Supreme Court dismisses appeal against labor contract modification ruling regarding working hours and pay cuts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor contract modification. The court found that the employer unilaterally altered working hours and reduced wages, violating Article 281 of the Civil Code, which constitutes a detrimental change. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559(1)(a) of the Civil Code; An employer's unilateral modification of working hours and salary constitutes a detrimental change to the labor contract, justifying the dismissal of an appeal challenging such a modification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1380 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1380/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Π. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. Μ. του Σ., κατοίκου …, έως και 6) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν οι με α/α 3ος, και 4ος μετά και οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καραμπούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση:1) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού-Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων (Π.Ο.Ε.Ε.-Υ.Τ.Ε.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση-κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Επισιτισμού, Τουρισμού Ξενοδοχείων και Συναφών Επαγγελμάτων Νομού Αττικής" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΖΙΝΟΥ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΕΛΕΦΕΡΙΚ ΠΑΡΝΗΘΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν και 4), 1) Κ. Κ. του Δ., έως και 469) Σ. Π. του Σ., κατοίκους ως εκ της υπηρεσίας τους, Αχαρνών Αττικής (Καζίνο - Ξενοδοχείο Πάρνηθας), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, (και τις πρόσθετες προφορικές παρεμβάσεις τρίτων), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1897/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5686/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 17-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 17.1.2019 [Γ.Α.Κ. 632/Ε.Α.Κ. 48/18.1.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 5686/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 20.12.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 4.10.2013 των εκκαλούντων - ήδη αναιρεσίβλητων και (ii).- από 15.10.2013 της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 1897/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 17.7.2013, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 22.10.2012 αγωγής των εναγόντων - ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας. Αφορά δε, η αγωγή, απαιτήσεις των εναγόντων έναντι της εναγομένης από παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Με την 1897/2013 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 5686/2017 απόφαση του εφετείου, οι αντίθετες εφέσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και, στη συνέχεια, η από 15.10.2013 έφεση απορρίφθηκε στην ουσία, ενώ η από 4.10.2013 έφεση έγινε δεκτή και στην ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 1897/2013 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 18.1.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ.
στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 20.12.2017 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 5686/2017 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Εξ άλλου και σε κάθε περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως έχει επιδοθεί σε όσους παρενέβησαν προσθέτως [άρθρα 82 εδ. (γ), 81 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ], ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (βλ. 4652 ΣΤ'/11.9.2019, 4650 ΣΤ'/11.9.2019, 4651 ΣΤ'/11.9.2019 και 4655 ΣΤ'/13.9.2019 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Λ.
Παπαδάκου). Με την 5686/2017 απόφαση του εφετείου, οι πρόσθετες παρεμβάσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν με τις από 4.10.2013 και 15.10.2013 αντίθετες εφέσεις, απορρίφθηκαν, ως απαράδεκτες (ΑΠ 749/2020). (Ι).- Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 3/2020).
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 109/2020). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ]? ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 255/2010).
Αποτελούν "πράγματα" και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 1573/2006). Ειδικότερα, εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη ως γεγονότα θεμελιωτικά της αγωγής, που δεν περιέχονται στο δικόγραφό της, εφ' όσον αυτά (γεγονότα) άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1973/2007).
Τέτοιο λόγο δεν συνιστά η λήψη υπ' όψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1598/2014). Για το παραδεκτό (ορισμένο) του λόγου αυτού αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], πρέπει να γίνεται (και) προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998).
(ΙΙ).- Το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος, με σχέση εξαρτημένης εργασίας [άρθρα 652, 648 ΑΚ], δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει, κάθε φορά, την υποχρέωση του εργαζομένου για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφ' όσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας, ήτοι ατομική σύμβαση εργασίας, επιχειρησιακή πρακτική ή συνήθεια, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, Διαιτητική Απόφαση, Κανονισμό ή Οργανισμό Εργασίας.
Υλοποιεί, όμως, παραλλήλως, το δικαίωμα αυτό, την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμεταλλεύσεως, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο. Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η άσκησή του δηλ., δεν μπορεί να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του.
Μονομερής μεταβολή των όρων, ειδικότερα της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου, υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων εργασίας, ενώ δεν έχει τη συγκατάθεση του εργαζομένου - υπαλλήλου και δεν έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο ή τη σύμβαση εργασίας και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν η μεταβολή προκαλεί στον εργαζόμενο - υπάλληλο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική μόνο ζημία - βλάβη [άρθρα 7 εδ. (α), 8 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57)].
Επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής της συμβάσεως εργασίας, ο υπάλληλος προστατεύεται, όχι μόνο από το άρθρο 7 εδ. (α) ν. 2112/1920, αλλά και από το άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, τον οποίο επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλ.
την κατά το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας καθώς και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των πιο πάνω σκοπών, αλλά έτερων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε, δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Η καλή πίστη δηλ. επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπ' όψη, κατά την άσκηση του δικαιώματος, όσον οι περιστάσεις το επιβάλλουν, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για τον προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής, ήτοι της εργασίας από τον υπάλληλο, αποτελεί μονομερή εξουσία του εργοδότη και η άσκησή της, έστω και αν στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών, υπόκειται στους περιορισμούς της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.
Έτσι, η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή, μονομερώς από τον εργοδότη, των όρων της εργασίας, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1729/2005). Αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή, βλαπτική για τον υπάλληλο, μεταβολή των όρων της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμά του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο υπάλληλος έχει, διαζευκτικώς (και) την επιλογή [άρθρο 305 ΑΚ], εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα του εργασία και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους (ΑΠ 104/2017, ΑΠ 798/2007, ΑΠ 1212/2006). (ΙΙΙ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος, 1 παρ.1, 2 παρ.1, 3 παράγραφοι 1 και 5, 7 παρ.1, 8 παράγραφοι 2 και 3, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 11 και 16 παρ.3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27/ 8.3.1990) -όπως τα συγκεκριμένα άρθρα του ν. 1876/1990 ίσχυσαν από 8.5.1990 [απόφαση Υπουργού Εργασίας 12386/20.3.1990 (ΦΕΚ Β. 189/22.3.1990) εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 35 ν. 1876/1990]- προκύπτουν (και) τα εξής:
Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενό της (ατομικής συμβάσεως εργασίας).
Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε. ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ.Σ.Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α.
δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζομένους, μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε. ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2012).
Η Σ.Σ.Ε. καταρτίζεται ή η Δ.Α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέρα από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μετά τη λήξη τους, ήτοι (και) με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, εφ' όσον είναι ορισμένης διάρκειας, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο? ενώ, μετά την πάροδο του εξαμήνου από την ως άνω λήξη τους ("μετενέργεια", δηλ.
το χρονικό διάστημα μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της Σ.Σ.Ε. ή της Δ.Α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, ως ενδοτικοί κανόνες δικαίου. Πλην όμως, η επί εξάμηνο καθώς και η πέραν του εξαμήνου ("μετενέργεια"] εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων, Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., που έληξε, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου διαρκείας της, ως άνω, δεν επεκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019). Η Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) είναι είδος των Σ.Σ.Ε., αφορά τους εργαζόμενους μιας επιχειρήσεως, καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη, η ισχύς της καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους της επιχειρήσεως και οι κανονιστικές της διατάξεις έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Το ως άνω άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 ν. 1876/1990, συγκεκριμένα, ορίζει (και) ότι: "Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος" [παρ. 1]. "Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου, που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού [παρ. 2]. "Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους, που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό ..." [παρ. 4]. "Μετά την πάροδο του εξαμήνου, οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" [παρ. 5].
Η 6/28.2.2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου/Π.Υ.Σ. (ΦΕΚ Α. 38/28.2.2012) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α. 28/14.2.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας".
Ισχύει δε, ο ν. 4046/2012, κατά το άρθρο 5 αυτού, από 14.2.2012. Ειδικότερα, το άρθρο 2 της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. ισχύει, κατά το άρθρο 6 αυτής, από 28.2.2012 και είναι εντός του πλαισίου της εξουσιοδοτήσεως, που ως άνω χορηγήθηκε (ΣτΕ ολ. 2307/2014). Στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2 της 6 /28.2.2012 Π.Υ.Σ. ορίζεται ότι "οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27) παύουν να ισχύουν" [παρ. 5] και "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις" [παρ. 6].
Αντί των διατάξεων των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 ν. 1876/1990, με το ίδιο άρθρο 2 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., ορίζεται: "(1).- Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφ' εξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. (2).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν την 14.2.2013. (3).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που, την 14.2.2012, βρίσκονται σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27). (4).- Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης, που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφ' όσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους, αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι, που αφορούν (α).- τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και (β).- τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφ' όσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει, αμέσως, να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Ορίζεται δε, στο πιο πάνω άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2 ν. 1876/1990 ότι: "1.- Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αόριστης διάρκειας μπορεί να καταγγελθεί, ύστερα από την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος της. 2.- Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μπορεί να καταγγελθεί πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη της, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά, οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της".
Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτει ότι μετά την έκδοση της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα, με τις καταργούμενες ως άνω διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 1, 4 και 5 ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" της Σ.Σ.Ε., περιορίσθηκε, ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, προκειμένου για Σ.Σ.Ε., που είχε λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ, την 14.2.2012, του ν. 4046/2012, εξουσιοδοτικού ως προς την έκδοση της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., ορίζεται ότι όλοι οι κανονιστικοί όροι της (Σ.Σ.Ε.) εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από 14.2.2012 δηλ.
στο τρίμηνο αυτό είναι υποχρεωτική η παράταση της ισχύος της Σ.Σ.Ε. (με όλους τους κανονιστικούς της όρους). Μετά την πάροδο του τριμήνου ("μετενέργεια", δηλ. το χρονικό διάστημα μετά το τρίμηνο, όπως, προηγουμένως, ήταν το χρονικό διάστημα μετά το εξάμηνο) εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε., αποκλειστικώς, οι όροι, που αφορούν τον βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) της Σ.Σ.Ε.
και τα επιδόματα ωριμάνσεως, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, εφ' όσον τα επιδόματα αυτά προέβλεπε η συγκεκριμένη Σ.Σ.Ε. ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο από την Σ.Σ.Ε. επίδομα. Έτσι, μετά την 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 2 παρ.4 εδ. (δ) αυτής, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στο άρθρο 2 παρ.4 εδ. (γ) αυτής, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους κανονιστικούς όρους για το βασικό μισθό (ή το ημερομίσθιο) και τα επιδόματα "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας", που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.
Η "προσαρμογή" αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη - συγκατάθεση του εργαζομένου (ΑΠ 749/2020). Τέλος, οι κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (i).- 8900/1946 (ΦΕΚ Β. 54/20.3.1946) και (ii).- 18310/1946 (ΦΕΚ Β. 193/17.6.1946), όπως η πρώτη υπό στοιχείο (i) ερμηνεύθηκε και η δεύτερη υπό στοιχείο (ii) ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε, με την 25825/1951 (ΦΕΚ Β. 86/9.5.1951) κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίζουν ότι επί των "νομίμως τεθεσπισμένων κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων" υπολογίζονται οι προσαυξήσεις, σε περίπτωση παροχής νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά Κυριακή ή εξαιρετέα εορτή.
Ως "νομίμως τεθεσπισμένα κατώτατα όρια" θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο των οικείων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μετά των κάθε φύσεως προσαυξήσεων (ΑΠ 265/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 5686/2017 απόφαση του εφετείου, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, που εκτίθενται, ευθέως παραβίασε τις κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 18310/1946, όπως αμφότερες ερμηνεύθηκαν και η δεύτερη και συμπληρώθηκε, με την 25825/1951 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, έτσι, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι ως "νομίμως τεθεσπισμένα κατώτατα όρια" για τον υπολογισμό των σχετικών προσαυξήσεων στην περίπτωση παροχής νυκτερινής εργασίας καθώς και εργασίας κατά Κυριακή και αργίες από τους αναιρεσίβλητους είναι οι μισθοί της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας/Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και όχι ο μισθός, κατά τις προβλέψεις του ν. 1876/1990 και της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., επί της ληξάσης από 8.6.2009 Ε.Σ.Σ.Ε., όπως το εφετείο δέχθηκε. Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 5686/2017 απόφαση του εφετείου, κατά τις ουσιαστικές της παραδοχές, που εκτίθενται, ευθέως παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, αφού δέχθηκε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα, η οποία άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα, ως προς τον προσδιορισμό κατά το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας των αναιρεσίβλητων, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Έτσι, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο, με την 5686/2017 απόφασή του, έλαβε υπ' όψη γεγονότα, που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, τα γεγονότα αυτά ήταν θεμελιωτικά της αγωγής, κατά τη βάση της για βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα, η οποία άσκησε το διευθυντικό δικαίωμά της, ως προς τον προσδιορισμό και το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας των αναιρεσίβλητων, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) νομική σκέψη, οι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί (ορισμένοι). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα, από την 5686/2017 απόφαση του εφετείου και την από 22.10.2012 ένδικη αγωγή, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων [άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Το εφετείο, στην 5686/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 34 - 38): "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο …, το οποίο διαχειρίζεται, από το μήνα Μάϊο 2003, η εναγομένη, δυνάμει του ν. 3139/2003 ...
συνεχίζουν δε, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη μέχρι σήμερα ... Επίσης, οι ενάγοντες έχουν συνδικαλιστική ιδιότητα και, ειδικότερα, ο πρώτος (Λ. Μ.) είναι αναπληρωτής γραμματέας, ο δεύτερος (Ν. ) μέλος της διοίκησης, ο τρίτος (Α. Τ.) πρόεδρος και ο έκτος (Γ. Σ.) γραμματέας του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της εναγομένης υπό την επωνυμία "Σ.
Ε. Κ. - Ξ. και Τ. Π.", ο τέταρτος (Σ. Ν.) γραμματέας του κλαδικού σωματείου υπό την επωνυμία "Π. Σ. Τ. Υ. Τ. Ε. Π." και ο πέμπτος (Ν. Τ.) γραμματέας του κλαδικού σωματείου υπό την επωνυμία "Σ. Ε. Ε. Τ. Ξ. και Σ. Ε. Ν. Α.". Οι όροι της εργασίας των εναγόντων ρυθμίζονταν από τις Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., που καταρτίζονταν μεταξύ της εναγομένης ...
και του νομίμου εκπροσώπου του ανωτέρω επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της και το ενσωματωμένο σε αυτές Παράρτημα, που συνυπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος του ανωτέρω κλαδικού σωματείου, για τους τεχνικούς επιτραπέζιων τεχνικών παιγνίων και, ειδικότερα, από τις από 20.10.2003, 2.6.2005, 21.5.2007, 8.6.2009 και 20.10.2010 Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε.
Στο κεφάλαιο "Γενικοί Όροι - Θεσμικά" των ανωτέρω Σ.Σ.Ε. περιέχονται, εκτός των άλλων, και οι ακόλουθοι κανονιστικής ισχύος όροι, που είχαν εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις των εναγόντων, όπως αυτοί διατυπώνονται στην από 8.6.2009 Σ.Σ.Ε. (Πράξη Κατάθεσης 4/25.6.2009) α.- άρθρο 2Α ''Το ωράριο εργασίας των υπαγομένων στην παρούσα, εξαιρουμένων των αναφερομένων στην Γ6 κατηγορία του άρθρου 2 της παρούσας (οδηγοί), ορίζεται σε 37,5 ώρες εβδομαδιαίως σε πενθήμερη βάση (από 7,5 ώρες ημερησίως)'', β.- άρθρο 2 Β .
παρ. β ''Ο χρόνος ένδυσης και απέκδυσης ορίζεται σε 15 λεπτά κατ' ανώτατο, ο δε χρόνος διαλείμματος φαγητού σε 30 λεπτά της ώρας. Στο χρόνο εργασίας συμπεριλαμβάνεται ο χρόνος ένδυσης, απέκδυσης και τροφής'', γ.- άρθρο 4β του Παραρτήματος, που αφορά στους τεχνικούς παιγνίων ''Στον χρόνο εργασίας συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος ένδυσης και απέκδυσης ως και ο χρόνος λήψης τροφής.
Ο χρόνος ένδυσης και απέκδυσης ορίζεται σε τριάντα λεπτά'', δ.- άρθρο 48 της ίδιας Σ.Σ.Ε. και άρθρο 6.8 του Παραρτήματος ''Το προσωπικό, που έχει παιδιά, τα οποία παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δικαιούται να παίρνει άδεια απουσίας με αποδοχές ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα και μέχρι τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος για να επισκεφτεί το σχολείο των παιδιών του.
Η άδεια αυτή χορηγείται στον εργαζόμενο γονέα, έστω και αν ο άλλος δεν εργάζεται. Όταν και οι δύο γονείς είναι δικαιούχοι, αποφασίζουν από κοινού, ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση της άδειας. Η άδεια αυτή δεν χορηγείται, αν δεν παρέλθει ένας μήνας από την έναρξη του σχολικού έτους καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια των διακοπών του σχολείου'', ε.- άρθρο 4.6 της ίδιας ανωτέρω Σ.Σ.Ε.
και άρθρο 6.6. του Παραρτήματος: ''Οι συνδικαλιστικές άδειες χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1264/1982, όπως κάθε φορά ισχύει, με αποδοχές''. Όταν έληξε η τελευταία από τις ανωτέρω Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., στην οποία περιέχονταν όλοι οι προαναφερθέντες όροι εργασίας, λόγω του ότι οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε.
απέβησαν άκαρπες, το ως άνω σωματείο των εργαζομένων της εναγομένης προσέφυγε στον Οργανισμό Μεσολάβησης Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) από το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25/2011 Διαιτητική Απόφαση (Πράξη Κατάθεσης …), με έναρξη ισχύος από 1.1.2011, αορίστου διάρκειας, με την οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ όλοι οι μέχρι το τέλος του έτους 2010 ισχύοντες κανονιστικοί όροι εργασίας των προηγούμενων ως άνω Επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε.
μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω περιγραφόμενοι. Ειδικότερα, με το άρθρο 2 της Διαιτητικής αυτής Απόφασης, όσον αφορά στους βασικούς μισθούς, ορίστηκε ότι ''οι βασικοί μισθοί και τα βασικά ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα, όπως είχαν διαμορφωθεί, την 31.12.2010, με την από 20.10.2010 Σ.Σ.Ε. (Πράξη Κατάθεσης ...) διατηρούνται ακριβώς στο ίδιο ύψος καθ' όλη τη χρονική διάρκεια ισχύος της παρούσας'', ενώ στο άρθρο 3 της από 20.10.2010 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε.
ορίζεται ότι ''Για το έτος 2010, οι μισθοί και επιδόματα, που προβλέπονται στην παρούσα, θα εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ύψος, που είχαν διαμορφωθεί, την 31.12.2009''. Η εναγομένη, με την από 1.3.2012 εξώδικη δήλωσή της, στις 5.3.2012, κατάγγειλε την ανωτέρω Διαιτητική Απόφαση και άρχισαν νέες διαπραγματεύσεις για την υπογραφή Σ.Σ.Ε.
μεταξύ της εναγομένης και του ανωτέρω επιχειρησιακού σωματείου, που έληξαν, με την από 6.8.2012 ανακοίνωση της εναγομένης προς όλους τους εργαζόμενους σε αυτή, χωρίς να καταρτιστεί νέα Σ.Σ.Ε. Ακολούθως, η εναγομένη από 1.9.2012, επικαλούμενη τις διατάξεις της Π.Υ.Σ. 6/2012 επέβαλε, μονομερώς, στους ενάγοντες ημερήσιο ωράριο εργασίας 8 ωρών, στο οποίο θεωρεί ότι δεν συμπεριλαμβάνεται ο προβλεπόμενος από τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε.
χρόνος για την ένδυση και απέκδυση των εναγόντων και για το διάλειμμα λήψης τροφής, περιέκοψε τις αποδοχές κατά τη χορήγηση των συνδικαλιστικών αδειών, αρνείται τη χορήγηση σε αυτούς γονικής άδειας και υπολογίζει την προσαύξηση για την παροχή νυχτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, με βάση τον κατώτατο μισθό της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τον οποίο θεωρεί, ως νόμιμο μισθό.
Μετά την καταγγελία, από μέρους της εναγομένης, της 25/2011 Δ.Α. και της παρόδου, στις 6.6.2012, της τρίμηνης υποχρεωτικής για τα μέρη ισχύος της και δεδομένου ότι δεν καταρτίσθηκε νέα Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., αλλά ούτε νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας για τους ενάγοντες, οι ανωτέρω κανονιστικοί όροι των Επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε., που ρύθμιζαν τις εργασιακές τους σχέσεις έπαψαν να ισχύουν, ...
πλην: (α).- του όρου περί χορήγησης αμειβόμενης γονικής άδειας καθώς και η σχετική αξίωση των εναγόντων στηρίζεται στο νόμο και, ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 9 ν. 1483/1984, (β).- του βασικού μισθού και των επιδομάτων ωρίμανσης, τέκνων και σπουδών, που προβλέπονται στην ανωτέρω Δ.Α. και τις Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., που συνεχίζουν να ισχύουν και μετά την 6.6.2012.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες και μετά την 6.6.2012, δικαιούνται τον βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα, όπως το ύψος αυτών είχε διαμορφωθεί, την 31.12.2009, σύμφωνα με την 25/2011 Δ.Α. και τις ως άνω από 20.10.2010 και 25.6.2009 Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε. ... Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι: (α).- στις εργασιακές σχέσεις των εναγόντων ισχύουν, συνεχώς και χωρίς διακοπή, για μεγάλο χρονικό διάστημα και, ειδικότερα, τουλάχιστον από το έτος 2003, οι ανωτέρω όροι εργασίας τους, που περιέχονται στις ως άνω Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., (β).- οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, από τις οποίες υπαγορεύθηκε και η ρύθμιση των ανωτέρω όρων και, ειδικότερα, η μεγάλη απόσταση του τόπου εργασίας τους (…) από τον τόπο κατοικίας τους, η δυσχερής πρόσβαση σε αυτόν κατά τους χειμερινούς μήνες και η υποχρέωσή τους να φέρουν ειδική στολή, κατά την ώρα εργασίας τους, (γ).- η εναγομένη επί δίμηνο μετά την προθεσμία της υποχρεωτικής ισχύος της 25/2011 Δ.Α.
διατήρησε το προηγούμενο εργασιακό καθεστώς, (δ).- η εναγομένη, από 1.9.2012, παράνομα προβαίνει στον υπολογισμό της προσαύξησης της νυκτερινής εργασίας και της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, με βάση τον κατώτατο μισθό ασφαλείας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., (ε).- οι παραπάνω περικοπές προκαλούν υλική και ηθική ζημία στους ενάγοντες και (στ).- από κανένα από τα προσκομιζόμενα, με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι η αύξηση του ωραρίου εργασίας των εναγόντων και η περικοπή της αμοιβής της συνδικαλιστικής τους άδειας συνέβαλαν στην οικονομική ανάκαμψη της εναγομένης, το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης για την αύξηση του ωραρίου εργασίας των εναγόντων, την θεώρηση του χρόνου ένδυσης και απέκδυσης, ως μη περιεχόμενου στον χρόνο εργασίας των εναγόντων και την περικοπή της αμοιβής των συνδικαλιστικών αδειών τους, ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας τους ...".
Έτσι, το εφετείο έκρινε πως το πρωτόδικο δικαστήριο "έσφαλε", ως προς το ότι (i).- "ο νόμιμος μισθός των εναγόντων από 6.6.2012, με βάση τον οποίο υπολογίζονται οι προσαυξήσεις για τη νυκτερινή εργασία και την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, είναι ο προβλεπόμενος από τη Ε.Γ.Σ.Σ.Ε." και (ii).- "οι πιο πάνω αναφερόμενοι όροι των Ε.Σ.Σ.Ε.
συνέχισαν να ισχύουν και μετά την 6.6.2012 και έχουν μετατραπεί σιωπηρώς σε συμβατικούς όρους της ατομικής εργασιακής σχέσης των εναγόντων" εν τούτοις, "δεν έσφαλε, κατά το αποτέλεσμα", αφού δέχθηκε, "με διαφορετική αιτιολογία ότι συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων, η κατάργηση του ωραρίου των 7.5 ωρών ημερησίως και των 37,5 ωρών εβδομαδιαίως, με πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και η κατάργηση του ...
διαλείμματος ... υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, όπως ίσχυσαν πριν από την κατάργηση των ανωτέρω όρων". Ακολούθως, το εφετείο αντικατέστησε την αιτιολογία, όμως, εξαφάνισε, στο σύνολο, την 1897/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών "για το ενιαίο της εκτελέσεως", κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε μερικώς την αγωγή στην ουσία. (Β).- Στο δικόγραφο της από 22.10.2012 ένδικης αγωγής, περιέχονται γεγονότα θεμελιωτικά αυτής (αγωγής) για την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων καθ' υπέρβαση των όρων του άρθρου 281 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής (σελίδες 1, 2, 4, 5, 11) τα εξής: (α).- Με τις Ε.Σ.Σ.Ε., από 20.10.2003, 2.6.2005, 21.5.2007 και 8.6.2009, διετούς διάρκειας ισχύος καθώς και από 20.10.2010, μονοετούς διάρκειας ισχύος, έχουν καθιερωθεί στις εργασιακές σχέσεις των εναγόντων (αναιρεσίβλητων), οι κρίσιμοι όροι εργασίας. (β).- Η μεγάλη απόσταση από τον τόπο κατοικίας της πλειοψηφίας των εργαζομένων, η θέση του Καζίνου και οι "εκ του λόγου αυτού" μεγάλες δυσχέρειες προσβάσεως του εργαζομένου στον τόπο εργασίας του, επί πολλές ημέρες και ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο καθώς και η υποχρεωτική στολή εργασίας υπαγόρευσαν τους κρίσιμους όρους εργασίας στις ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. (γ).- Από τον Αύγουστο 2012, η εναγομένη (αναιρεσείουσα) έπαυσε να διατηρεί το προηγούμενο εργασιακό καθεστώς. (δ).- Επίσης, από τον Αύγουστο 2012, η εναγομένη (αναιρεσείουσα) αποφάσισε τον υπολογισμό των προσαυξήσεων της νυκτερινής και της κατά Κυριακές - εορτές εργασίας των εναγόντων (αναιρεσίβλητων), με βάση τον ισχύοντα μισθό ασφαλείας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προσαυξημένο με το επίδομα τριετιών, θεωρώντας αυτόν τον μισθό ασφαλείας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ως νόμιμο μισθό. (ε).- Από τις επίμαχες περικοπές, οι αποδοχές των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) μειώθηκαν σημαντικά και μειώθηκε σοβαρά η επαγγελματική, συνδικαλιστική και προσωπική υπόληψή τους και αξία ώστε να υποστούν υλική και ηθική ζημία.
Με τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 18310/1946, όπως ερμηνεύθηκαν αμφότερες και η δεύτερη και συμπληρώθηκε, με την 25825/1951 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Τούτο διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (ΙΙΙ) νομική σκέψη για τις προβλέψεις του ν. 1876/1990 και της 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ., επί ληξάσης Σ.Σ.Ε. (ή Ε.Σ.Σ.Ε.), το εφετείο ορθώς έκρινε, κατά τις παραδοχές της 5686/2017 αποφάσεως ότι ως "νομίμως τεθεσπισμένα κατώτερα όρια" για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων στην περίπτωση παροχής από τους αναιρεσίβλητους νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά Κυριακή ή εξαιρετέα εορτή, είναι ο μισθός μετά των προσαυξήσεων της ληξάσης από 8.6.2009 Ε.Σ.Σ.Ε.
Επομένως, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το εφετείο, ως προς την κρίση του για την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσίβλητων από την αναιρεσείουσα, η οποία άσκησε του διευθυντικό της δικαίωμα, όσον αφορά τον προσδιορισμό, κατά το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας των αναιρεσίβλητων, καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού - κοινωνικού σκοπού αυτού του δικαιώματός της, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Τούτο διότι στο αιτιολογικό της 5686/2017 αποφάσεως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε ότι "στις εργασιακές σχέσεις των εναγόντων ισχύουν, συνεχώς και χωρίς διακοπή, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το έτος 2003, οι επίμαχοι όροι εργασίας τους, που περιέχονται στις από 20.10.2003, 2.6.2005, 21.5.2007 και 8.6.2009 Ε.Σ.Σ.Ε.", "οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, από τις οποίες υπαγορεύθηκε και η ρύθμιση των επίμαχων όρων εργασίας και δη, η μεγάλη απόσταση του τόπου εργασίας τους (…) από τον τόπο κατοικίας τους, η δυσχερής πρόσβαση σε αυτόν κατά τους χειμερινούς μήνες και η υποχρέωσή τους να φέρουν ειδική στολή, κατά την ώρα εργασίας τους", "η εναγομένη επί δίμηνο μετά την προθεσμία της υποχρεωτικής ισχύος της 25/2011 Δ.Α.
διατήρησε το προηγούμενο εργασιακό καθεστώς", "η εναγομένη από 1.9.2012, παράνομα προβαίνει στον υπολογισμό της προσαύξησης της νυκτερινής εργασίας και της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, με βάση τον κατώτατο μισθό ασφαλείας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε." και "οι παραπάνω περικοπές προκαλούν υλική και ηθική ζημία στους ενάγοντες".
Με αυτές της παραδοχές, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στις (
ΙΙ) και (ΙΙΙ) νομικές σκέψεις, η μεταβολή μονομερώς από την αναιρεσείουσα των όρων εργασίας των αναιρεσίβλητων, ως προς τον καθορισμό του χρόνου και του τρόπου παροχής της (εργασίας), έγινε, πράγματι, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 281 ΑΚ και συνιστά βλαπτική μεταβολή. Επομένως, ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου, τα προηγούμενα πραγματικά περιστατικά, που το εφετείο, αφού εκτίμησε στο σύνολό τους, δέχθηκε και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσίβλητων καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, περιέχονται ως άνω στο δικόγραφο της αγωγής.
Τέλος, το εφετείο δέχθηκε, ως άνω και ότι "από κανένα από τα προσκομιζόμενα, με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι η αύξηση του ωραρίου εργασίας των εναγόντων και η περικοπή της αμοιβής της συνδικαλιστικής τους άδειας συνέβαλαν στην ανάκαμψη της εναγομένης". Το συγκεκριμένο γεγονός δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, όμως, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Τούτο διότι αποτελεί περιστατικό διευκρινιστικό της αγωγής, που προέκυψε από τις αποδείξεις ώστε κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) νομική σκέψη, να μην στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Μετά ταύτα, ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 18.1.2019 αίτηση για αναίρεση της 5686/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ], που οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, κατ' ίσο μέρος (1800 ευρώ Χ 1/6).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.1.2019 αίτηση για αναίρεση της 5686/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζονται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ