Legislator Case Law & Legislation
1380/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on consumer law liability, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1380/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment in a consumer liability dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly evaluated evidence regarding vehicle maintenance records to establish producer liability under the Consumer Protection Law. The court rejected this, stating that the lower court properly considered all evidence without needing separate evaluation, and that re-examining the evidence would violate the principle of finality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 4, 6, 7 of Law 2251/1994; The law establishing producer liability does not replace the legal framework for defective products but specifically targets unsafe products causing harm, and appellate courts must respect the lower court's evaluation of evidence without re-examining the substance.

Keywords

AI generated
Consumer Protection Law Producer Liability Defective Products Appeal Dismissed Evidence Evaluation Finality of Judgment Costs Award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 1(1), 2, 4(a), 6(1), 5, 6, 7(1), 2 of Law 2251/1994
Article 6(2)(a) of Law 2251/1994
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1380 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1380/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Νικολακόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλλοδαπής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..A.G.", που εδρεύει στην Στουτγάρδη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ελληνικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…..ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…. Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Carsten Niemer με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1351/2016 μη οριστική και 1554/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 338/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22.06.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.499/08.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 338/16.01.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 74 παρ. 1 Ν.4690/2020). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α`, 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 2251/1994, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.

Ως παραγωγός, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 2251/1994, θεωρείται ο "κατασκευαστής τελικού προϊόντος πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα", ενώ ως παραγωγός, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρείται και ο εισαγωγέας, σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου, που ορίζει ότι "Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας ευθύνεται όπως ο παραγωγός".

Εξάλλου στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων", η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο αρχικά με το Ν.1961/1991 και τέλος με το Ν.2251/1994, ορίζεται ότι, ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής ενός τελικού προϊόντος, ο παραγωγός κάθε πρώτης ύλης ή ο κατασκευαστής ενός συστατικού καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος, επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή κάθε άλλο διακριτικό του σημείο (παρ.1) και ότι, με την επιφύλαξη της ευθύνης του παραγωγού, οποιοσδήποτε εισάγει στην Κοινότητα ένα προϊόν για πώληση, μίσθωση, leasing ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διανομής στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας, θεωρείται ως παραγωγός του κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας και υπέχει ευθύνη παραγωγού.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι, κατά πλάσμα δικαίου, ως παραγωγός θεωρείται και ο εισαγωγέας, το πρόσωπο δηλαδή το οποίο με σκοπό την πώληση, εκμίσθωση leasing ή άλλης μορφή διάθεση στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εισάγει ένα προϊόν στην Κοινότητα από τρίτη χώρα και κατά συνέπεια, όποιος διακινεί προϊόντα μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευθύνεται μόνο ως προμηθευτής (παρ. 2 και ΑΠ 499/2017).

Η έννοια δε του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 εδ. α` του Ν. 2251/1994 είναι ευρεία, καθώς καταλαμβάνει, κατά το γράμμα του, κάθε πρόσωπο που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ασχέτως αν η χρήση, για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 733/2011, 16/2009, ΑΠ 989/2004).

Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου ορίζεται, πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διαθέσεως ασφαλών προϊόντων. Απορρέει έτσι άμεσα από τον νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών.

Η ως άνω θεσπισθείσα με τον Ν. 2251/1994 ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν. 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση.

Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθρ. 6 του Ν. 2251/1994, όπως αυτός ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 3587/2007 και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος του (παρ. 1) και απαλλάσσεται αν αποδείξει τη συνδρομή ορισμένων αρνητικών προϋποθέσεων (παρ. 8).

Ο ενάγων δηλαδή καταναλωτής έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί με την αγωγή αποζημιώσεως και να αποδείξει το ελάττωμα και την ταυτότητα του προϊόντος, δηλαδή τη σύνδεση του με τον εναγόμενο παραγωγό ή τα λοιπά εξομοιούμενα με αυτόν πρόσωπα (παρ. 2 - 4), τη ζημιά του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ελαττώματος και ζημίας (παρ. 6).

Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, όπως αυτός ίσχυε, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ. Όμως, μετά την τροποποίηση του Ν. 2251/1994, το άρθρο 6 παρ. 7 ορίζει ρητώς ότι σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6 οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Η ειδική ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας), από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Από τη διατύπωση του άρθρου 6 εδ. β και γ του Ν. 2251/1994 προκύπτει ότι ως προϊόν θεωρείται κάθε κινητό πράγμα, δηλαδή κάθε ενσώματο αντικείμενο, όπως το ορίζει η ΑΚ 947 παρ. 1, ακόμη και αν έχει ενσωματωθεί ως συστατικό σε άλλο πράγμα κινητό ή ακίνητο.

Τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, που ενσωμάτωσε την υπ' αριθμ. 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι "1.Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα. 2. Ασφαλές θεωρείται ένα προϊόν όταν υπό συνθήκες ή ευλόγως προβλεπόμενες συνθήκες χρήσης.....συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας χρήσης, δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους χαμηλού επιπέδου, που συνδέονται με τη χρήση του προϊόντος και θεωρούνται ως αποδεκτοί στα πλαίσια ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και ασφάλειας των προσώπων....κ.λπ.".

Ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορία και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε.

Το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από τη συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του προϊόντος.

Το αίτιο, όμως, της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων και, συνεπώς, δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος.

Γίνεται δεκτό έτσι, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και, αντίθετα, έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι, κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του ή σε υπαιτιότητα των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται (ΑΚ 71,922).

Έτσι, με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 1359/2018, ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 1938/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, ¨….ΑΕ¨, που εδρεύει στα Οινόφυτα Βοιωτίας, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας είναι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων), προκειμένου να καλύψει τις επαγγελματικές και ατομικές μετακινήσεις μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, αποφάσισε την προμήθεια με σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης, ενός επιβατικού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής της πρώτης εναγομένης (και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ¨….A.G.¨,μάρκας MERCEDES BENZ και τύπου SLK, κυβισμού 2000 cc.

Προς υλοποίηση της απόφασής της αυτής, με το αριθμό 0971/2-2-2000 δελτίο παραγγελίας, παράγγειλε στην τρίτη εναγομένη (και ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων), ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "….Α.Ε.", ένα καινούργιο επιβατηγό αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, τύπου SLK 200 Κ, κυβισμού 2000 cc, ... αντί τιμήματος 16.997.000 δραχμών (49.881 ευρώ), έναντι του οποίου, στις 2-2-2000, κατέβαλε ως προκαταβολή, το ποσό των 300.000 δραχμών (880,41 ευρώ).

Το αυτοκίνητο αυτό είχε κατασκευαστεί στη Γερμανία, από την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία γερμανικού δικαίου με την επωνυμία, "…..AG", που εδρεύει στην Στουτγάρδη Γερμανίας, περί τις αρχές του έτους 2000 και πωλήθηκε από αυτή, δυνάμει του με αριθμό 11/238336/28-1-2000 τιμολογίου προς τη δεύτερη εναγομένη (και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ελληνική θυγατρική της εταιρία, με την επωνυμία "…..Α.Ε.Ε.", η οποία και το εισήγαγε στην Ελλάδα.

Ακολούθως, το αυτοκίνητο πωλήθηκε από τη δεύτερη εναγομένη (¨….Α.Ε.Ε.¨), δυνάμει του με αριθμό 9900009803/16-2-2000 τιμολογίου της, προς την τρίτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "…..Α.Ε.", στα πλαίσια της μεταξύ των τελευταίων εταιριών καταρτισθείσας, από 25-11-1996 σύμβασης διανομής. Έτσι, η τρίτη εναγομένη, στην προκειμένη περίπτωση ήταν η παραγγελιοδόχος, η οποία δυνάμει σύμβασης με τη δεύτερη εναγομένη, αποκλειστική εισαγωγέα στην Ελλάδα των αυτοκινήτων, MERCEDES BENZ, είχε δικαίωμα διαβίβασης προς την τελευταία παραγγελιών πελατών της, τα οποία στη συνέχεια η τρίτη εναγομένη εμπορευόταν, για δικό της λογαριασμό.

Η σύμβαση μεταξύ των άνω, δεύτερης και τρίτης εναγομένης έχει το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αφού η τρίτη εναγόμενη είχε το δικαίωμα να πωλεί τα αυτοκίνητα για δικό της λογαριασμό, σύμφωνα με την πιο πάνω σύμβαση διανομής. Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρία "….ΑΕ", συμφώνησε με την εταιρία με την επωνυμία "…..Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Ενοικίασης Αυτοκινήτων", να της εκμισθώσει το εν λόγω αυτοκίνητο, με δικαίωμα εξαγοράς κατά τη λήξη της μισθωτικής περιόδου, καταρτισθείσας μεταξύ τους της από 15.2.2000 σύμβασης μακροχρόνιας μίσθωσης του άνω αυτοκινήτου, με δικαίωμα εξαγοράς και του από 12.6.2000 παραρτήματος αυτής.

Σε εκτέλεση της παραπάνω παραγγελίας, στις 17.2.2000, η τρίτη εναγομένη, με το με αριθμό 526/17-2-2000 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, πώλησε το άνω αυτοκίνητο στην, BANQUE NATIONAL DE PARIS, προκειμένου στη συνέχεια να περιέλθει στην ανώνυμη εταιρία, "…..ΑΕ", μέσω χρηματοδότησης, ενώ για το ίδιο αυτοκίνητο εκδόθηκε αρχικά στις 18.2.2000, άδεια κυκλοφορίας στην Ελλάδα, με αριθμό ....

Κατά τον τελευταίο χρόνο (18-2-2000) η ανώνυμη εταιρία "…..ΑΕ", παρέλαβε στην κατοχή της το αυτοκίνητο απευθείας από την τρίτη εναγομένη (¨….Α.Ε.¨), ενώ κατά τη λήξη της μισθωτικής περιόδου, στις 25-3-2003, κατέβαλε ολοσχερώς στην εκμισθώτρια εταιρία (¨…Ανώνυμη Εμπορική ..), το συμφωνηθέν αντίτιμο εξαγοράς και έτσι το όχημα περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητά της, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε στις 10-4-2003, νέα άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.

Το εν λόγω αυτοκίνητο υποβλήθηκε σε ελέγχους από τους τεχνικούς της κατασκευάστριας εταιρίας, καθόλα τα στάδια κατασκευής του, για τους οποίους συντάχθηκε το από 3-1-2000 δελτίο τελικού ποιοτικού ελέγχου, σύμφωνα με το οποίο, όλοι οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι και τα επιμέρους συστήματά του (μηχανολογικά ηλεκτρολογικά), είχαν ελεγχθεί και δεν παρουσίαζαν οποιαδήποτε δυσλειτουργία.

Στο ίδιο δε δελτίο γίνεται ειδική αναφορά στον έλεγχο του συστήματος παθητικής ασφάλειας (SRS) του αυτοκινήτου, με σχετική καταγραφή του χρόνου και της ώρας ελέγχου (3-1-2000, ώρα 16.37). Αντίστοιχος έλεγχος έλαβε χώρα και κατά την παράδοση του αυτοκινήτου στην τρίτη εναγομένη, στις 25-1-2000, σύμφωνα με το υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφο, που φέρει τον τίτλο, "έλεγχος προς παράδοση οχήματος", αλλά και κατά την παράδοσή του στην εταιρία, "….ΑΕ", όπως τούτο αναφέρεται στο προσκομιζόμενο, "πλήρες ιστορικό αυτοκινήτου" που τηρούσε η τρίτη εναγομένη, στο οποίο, κατά την ημερομηνία της 3-2-2000, είχε καταγραφεί σημείωση με περιεχόμενο, "διενέργεια ελέγχου προς παράδοση του οχήματος", χωρίς οποιαδήποτε παρατήρηση σχετική με δυσλειτουργία ή τεχνική βλάβη του αυτοκινήτου.

Το εν λόγω αυτοκίνητο, το οποίο... είχε κατασκευαστεί στη Γερμανία στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης, ήταν διθέσιο με ανοιγοκλειόμενη μεταλλική οροφή και διέθετε εκ κατασκευής, σύστημα παθητικής ασφάλειας, ή σύστημα συγκράτησης SRS, αποτελούμενο από τις ζώνες ασφαλείας, τους ενσωματωμένους στις ζώνες ασφαλείας προεντατήρες των ζωνών ασφαλείας, δύο εμπρόσθιους αερόσακους (οδηγού και συνοδηγού), οι οποίοι είναι ενσωματωμένοι στην πλευρά του οδηγού στο τιμόνι και στην πλευρά του συνοδηγού στο δεξιό τμήμα του ταμπλό, ένα ενιαίο ηλεκτρονικό εγκέφαλο ελέγχου και διεύθυνσης για τους προεντατήρες και τους εμπρόσθιους αερόσακους, καθώς και από δύο πλευρικούς αερόσακους (οδηγού και συνοδηγού), τοποθετημένους στις δύο πόρτες του οχήματος και τους δύο αντίστοιχους αισθητήρες ενεργοποίησης.

Η ενεργοποίηση των προεντατήρων ζωνών ασφαλείας και η ενεργοποίηση των εμπρόσθιων αερόσακων ελεγχόταν και διευθυνόταν από ένα ενιαίο ηλεκτρονικό εγκέφαλο, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στη μεσαία κονσόλα του οχήματος. Η ορθή δε λειτουργία του εγκεφάλου ελεγχόταν από τον ίδιο τον εγκέφαλο, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με μία προειδοποιητική λυχνία ελέγχου στο ταμπλό οργάνων του οχήματος, έτσι ώστε η όποια δυσλειτουργία του οχήματος να γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον οδηγό.

Ειδικότερα, η εν λόγω λυχνία άναβε όταν ο οδηγός γύριζε το ηλεκτρονικό κλειδί εκκίνησης στο διακόπτη του κινητήρα και παρέμενε αναμμένη για 4 - 5 δευτερόλεπτα, οπότε γινόταν αυτούσια διάγνωση μεταξύ άλλων και του συστήματος συγκράτησης, ενώ αν η λυχνία δεν άναβε ή παρέμενε αναμμένη κατά τη διαδρομή ή αναβόσβηνε, τούτο δήλωνε ότι υπήρχε κάποια δυσλειτουργία ή βλάβη.

Στο εσωτερικό του εγκεφάλου αυτού, εμπεριεχόταν ένας ηλεκτρονικός αισθητήρας, ο οποίος μετρούσε τις όποιες επιβραδύνσεις, οι οποίες επιδρούσαν μετωπικά στο όχημα, σε διαμήκη κατεύθυνση. Έτσι, μία απότομη πτώση της ταχύτητας η οποία αντιστοιχούσε σε μία απότομη επιβράδυνση του οχήματος συνεπεία πρόσκρουσης, η οποία παρακολουθείτο από τον ηλεκτρονικό αισθητήρα, οδηγούσε εφόσον είχαν επιτευχθεί τα προβλεπόμενα από τον κατασκευαστή όρια ενεργοποίησης, αντιστοίχως, είτε μόνο στην ενεργοποίηση των προεντατήρων (πρώτη βαθμίδα ενεργοποίησης), είτε στην ενεργοποίηση και των προεντατήρων και των εμπρόσθιων αερόσακων(δεύτερη βαθμίδα ενεργοποίησης).

Στο σχετικό εγχειρίδιο με τις οδηγίες χρήσης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, στο κεφάλαιο που αφορά τους προεντατήρες των ζωνών ασφαλείας, με τίτλο, "Ειδικοί προεντατήρες ζωνών ασφαλείας και περιοριστικοί μηχανισμοί ισχύος ζωνών ασφαλείας", αναφέρονται τα εξής... Έτσι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο παραπάνω εγχειρίδιο, το σύστημα παθητικής ασφάλειας του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, ήταν τοποθετημένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ενεργοποιείται σε σοβαρές μετωπικές ή πλευρικές συγκρούσεις που περικλείουν υψηλό κίνδυνο τραυματισμού για τον οδηγό και τον συνοδηγό.

Σε σοβαρές μετωπικές συγκρούσεις ενεργοποιούνται οι εμπρόσθιοι αερόσακοι, οι οποίοι δεν ενεργοποιούνται σε πλευρικές συγκρούσεις, συγκρούσεις από πίσω, ανατροπή, ελαφρές μετωπικές συγκρούσεις, ενώ σε σοβαρές πλευρικές συγκρούσεις ενεργοποιείται ο πλευρικός αερόσακος που βρίσκεται στην πλευρά της σύγκρουσης, ενώ σε ελαφρές πλευρικές συγκρούσεις, συγκρούσεις στο πίσω μέρος ή σε περίπτωση ανατροπής δεν ενεργοποιείται το σύστημα των πλευρικών αερόσακων.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο οδηγός και ο συνοδηγός προστατεύονται από τις ζώνες ασφαλείας που θα πρέπει να φορούν, ενώ καθοριστικό ρόλο για την ενεργοποίηση του συστήματος αερόσακου έχει η πορεία της επιβράδυνσης, η οποία δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από την ηλεκτρονική μονάδα. Αν η επιβράδυνση που δημιουργείται κατά τη σύγκρουση και καταγράφεται από τον εγκέφαλο, διατηρείται σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές προδιαγραφής του εγκεφάλου, δεν ενεργοποιούνται οι αερόσακοι, παρόλο που το αυτοκίνητο μπορεί λόγω του ατυχήματος να υποστεί μεγάλη παραμόρφωση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο απαιτούμενος έλεγχος και συντήρηση του εν λόγω αυτοκινήτου έγιναν στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της κατασκευάστριας αυτού εταιρίας, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης, και συγκεκριμένα, α) στις 3-2-2000, διενεργήθηκε ο παραπάνω έλεγχος προς παράδοση του αυτοκινήτου στην ανώνυμη εταιρία, "….ΑΕ", κατά τον οποίο προέκυψε ότι όλα τα συστήματα του αυτοκινήτου λειτουργούσαν κανονικά, β) στις 3-4-2000, μετά από 5.101 διανυθέντα χιλιόμετρα πραγματοποιήθηκε αλλαγή λαδιού, γ) στις 20-6-2000, μετά από 14.214 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε ρύθμιση της οροφής του οχήματος και αντικαταστάθηκε ένας διακόπτης πολλαπλής χρήσης, δ) στις 22-6-2000, μετά από 14.538 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο του προγραμματισμένου σέρβις των 15.000 χιλιομέτρων, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης, όπως αλλαγή λαδιού, υγρού καθαρισμού, φίλτρου λαδιού, φίλτρου σκόνης και ενός ρελέ και αντικατάσταση του εγκεφάλου για φτερωτή, σε συνέχεια δε της αντικατάστασης αυτής έγινε ανάγνωση της μνήμης των βλαβών και διαγραφή, ε) στις 25-7-2000, μετά από 16.000 διανυθέντα χιλιόμετρα, το αυτοκίνητο εισήλθε στο συνεργείο της τρίτης εναγομένης, για την αποκατάσταση υλικών ζημιών στο εμπρόσθιο τμήμα του, που προήλθαν από σύγκρουση.

Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε αλλαγή του εμπρόσθιου προφυλακτήρα, του αριστερού προβολέα του προφυλακτήρα, της μάσκας, του καπώ, του εμπρόσθιου αριστερού φτερού, του παρμπρίζ, της τραβέρσας, της βάσης και της ποδιάς ψυγείου, των φανοστατών και των βάσεων των φανών, του θόλου αριστερού φτερού, των πλαστικών γωνιών των θόλων των τροχών, του εμπρόσθιου αριστερού και δεξιού φανού και των φλας, των πλαστικών γωνιών των φανών, του κολάρου του ψυγείου, του ψυγείου του Α/C, του ψυγείου compressor, καθώς και της μεταλλικής ποδιάς.

Επίσης, έγινε σφυρηλάτηση του εμπρόσθιου δεξιού φτερού και της δεξιάς πόρτας, βαφή του εμπρόσθιου προφυλακτήρα, ηλεκτρολογικές εργασίες και ευθυγράμμιση εμπρόσθιου αριστερού και δεξιού ράμφους, στ) στις 30-11-2000, μετά από 29.950 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης στα πλαίσια του προγραμματισμένου σέρβις...

ζ) στις 8-1-2001, μετά από 34.089 διανυθέντα χιλιόμετρα, το αυτοκίνητο εισήλθε στο συνεργείο της τρίτης εναγομένης, για την αποκατάσταση υλικών ζημιών στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, που προήλθαν από νέα σύγκρουση... η) στις 26-3-2001, μετά από 39.200 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε αλλαγή του παραθύρου της εμπρόσθιας αριστερής πόρτας, θ) στις 20-6-2001, μετά από 46.084 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης, στα πλαίσια προγραμματισμένου σέρβις...

ι) στις 12-12-2001 μετά από 61.758 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης, στα πλαίσια προγραμματισμένου σέρβις, ενώ κατά την ίδια επίσκεψη έγινε τοποθέτηση του πακέτου AMG, ήτοι εξοπλισμού αυτοκινήτου αγωνιστικού χαρακτήρα, ια) στις 14-6-2002, μετά από 77.029 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένου σέρβις, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης...

ενώ διαπιστώθηκε ότι η πολλαπλή εξαγωγής έχρηζε αντικατάστασης, ιβ) στις 26-6-2002, μετά από 78.402 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε εξαγωγή και επανατοποθέτηση της πολλαπλής εξαγωγής, αντικατάσταση "αντιστηρίδας" πολλαπλής εξαγωγής... ιγ) την 1-8-2002 μετά από 82.351 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε αντικατάσταση της αντλίας και του φίλτρου καυσίμων, ιδ) στις 11-9-2002, μετά από 87.458 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε αντικατάσταση ελαστικού εξάτμισης, ιε) στις 22.10.2002, μετά από 93.026 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένου σέρβις, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης...

ιστ) στις 12-12-2002, μετά από 97.118 διανυθέντα χιλιόμετρα, αντικαταστάθηκε η πολλαπλή εξαγωγής, ιζ) στις 16-4-2003, μετά από 109.340 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένου σέρβις, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης... ιη) ... ιθ) ...κ) ...,κα) ... κβ) στις 20-5-2004, μετά από 137.960 διανυθέντα χιλιόμετρα, το αυτοκίνητο εισήλθε για τρίτη φορά στο συνεργείο της τρίτης εναγομένης για την αποκατάσταση υλικών ζημιών στο οπίσθιο τμήμα του, που προήλθαν από νέα σύγκρουση...

κγ) στις 28-6-2004, μετά από 138.100 διανυθέντα χιλιόμετρα, έγινε εξαγωγή και επανατοποθέτηση του καντράν οργάνων (G1) κατόπιν αντικατάστασης των λυχνιών οργάνων πινακίδας και κδ) στις 20-7-2005, μετά από 178.967 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένου σέρβις, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης... Στις εργασίες δε αυτές, που έλαβαν χώρα καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, από το Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και τις 20-7-2005, ουδεμία εργασία ή βλάβη περιλαμβάνεται, αναφορικά με το σύστημα της παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου.

Περαιτέρω, στις 10-10-2005 και περί ώρα 15.10, ο ενάγων, μέλος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας "…..ΑΕ", ηλικίας τότε 29 ετών... οδηγώντας το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της άνω εταιρίας, εκινείτο επί της λεωφόρου Συκαμίνου - Αυλώνος, στην περιοχή του Ωρωπού, με κατεύθυνση προς Συκάμινο. Όταν έφθασε στο 1ο χιλιόμετρο της λεωφόρου αυτής, λίγο πριν από το χωριό Συκάμινο, όπου η εν λόγω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 8,60 μ.

και ασφαλτοστρωμένη, έχασε ξαφνικά τον έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα τούτο να εκτραπεί από την πορεία του προς τα αριστερά, δηλαδή προς το αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, να πλαγιολισθήσει επί του ρεύματος αυτού σε μήκος 51 μέτρων, να εξέλθει του οδοστρώματος και να εισέλθει σε παρακείμενο χωράφι με υψομετρική απόσταση 0,50 μ.

από το οδόστρωμα και διανύοντας απόσταση 8,70 μέτρων εντός του χωραφιού, να προσκρούσει με το πλάγιο δεξιό τμήμα του, στον κορμό ογκώδους (τετράκορμου) ελαιόδεντρου, διπλώνοντας πάνω στον κορμό και ακολούθως να κινηθεί περαιτέρω, σε απόσταση 11,80 μέτρων από το εν λόγω δένδρο, καταστρέφοντας την περίφραξη όμορου ακινήτου και να ακινητοποιηθεί, επάνω στην περίφραξη αυτή, χωρίς να ανατραπεί, καθώς δεν διαπιστώθηκαν βλάβες (γδαρσίματα) στο εμπρόσθιο και οπίσθιο καπό και την οροφή αυτού, οι οποίες ασφαλώς θα υπήρχαν σε περίπτωση ανατροπής αυτού.

Τα ίχνη σύγκρουσης με το ελαιόδεντρο, προσδιορίζονται κυρίως στη δεξιά πλαϊνή πλευρά του αυτοκινήτου, η οποία βυθίστηκε προς το εσωτερικό του αμαξώματος και συγκεκριμένα στο σημείο του δαπέδου όπου καταλήγει η εμπρόσθια κολώνα (Α) του συνοδηγού. Η κολώνα αυτή του συνοδηγού λύγισε και υποχώρησε προς το εσωτερικό του αμαξώματος, προς το κέντρο του χώρου των επιβατών, κατά 50 περίπου εκατοστά...

Η ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά το χρόνο πρόσκρουσης αυτού στο ελαιόδεντρο ανερχόταν, σε 80 χιλ. ανά ώρα... Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, ότι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, λόγω της όλως αιφνίδιας παρεμβολής στην πορεία του, ενός φορτηγού αυτοκινήτου, εξερχόμενου από μάντρα οικοδομικών υλικών που βρισκόταν στο σημείο του ατυχήματος, στα δεξιά της λεωφόρου Συκαμίνου, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία...

Περαιτέρω, από την πρόσκρουση στον κορμό του δένδρου, ο μεν κορμός του δένδρου ξεριζώθηκε εν μέρει και μετακινήθηκε, το δε αυτοκίνητο υπέστη βλάβες στη δεξιά πλαϊνή πλευρά του... Επίσης, έσπασε το παρμπρίζ, ενώ ο ενάγων προσέκρουσε με το κεφάλι στο πλαίσιο του παρμπρίζ στο μέσον και προς τα δεξιά αυτού. Από την πρόσκρουση δε αυτή υπέστη σωματικές βλάβες κυρίως στην περιοχή της κεφαλής και του προσώπου...

Συνέπεια δε του τραυματισμού του, υπήρξε η απώλεια της όρασης από το δεξιό οφθαλμό, που αποτελεί μη αναστρέψιμη αναπηρία. Περαιτέρω, κατά την άνω σύγκρουση στην ελιά δεν ενεργοποιήθηκε κανένας αερόσακος, ούτε ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας που πράγματι φορούσε ο ενάγων... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, το σύστημα αυτό (συγκράτησης SRS του αυτοκινήτου) δεν ενεργοποιήθηκε, διότι δεν υπήρξε δυνατή μετωπική σύγκρουση, κατά την αρχική επαφή του αυτοκινήτου με την σταθερή επιφάνεια (κορμό του δένδρου στο οποίο προσέκρουσε), απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του συστήματος ασφαλείας του οδηγού του οχήματος...

Αρχική πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο δένδρο της ελιάς, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο ύψος του δεξιού τροχού, πριν από την προαναφερθείσα πρόσκρουση με την πλαϊνή δεξιά πλευρά του, στο ύψος της Α κολώνας της πόρτας του συνοδηγού, υπό γωνία 30° ως προς το διαμήκη άξονα του οχήματος, δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα, υπήρξε μία σφοδρή πρόσκρουση με την πλάγια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου στην ελιά, όπου δίπλωσε το αυτοκίνητο, στην πλευρά δε αυτή και εντοπίζονται οι κύριες παραμορφώσεις αυτού... ενώ στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του δεν καταγράφονται βαριές βλάβες, οι οποίες θα είχαν οπωσδήποτε προκληθεί με δεδομένη την ταχύτητα πρόσκρουσης σε 80 Km/h, στην περιοχή αυτή...

Έτσι, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες πρόσκρουσης, δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί το συμπληρωματικό σύστημα του αερόσακου του οδηγού, αφού οι σχετικές προϋποθέσεις δεν άγγιξαν τις προδιαγραφές ενεργοποίησής του, αφού δεν υπήρξε μετωπική σύγκρουση ή τέτοια εντός γωνίας 30° σε σχέση με το διαμήκη άξονα του οχήματος, στην εμπρόσθια επιφάνειά του, καθώς καμιά επικάλυψη της μετωπικής επιφάνειας δεν υφίσταται, ώστε να δοθεί ηλεκτρονικά η αντίστοιχη εντολή.

Συνεπώς, αφού η μη ενεργοποίηση του αερόσακου ασφαλείας του οδηγού στο αυτοκίνητο του ενάγοντος, δεν οφείλεται σε ελαττωματικότητα λειτουργίας του συστήματος παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου, αλλά οφείλεται στη μη μετωπική πρόσκρουση του οχήματος στον κορμό του ελαιόδεντρου, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος κατά το ένδικο ατύχημα, συνδέεται αιτιωδώς με κατασκευαστικό ελάττωμα στο σύστημα παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου, συνεπεία του οποίου δεν ενεργοποιήθηκε ο εμπρόσθιος αερόσακος και ο προεντατήρας της ζώνης ασφαλείας του οδηγού, το οποίο υπήρχε ήδη από το χρόνο παραγωγής του και οφειλόταν σε υπαιτιότητα(αμέλεια)των εναγομένων εταιριών, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενες με τους διαλαμβανόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ισχυρισμούς...".

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1554/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, του παθόντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον, το ποσό των 80.000 ευρώ, νομιμότοκα, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της από 6.11.2008 ένδικης αγωγής και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 2251/1994 και 914 επ., 922, 926, 932 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά περί μη ενεργοποίησης του αερόσακου ασφαλείας του οδηγού στο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, που δεν οφειλόταν σε ελαττωματικότητα λειτουργίας του συστήματος παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου, με συνέπεια ο τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα να μη συνδέεται αιτιωδώς με κατασκευαστικό ελάττωμα του οχήματος, δικαιολογούν την απόρριψη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του τελευταίου, ο οποίος, επομένως, δεν εδικαιούτο από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες κατασκευάστρια - παραγωγό, εισαγωγέα και πωλητή - διανομέα, αντίστοιχα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στους επικαλούμενους από τον αναιρεσείοντα κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 200, 288, 281 και 282 ΑΚ, για καλόπιστη ερμηνεία και εκτέλεση των συμβάσεων, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και αυτοδικία, δηλαδή διατάξεων που δεν ήταν εφαρμοστέες και, ορθά ερμηνεύοντας αυτές, δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό του πόρισμα για τη μη θεμελίωση ευθύνης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, λόγω του τραυματισμού του, εκ της μη ενεργοποίησης, κατά το επισυμβάν ένδικο τροχαίο ατύχημα, του αερόσακου ασφαλείας στο αυτοκίνητο που οδηγούσε, μη οφειλομένης σε κατασκευαστικό του ελάττωμα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 6 του Ν. 2251/1994 και 914 επ., 922, 926, 932 ΑΚ, τους οποίους, συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της μη θεμελίωσης ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, είτε κατά τις διατάξεις περί ευθύνης του παραγωγού και προστασίας του καταναλωτή είτε/και υπό τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω αιτιολογιών.

Επομένως, περί του αντιθέτου κατά το αντίστοιχο σκέλος ίδιος ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά την περιλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ελαττωματικής ή μη κατασκευής και λειτουργίας του συστήματος παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του τελευταίου, ως και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το προαναφερόμενο τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της και με αυτόν πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της το προσκομισθέν με επίκληση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, υπ' αριθμ. 338628/9-9-2005 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών - τιμολόγιο πώλησης της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που αφορούσε το τελευταίο σέρβις του αυτοκινήτου, με το οποίο επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, και ανέφερε, εκτός των άλλων εργασιών συντήρησής του, και εργασίες αλλαγής μπαταρίας οχήματος και προγραμματισμό και ρύθμιση του εγκεφάλου με κωδικό 40 6560 02, και το οποίο έγγραφο, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από αυτό προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του περί προηγηθείσης του ατυχήματος επέμβασης στον εγκέφαλο του οχήματός του.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, ρητά, στο προοίμιο της ελάσσονος σκέψης(αρχή οπίσθιας όψης 9ου φύλλου) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και "όλα γενικά τα...

έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά..., χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς...", και σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, στην οπίσθια όψη του 14ου φύλλου της, όπου ρητά αναφέρονται ειδικά και τα εξής, ότι "...

και κδ) στις 20-7-2005, μετά από 178.967 διανυθέντα χιλιόμετρα, στο πλαίσιο προγραμματισμένου σέρβις, έγιναν διάφορες εργασίες συντήρησης... Όλες οι παραπάνω εργασίες συντήρησης και επισκευής του αυτοκινήτου, οι οποίες... πραγματοποιήθηκαν στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της τρίτης εναγομένης (και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), έχουν καταγραφεί στο τηρούμενο από την τελευταία πλήρες ιστορικό του οχήματος και τις σχετικές εντολές επισκευής προς την ίδια, που προσκομίζονται με επίκληση, από τις εναγόμενες.

Στις εργασίες δε αυτές, που έλαβαν χώρα καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, από το Φεβρουάριο του έτους 2000 μέχρι και τις 20-7-2005, ουδεμία εργασία ή βλάβη περιλαμβάνεται, αναφορικά με το σύστημα της παθητικής ασφάλειας του αυτοκινήτου", καθώς και το ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του σχετικού επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού εγγράφου, προκύπτει ότι το εν λόγω επίμαχο έγγραφο τιμολογίου με αριθμ. 338628/9-9-2005 έχει εκδοθεί και αναφέρεται σε αυτό το (τελευταίο) σέρβις του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και το ως άνω έγγραφο για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στις προτάσεις του εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος ισχυρισμών του, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί ειδικά και σε χωριστή αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου.

Εξάλλου η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αυτού αποδεικτικού εγγράφου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.06.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 338/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ