1380/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 1/7/1993, αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1380/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1380 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1380/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", πρώην "... ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 1/7/1993, αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6685/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6247/1999 μη οριστική και 2046/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/4/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή .όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον όποιο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το- συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται - να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας, ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ’ αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία, παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009). Η κρίση όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του αριθ. 179 του ΑΚ εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του αρθ. 178 ΑΚ.
Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του αρθρ. 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα κατ’ ουσίαν, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του αρθ. 178 του ΑΚ (ΑΠ 2095/2009).
Περαιτέρω, άκυρη ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ μπορεί να είναι και η κατ’ άρθρο 871 ΑΚ, αμφοτεροβαρής σύμβαση του εξωδίκου συμβιβασμού, με την οποία οι συμβαλλόμενοι διαλύουν μια έριδά τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, υπό την προϋπόθεση ότι το αντικείμενο αυτής είναι απαλλοτριωτό και μπορεί να διατεθεί ελεύθερα από τους συμβαλλομένους.
Kαι ναι μεν η σύμβαση εξωδίκου συμβιβασμού, ως εκ της φύσεώς της οδηγεί αναγκαστικά σε κάποια παραίτηση, μικρή ή μεγάλη, από τις εκατέρωθεν αξιώσεις των συμβαλλομένων, οι δε αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτών δεν απαιτείται να είναι ίσης αξίας ή απολύτως ανάλογες, πλην όμως δεν αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 179 AK, όταν ο ένας των συμβαλλομένων κατορθώνει, κάνοντας ο ίδιος μικρές υποχωρήσεις και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη κουφότητα ή απειρία του άλλου, να τον παρασύρει να παραιτηθεί από απαιτήσεις του (ΑΠ 1976/2007).
Στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, ενόψει της ιδιάζουσας φύσης, του συμβιβασμού, ο οποίος περιέχει κατ’ ανάγκη εγκατάλειψη μικρή ή και μεγάλη των προβαλλομένων αξιώσεων, για την εκτίμηση περί της υπάρξεως ή μη δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν υποχωρήσεων, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να είναι ούτε ίσης αξίας ούτε απόλυτα ανάλογες, της παροχής και αντιπαροχής, δεν θα ληφθεί υπόψη αποκλειστικά και μόνο το ύψος των προβαλλόμενων αξιώσεων, εκ των οποίων επέρχεται παραίτηση, οι οποίες είναι δυνατόν να είναι, όχι μόνο υπερβολικές, αλλά και αβάσιμες, αλλά και η πιθανότητα της κατ’ αντικειμενική κρίση ευδοκίμησής τους, η οποία εξαρτάται τόσο εκ του βαθμού της βασιμότητας τους όσο και εκ του επισφαλούς ή μη αυτών (ΑΠ 834/2011).
Με τους (τρεις) λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 59 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 871 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά της αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή αυτών περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της μεταξύ της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου) και των ιδίων καταρτισθείσας (από 28.12.90) συμβάσεως συμβιβασμού, ως καταπλεονεκτικής, δεχθείσα, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου τη μη συνδρομή των προς θεμελίωση της επικαλουμένης ακυρότητος απαιτουμένων προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτού επιβάλλοντα την αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων (αναιρεσείων) είχε την απόλυτη πλειοψηφία των μετοχών των λοιπών εναγουσών ανωνύμων εταιρειών και της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", εις τρόπον ώστε να ελέγχει πλήρως τη διοίκηση αυτών και τη διαχείριση των υποθέσεων και περιουσιών τους. Όλες οι εταιρείες αυτές, οι οποίες ήσαν γνωστές ως "..." είχαν ως κύριο αντικείμενο την ανέγερση και εκμετάλλευση ξενοδοχειακών και τουριστικών εγκαταστάσεων. Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων ήταν κύριος α) 170.360 ανωνύμων μετοχών επί συνόλου 221.775, ήτοι 76,82 % της εταιρείας "...
Α.Ε." με αντικείμενο την εκμετάλλευση του επί της πλατείας Συντάγματος ιδιοκτήτου ξενοδοχείου ... β) 40.299 μετοχών επί συνόλου 40.300, ήτοι 100 % της εταιρείας ... "Ξενοδοχειακοί και ... Α.Ε." (δεύτερης ενάγουσας) με αντικείμενο τη διαχείριση, διοίκηση και εκμετάλλευση ανωνύμων εταιρειών, στην οποία ανήκε το σύνολο πλην μιας των μετοχών των εταιρειών "...
Α.Ε." και "....", γ)1.526.084 ανωνύμων μετοχών επί συνόλου 1.527.085, ήτοι 100 % της εταιρείας "... Α.Ε." (τρίτης ενάγουσας) με αντικείμενο την εκμετάλλευση του υπό ανέγερση ιδιοκτήτου ξενοδοχειακού συγκροτήματος ... στο 6° χιλιόμετρο ..., δ) 138.688 ανωνύμων μετοχών επί συνόλου 1387689, ήτοι 100 % της εταιρείας "..." (τέταρτης ενάγουσας) με αντικείμενο την εκμετάλλευση εκτάσεως στην περιοχή ...
και ε) του 99 % των μετοχών της εταιρείας "... Εταιρεία (πέμπτης ενάγουσας). Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος όλων των παραπάνω εταιρειών ήταν ο πρώτος ενάγων. Περί τα μέσα της δεκαετίας 1980 ο όμιλος εταιρειών Κ. περιήλθε οικονομικό αδιέξοδο έχοντας μεγάλου ύψους οφειλές προς ελληνικές και ξένες τράπεζες, Ελληνικό Δημόσιο, ασφαλιστικούς οργανισμούς, ιδιώτες κλπ, εξαιτίας των οποίων αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο λήψεως αναγκαστικών μέτρων κατά της περιουσίας του και ατομικών διωκτικών μέτρων σε βάρος του πρώτου ενάγοντος.
Έτσι ο τελευταίος απευθύνθηκε για τη χρηματοδότηση των άνω εταιρειών του στη δικαιοπάροχο της εναγομένης "... ΑΕ" (αναιρεσίβλητη) με την οποία, κατόπιν αιτήσεώς τους, καταρτίστηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις και έλαβαν τα ακόλουθα χρηματικά ποσά : 1) με τη με αρ. ...1987 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η Τράπεζα χορήγησε στην εταιρεία "...
Α.Ε" πίστωση μέχρι του ποσού των 750.000.000 δρχ, το οποίο αυξήθηκε κατά 600.000.000 δρχ δυνάμει της με αρ. ...-10-1989 συμβάσεως, ανελθόν έτσι σε 1,350.000.000 δρχ. Τη σύμβαση αυτή, η Τράπεζα κατήγγειλε στις 16-3-1990 λόγω της μη εξυπηρετήσεώς της από την πιστούχο και το σε βάρος αυτής χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεως, ύψους στις 18-12-1990 δρχ 1742.135.719, με τη με αρ. .../11-1-1988 εγγυητική επιστολή δρχ 437.734.042 η τράπεζα εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη εξόφληση της προς το Ελληνικό Δημόσιο ισόποσης οφειλής της ίδιας ως άνω εταιρείας.
Η απαίτηση της τράπεζας από την αιτία αυτή ανερχόταν στις 18-12-1990 στο ποσό των 363.792.080 δρχ για κεφάλαιο, τόκους και προμήθειες της εγγυητικής επιστολής, λόγω ολικής καταπτώσεως αυτής 3)με τη με αρ. .../16-12-1987 εγγυητική επιστολή δρχ 62.126.079 δρχ η τράπεζα εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη εξόφληση αντίστοιχης ισόποσης οφειλής της ίδιας ως άνω εταιρείας προς το Ταμείο Ασφαλίσεως ...
σε 40 μηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη καταβλήθηκε στις 30-1-1988 και η τελευταία στις 30-4-1991. Η απαίτηση της Τράπεζας, από την αιτία αυτή, ανερχόταν κατά κεφάλαιο και προμήθειες, στις 18-12-1990, στο ποσό των 89.807.548 δρχ και στις 30-4-1991, όταν είχε εξοφληθεί το παραπάνω ταμείο, στο ποσό των 101.297.476 δρχ 4) με τη με αρ. .../15-10-1987 εγγυητική επιστολή ποσού 103.300.000 δρχ η τράπεζα εγγυήθηκε υπέρ του πρώτου ενάγοντος την εξόφληση οφειλής της ίδιας ως άνω εταιρείας προς την ..., για την οποία αυτός είχε εγγυηθεί.
Η εν λόγω εγγυητική επιστολή κατέπεσε στις 4-1-1988 και η Τράπεζα στις 18-1-1988 κατέβαλε ολόκληρο το άνω ποσό στην .... Η απαίτηση της δε αυτή ανερχόταν στις 18-12-1990 στο ποσό των 214.506.583 δρχ, για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, με τη με αρ....30-4-1987 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις με αρ. ... έως και ...
συμβάσεις αυξήσεως αυτής η Τράπεζα χορήγησε στην τρίτη ενάγουσα (... Α.Ε.) πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 778.000.000 δρχ, την οποία κατήγγειλε στις 14-3-1990 και το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ανήλθε στις 18-12-1990 στο ποσό των 194.773.184 δρχ, τη με αρ. ...18-1-1988 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις με αρ....
έως και ... συμβάσεις αυξήσεως αυτής η τράπεζα χορήγησε στην τρίτη ενάγουσα πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 1.252.800.000 δρχ, την οποία κατήγγειλε στις 14-3-1990 και το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ανήλθε στις 18-12-1990 στο ποσό των 1.525.633.703 δρχ. 7) με τη με αρ. .../8-10-1987 εγγυητική επιστολή ποσού 630.000.000 δρχ προς την ...
εγγυήθηκε χρέη της τρίτης ενάγουσας προς αυτήν, τα οποία ρυθμίστηκαν να εξοφληθούν με τη με αρ. .../8-10-1987 πράξη της συμβ/φου Μ. Μ. - Τ., 8) με τη με αρ. .../8-9-1988 εγγυητική επιστολή ποσού 2.300.000 δρχ προς το Τελωνείο Αθηνών η Τράπεζα εγγυήθηκε χρέος της τρίτης ενάγουσας από δασμούς και φόρους για εισαγωγή ενός τηλεφωνικού κέντρου.
Οι απαιτήσεις της Τράπεζας από τις δύο τελευταίες εγγυητικές επιστολές, οι οποίες κινήθηκαν με ένα λογαριασμό, ανήλθαν στις 18-12-1990 σε 744.269.738 δρχ και στις 10-4-1992, όταν πλέον είχε καταβληθεί και η τελευταία δόση στην … σε 1.423.797.497 δρχ, 9) με τη με αρ. .../5-11-1987 εγγυητική επιστολή ποσού 2.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ η Τράπεζα εγγυήθηκε προς την εταιρεία ...
για την εξόφληση χρέους της δεύτερης ενάγουσας (Μ. Γ. Α. ΑΕ) από δάνειο που της χορήγησε η εταιρεία αυτή. Η εν λόγω εγγυητική επιστολή κατέπεσε και η Τράπεζα κατέβαλε στις 24-10-1990 το ποσό των 2.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που το ισάξιο τους σε δρχ την ημέρα αυτή ανήλθε σε 307.520.000. Η απαίτηση της Τράπεζας από την αιτία αυτή ανήλθε στις 18-12-1990 σε 369.410.493 δρχ για κεφάλαιο και τόκους και σε 44.277.044 δρχ για προμήθειες, 10) με τη με αρ. .../5-11-1987 εγγυητική επιστολή ποσού 745.000 δολλαρίων ΗΠΑ η Τράπεζα εγγυήθηκε προς την ίδια ως άνω εταιρεία για την εξόφληση χρέους της δεύτερης ενάγουσας από δάνειο σε συνάλλαγμα που της χορήγησε η εταιρεία αυτή, στην οποία και καταβλήθηκε τ’ ανωτέρω ποσό στις 27-10-1992, λόγω καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής.
Η απαίτηση της Τράπεζας από την αιτία αυτή ανήλθε στις 27-10-1992 σε 146.271.065 δρχ για κεφάλαιο και σε 17.474.321 δρχ για προμήθειες, 11) με τη με αρ. .../15-10-1987 εγγυητική επιστολή ποσού 116.100.000 δρχ η Τράπεζα εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη εξόφληση χρέους της τέταρτης ενάγουσας (...) προς την ..., στην οποία η τράπεζα κατέβαλε στις 18-1-1988 το παραπάνω ποσό λόγω καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής.
Η απαίτηση της Τράπεζας από την αιτία αυτή ανήλθε στις 18-12-1990 στο ποσό των 273.358.967 δρχ για κεφάλαιο, τόκους και προμήθειες, 12) με τη με αρ. ...10-1987 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις με αρ. ... συμβάσεις αυξήσεως αυτής η Τράπεζα χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα πίστωση μέχρι του ποσού των 245.000.000 δρχ.
Στις 14-3-1990 η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή και το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πιστούχου ανερχόταν κατά την ημέρα αυτή σε 243.538.099 δρχ πλέον τόκων 13) με τις με αρ. .../1990 συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η τράπεζα χορήγησε στην πέμπτη ενάγουσα (...) πιστώσεις μέχρι του ποσού των 38.300.000, 27.000.000, 17.000.000 και 12.500.000 δρχ αντίστοιχα.
Τις πιστώσεις αυτές εγγυήθηκε ο πρώτος ενάγων ευθυνόμενος μετά της πιστούχου εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτης και παραιτηθείς των ενστάσεων της διζήσεως κλπ. Στις 18-12-1990 τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών που ετηρούντο για τις συμβάσεις αυτές ανήρχοντο σε 40.920.672, 28.742.715, 20.351.378 και 12.770.563 δρχ. αντίστοιχα.
Τις συμβάσεις αυτές η Τράπεζα κατήγγειλε στις 15-8-1992 και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών εκ δρχ 55.544.531 για την ... σύμβαση, 48.248.374 για την ...1990 σύμβαση, 34.164.341 για την ...1990 σύμβαση και 21.442.540 για την ...1990 σύμβαση μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς καθυστερήσεως. Προς εξασφάλιση των παραπάνω απαιτητών της Τράπεζας παραχωρήθηκαν υπέρ αυτής προσωπικές και εμπράγματες ασφάλειες.
Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων συνέστησε με τη με αρ....10-1987 σύμβαση ενέχυρο επί των 170.360 μετοχών του της εταιρείας "... ΑΕ" προς εξασφάλιση της υπό στοιχείο 12 απαιτήσεως, και με τη με αρ. ...31-1-1990 σύμβαση συνέστησε ενέχυρο επί 30.300 μετοχών της εταιρείας "... ΑΕ" και 10.000 μετοχών της εταιρείας "..." β) η δεύτερη ενάγουσα συνέστησε, με τις με αρ. ...5-11-1987 συμβάσεις, ενέχυρο επί 53.984 μετοχών της εταιρείας "..." προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας από τις με αρ. .../5-11-1987 και .../5-11-1987 εγγυητικές επιστολές ποσού 2.000.000 και 745.000 δολλαρίων ΗΠΑ, γ) με τη με αρ. 793/11-12-1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της τέταρτης ενάγουσας (...) προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τη με αρ. .../11-1-1988 εγγυητική επιστολή ποσού 437.734.042 δρχ.
δ) ο πρώτος ενάγων συνέστησε, με τις συμβάσεις με αρ. .../27-7-1990, ...01/5-10-1990, ...02/29-8-1991, ...01/2-11-1990 και ...01/29-11-1990, ενέχυρο επί οκτώ (8) ζωγραφικών πινάκων, ιδιοκτησίας του, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τις υπό στοιχείο 13 συμβάσεις πιστώσεως. Περαιτέρω, με το με αρ. ...-12-1987 προσύμφωνο της συμβ/φου Αθηνών Δ. Π. - Π., η εταιρεία "...
ΑΕ" ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην εταιρεία "... ΑΕ" (θυγατρική της Τράπεζας ...) το ξενοδοχείο "..." αντί τιμήματος καθοριζομένου στην κατά το χρόνο της οριστικής συμβάσεως αξία του, σύμφωνα με τον ισχύοντα αντικειμενικό προσδιορισμό. Κατά την κατάρτιση του άνω προσυμφώνου η αγοράστρια κατέβαλε στην πωλήτρια ως αρραβώνα, το ποσό των 120.000.000 δρχ.
Το ξενοδοχείο αυτό η παραπάνω πωλήτρια είχε ήδη εκμισθώσει δυνάμει του από 15-12-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 8.000.000 δρχ η οποία προκατέβαλε για μισθώματα το ποσό των 80.000.000 δρχ. Οι παραπάνω συμφωνίες της πώλησης και μίσθωσης του ανωτέρου ξενοδοχείου, το οποίο εκείνη την εποχή είχε αναστείλει τη λειτουργία του, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.
Από το έτος 1989, ότε η ... είχε τεθεί υπό επιτροπεία, και επεδίωξε να εισπράξει τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της κατά των εναγόντων, ο πρώτος εξ αυτών ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό των εταιρειών του ομίλου του, με τις από 9-3-1989, 2-1-1990 και 26-10-1990 επιστολές του προς αυτήν επεδίωξε να επέλθει ένας γενικότερος διακανονισμός των σχέσεων μεταξύ των εταιρειών του ομίλου και της Τράπεζας προτείνοντας διάφορες ρυθμίσεις." Η Τράπεζα από την πλευρά της είχε επιτύχει την έκδοση σε βάρος της τέταρτης ενάγουσας (...) της με αρ. .../12-12-1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάχθηκε να της καταβάλει, λόγω καταπτώσεως της με αρ. .../15-10-1987 εγγυητικής επιστολής, α) το ποσό των 116.100.000 δρχ για κεφάλαιο, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 19-1-1988 και β) το ποσό των 3.134.700 δρχ για οφειλόμενες προμήθειες πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας.
Δυνάμει της εν λόγω διαταγής πληρωμής, η Τράπεζα κατέσχεσε αναγκαστικά με τη με αρ. ...7-1990 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Γ. Γ., ακίνητα της τέταρτης ενάγουσας, κείμενα στις κτηματικές περιφέρειες ... .... Επίσης το Μάρτιο 1990 κατήγγειλε τις προαναφερόμενες υπό στοιχεία ... συμβάσεις παροχής πιστώσεως και πέτυχε την έκδοση σε βάρος του πρώτου ενάγοντος της με αρ. ...30-7-1990 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός επιτάχθηκε να της καταβάλει, λόγω καταπτώσεως της με αρ. .../15-10-1987 εγγυητικής επιστολής, μέρος της οφειλής του από 100.000.000 δρχ, με το νόμιμο τόκο από 19-1-1988, ενώ επέβαλε κατάσχεση, κατά το ΝΔ του 1923, δυνάμει της από 30-4-1990 επιταγής, σε 170.360 μετοχές του πρώτου ενάγοντος στην εταιρεία "...
Α.Ε.", τις οποίες, όπως έχει προαναφερθεί, είχε ενεχυράσει στην Τράπεζα προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της από τη με ... σύμβαση παροχής πιστώσεως. Ο πλειστηριασμός των μετοχών αυτών έγινε στο Χρηματιστήριο Αθηνών στις 12-7-1990 και υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η Τράπεζα, η οποία έτσι κατέστη κυρία μέτοχος της άνω εταιρείας.
Σε εκτέλεση του με ...1987 προσυμφώνου η εταιρεία "... ΑΕ" με την από 11-4-1990 έγγραφη πρόσκλησή της κάλεσε την εταιρεία "... ΑΕ" να προσέλθει στις 13-7-1990 ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ό. Φ. - Χ. για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως, η σύναψη του οποίου όμως αναβλήθηκε, για το λόγο ότι οι εμφανισθέντες νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω εταιρείας, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ενάγων, αρνήθηκαν να συμπράξουν και επιπλέον λόγω μη έκδοσης των απαραιτήτων προς τούτο πιστοποιητικών, συνταχθείσης της με αρ ...13-7-1990 πράξης της άνω συμβ/φου.
Περαιτέρω οι ενάγοντες, πλην της πέμπτης (...) και η εταιρεία "... ΑΕ" άσκησαν στις 23-8-1990 κατά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης και της εταιρείας "... ΑΕ", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, την από 14-8-1990 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, άλλως λόγω αντίθεσής των προς τα χρηστά ήθη και ως καταπλεονεκτικών, των με αρ. ...
συμβάσεων παροχής δανείου, των με αρ. ... εγγυητικών επιστολών, της από 15-12-1987 σύμβασης μισθώσεως, του με αρ. ...-12-1987 προσυμφώνου πωλήσεως, των με αρ. ...10-1987, ...31-1-1990, ... και .../11/5-11-1987 συμβάσεων συστάσεως ενεχύρου καθώς και της εκπλειστηρίασης των ως άνω 170.360 μετοχών. Εν μέσω όλων αυτών των εξελίξεων και προς αποφυγή μακροχρόνιων και δαπανηρών δικαστικών αγώνων εκατέρωθεν, αμφότερες οι διάδικες πλευρές, κατήρτισαν την από 28-12-1990 επίδικη συμφωνία.
Ειδικότερα τα συμβαλλόμενα με αυτήν μέρη, ήτοι αφενός η ..., εκπροσωπούμενη από τον προσωρινό επίτροπο αυτής Ι. Κ., διορισθέντα με την ...23-12-1988 πράξη του Διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος και αφετέρου άπαντες οι ενάγοντες, και η εταιρεία "... ΑΕ", εκπροσωπουμένων των εξ αυτών νομικών προσώπων από τον Διευθύνοντα σύμβουλο αυτών ενάγοντα και τον Αντιπρόεδρο και συμπράττοντα Σύμβουλο Χ.Χ., οι οποίοι είχαν ειδικά εξουσιοδοτηθεί για την υπογραφή της από τα διοικητικά τους συμβούλια, συμφώνησαν, κατά τα ουσιώδη αυτής μέρη, τα ακόλουθα: 1) ο πρώτος ενάγων αναγνώρισε ως έγκυρη και ισχυρή την αναγκαστική εκποίηση των 170.360 μετοχών του στα "..." παραιτηθείς του δικογράφου της από 5-7-1990 ανακοπής του για την ακύρωση αυτής, ενώ μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε στην τράπεζα και άλλες 8.552 μετοχές της άνω Α.Ε., 2)η εταιρεία "...
ΑΕ" αναγνώρισε ως έγκυρο και ισχυρό το με αρ. ...1987 προσύμφωνο πωλήσεως του ξενοδοχείου "..." παραιτηθείσα του δικογράφου της από 14-8-1990 αγωγής της για την αναγνώριση της ακυρότητάς του, 3) η εταιρεία "... ΑΕ" αναγνώρισε τις κάτωθι οφειλές, ήτοι: α) 1.742.135.719 δρχ πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990 από την ...1987 σύμβαση πίστωσης, β) 630.187.969 δρχ πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990 από την .../11-1-1988 εγγυητική επιστολή, γ) 97.573.377 δρχ, πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990 από την ...16-12-1987 εγγυητική επιστολή, δ) 120.000.000 δρχ, που έλαβε από την "...
ΑΕ" ως προκαταβολή για την υπογραφή του άνω προσύμφωνου, ε) 80.000.000 δρχ που έλαβε από την Τράπεζα για προκαταβληθέντα μισθώματα, στ) 219.660.283 δρχ από την ...15-10-1987 εγγυητική επιστολή, ζ) 35.184.040 δρχ προς διάφορους ιδιώτες δανειστές, η) 6.000.000 δρχ προς το μηχανικό Μ., θ) 5.000.000 δρχ προς το δικηγόρο Π., ι) 21.375.515 δρχ προς τη ..., κ) 16.996.135 δρχ προς το ..., λ) 7.903.970 δρχ προς την "...", μ) 29.725.426 δρχ που κατεβλήθησαν για οφειλές της "...
ΑΕ" με χρήματα που είχαν λάβει από την Τράπεζα διάφορα στελέχη της και τα οποία φέρονται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Κατόπιν των ανωτέρω η Τράπεζα δήλωσε ότι απαλλάσσει τον πρώτο ενάγοντα ατομικά από κάθε ευθύνη σε σχέση με την ...15-10-1987 εγγυητική επιστολή και παραιτείται του δικαιώματος ενεχύρου, το οποίο έχει συσταθεί υπέρ αυτής επί 30.300 μετοχών της "Μ.
Γ. Α. ΑΕ" και 10.000 μετοχών της "...". Επίσης δήλωσε ότι απαλλάσσει την "..." από την εγγύηση που έχει παράσχει για την έκδοση της .../11-1-1988 εγγυητικής επιστολής και θα άρει την προσημείωση υποθήκης που έχει εγγράψει σε ακίνητα της "...", με βάση τη με αρ. 793/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου 4) η τρίτη ενάγουσα (...
ΑΕ) αναγνώρισε ότι οφείλει στην Τράπεζα τα κάτωθι ποσά, ήτοι : α) 194.773.184 δρχ, πλέον τόκων υπερημερίας από 19-12-1990 από την ...1987 σύμβαση πίστωσης, β) 1.525.633.703 δρχ, πλέον τόκων υπερημερίας από 19-12-1990 από την ...1988 σύμβαση πίστωσης, γ) 744.269.738 δρχ, πλέον τόκων υπερημερίας από 19-12-1990 από τις .../1987 και .../1988 εγγυητικές επιστολές.
Για την εξασφάλιση της Τράπεζας από τις ανωτέρω οφειλές της τρίτης ενάγουσας πλέον τόκων υπερημερίας μέχρι 23-4-1992 η τελευταία συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης ύψους 100.000 δρχ και συμπληρωματικής προσημείωσης υποθήκης ύψους 2.800.000 δρχ επί του υπό ανέγερση ξενοδοχείου της στη ... και των λοιπών ακινήτων της στην ..., οι οποίες θα έπονται των ήδη εγγεγραμμένων προσημειώσεων υπέρ της -Τράπεζας ύψους 1.850.000.000 δρχ. 5) η τέταρτη ενάγουσα (...) αναγνώρισε ότι οφείλει στην Τράπεζα το ποσό των 273.358.967 δρχ από την .../1987 εγγυητική επιστολή, για την εξασφάλιση του οποίου πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990, συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης πρώτης τάξης ποσού 100.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης δεύτερης τάξης ποσού 250.000.000 δρχ σε αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 170,4 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της στην ... ..., 6) ο πρώτος ενάγων ατομικά, η δεύτερη ενάγουσα, η τρίτη ενάγουσα και η τέταρτη ενάγουσα αναγνώρισαν ότι οφείλουν στην Τράπεζα το ποσό των 369.410.493 δρχ πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990 από την .../1987 εγγυητική επιστολή, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των 44.277.044 δρχ για προμήθειες.
Επίσης οι ίδιοι ως άνω αναγνώρισαν ότι της οφείλουν το ποσό των 17.474.321 δρχ πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990 για προμήθειες από την .../1987 εγγυητική επιστολή και αναδέχθηκαν στερητικά έναντι της Τράπεζας και της ... ΑΕ τις οφειλές αυτές. Τις ίδιες ως άνω οφειλές εγγυήθηκαν έναντι της Τράπεζας η τρίτη και η τέταρτη ενάγουσα, ως αυτοφειλέτες ενεχόμενοι εις ολόκληρον, προς εξασφάλιση δε των αντιστοίχων απαιτήσεων η τέταρτη ενάγουσα συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης ύψους 100.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης ύψους 850.000.000 δρχ επί αγροτεμαχίων, έκτασης 170,4 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της στην ...
η δε τρίτη ενάγουσα συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ύψους 850.000.000 δρχ στο υπό ανέγερση ξενοδοχείο της καθώς και στα λοιπά ακίνητά της στην ...|)η πέμπτη ενάγουσα (...) αναγνώρισε ότι οφείλει στην Τράπεζα τα κάτωθι ποσά πλέον τόκων υπερημερίας από 20-12-1990, ήτοι : α) 40.920.672 δρχ από την ... σύμβαση πίστωσης, β) 28.742.715 δρχ από την ...1990 σύμβαση πίστωσης, γ) 20.351.378 δρχ από την ...1990 σύμβαση πίστωσης και δ) 12.770.563 δρχ από την ...1990 σύμβαση πίστωσης.
Τις ανωτέρω οφειλές εγγυήθηκε η τέταρτη ενάγουσα (...) ως αυτοφειλέτης, η οποία και συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης ύψους 100.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης 180.000.000 δρχ στο ίδιο ως άνω αγροτεμάχιο της στην ..., 8) όλες οι υφιστάμενες μέχρι τότε (28-12-1990) ενοχικές και εμπράγματες εξασφαλίσεις των προαναφερομένων απαιτήσεων της Τράπεζας, για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, παραμένουν σε ισχύ, με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:
η Τράπεζα αίρει το ενέχυρο επί των μετοχών ... ΑΕ, που ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα, απαλλάσσει τον Χ.Χ. από την εγγύηση που έχει παράσχει για οφειλές του ..., αίρει το ενέχυρο επί των έξι (6) πινάκων ζωγραφικής, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντα για απαιτήσεις κατά της ..., θα άρει την κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα ακίνητα ιδιοκτησίας … δυνάμει της .../1989 διαταγής πληρωμής, θα άρει την προσημείωση που έχει εγγραφεί δυνάμει της ίδιας διαταγής πληρωμής σε ακίνητα συνολικής έκτασης 34.597,24 τμ.
Η άρση όλων των ανωτέρω εμπραγμάτων ασφαλειών τελεί υπό την αίρεση ότι θα εγγραφούν οι πρόσθετες υποθήκες και προσημειώσεις υποθήκης που προβλέπονται με τη σύμβαση αυτή και γενικά ότι θα εκπληρωθούν από πλευράς των αφετέρου συμβαλλομένων όλοι οι όροι της σύμβασης, 9) οι προς την Τράπεζα οφειλές της … ΚΑΙ ...
συμφωνήθηκε να εξοφληθούν μέχρι 28-12-1993 είτε από το προϊόν εκποίησης των ακινήτων της … είτε από άλλες πηγές. Εφόσον όμως μέχρι 28-6-1992 δεν έχει καταβληθεί στην Τράπεζα το ποσό των 150.000.0δ0 δρχ από τη …, το ποσό των 300.000.000 δρχ από την ... και το ποσό των 50.000.000 δρχ από την ..., αυτή θα έχει το δικαίωμα να προχωρήσει στην αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων της και 10)σε σχέση με τις οφειλές του ... (τρίτης ενάγουσας) συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα δεν θα προβεί σε καμία ένδικη ενέργεια κατ’ αυτής μέχρι 28-3-1991, ότι θα εξετάσει γραπτό αίτημα της για ρύθμιση των οφειλών της που θα της υποβάλει μέχρι 31-1-1991, ώστε να εξοφληθούν τμηματικά μέσα σε δέκα (10) έτη με περίοδο χάριτος δύο (2) ετών, χωρίς όμως να δεσμεύεται για την αποδοχή του αιτήματος αυτού, και ότι αν τελικά το απορρίψει, δεσμεύεται να μην προβεί σε καμία ένδικη ενέργεια κατ’ αυτής μέχρι την 28-9-1991.
Ακολούθως οι ενάγοντες και η εταιρεία "... ΑΕ" με το από 28-12-1990 δικόγραφο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 11-1-1991 παραιτήθηκαν νομίμως από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 14-8-1990 αγωγής των. Το Μάιο 1992 η Τράπεζα, ένεκα της μη τήρησης της παραπάνω συμβάσεως από τους ενάγοντες, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ του 1923, στο ξενοδοχειακό συγκρότημα ..., ιδιοκτησίας της ενυπόθηκης οφειλέτριας "...
ΑΕ" (τρίτης ενάγουσας), που βρίσκεται στο ... προς ικανοποίηση των προαναφερομένων απαιτήσεών της. Τούτο εκπλειστηριάστηκε στις 17-3-1993 και υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η Τράπεζα στο ποσό των 2.000.001.000 δρχ. Την ίδια μέρα (17-3-1993) με επίσπευση της Τράπεζας εκπλειστηριάστηκαν και δύο πίνακες ζωγραφικής, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, οι οποίοι είχαν ενεχυραστεί σε ασφάλεια των με αρ. 837 και 852 συμβάσεων παροχής πίστωσης που η Τράπεζα είχε καταρτίσει με την εταιρεία "..." (πέμπτη ενάγουσα).
Στον πλειστηριασμό υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η Τράπεζα. Κατά του ανωτέρου πλειστηριασμού του ξενοδοχείου και της σχετικής περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης η τρίτη ενάγουσα άσκησε τις από 20-5-1993 και 22-12-1993 ανακοπές για την ακύρωσή τους, οι οποίες απορρίφθηκαν τελεσίδικα με την 2252/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω η Τράπεζα την 1-9-1995 επέβαλε τέσσερις (4) κατασχέσεις, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1923, σε έξι (6) συνολικά πίνακες ζωγραφικής, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, οι οποίοι είχαν ενεχυραστεί σ’ αυτήν σε ασφάλεια των απαιτήσεών της από την παροχή της εγγύησης του σε σχέση με τις απαιτήσεις της κατά της "..." που απέρρεαν από τις με αρ. ...
και ...1990 συμβάσεις πίστωσης. Κατά των κατασχέσεων αυτών ο πρώτος ενάγων άσκησε την από 11-9-1995 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με τη με αρ. 9429/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 28-1-1998 αίτηση αναψηλάφησης και την από 16-1-1998 αίτηση αναίρεσης, οι οποίες, απορρίφθηκαν με τις 8580/1998 και 786/1998 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.
Επίσης άσκησε κατά της Τράπεζας την από 26-11-1996 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί των άνω πινάκων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αποδώσει σ’ αυτόν, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με τη με αρ. 949/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι τρεις από τους ανωτέρω πίνακες εκπλειστηριάστηκαν στις 28-1-1998 και υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η Τράπεζα στα ποσά των 20.001.000, 7.501.000 και 5.001.000 δρχ.
Εν τω μεταξύ με επίσπευση της Τράπεζας κατασχέθηκε αναγκαστικά με τη με αρ. ...-3-1996 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Α., το ξενοδοχείο "..." το οποίο εκπλειστηριάστηκε στις 20-12-1996 και κατακυρώθηκε στην δικαιοπάροχο της εναγομένης αντί του ποσού αντικειμενικής τότε αξίας 2.885.510.798 δρχ.
Εξάλλου, η τράπεζα για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεών της κατά της ... και ... από τις .../1987, .../1987 και .../1987 εγγυητικές επιστολές, κατάσχεσε αναγκαστικά, δυνάμει της από 15-12-1997 επιταγής και των κηρυχθέντων εκτελεστών με αρ. .../11-2-1991, ...2-3-1992, .../11-2-1991 και .../2-3-1992 υποθηκών συμβολαίων της συμβ/φου Αθηνών Μ. Π., για το ποσό των 60.000.000 δρχ, τα ακίνητα αυτής …) στην κτηματική περιφέρεια ....
Κατά της επιταγής αυτής η ... άσκησε κατά της εναγομένης - καθολικής διαδόχου της Τράπεζας ..., την από 26-6-2001 ανακοπή, επικαλούμενη, μεταξύ των άλλων ότι η από 28-12-1990 σύμβαση το προϊόν εξαναγκασμού της και όχι ελευθέρας βουλήσεώς της. Η εν λόγω ανακοπή απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 5095/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Προ της εκπλειστηρίασης, των άνω ακινήτων και επί τη προόψει πώλησης αυτών σε τρίτο πρόσωπο στις 25-7-2007 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ αφενός της εναγομένης και αφετέρου των εταιρειών ..., Μ. Α. ΑΕ και ..., εκπροσωπουμένων και από τον πρώτο ενάγοντα, δυνάμει της οποίας η εταιρεία … κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 2.750.000 ευρώ εις εξόφληση και απόσβεση των απαιτήσεων της κατά των ως άνω τριών εταιριών, ακολούθως δε ήρθη η επιβληθείσα κατάσχεση και εξαλείφθηκαν όλα τα βάρη (υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών) από τα παραπάνω ακίνητα της ….
Με τη συμφωνία αυτή οι ως άνω εταιρείες δήλωσαν ρητά ότι αναγνωρίζουν ανεπιφύλακτα τις απαιτήσεις της εναγομένης, την εγκυρότητα και το απρόσβλητο της από 28-12-1990 σύμβασης ρύθμισης οφειλών καθώς και την εγκυρότητα όλων των επιβληθεισών εμπραγμάτων βαρών και κατασχέσεων, κατόπιν δε τούτου προέβησαν, ως προεκτέθηκε, στην νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της ένδικης έφεσής τους.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ένδικη από 28-12-1990 συμφωνία των διαδίκων ήταν το αποτέλεσμα μακροχρονίων μεταξύ αυτών διαπραγματεύσεων (15 περίπου μηνών), οι οποίες ξεκίνησαν κυρίως με πρωτοβουλία των εναγόντων, όπως προκύπτει από τις με αρ. ...-3-1989, ...2-1-1990 και από 26-10-1990 έγγραφες επιστολές των προς τη δικαιοπάροχο της εναγομένης ..., με τις οποίες προτείνουν σ’ αυτήν διάφορες, κύριες και εναλλακτικές, λύσεις για μια οριστική συμφωνία - πλαίσιο διακανονισμού των οικονομικών σχέσεων μεταξύ του ομίλου των επιχειρήσεων Κ.
και της Τράπεζας, ώστε να αρθούν οι υφιστάμενες εκκρεμότητες επ’ ωφελεία αμφοτέρων των πλευρών. Στις διαπραγματεύσεις δε αυτές συνοδεύονταν από οικονομικούς και νομικούς συμβούλους, οι οποίοι υποστήριζαν και προωθούσαν τις θέσεις των. Μεταξύ τούτων ήτο και ο δικηγόρος Χ. Μ., ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα για τη διαμόρφωση του τελικού κειμένου της συμφωνίας, όπως προκύπτει από την από 18-12-1995 αγωγή του κατά των εντολέων του - εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, κατά τις διατάξεις του κώδικα περί Δικηγόρων, ως αμοιβή του για το καταρτισθέν από 28-12-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό, το συνολικό ποσό των 269.057.805 δρχ.
Εξάλλου οι εν λόγω διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σε καλό κλίμα, με πνεύμα συνεργασίας και με διάθεση εξεύρεσης της καλύτερης δυνατής λύσης και στη βάση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, της εκτίμησης των εκατέρωθεν οικονομικών συμφερόντων και των οικονομικών και κοινωνικών σκοπών που εξυπηρετούν τα δικαιώματα εκάστου των συμβαλλομένων.
Εσκοπήθη δε, με τη σύμβαση αυτή, η αποφυγή μακροχρόνιων και δαπανηρών αγώνων, με αβέβαια αποτελέσματα, οι οποίοι, είτε βρίσκονταν σε εξέλιξη, είτε μετά βεβαιότητος αναμενόταν να αρχίσουν, καθώς και ο ακριβής προσδιορισμός των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με απώτερο στόχο την πλήρη εκκαθάριση των μεταξύ των συμβαλλομένων διαπλεκομένων σχέσεων.
Με τη σύμβαση αυτή, όπως κατά περιεχόμενο προεκτέθηκε και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, ήτοι αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα (Σ. Κ.) και την τρίτη ενάγουσα (... ΑΕ), αφού οι λοιποί ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της έφεσης, έγιναν αμοιβαίως αποδεκτά τα ακόλουθα: Α) ο πρώτος ενάγων α) αναγνώρισε ως ισχυρή την εκποίηση των 170.300 μετοχών του στα ...
ΑΕ. Υπενθυμίζεται ότι οι μετοχές αυτές είχαν ενεχυρασθεί και παραδοθεί στην τράπεζα για την εξασφάλιση απαιτήσεώς της από τη με .../1987 σύμβαση, με την οποία και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις, είχε παράσχει σ’ αυτόν πίστωση μέχρι του ποσού των 245.000.000 δρχ, β) μεταβίβασε στην Τράπεζα άλλες 8.552 μετοχές της άνω εταιρείας.
Να σημειωθεί ότι τη μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών είχε ο ίδιος προτείνει στην Τράπεζα με το προαναφερόμενο από 26-10-1990 έγγραφο - φαξ. Σε αντάλλαγμα η Τράπεζα τον απήλλαξε από κάθε ευθύνη σε σχέση με την ...1987 εγγυητική επιστολή ποσού 103.300.000 δρχ. με την οποία είχε εγγυηθεί υπέρ αυτού την εξόφληση οφειλής της ...
ΑΕ προς την ..., της οποίας την εξόφληση είχε αυτός εγγυηθεί. Επίσης η Τράπεζα παραιτήθηκε του δικαιώματος ενεχύρου επί 30.300 μετοχών της Μ. Α." ΑΕ και επί 10.000 μετοχών της ..., που ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα. Β) η τρίτη, ενάγουσα αναγνώρισε την οφειλή της ποσού α) 194.773.184 δρχ από την ...1987 σύμβαση πίστωσης, β) 1.525.633.703 δρχ από την ...1988 σύμβαση πίστωσης και γ) 744.269.738 δρχ από τις .../1987 και .../1988 εγγυητικές επιστολές και συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης ποσού 100.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης ποσού 2.800.000 δρχ Γ) ο πρώτος ενάγων και η τρίτη ενάγουσα αναγνώρισαν ότι οφείλουν και αναδέθηκαν στερητικά α) το ποσό των 369.410.493 δρχ από την .../1987 εγγυητική επιστολή, στο οποίο περιλαμβάνονται και τόκοι υπερημερίας μέχρι 19-12-1990 καθώς και το ποσό των 44.277.044 δρχ για προμήθειες και β) το ποσό των 17.474.321 δρχ για προμήθειες της .../1987 εγγυητικής επιστολής.
Επιπλέον η τρίτη ενάγουσα εγγυήθηκε τις άνω οφειλές και συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ύψους 850.000.000 δρχ. Εις αντάλλαγμα η Τράπεζα α) αίρει το ενέχυρο επίο των μετοχών ..., ... που ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα β) αίρει το ενέχυρο επί των έξι (6) πινάκων ζωγραφικής, οι οποίοι είχαν ενεχυραστεί σ’ αυτήν για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς της από την προσωπική εγγύηση εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος του χρέους της πέμπτης ενάγουσας από τις με αρ. ...
συμβάσεις πίστωσης και γ) σχέση με τις άνω οφειλές της τρίτης ενάγουσας δεσμεύεται να μην προβεί σε καμία δικαστική ενέργεια μέχρι 28-3-1991, ότι θα εξετάσει γραπτό αίτημα αυτής για ρύθμιση των οφειλών της σε 10 χρόνια με περίοδο χάριτος 2 ετών, ως είχε προταθεί με το προαναφερόμενο από 26-10-1990 φαξ σε περίπτωση δε που το απορρίψει δεσμεύεται να μην προβεί σε καμία δικαστική ενέργεια εναντίον της μέχρι 28-9-1991.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι με την επίδικη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, με αμοιβαίες από κάθε πλευρά υποχωρήσεις, επέτυχαν να ρυθμίσουν την πολυπλοκότητα των μεταξύ των εννόμων σχέσεων, ήτοι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχαν γεννηθεί από τη χρηματοδότηση που είχε παράσχει η εναγομένη στους ενάγοντες, είτε υπό μορφή παροχής πιστώσεων είτε υπό μορφή εγγυητικών επιστολών και τις εμπράγματες εξασφαλίσεις που είχαν παράσχει οι τελευταίοι σ’ αυτήν, και να διαλύσουν έτσι τη φιλονικία τους μέχρι τους από τις μέχρι τότε γενόμενες από κάθε πλευρά δικαστικές ενέργειες (πλειστηριασμός μετοχών, διαταγές πληρωμής, άσκηση της από 14-8-1990 αγωγής), ώστε να λήξουν οι ήδη εκκρεμείς δικαστικοί αγώνες και να αποσοβηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας νέων τέτοιων.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο, κυρίως, της από 28-12-1990 σύμβασης, ήτοι τις περιληφθείσες σ’ αυτή δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων σε συνδυασμό με τα αίτια που εκίνησαν αυτούς να τη συνάψουν και το σκοπό στον οποίο απέβλεψαν, αλλά και του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνόδευσαν, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, δεν προκύπτει αντίθεση αυτής προς τα χρηστά ήθη, ήτοι προς τις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η δε εναγόμενη δεν μεταχειρίστηκε, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψή της, δόλιες ή ανήθικες μεθοδεύσεις, άμεσης εκπλειστηρίασης των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων ή λήψεως ατομικών καταδιωκτικών μέτρων σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, ούτε υποκινήθηκε από ταπεινά ελατήρια ή συναισθήματα έχθρας ή μίσους ή εκδίκησης προς το πρόσωπο τους, ούτε εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη αυτών για παροχή πίστωσης χρόνου προς εξόφληση των οφειλών τους, ώστε να συνομολογήσει υπέρ εαυτής, περιουσιακά ωφελήματα τελούντα σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή τους, ούτε και συνομολόγησε τέτοια.
Ειδικότερα η εκδηλωθείσα, πριν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, πρόθεση της εναγομένης να προχωρήσει στην επιδίκαση των απαιτήσεών της, που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, και στην αναγκαστική είσπραξη αυτών, δεν αποτελεί παράνομη ή ανήθικη απειλή σε βάρος των εναγόντων, ούτε αποτελεί εκμετάλλευση της ανάγκης αυτών να μην απωλέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Και τούτο γιατί οι απαιτήσεις της εναγομένης προήρχοντο από έγκυρες και σπουδαίες συμβάσεις, και όχι άκυρες και εικονικές, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ήσαν ληξιπρόθεσμες και μπορούσαν να επιδιωχθούν δικαστικά και να ικανοποιηθούν με δικαστικά μέσα, επί αναγκαστικής δε εκτελέσεως με δημόσιο πλειστηριασμό, εφόσον τα αναγκαστικά μέσα χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση οφειλομένης ήδη απαιτήσεως και όχι για επιτυχία ασχέτου αποτελέσματος, δεν υφίσταται παράνομη ή ανήθικη απειλή, διότι αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό για 5ν οποίο εθεσπίστηκαν.
Εξάλλου, με την επίδικη σύμβαση αναγνωρίστηκαν υπέρ της εναγομένης οι απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις χρηματοδότησης των άνω εναγόντων και συνομολογήθηκαν υπέρ αυτής πρόσθετες εμπράγματες εξασφαλίσεις με μερική παραίτηση από τις παλιές. Οι παραπάνω απαιτήσεις της μετά πιθανότητος και κατ’ αντικειμενική κρίση θα της επιδικάζοντο δικαστικώς, όπως πράγματι έγινε με τις με αρ. .../1989 και ...30-7-1990 διαταγές πληρωμής, υπό την έννοια δε αυτή δεν ήσαν επισφαλείς.
Αντίθετα ήταν επισφαλής η απαίτηση των εναγόντων για την αναγνώριση της ακυρότητας των άνω συμβάσεων, που ασκήθηκε με την από 22-8-1990 αγωγή τους, αφού και ανεξαρτήτως της παραιτήσεώς τους από το δικαίωμα ασκήσεως αυτής, που υποδηλώνει την ουσιαστική αβασιμότητά της και την αναγνώριση των συμβάσεων αυτών ως σπουδαίων και εγκύρων, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτές ήσαν εικονικές, υπό την έννοια, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι δι’ αυτών σκοπήθηκε η εκ μέρους της εναγομένης εξόφληση του τιμήματος εκ της συμφωνηθείσης πωλήσεως του ξενοδοχείου ..., αφού και υποτιθεμένου ως αληθούς του αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων ότι συμφωνήθηκε ως τίμημα πωλήσεως του το ποσό των 2.200.000.000 δρχ, δεν υπήρχε λόγος οι χρηματοδοτήσεις να υπερβούν, ως πράγματι υπερέβησαν, το ποσό των 5 δις δρχ κατά κεφάλαιο, πολύ περισσότερο που η εναγομένη, κατά τους ίδιους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν φρόντισε να εξασφαλίσει το άνω τίμημα με σκοπό να αγοράσει το ξενοδοχείο σε εξευτελιστική τιμή.
Επίσης από το περιεχόμενο των άνω συμβάσεων και του συνόλου των περιστάσεων που τις συνόδευσαν δεν προκύπτει αντίθεση αυτών προς τα χρηστά ήθη, αλλ’ ούτε και αποδείχτηκε η οποία εκ μέρους της εναγομένης εκμετάλλευση της ανάγκης των εναγόντων για χρηματοδότηση, ώστε να συνομολογήσει υπέρ αυτής έναντι της παροχής της, περιουσιακά ωφελήματα προφανώς μ’ αυτήν.
Εξάλλου, σε ανύποπτο χρόνο οι ενάγοντες είχαν αναγνωρίσει κατ’ αρ. 873 ΑΚ, κάποιες από τις ως άνω απαιτήσεις της εναγομένης. Επομένως, τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογήθηκαν, με την επίδικη σύμβαση υπέρ της εναγομένης, δεν υπερέβαιναν και μάλιστα προφανώς τις παροχές των εναγόντων, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε δυσαναλογία μεταξύ των εκατέρωθεν υποχωρήσεων προς όφελος της εναγομένης, υποπίπτουσα στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και υπερβαίνουσα το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος (εναγόμενη) οικονομικό όφελος επί ζημία του άλλου (εναγόντων), δεδομένου ότι η εναγομένη τους είχε χρηματοδοτήσει, δυνάμει συνηθισμένων στη συναλλακτική τραπεζική πρακτική, έγκυρων και ισχυρών συμβάσεων, με τα σημαντικά ποσά που αναφέρονται παραπάνω και είχε εξοφλήσει τις οφειλές τους προς τρίτους (Δημόσιο, ..., ...), που επίσης ανέρχονται στα πιο πάνω αναφερόμενα σημαντικά ποσά, και ήτο απόλυτα θεμιτό να επιδιώκει την πλήρη εξασφάλιση των απαιτήσεών της, από τη στιγμή μάλιστα που παρείχε και πίστωση χρόνου για την εξόφληση τους, ενώ εκείνοι αναγνωρίζουν τις παραπάνω οφειλές τους, προσαυξημένες με τους νόμιμους τόκους, έξοδα και προμήθειες και υπόσχονται να τις καταβάλουν στην εναγομένη και μάλιστα όχι άμεσα, αλλά κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν.
Το γεγονός δε ότι τελικά δεν εκκαθαρίστηκαν εκούσια οι οικονομικές σχέσεις των διαδίκων κατά τα συμφωνηθέντα με την επίμαχη σύμβαση, με αποτέλεσμα να εκπλειστηριαστούν με επίσπευση της εναγομένης περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων, δεν οφείλεται στις καθ’ εαυτές ρυθμίσεις της σύμβασης, με την έννοια ότι δεν θα επήρχετο το άνω αποτέλεσμα αν δεν είχε συναφθεί, αλλά στη μη τήρηση από τους ενάγοντες των συμφωνηθέντων με αυτήν, αφού δεν προέβησαν στις κατά τους ορισθέντες χρόνους καταβολές, ενώ η αναγκαστική εκποίηση της περιουσίας τους θα επερχόταν μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με τον εξοπλισμό των απαιτήσεών της δι’ εκτελεστών τίτλων, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η άνω σύμβαση.
Ενόψει τούτων η από 28-12-1990 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι έγκυρη, αφού αφενός περιέχει τα κύρια και βασικά στοιχεία της κατά το άρθρο 871 ΑΚ συμβάσεως συμβιβασμού και αφετέρου δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και ειδικότερα δεν είναι αισχροκερδής κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τις επωφελείς γι’ αυτούς διατάξεις όρους της επίμαχης σύμβασης, επικαλούνται οι ενάγοντες και στην από 6-6-1991 επιστολή τους προς τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, με την οποία αποδέχονται τις με αυτήν "ενεργητικές ρυθμίσεις των οφειλών τους, η απώλεια των οποίων θα τους περιαγάγει εις δυσχερή θέση", ενώ με το με αρ. .../15-1-1992 έγγραφο τους προς αυτήν παραδέχονται ότι η εν λόγω σύμβαση υπήρξε αποτέλεσμα μακρών και επίπονων συζητήσεων, συνεργασίας και διαπραγματεύσεων για την ανεύρεση κοινώς αποδεκτού σημείου σύγκλισης.
Επίσης, η τρίτη ενάγουσα στις από 20-5-1993 και 22-12-1993 ανακοπές που άσκησε για την ακύρωση της εκπλειστηρίασης του ξενοδοχείου της, που διενεργήθηκε με βάση την υποθήκη που εγγράφηκε σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων με τη σύμβαση της 28-12-1990, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε τις απαιτήσεις της εναγομένης και τις ρυθμίσεις της επίμαχης σύμβασης, αλλά αντίθετα επικαλέστηκε άλλους, άσχετους με αυτήν, λόγους, ενώ ο πρώτος ενάγων στήριξε σ’ αυτήν τόσο την από 11-9-1995 ανακοπή του κατά της κατάσχεσης των πινάκων του(όσο και την από 26-11-1996 αγωγή του περί αποδόσεώς τους σ’ αυτόν, επικαλούμενος τη συμφωνηθείσα απόσβεση του ενεχύρου".
‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο μετ’ επικύρωση, δια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου τοιαύτης (6685/1997 ΠΠρΑθ), απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια καθόσον, μετ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 871 ΑΚ, δέχθηκε με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου τη μη συνδρομή των από τους αναιρεσείοντες επικαλουμένων προϋποθέσεων της αιτουμένης ακυρότητος της μεταξύ αυτών και της αναιρεσιβλήτου καταρτισθείσας, από 28-12-90 συμβάσεως συμβιβασμού με την οποία οι συμβαλλόμενοι διάδικοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επέτυχαν να ρυθμίσουν την πολυπλοκότητα των μεταξύ των εννόμων σχέσεων, ήτοι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχαν γεννηθεί από την χρηματοδότηση που είχε παράσχει η εναγομένη στους ενάγοντες, είτε υπό μορφή παροχής πιστώσεων είτε υπό μορφή εγγυητικών επιστολών και τις εμπράγματες εξασφαλίσεις που είχαν παράσχει οι τελευταίοι σ’ αυτήν, και να διαλύσουν έτσι τη φιλονικία τους από τις μέχρι τότε γενόμενες από κάθε πλευρά δικαστικές ενέργειες (πλειστηριασμός μετοχών, διαταγές πληρωμής, άσκηση της από 14-8-1990 αγωγής), ώστε να λήξουν οι ήδη εκκρεμείς δικαστικοί αγώνες και να αποσοβηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας νέων" απορριφθέντος του περί αντιθέσεως αυτής (συμβάσεως συμβιβασμού) στα χρηστά ήθη αγωγικού ισχυρισμού (των αναιρεσειόντων) με την ορθή αιτιολογία ότι "η εναγομένη 1) δεν μεταχειρίστηκε, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψή της, δόλιες ή ανήθικες μεθοδεύσεις, παράνομες ή ανήθικες απειλές περί άμεσης εκπλειστηρίασης των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων ή λήψεως ατομικών καταδιωκτικών μέτρων σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, (αναιρεσείοντος), 2) δεν εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη αυτών (αναιρεσειόντων) για παροχή πίστωσης χρόνου προς εξόφληση των οφειλών τους, και 3) δεν συνομολόγησε υπέρ εαυτής, περιουσιακά ωφελήματα τελούντα σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή τους, ενόψει του ότι α) η εκδηλωθείσα, πριν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, πρόθεση της εναγομένης να προχωρήσει στην επιδίκαση των απαιτήσεών της, που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, και στην αναγκαστική είσπραξη αυτών, δεν αποτελεί παράνομη ή ανήθικη απειλή, σε βάρος των εναγόντων, ούτε αποτελεί εκμετάλλευση της ανάγκης αυτών να μην απωλέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με αναγκαστικό πλειστηριασμό, και τούτο γιατί οι απαιτήσεις της εναγομένης προήρχοντο από έγκυρες, και σπουδαίες συμβάσεις, και όχι άκυρες και εικονικές, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ήσαν ληξιπρόθεσμες και μπορούσαν να επιδιωχθούν και να ικανοποιηθούν με δικαστικά μέσα, β) με την επίδικη σύμβαση αναγνωρίστηκαν υπέρ της εναγομένης (αναιρεσιβλήτου) οι απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες συμβάσεις χρηματοδότησης των άνω εναγόντων και συνομολογήθηκαν υπέρ αυτής πρόσθετες εμπράγματες εξασφαλίσεις με μερική παραίτηση από τις παλιές οι οποίες (απαιτήσεις της) δεν ήσαν επισφαλείς αφού μετά πιθανότητος και κατ’ αντικειμενική κρίση θα της επιδικάζοντο δικαστικώς, όπως πράγματι έγινε με τις με αρ. .../1989 και ...30-7-1990 διαταγές πληρωμής, όντας, αντιθέτως, επισφαλούς της απαιτήσεως των εναγόντων για την αναγνώριση της ακυρότητας των άνω συμβάσεων, που ασκήθηκε με την από 22-8-1990 αγωγή τους, αφού, και ανεξαρτήτως της παραιτήσεώς τους από το δικαίωμα ασκήσεως αυτής, που υποδηλώνει την ουσιαστική αβασιμότητά της και την αναγνώριση των συμβάσεων αυτών ως σπουδαίων και εγκύρων, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτές ήσαν εικονικές, υπό την έννοια, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι δι’ αυτών σκοπήθηκε η εκ μέρους της εναγομένης εξόφληση του τιμήματος εκ της συμφωνηθείσης πωλήσεως του ξενοδοχείου ..., αφού, και υποτιθεμένου ως αληθούς του αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων ότι συμφωνήθηκε ως τίμημα πωλήσεως του το ποσό των 2.200.000.000 δρχ, δεν υπήρχε λόγος οι χρηματοδοτήσεις να υπερβούν, ως πράγματι υπερέβησαν, το ποσό των 5 δις δρχ κατά κεφάλαιο, πολύ περισσότερο που η εναγομένη, κατά τους ίδιους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν φρόντισε να εξασφαλίσει το άνω τίμημα με σκοπό να αγοράσει το ξενοδοχείο σε εξευτελιστική τιμή και γ) τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογήθηκαν, με την επίδικη σύμβαση υπέρ της εναγομένης, δεν υπερέβαιναν και μάλιστα προφανώς τις παροχές των εναγόντων, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε δυσαναλογία μεταξύ των εκατέρωθεν υποχωρήσεων προς όφελος της εναγομένης, υποπίπτουσα στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και υπερβαίνουσα το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος (εναγόμενη) οικονομικό όφελος επί ζημία του άλλου (εναγόντων), δεδομένου ότι η εναγομένη τους είχε χρηματοδοτήσει, δυνάμει συνηθισμένων στη συναλλακτική τραπεζική πρακτική, έγκυρων και ισχυρών συμβάσεων, με τα σημαντικά ποσά που αναφέρονται παραπάνω και είχε εξοφλήσει τις οφειλές τους προς τρίτους (Δημόσιο, ..., ...), που επίσης ανέρχονται στα πιο πάνω αναφερόμενα σημαντικά ποσά, και ήτο απόλυτα θεμιτό να επιδιώκει την πλήρη εξασφάλιση των απαιτήσεών της, από τη στιγμή μάλιστα που παρείχε και πίστωση χρόνου για την εξόφληση τους, ενώ εκείνοι αναγνωρίζουν τις παραπάνω οφειλές τους, προσαυξημένες με τους νόμιμους τόκους, έξοδα και προμήθειες και υπόσχονται να τις καταβάλουν στην εναγομένη και μάλιστα όχι άμεσα, αλλά κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν".
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ’ ακολουθίαν όλων ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 18-4-16 και με αριθμ. καταθ. ...] αίτηση αναιρέσεως της 2046/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου