Supreme Court dismisses prosecutor's appeal against acquittal where debt forgiveness contracts satisfied the crime's harm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the prosecutor's appeal against the Second Instance Court's acquittal of the accused. The defendant had signed debt renewal contracts with the victim company, which the court found constituted a voluntary settlement of the debt arising from the embezzlement. The court ruled that these contracts fully satisfied the victim's claim and eliminated the criminal harm, thereby justifying the acquittal under the relevant penal code provisions. Consequently, the appeal was deemed inadmissible as no legal error warranted overturning the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 375(1)(a-2a), 379(1) Penal Code; Art. 436, 438 Civil Code: When a defendant voluntarily enters into debt renewal contracts with the victim that fully satisfy the civil claim arising from the crime, the resulting satisfaction of the harm constitutes a valid ground for acquittal under the principle of elimination of the punishable offense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1380 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1380/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Ελισάβετ Τσικαρίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 4771/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Γ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία η ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία: "... Α.Ε.Γ.Α.", νομ. εκ/νη με έδρα το ... η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Τσιλιμίγκρα και Θεόδωρο Χρόνη.
Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Σ. Κ., και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 63/2000.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της υποστηρίζουσας την κατηγορία και του κατηγορουμένου που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρο πρώτο αυτού), ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 589 παρ.3 του νέου Κ.Π.Δ, "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα".
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 παρ. 2, 473 παρ. 3, 479 , 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον ν. 4620/2019 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση ,κατά το άρθρο 5 89 παρ.3 του νέου Κ.Π.Δ, ως ορίζουσες το επιτρεπτό του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τις διατυπώσεις άσκησής του, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 20.10.2017 (πριν την 1.7.2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4620/2019), προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται, προς το σκοπό επανόρθωσης τυχόν σφαλμάτων της απόφασης, να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης, που εκδίδεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 15.1.2020 και με αριθμό έκθεσης 5/15.1.2020 αίτηση αναίρεσης, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωση στη γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, στρέφεται κατά της με αριθμό 4771/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία ο κατηγορούμενος Γ.
Σ. του Σ., κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικείμενου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, η οποία έλαβε χώρα στις 17.12.2019.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της, που αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με βάση την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος και δη εκείνης του άρθρου 379 του παλαιού Π.Κ., της οποίας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του Κ.Π.Δ.).
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε την παρ. 2 εδ.
α' του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από τη δεύτερη (σε συνδυασμό με την πρώτη) παράγραφο του άνω άρθρου κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται, αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα και οι μετοχές ανώνυμων εταιριών, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του, όπως νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν ο τελευταίος ενσωματώνει τούτο στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία, ως ζήτημα περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά διαλαμβανόμενες στο ανωτέρω άρθρο καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, του διαχειριστή ξένης περιουσίας κλπ.
Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση, ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 379 του Π.Κ., που, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 1.3 του ν.2721/1999 (ΦΕΚ Α' 1 12/3.6.1999), ίσχυσαν από 3.6.1999 μέχρι την κατάργησή τους (23-12-2010) με το άρθρο 34 περ. β' του ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α' 218/23.12.2010) οριζόταν ότι "1.Το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο.Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 2.
Ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του".
Στη συνέχεια, μετά την κατά τα άνω κατάργηση των προαναφερθέντων διατάξεων του άρθρου αυτού, (379 ΠΚ), με το άρθρο 6 του ίδιου ως άνω νόμου 3904/2010 αντικαταστάθηκε το άρθρο 384 του προϊσχύσαντος Π.Κ. και με την παράγραφο 1 αυτού οριζόταν ότι "Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372 - 374, 375 - 377, 381 και 382 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα..." Και το άρθρο αυτό καταργήθηκε μεταγενέστερα, δυνάμει των άρθρων 460 και 461 του νέου Π.Κ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/1 1.6.2019) και ισχύει από 1.7.2019, η περίπτωση δε αυτή ρυθμίσθηκε με το άρθρο 381 παρ. 2, 3 και 4 του νέου Π.Κ.
Με τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άνω άρθρου 379 Π.Κ., σε ένα πρώτο στάδιο, που έχει ως απώτατο όριο την εξέταση του υπαίτιου από τις αρχές, η εντελής ικανοποίηση του παθόντος εξαλείφει το αξιόποινο της πράξεως, εφόσον ο υπαίτιος έχει εκδηλώσει φρονηματική μεταστροφή. Για την εφαρμογή της προαναφερθείσας παραγράφου 1 του άρθρου 379 του προϊσχύσαντος ΠΚ απαιτείτο:
α) τέλεση από το δράστη μιας από τις αναφερόμενες σ' αυτό πράξεις κάθε μορφής, ακόμη και κακουργηματικής (ΑΠ 1558/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ', 903), β) απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να γίνει και με κάθε δικαιοπραξία μεταξύ παθόντος και δράστη, κατά την οποία συμφωνείται η ικανοποίηση του πρώτου, καθώς και με κατάργηση της ενοχικής σχέσης και σύσταση νέας, με τρόπο ώστε η αξίωση από το αδίκημα να μην υπάρχει πλέον και με τη νέα δικαιοπραξία να επέρχεται πλήρης ικανοποίηση, γ) η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε με τη θέληση του δράστη και πριν εξετασθεί οπωσδήποτε για την πράξη του από τις αρχές και δ) η απόδοση του πράγματος ή η ικανοποίηση του δράστη να έγινε χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου.
Εξάλλου, με τη σύμβαση ανανέωσης (άρθρα 436 και 438 του Α.Κ.) τα μέρη καταργούν μία υφιστάμενη ενοχική σχέση υπό ευρεία έννοια και συγχρόνως την αντικαθιστούν με μία νέα που δημιουργούΝ. Έτσι, τίθεται σε ισχύ η νέα ενοχή που δημιουργείται, ενώ ταυτόχρονα επέρχεται αυτομάτως απόσβεση της παλαιάς. Προϋπόθεση της ανανέωσης είναι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν σκοπό ανανέωσης.
Η καταργούμενη ενοχή μπορεί να προέρχεται από οποιοδήποτε γενεσιουργό λόγο, όπως π.χ. από δικαιοπραξία, αδίκημα κλπ.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αναιρετικός λόγος, υπάρχει, όταν το δικαστήριο, αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 4771/2017 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, απαιτούνται τα εξής: 1) ξένο κινητό πράγμα (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, 2) να περιήλθε αυτό με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, 3) παράνομη ιδιοποίηση αυτού από το δράστη, δηλαδή να γίνεται χωρίς συναίνεση από τον ιδιοκτήτη ή άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ αυτόν από το νόμο, 4) δόλια προαίρεση του δράστη που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του για να ενσωματώσει στην περιουσία του το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και 5) κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως συμβαίνει ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ασκεί διαχείριση και ενεργεί πράξεις διαχείρισης.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 822 και 827 του ΑΚ προκύπτει ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα όταν το ζητήσει ο παρακαταθέτης, από δε τις διατάξεις των άρθρων 436 και 438 του ΑΚ συνδυαζομένων και με τη διάταξη του άρθρου 379 του ΠΚ, το αξιόποινο της υπεξαίρεσης εξαλείφεται και όταν συντρεχόντων και των λοιπών της τελευταίας διάταξης στοιχείων, επέλθει εντελής ικανοποίηση του παθόντος, τούτο δε μπορεί να γίνει και με ανανέωση, εφόσον σαφώς συνάγεται από τη σύμβαση σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα του ΑΚ η με το σκοπό της κατάργησης της, από το αδίκημα αξίωσης του παθόντος αντικατάστασης αυτής με νέα ενοχή που να ικανοποιεί εντελώς τον παθόντα.
Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι: ο κατηγορούμενος δυνάμει σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα, που είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία ... ΑΕΓΑ ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετεί ασφαλίσεις στην ως άνω εταιρεία ,να εισπράττει τα καθαρά ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους πελάτες αυτής και να της τα αποδίδει το αργότερο εντός δυο μηνών από το τέλος του μήνα που σύμφωνα με το εκάστοτε ασφαλιστήριο έπρεπε να καταβληθεί το ασφάλιστρο .
Πλην όμως ο κατηγορούμενος μέχρι την 23-9-2004 αν και είχε εισπράξει καθαρά ασφάλιστρα ύψους 195.338 ευρώ, εν τούτοις ουδέποτε τα απέδωσε και παρότι οχλήθηκε επανειλημμένως τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Επίσης, και το διάστημα από 23-9-2004 έως 1-1-2005 παρότι εισέπραξε ποσό καθαρών ασφαλίστρων 158.372,02 ευρώ ,επίσης, δεν τα απέδωσε και τα ιδιοποιήθηκε ενσωματώνοντας τα παράνομα στην περιουσία του.
Πλην όμως, για την ως άνω συνολική οφειλή και προς εξόφληση της καταρτίσθηκαν τα από 23-9-2004 και 1-4-2005 συμφωνητικά δανείου μεταξύ της ... και του ιδίου . Ειδικότερα , συμφωνήθηκε ότι τα ως άνω υπεξαιρεθέντα ποσά αποτελούν προϊόν δανείου, το οποίο ο τελευταίος υποσχέθηκε να αποπληρώσει τμηματικά. Επομένως, συμφωνήθηκε και μάλιστα ρητά ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τα ως άνω ποσά ως δάνειο.
Για το λόγο αυτό η εγκαλούσα διεκδίκησε την νέα οφειλή με βάση τις συμβάσεις δανείου, ενώ και την υπό κρίση μήνυση την κατέθεσε επτά χρόνια μετά την υπογραφή των ως άνω δανειακών συμβάσεων που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος και πρέπει να κηρυχθεί αθώος." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο του ότι στον παρακάτω τόπο και χρόνο τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή. Συγκεκριμένα: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από την 1-7-2003 και μετέπειτα, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και τελέσθηκαν με ενότητα δόλου, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο εν όλω κινητό πράγμα που είχε περιέλθει στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, ήταν αυτό συνολικής αξίας άνω των 73.000, αλλά και των 120.000 ευρώ, το είχαν δε σ' αυτόν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, έχοντας συνάψει με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία "...
Α.Ε.Γ.Α", σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα και αναλάβει την υποχρέωση να τοποθετεί ασφαλίσεις στην εταιρεία, να εισπράττει τα καθαρά ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους - πελάτες της τελευταίας και να τα αποδίδει σ' εκείνη το αργότερο εντός δύο μηνών από το τέλος του μήνα που σύμφωνα με το εκάστοτε ασφαλιστήριο έπρεπε να καταβληθεί το ασφάλιστρο, εισέπραξε έως την 23-9-2004 καθαρά ασφάλιστρα ύψους 195.338 ευρώ που ουδέποτε απέδωσε, παρότι επανειλημμένως οχλήθηκε, αλλά αντίθετα ιδιοποιήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του.
Ακολούθως και παρότι ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει την ανωτέρω οφειλή του προς την εγκαλούσα, υπέγραψε μάλιστα και το από 23-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μαζί της, και να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του όπως προέβλεπε η από 1-7- 2003 σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, συνέχισε μεν να τοποθετεί ασφαλίσεις και να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα που του κατέβαλλαν οι ασφαλισμένοι - πελάτες, χωρίς, ωστόσο, να τηρεί την συμβατική υποχρέωσή του απόδοσης των καθαρών ασφαλίστρων εντός το αργότερο δύο μηνών από το τέλος του μήνα καταβολής του ασφαλίστρου από τον πελάτη, με αποτέλεσμα να καρπωθεί, ιδιοποιηθεί και ενσωματώσει στην περιουσία του κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 23-9-2004 και 1-1-2005 ποσό καθαρών ασφαλίστρων 158.372,02 ευρώ.
Ώστε συνολικά ιδιοποιήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του [συναριθμουμένων δηλαδή όλων των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της υπεξαίρεσης], διότι δεν απέδωσε, παρότι επανειλημμένως οχλήθηκε, καθαρά ασφάλιστρα ύψους 353.710,02 ευρώ, στην ιδιοποίηση του οποίου εξ αρχής απέβλεπε".
Με αυτά που δέχθηκε το άνω Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 εδ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 379 παρ. 1 του Π.Κ., που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του ένδικου αδικήματος, αλλά και σε συνδυασμό με τα άρθρα 436 και 438 του Α.Κ.
και κήρυξε αθώο τον τότε κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευτεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το άρθρο 379 του Π.Κ., όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, είχε ήδη καταργηθεί με το άρθρο 34 περ.
β' του ν.3904/2010 και ίσχυε το άρθρο 384 του Π.Κ., η διάταξη της παραγράφου 1 του οποίου ήταν αναλόγου περιεχομένου με τη διάταξη της παραγράφου 1 του εφαρμοσθέντος άρθρου 379 του Π.Κ. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τη συναφθείσα μεταξύ του τότε κατηγορουμένου Γ.
Σ. και της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, ανέλαβε την υποχρέωση να εισπράττει από τους ασφαλισμένους πελάτες της τα καθαρά ασφάλιστρα και να τα αποδίδει στην άνω εταιρεία έναντι αμοιβής. Αυτός όμως, με βάση τις ίδιες παραδοχές, μολονότι εισέπραξε, ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας, μέχρι 23.9.2004 καθαρά ασφάλιστρα ποσού 195.338 ευρώ, δεν τα απέδωσε, όπως όφειλε, στην προαναφερθείσα εταιρεία, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του.
Το ίδιο έπραξε και με την είσπραξη του ποσού των 158.372,02 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 23.9.2004 έως 1.4.2005, τα οποία ομοίως, αντί να αποδώσει στην άνω ασφαλιστική εταιρεία, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς τα και πάλι στην περιουσία του. Ακολούθως, και εφόσον συνεχίσθηκε η εν λόγω συνεργασία μεταξύ του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας εταιρείας, καταρτίσθηκαν μεταξύ τους τα από 23.9.2004 και 1.4.2005 ιδιωτικά συμφωνητικά δανείου, ώστε με σκοπό ανανέωσης του χρέους, να επέλθει η απόσβεση της άνω οφειλής των υπεξαιρεθέντων ασφαλίστρων, προερχομένης από τις εισπράξεις με βάση τη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και να δημιουργηθεί νέα ενοχή με ισόποση οφειλή από σύμβαση δανείου.
Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ρητά με τις άνω επίμαχες δύο νέες συμβάσεις, ότι τα παραπάνω υπεξαιρεθέντα ποσά, θα αποτελούν στο μέλλον οφειλές από ενοχή δανείου, το οποίο ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε να αποπληρώσει τμηματικά. Με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά και της περαιτέρω παραδοχής ότι τα ως άνω συμφωνητικά καταρτίσθηκαν "προς εξόφληση" της εκ της υπεξαιρέσεως οφειλής του κατηγορουμένου, σαφώς προκύπτει ότι τα διάδικα μέρη, με την προαναφερθείσα σύμβαση ανανέωσης, απέβλεψαν στην κατάργηση της παλαιάς ενοχής από το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και στην ταυτόχρονη αντικατάστασή της από τη νέα ενοχική σχέση του δανείου, ώστε να επέλθει απόσβεση της παλαιάς ενοχής και σύσταση νέας, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, διότι διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος συνάψεως της τελευταίας.
Ουδόλως δε συνάγεται από το κείμενο των ενδίκων συμβάσεων δανείου, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ότι συμφωνήθηκε παράλληλα η διατήρηση και της παλαιάς ενοχής, αφού επί ανανεώσεως χρέους δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, πράγμα, που επιβεβαιώνεται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από το ότι η εγκαλούσα την μεταγενέστερη επιδίωξη των αξιώσεών της από την αθέτηση της άνω συμβατικής υποχρεώσεως του κατηγορουμένου - οφειλέτη, στήριξε στις συμβάσεις δανείου, όταν προσέφυγε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Εξάλλου, για την κατάρτιση των συμβάσεων ανανέωσης χρέους, ελλείψει αντίθετης παραδοχής στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπήρξε κοινή βούληση των διαδίκων μερών, τότε κατηγορουμένου και εγκαλούσας; ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία έλαβε την πρωτοβουλία συνάψεώς τους, επήλθε δε ως έννομη συνέπεια, η πλήρης ικανοποίηση της παθούσας εταιρείας από το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης με την απόσβεση της παλαιάς ενοχής, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου προσώπου και μάλιστα, πριν να υποβληθεί έγκληση και εξετασθεί ο κατηγορούμενος από οποιαδήποτε αρχή.
Το ότι δε ο κατηγορούμενος με τις ως άνω ένδικες δύο συμβάσεις ανανέωσης χρέους, αναγνώρισε την οφειλή του από το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού προϋπόθεση της καταρτίσεώς τους, είναι η ύπαρξη υφιστάμενης ήδη οφειλής. Ούτε με τις συμβάσεις αυτές αναγνωρίσθηκε απλώς η προϋπάρχουσα οφειλή από το άνω αδίκημα και εχώρησε ρύθμιση της εξοφλήσεώς της, αφού ρητά σ' αυτές αναφέρεται κατά λέξη ότι: "...οι συμβαλλόμενοι συνάπτουν με το παρόν σύμβαση δανείου με τους κάτωθι αναφερομένους όρους..." Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι επήλθε απόσβεση της ενοχής από το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση, μετά την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων ανανέωσης χρέους και ως εκ τούτου να επέλθει πλήρης ικανοποίηση της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, στη συνέχεια δε να αθωώσει τον κατηγορούμενο για την ως άνω αξιόποινη πράξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 375 παρ. 1α - 2α Π.Κ.
σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 του Π.Κ. (της οποίας το περιεχόμενο δεν διαφοροποιήθηκε και μετά την κατάργηση του άρθρου αυτού και τη θέση σε ισχύ του άρθρου 348 του Π.Κ. και ειδικότερα την παράγραφο 1 αυτού), σε συνδυασμό επίσης και με τις διατάξεις των άρθρων 436 και 438 του Α.Κ. όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, με την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Συνακόλουθα, το άνω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.1.2020 και με αριθμό εκθέσεως 5/2020 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 47741/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ