προς τους πελάτες: "α) έπειτα από κάθε ημερολογιακό μήνα έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η μηνιαία κίνηση των ανωτέρω χρηματικών λογαριασμών των πελατών και έπειτα από κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, έγγραφο, στο οποίο αναφέρονται οι υπάρχουσες στο λογαριασμό κινητών αξιών των πελατών κατά το τέλος του τριμήνου αυτού, κινητές αξίες και β) έπειτα από κάθε εργασία της έγγραφο, για την εργασία αυτή είτε έπειτα από κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, έγγραφο για τις εργασίες της κατά το τρίμηνο αυτό.

Τα έγγραφα αυτά αποστέλλονται ταχυδρομικώς. Τα έγγραφα αυτά, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα τα οποία απευθύνονται στους πελάτες και περιέχουν πάσης φύσης δηλώσεις βούλησης και ανακοινώσεις σχετικά με τη σύμβαση, είναι δυνατόν να μην αποστέλλονται στους πελάτες, αλλά να κρατούνται από την Τράπεζα, εφόσον υπάρχει σχετική έγγραφη εντολή από τους πελάτες, οπότε είναι δυνατόν τα έγγραφα αυτά να παραλαμβάνονται στην Τράπεζα από τους πελάτες ή από πρόσωπο εγγράφως εξουσιοδοτημένο από πελάτες, οι οποίοι έχουν την επιμέλεια και την ευθύνη για την παραλαβή των εγγράφων, η δε Τράπεζα εξουσιοδοτείται να καταστρέψει όσα από τα έγγραφα δεν έχουν παραληφθεί μετά από την πάροδο 12 μηνών από την έκδοση τους εκ μέρους της Τράπεζας ή επί εγγράφων μη εκδιδόμενων από την Τράπεζα, από την περιέλευσή τους σε αυτή.

Τα έγγραφα θεωρούνται ότι έχουν περιέλθει στους πελάτες αμέσως μετά την πάροδο πέντε εργασίμων ημερών από την ημέρα της έκδοσης τους, εφόσον αυτά εκδόθηκαν από την Τράπεζα, άλλως από την περιέλευσή τους σε αυτή. Η Τράπεζα εξουσιοδοτείται, παρά την ισχύ της εντολής να αποστέλλει, κατά την ελεύθερη κρίση της, στους πελάτες, με οποιονδήποτε τρόπο έγγραφα.

Την ίδια ημέρα (3-10-2002) η εκκαλούσα ενεργώντας κατά τα ανωτέρω τόσο ατομικά, όσο και ως πληρεξούσια των τέκνων της, έδωσε έγγραφη πληρεξουσιότητα στην εφεσίβλητη τράπεζα, προκειμένου η τελευταία να ενεργεί τις ανωτέρω περιγραφόμενες πράξεις. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, η εκκαλούσα εξυπηρετείτο από το τμήμα private banking του υποκαταστήματος της πρώτης εφεσίβλητης στο Κεφαλάρι, στο οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος (private banker) ο δεύτερος εφεσίβλητος, Β.

Κ. Από το έτος 2002 μέχρι και το έτος 2003, η εκκαλούσα προέβη στην ως άνω τράπεζα σε αρκετές επενδύσεις και συγκεκριμένα, σε αγοραπωλησίες μετοχών, σε αγορά κρατικού ομολόγου εξωτερικού, σε αγορά άληκτου εταιρικού ομολόγου (perpetual), σε αγορά μετοχικού αμοιβαίου κεφαλαίου εξωτερικού, σε αγορά δομημένου ομολόγου hedge fund και σε αγορά ομολογιακού αμοιβαίου κεφαλαίου εσωτερικού, το ύψος, δε, του χαρτοφυλακίου της, στο τέλος του έτους 2003 υπερέβαινε τα 3.000.000 ευρώ.

Τον Ιανουάριο του έτους 2004 ο δεύτερος εφεσίβλητος, υπό την ως άνω ιδιότητα του και με δεδομένες τις έως τότε επενδυτικές κινήσεις της εκκαλούσας, παρουσίασε στην τελευταία το επενδυτικό προϊόν, με την ονομασία "Pantheon Fund Certificate" έκδοσης της τραπεζικής εταιρίας "ΒΝΡ PARIBAS SA". Το προϊόν αυτό ανήκε στην κατηγορία κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedge fund), περιείχε υψηλό βαθμό ρίσκου και μπορούσε να προκαλέσει απώλεια ολόκληρης της επένδυσης, προοριζόταν, δε, για επενδυτές, που μπορούσαν να αντιληφθούν τον παραπάνω κίνδυνο.

Στις 22 Ιανουαρίου 2004, η εκκαλούσα, αφού ενημερώθηκε προφορικώς από τον δεύτερο εφεσίβλητο για τα ως άνω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προαναφερόμενου προϊόντος, αιτήθηκε εγγράφως να συμμετάσχει στην κάλυψη των εν λόγω τίτλων έκδοσης της τραπεζικής εταιρείας "ΒΝΡ PARIBAS SA", με την ονομασία Pantheon Fund Certificate, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, λήξης την 29-1-2009.

Η αίτηση της αυτή, όπως και ή ίδια ισχυρίζεται στην αγωγή της, συνοδευόταν από ένα εκτεταμένο και έντυπο κείμενο σχετικά με τους ειδικότερους όρους του παραπάνω προϊόντος, που ήταν διατυπωμένοι στην αγγλική γλώσσα, την οποία (γλώσσα), αντίθετα από όσα αυτή ισχυρίζεται, αποδείχθηκε ότι γνώριζε. Οι τίτλοι για τη συγκεκριμένη επένδυση εκδόθηκαν στις 29-1-2004 και έληγαν στις 29-1-2009, ήταν δηλαδή πενταετούς διάρκειας.

Με την ως άνω αίτηση της, η εκκαλούσα, ρητώς, δήλωσε ότι γνωρίζει τους όρους των παραπάνω τίτλων, δεδομένου ότι έχει μελετήσει το έντυπο των ενδεικτικών όρων τους και επίσης, ότι καταλαβαίνει πως το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο στη λήξη του, δηλώνοντας ακόμα ότι γνωρίζει και αποδέχεται τους κινδύνους, που συνδέονται με την επένδυση στο συγκεκριμένο προϊόν.

Εν συνεχεία, στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης λήψης και εκτέλεσης εντολών, η ενάγουσα αιτήθηκε στις 15 Απριλίου 2004, τη συμμετοχή της στην αγορά τίτλων έκδοσης της ίδιας ως άνω εταιρείας "ΒΝΡ PARIBAS SA" με την ονομασία "The Pantheon Coupon Product (EUR)" και συγκεκριμένα, αιτήθηκε την αγορά έξι (6) ομολογιών, ονομαστικής αξίας εκάστης 50.000 ευρώ και συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, διάρκειας πέντε (5) ετών, με ημερομηνία έκδοσης την 30η Απριλίου 2004 και ημερομηνία λήξης την 30η Απριλίου 2009.

Το προϊόν αυτό, ανήκε στην ίδια κατηγορία επένδυσης (hedge fund) με το αμέσως προηγούμενο (με μόνη τη διαφορά ότι το πρώτο απέδιδε στον επενδυτή τους τόκους στη λήξη του, ενώ το δεύτερο απέδιδε τους τόκους κάθε έτος) και διέπονταν από τους όρους, που περιέχονταν στο συνταχθέν, επίσης, στην αγγλική γλώσσα από 30-6-2003 Ενημερωτικό Δελτίο (Offering Circular) και το σχετικό παράρτημα όρων (Pricing Supplement).

Στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνονταν οι ίδιοι παραπάνω όροι, της προηγούμενης επένδυσης της εκκαλούσας, ήτοι ότι το συγκεκριμένο προϊόν περιείχε υψηλό βαθμό ρίσκου, ότι μπορούσε να προκαλέσει απώλεια ολόκληρης της επένδυσης, καθώς και ότι προοριζόταν για επενδυτές, που μπορούσαν να αντιληφθούν τον παραπάνω κίνδυνο.

Για τους προαναφερόμενους όρους και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου της είχε ενημερωθεί και στην περίπτωση αυτή η εκκαλούσα μέσω των παραπάνω εγγράφων (που άλλωστε στο θέμα αυτό ήταν πανομοιότυπα με εκείνα της προηγούμενης επένδυσης της), αλλά και προφορικά από τον δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος, αντίθετα από όσα αυτή, αβασίμως, ισχυρίζεται, ουδέποτε τη διαβεβαίωσε ότι η επένδυση της στα επίδικα προϊόντα ήταν διασφαλισμένη.

Για το λόγο αυτό στην από 15 Απριλίου 2004 σχετική αίτηση της η εκκαλούσα δήλωσε, ρητώς, ότι γνωρίζει και αποδέχεται τους όρους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, που περιέχονται στα ανωτέρω έγγραφα και τους κινδύνους, που συνδέονται με την επένδυση στο προϊόν αυτό. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι κατά το χρόνο, που προέβη στις δύο (2) παραπάνω επίδικες επενδύσεις η εκκαλούσα ήταν πρόσωπο έμπειρο περί τις συναλλαγές, εκπροσωπούσα σε αυτές, όπως προαναφέρθηκε, επί έτη την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία και έχουσα, ήδη, προβεί στην ίδια τράπεζα σε προηγούμενες επενδύσεις, καίτοι όχι ως επαγγελματίας, εν τούτοις με πλήρη γνώση της αγοράς, αφού ασχολείτο με συναλλαγές σύνθετες και αυξημένης αξίας.

Επίσης, η εκκαλούσα ήταν σε θέση να κατανοεί την αγγλική ορολογία, (στην οποία, όπως αναφέρθηκε, ήταν διατυπωμένοι οι έγγραφοι όροι των επίδικων προϊόντων), γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από το ότι, προηγουμένως, στις 18-9-2003, οπότε και αιτήθηκε στην ίδια τράπεζα τη συμμετοχή της στην κάλυψη τίτλων έκδοσης LLOYDS TSB ΜΑΝΚ pic, με την ονομασία Man Global Strategies Diversified Ltd και με ύψος επένδυσης 200.000 ευρώ, είχε, ρητώς, δηλώσει στην αντίστοιχη αίτηση της ότι κατανοεί το ενημερωτικό φυλλάδιο, που συνοδεύει τους σχετικούς τίτλους, το οποίο είναι σε θέση να μελετήσει αφού μιλάει την αγγλική γλώσσα.

Μετά ταύτα, πλήρως αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, αφού ενημερώθηκε σχετικά από τον δεύτερο εφεσίβλητο ως προς τους κινδύνους των δύο παραπάνω επίδικων προϊόντων, στα οποία επένδυσε τα ποσά των 100.000 ευρώ και 300.000 ευρώ, αντίστοιχα και ιδίως, ως προς το ότι, στις εν λόγω επενδύσεις υπήρχε ο κίνδυνος να απωλεσθούν τα αρχικά της κεφάλαια της (τον οποίο - κίνδυνο - πλήρως κατανόησε, λόγω και της προπεριγραφείσας προσωπικότητας της), προχώρησε στην αγορά των ανωτέρω προϊόντων, αποδεχόμενη και την πιθανότητα αυτή, ως ενδεχόμενη συνέπεια των επενδύσεων της.

Κατόπιν τούτων, η μη προηγούμενη των επίδικων επενδύσεων : α) σύνταξη ερωτηματολογίου εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας για τη συλλογή πληροφοριών, ως προς το πρόσωπο της εκκαλούσας (επενδυτικό προφίλ κλπ) και β) σύνταξη τεχνικής ανάλυσης της μελλοντικής κίνησης των επίδικων προϊόντων (για την οποία επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι, από την αρχή ήταν προβλέψιμη η πτωτική πορεία τους, που εμφανίστηκε στις αρχές του έτους 2008) και αληθείς υποτιθέμενες δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της προκειμένης υπόθεσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα ελάμβανε περιοδικές τριμηνιαίες ενημερώσεις, σχετικά με την πορεία των επενδύσεων της και δη αυτών, που αφορούσαν στα επίδικα προϊόντα, στην οικία της, ενώ παράλληλα ενημερωνόταν προφορικά και από τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της πρώτης εφεσίβλητης στο Κεφαλάρι κατά τη μετάβαση της εκεί και επομένως, είχε πλήρη γνώση της πορείας του χαρτοφυλακίου της και των επίδικων επενδύσεων της, οι οποίες σημειωτέον, έως και τα τέλη του έτους 2007 δεν σημείωναν πτωτική πορεία.

Εξάλλου, η εκκαλούσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που ακολούθησε μετά τις παραπάνω επενδύσεις της μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2008 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους εφεσίβλητους για έλλειψη ενημέρωσης της αναφορικά με την πορεία των εν λόγω προϊόντων. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, λόγω της ομαλής συνεργασίας, που είχε με την πρώτη εφεσίβλητη και την αυξημένη εμπιστοσύνη, που είχε αναπτύξει προς αυτήν, συνήψε τόσο η εκκαλούσα όσο και τα τέκνα της την υπ' αριθμόν ....2007 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου (που δεν αποδείχθηκε όχι αφορούσε και στα επίδικα προϊόντα), σύμφωνα με την οποία αυτοί χορήγησαν στην πρώτη εφεσίβλητη ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί πράξεις διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, ύψους 1.200.000 ευρώ κατά την ελεύθερη κρίση της, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη επικοινωνία μαζί τους και χωρίς κανένα περιορισμό.

Ο δε τύπος του χαρτοφυλακίου, που η εκκαλούσα και τα τέκνα της έδωσαν το έτος 2007 στην πρώτη εφεσίβλητη να διαχειρίζεται, ήταν αυτός του "μικτού χαρτοφυλακίου", ο οποίος και χαρακτηρίζεται ως χαρτοφυλάκιο "υψηλού κινδύνου". Ωστόσο, από τις αρχές του έτους 2008 οπότε και άρχισαν να γίνονται ορατές οι συνέπειες της ήδη από τα τέλη του έτους 2007 αρχόμενης διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, η επένδυση της εκκαλούσας στα επίδικα προϊόντα εμφάνιζε συνεχή πτωτική πορεία, η οποία κλιμακώθηκε μετά το Σεπτέμβριο του έτους 2008, οπότε και κηρύχθηκε σε πτώχευση η εταιρεία "Lehman Brothers Holding Inc", τα, δε, παραπάνω επενδυθέντα κεφάλαια της εκκαλούσας μειώθηκαν σε ποσοστό άνω του 50%.

Κατόπιν αυτών, η εκκαλούσα με το από 19-11-2008 εξώδικο της προς την πρώτη εφεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε για την απώλεια των χρημάτων της και ισχυριζόμενη, το πρώτον, ότι δεν γνώριζε, λόγω ελλιπούς ενημέρωσης και, λόγω αδυναμίας κατανόησης της αγγλικής γλώσσας, τους όρους υπό τους οποίους διέπονταν τα επίδικα προϊόντα, καθώς και ότι δεν ελάμβανε ενημέρωση για την πορεία του χαρτοφυλακίου της, ζήτησε από την πρώτη εφεσίβλητη να της αποκαταστήσει τη ζημία και να της παρέχει τα έγγραφα, που αποτύπωναν την πλήρη κίνηση του χαρτοφυλακίου της.

Ακολούθησε η από 29-12-2008 επιστολή της πρώτης εφεσίβλητης, με την οποία η τελευταία αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη της. Στις αρχές του έτους 2009 η εκδότρια των τίτλων "ΒΝΡ PARIBAS SA" παρέτεινε τη λήξη των επίδικων προϊόντων για την 25-4-2011, ενώ το Δεκέμβριο του έτους 2010 κάλεσε τους επενδυτές να προβούν σε άσκηση του δικαιώματος πώλησης των τίτλων από 14-12-2010 μέχρι και 21-1-2011 με απόδοση για το πρώτο προϊόν 31% και για το δεύτερο 32%, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε η εκκαλούσα, η οποία, ωστόσο, δεν προέβη στην άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Ως εκ τούτου, στη λήξη των προϊόντων πιστώθηκε στον τηρούμενο λογαριασμό της εκκαλούσας to ποσό ίων 24.450 ευρώ την 7-2-2011 για ίο πρώτο προϊόν και το ποσό των 71.970 ευρώ την 4-5-2011 για το δεύτερο προϊόν. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - ενάγουσας περί παραβίασης εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης της απορρέουσας από τη σύμβαση εντολής υποχρέωσης προς έγγραφη ενημέρωση της για την πορεία του χαρτοφυλακίου της είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Ομοίως ουσιαστικά αβάσιμος αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας περί αδικοπρακτικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης και του προστηθέντος της δεύτερου εναγομένου - εφεσίβλητου, καθόσον αντίθετα αποδείχθηκε ότι, ο τελευταίος, κατ' εφαρμογή του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο, που έλαβαν χώρα οι επίδικες επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη του τους επενδυτικούς στόχους της ενάγουσας, τη χρηματοοικονομική κατάσταση της και τις επενδυτικές της γνώσεις, όπως αυτές προέκυπταν από τις προηγούμενες επενδύσεις της, της παρουσίασε τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα ενημερώνοντας την με επάρκεια, εγγράφως και προφορικώς, για τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους, άλλωστε, και η ίδια ρητώς δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται και αποδέχεται κατά την υποβολή των αιτήσεων της προς συμμετοχή στην κάλυψη των αντίστοιχων τίτλων.

Το γεγονός, δε, ότι η εκκαλούσα δεν ανήκε στην κατηγορία του επαγγελματία επενδυτή (όπως αυτή, μεταγενέστερα έστω από την κατάρτιση των επιδίκων επενδύσεων, οριοθετήθηκε με το Ν. 3606/2007), δεν συνεπάγεται ότι απαγορευόταν στην εκκαλούσα να επενδύσει σε κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, όπως τα επίδικα ούτε και ότι η πρώτη εφεσίβλητη απαγορευόταν να της προτείνει τέτοιας φύσης επένδυση, αλλά απλώς απαιτείτο στην περίπτωση αυτή να παρασχεθούν στην εκκαλούσα οι απαραίτητες διευκρινίσεις, προκειμένου η τελευταία να κατανοήσει τους ενδεχόμενους κινδύνους, ενημέρωση, η οποία, εν προκειμένω, έλαβε χώρα κατά τα άνω.

Σημειώνεται ότι, κατά το χρόνο, που έγιναν οι επίδικες επενδύσεις δεν ίσχυε ο Ν. 4209/2013, ο οποίος στο άρθρο 41 απαιτεί για την εν λόγω κατηγορία επενδύσεων και όταν αυτές γίνονται από ιδιώτες επενδυτές, οι τελευταίοι να δηλώνουν εγγράφως, σε ξεχωριστό έγγραφο από τη σύμβαση, που θα συναφθεί για τη δέσμευση επένδυσης, ότι γνωρίζουν και κατανοούν τους κινδύνους, που συνδέονται με τη σχεδιαζόμενη δέσμευση ή επένδυση".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, των άρθρων 25 επ. ν. 3606/2007 και της εκτελεστικής αυτού απόφασης 1/452/1.11.2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 2 παρ. 2 ν. 2251/1994, αφού κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) Η αναιρεσείουσα κατάρτισε με την πρώτη αναιρεσίβλητη σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών και φύλαξης κινητών αξιών, ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και ως πληρεξούσια των τέκνων της και προέβη στο άνοιγμα νέου κοινού χαρτοφυλακίου, β) τον Ιανουάριο του 2004 ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, υπάλληλος και προστηθείς της πρώτης αναιρεσίβλητης, έχοντας υπόψη τους επενδυτικούς στόχους της αναιρεσείουσας, την χρηματοοικονομική κατάστασή της και τις επενδυτικές της γνώσεις, όπως αυτές προέκυπταν από προηγούμενες επενδύσεις της και μάλιστα την προηγούμενη αγορά παρόμοιου με τα επίδικα επενδυτικού προϊόντος (hedge fund), παρουσίασε σ' αυτή το επενδυτικό προϊόν, με την ονομασία "Pantheon Fund Certificate" έκδοσης της τραπεζικής εταιρίας "ΒΝΡ PARIBAS SA", το οποίο ανήκε στην κατηγορία κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (hedge fund), περιείχε υψηλό βαθμό ρίσκου και μπορούσε να προκαλέσει απώλεια ολόκληρης της επένδυσης, προοριζόταν, δε, για επενδυτές, που μπορούσαν να αντιληφθούν τον παραπάνω κίνδυνο, ενημερώνοντας προφορικώς την αναιρεσείουσα με επάρκεια, εγγράφως και προφορικώς, για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανωτέρω επενδυτικού προϊόντος και τους συνεπαγόμενους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους άλλωστε και η ίδια ρητώς δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται και αποδέχεται κατά την υποβολή της αίτησής της προς συμμετοχή στην κάλυψη του εν λόγω τίτλου, καθώς και ότι έχει μελετήσει τους όρους έκδοσης οι οποίοι ήταν διατυπωμένοι στην αγγλική γλώσσα, την οποία γνωρίζει, και ότι καταλαβαίνει πως το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο στη λήξη του και ότι γνωρίζει και αποδέχεται τους κινδύνους, που συνδέονται με το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν, ε) μετά από προφορική ενημέρωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου αιτήθηκε στις 15.4.2004 τη συμμετοχή της στην αγορά τίτλων έκδοσης της ίδιας ως άνω τραπεζικής εταιρείας συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, που ανήκε στην ίδια κατηγορία επένδυσης (hedge fund) με το προηγούμενο, ήτοι το συγκεκριμένο προϊόν περιείχε υψηλό βαθμό ρίσκου και μπορούσε να προκαλέσει απώλεια ολόκληρης της επένδυσης, δηλώνοντας ότι γνωρίζει και αποδέχεται τους όρους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος και τους κινδύνους που συνδέονται με αυτό, στ) ήταν πρόσωπο έμπειρο περί τις συναλλαγές και ήταν σε θέση να κατανοεί την αγγλική γλώσσα και ζ) λάμβανε περιοδικές τριμηνιαίες ενημερώσεις σχετικά με την πορεία των επενδύσεών της και ενημερωνόταν προφορικά από τους υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσίβλητης και είχε πλήρη γνώση της πορείας του χαρτοφυλακίου της και των επίδικων επενδύσεών της.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, χωρίς να είναι αναγκαία και η παράθεση άλλης ειδικότερης αιτιολογίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω διατάξεων ότι δεν συντάχθηκε ερωτηματολόγιο για τον καθορισμό του επενδυτικού της προφίλ αρκούσης της εξετάσεως των προγενέστερων των επιδίκων επενδυτικών της κινήσεων και ότι της παρείχε τους όρους των επίδικων επενδυτικών προϊόντων στην αγγλική και όχι στην ελληνική γλώσσα, και αφετέρου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έχοντας υπόψη τις προηγούμενες επενδυτικές κινήσεις της αναιρεσείουσας την ενημέρωσε εγγράφως και προφορικώς για τους κινδύνους ίων συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/ 2003, Α.Π.757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π.50/2020, Α.Π. 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ο' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι τα επενδυτικά προϊόντα, στα οποία επένδυσε στην περίοδο 2002 - 2004, πριν από τις δύο ένδικες επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επένδυσης στο προϊόν MAN GLOBAL STRATEGIES DIVERSIFIED LTD, στην πραγματικότητα αφορούσαν επενδύσεις χαμηλού ρίσκου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είχε αυτοτέλεια αλλά αποτελούσε μέρος των πιο πάνω αγωγικών ισχυρισμών, οι οποίοι ερευνήθηκαν κατά τα ανωτέρω και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι α) από το έτος 2002 μέχρι και το έτος 2003, η αναιρεσείουσα προέβη στην ως άνω τράπεζα σε αρκετές επενδύσεις και συγκεκριμένα, σε αγοραπωλησίες μετοχών, σε αγορά κρατικού ομολόγου εξωτερικού, σε αγορά άληκτου εταιρικού ομολόγου (perpetual), σε αγορά μετοχικού αμοιβαίου κεφαλαίου εξωτερικού, σε αγορά δομημένου ομολόγου hedge fund και σε αγορά ομολογιακού αμοιβαίου κεφαλαίου εσωτερικού, το ύψος, δε, του χαρτοφυλακίου της, στο τέλος του έτους 2003 υπερέβαινε τα 3.000.000 ευρώ και β) η αναιρεσείουσα ήταν σε θέση να κατανοεί την αγγλική ορολογία, (στην οποία, όπως αναφέρθηκε, ήταν διατυπωμένοι οι έγγραφοι όροι των επίδικων προϊόντων), γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από το ότι, προηγουμένως, στις 18-9-2003, οπότε και αιτήθηκε στην ίδια τράπεζα τη συμμετοχή της στην κάλυψη τίτλων έκδοσης LLOYDS TSB ΜΑΝΚ pic, με την ονομασία Man Global Strategies Diversified Ltd και με ύψος επένδυσης 200.000 ευρώ, είχε, ρητώς, δηλώσει στην αντίστοιχη αίτηση της ότι κατανοεί το ενημερωτικό φυλλάδιο, που συνοδεύει τους σχετικούς τίτλους, το οποίο είναι σε θέση να μελετήσει αφού μιλάει την αγγλική γλώσσα, απορρίπτοντας έτσι ρητά τον ως άνω ισχυρισμό.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 ίου άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση ίου περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 262/2020).

Τέλος, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ2274/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 15.4.2004 αιτήσεως της αναιρεσείουσας για αγορά έξι ομολογιών εκδόσεως την τράπεζας ΒΝΡ PARIBAS SA με την ονομασία PANTHEON COUPON PRODUCT ποσού 300.000 ευρώ, καθόσον προσέδωσε στο έγγραφο αυτό πανομοιότυπο περιεχόμενο με το περιεχόμενο της προηγούμενης από 22.1.2004 αιτήσεως για κάλυψη 2 ομολογιών εκδόσεως της ΒΝΡ Paribas SA με την ονομασία Pantheon Fund Cerificate, καταλήγοντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις ότι είχε ενημερωθεί πλήρως και είχε διαβάσει και είχε κατανοήσει τους ειδικότερους όρους για τους κινδύνους των επενδύσεων και για το γεγονός ότι το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο, δεχόμενο έτσι το Εφετείο ότι είχε πλήρως ενημερωθεί και είχε αποδεχθεί τους κινδύνους για το είδος των επίδικων επενδύσεων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, κατά την ανάγνωση της από 15.4.2004 αιτήσεως της αναιρεσείουσας, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται αυτό, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά και εκτίμησε το αληθινό περιεχόμενο αυτού, ήχθη σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό στο οποίο καταλήγει η αναιρεσείουσα, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου με τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα και μάλιστα με την από 22.1.2004 αίτηση της αναιρεσείουσας για συμμετοχή στην κάλυψη των τίτλων PANTHEON FUND CERTIFICATE εκδόσεως της ίδιας ως άνω αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας ποσού 100.000 ευρώ και τα έντυπα κείμενα με τους ειδικότερους όρους των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων και κατέληξε έτσι στο δυσμενές για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα ότι η τελευταία αντιλαμβανόταν πως το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο στη λήξη του γνωρίζοντας και αποδεχόμενη τους κινδύνους που συνδέονται με την επένδυση στα συγκεκριμένα προϊόντα, απορρίπτοντας την έφεσή της.

Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.7.2019 αίτηση της Α. χήρας Γ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2803/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ