Supreme Court dismisses appeal against pension fund's claim for lump-sum severance pay under 20-year statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank Pension Fund's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The fund argued the employee's claim was time-barred under a five-year statute of limitations, but the court found the claim was for a one-time severance benefit, not a periodic pension. Consequently, the court applied the twenty-year statute of limitations instead, ruling the claim valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 and 250 of the Civil Code; The twenty-year statute of limitations applies to one-time severance benefits, whereas the five-year limitation applies only to periodic pensions or salaries.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1380 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1380/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Πρόσωπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Α., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2709/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 7632/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την από 23/7/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23/7/2014 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και " το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5) προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (Ολ.
ΑΠ 32/1995). Όταν, όμως, το κεφάλαιο σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και επομένως έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή ανώτατου νομοθετικού ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029 /2002 προβλέφθηκε η μετατροπή του αναιρεσείοντος Ταμείου από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η Φ. 80000/ 30226/1366/2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία μετατράπηκε το Ταμείο αυτό σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (περ.
Α') και εγκρίθηκε το Καταστατικό του (περ. Γ'). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Καταστατικού ορίστηκε ότι επωνυμία του Ταμείου είναι "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Ο εν λόγω Κανονισμός, όπως ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τις .../1975,.../1976,.../1977, .../1981,.../1984 και .../1984 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι "Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των μελών του δια της παροχής εφ' άπαξ αποζημιώσεως είτε εις αυτά, είτε εις τα υπ' αυτών ή κατά το άρθρο 6 οριζόμενα πρόσωπα".
Στο δε άρθρο 5 παρ. 1, ο ως άνω Κανονισμός ορίζει ότι "Πόροι του Ταμείου είναι Α. Εισφορά των μελών : α ) 4,5% πάνω στο σύνολο των τακτικών αποδοχών. Τακτικές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός μαζί με τις προσαυξήσεις στον ίδιο βαθμό ή το ποσό του μισθολογικού κλιμακίου με τις τυχόν προσαυξήσεις, τα γενικά επιδόματα, δηλαδή πολυετίας, γάμου, τέκνων ή επιστημονικού τίτλου, ξένης γλώσσας...
β) 4,5% επί της υπό της Τραπέζης καταβαλλομένης αυτοίς αποζημιώσεως λόγω υπερωριακής εργασίας, γ) 4,5% πάνω σε κάθε άλλη αμοιβή πέρα από τις ως άνω περιπτώσεις α και β, εκτός εάν πρόκειται για παροχές για τις οποίες λόγω της φύσης τους η Τράπεζα δεν παρακρατεί εισφορές υπέρ του Ταμείου. Β. Εισφορά 4, 5% υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος επί ποσών των κατά την προηγουμένην παράγραφον αποδοχών του Προσωπικού.
Η εισφορά αυτή θα καταβάλλεται εις το Ταμείον ομού μετά της εισφοράς των μελών αυτού. Γ. Αι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. Δ. Πάσα χαριστική προς αυτό παροχή ". Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 37 του ν.2084/1992 το οποίο εντάσσεται στο Δ' κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους του νόμου, με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1-1-1993", ορίζεται ότι, "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τέταρτου Μέρους του, με τίτλο, "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992, ορίζει τα εξής : "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών Εθνικής, Ελλάδος, και Κτηματικής, Αγροτικής, ΕΤΒΑ, Ιονικής - Λαϊκής και Εμπορικής..., που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.
Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. 2...3.
Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά.
Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζονται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων ".
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι 7/οικ. 1490/24-8-1994 και 7/οικ.1995 αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1...
και 1997, αντιστοίχως. Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσείον Ταμείο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ' όλο το χρόνο ασφάλισης της αναιρεσίβλητης) το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Ταμείου σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους.
Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε της 1ης -1-1993 και έως την έξοδο της αναιρεσίβλητης από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπονται ως πόροι του Ταμείου, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (οι πρόσοδοι γενικά της περιουσίας του και κάθε χρηματική παροχή προς αυτό), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο Ταμείο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξάλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου ενδιαφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτή, και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός της ( ΑΕΔ 4 / 2007, Ολ.
ΑΠ 17 / 2005, ΣτΕ 3311/2008 ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνταξιοδοτήθηκε στις 14-8-2002 με το βαθμό του τμηματάρχη, έχοντας υπηρεσία 26 ετών, 6 μηνών και 10 ημερών.
Το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο, λαμβάνοντας υπόψη το προβλεπόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 σχετικό ανώτατο όριο χορήγησε στην ενάγουσα εφάπαξ βοήθημα ύψους 39.323, 32 ευρώ. Χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, δικαιούται εφάπαξ βοηθήματος, κατά την αποχώρησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 6 και 7 του Κανονισμού του Ταμείου 59.699,69 ευρώ.
Μετά την μετατροπή του Ταμείου σε ΝΠΙΔ, χορηγήθηκε στην ενάγουσα συμπληρωματική εφάπαξ παροχή 12.990,32 ευρώ. Αλλά και μετά τη χορήγηση του τελευταίου ποσού το εφάπαξ βοήθημα υπολείπεται του οφειλόμενου κατά 7.386,03 ευρώ. Το γεγονός ότι η ενάγουσα έλαβε τη συμπληρωματική εφάπαξ παροχή δεν καθιστά την παροχή του εναγομένου προς την ενάγουσα προσήκουσα, αφού υπολείπεται ποσό εφάπαξ αποζημίωσης ύψους 7.386,05 ευρώ, που δικαιούται η ενάγουσα, δεδομένου ότι ο περιορισμός του ποσού της εφάπαξ παροχής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 είναι αντισυνταγματικός.
Το ποσό που έχει καταβάλει στην ενάγουσα συμπληρωματικά το εναγόμενο δεν εντάσσει αυτή σε νέο μισθολογικό καθεστώς και δεν καθιστά την παροχή προς αυτήν προσήκουσα, αλλά αυτό καταλογίζεται στο συνολικά οφειλόμενο ποσό, ώστε να οφείλεται στην ενάγουσα το προαναφερόμενο υπολειπόμενο ποσό των 7.396,05, το οποίο και επιδίκασε, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί την ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει το εναγόμενο - εκκαλούν.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθόσον, α ) σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ισχύοντος, κατά τον ένδικο χρόνο, Κανονισμού του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο το υπόλοιπο ποσό των 7.396,05 ευρώ, προς συμπλήρωση (χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 576 παρ. 3 του Ν. 2084 /1992) της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, β) ουδόλως συνέτρεξε αυτόβουλη υπαγωγή της ενάγουσας σε νέο καθεστώς, καθόσον με βάση την αυτή ως άνω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος Κανονισμού παρασχέθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος που απεχώρησαν μετά την 1-1-1993 και κατά την αποχώρησή τους εισέπραξαν μειωμένη τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή, του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή χωρίς τον εν λόγω περιορισμό, γ) δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε και με τις αναφερόμενες αποφάσεις του ΑΕΔ, η δημοσίευση των οποίων προηγήθηκε της άσκησης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας και δ) αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η αξίωση της ενάγουσας γεννήθηκε κατά το χρόνο αποχώρησής της από την υπηρεσία (14-8-1992) αλλά ασκήθηκε στις 14 - 10 - 2008 ουδόλως επηρεάζει την ύπαρξη και το μέγεθος αυτής, εφόσον δεν μεσολάβησε απόσβεση της αξίωσης.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ με τους οποίους το αναιρεσείον αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, επικαλούμενο, α ) ότι ο χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία, που είναι ο χρόνος γένεσης της αξίωσης, δεν συμπίπτει με το χρόνο άσκησης της αξίωσης, γεγονός που συνεπάγεται τη μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και β) ότι η αναιρεσίβλητη υπήχθη αυτοβούλως σε διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, είναι αβάσιμοι.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί παραιτήσεως, άλλως συμβιβασμού της αναιρεσίβλητης, από κάθε δικαίωμα διεκδίκησης της ένδικης αξίωσης με τη λήψη της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, είναι αβάσιμος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε γίνεται επίκληση συνδρομής παραδεκτής προβολής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη, κατ' άρθρο 250 αρ. 17 Α.Κ. διότι η ένδικη αξίωση γεννήθηκε στις 14-8-2002, η παραγραφή άρχισε από 1-1- 2003 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2007, η δε αγωγή ασκήθηκε στις 20-10-2008, είναι αβάσιμος, καθόσον με βάση τις παραδοχές του Εφετείου και το σύνολο των διατάξεων που προεκτέθηκαν, η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση αφορά εφάπαξ παροχή - βοήθημα, που χορηγείται κατά την αποχώρηση του υπαλλήλου από την ενεργό υπηρεσία, έχει δηλαδή χαρακτήρα έκτακτης κατά την αποχώρησή του οικονομικής ενίσχυσής, από κεφάλαιο που σχηματίζεται κατά τον προεκτεθέντα τρόπο και όχι πρόσοδο, σύνταξη ή οποιαδήποτε παροχή που επαναλαμβάνεται περιοδικά, ώστε να εμπίπτει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 4 / 2001). Επομένως, η αξίωση καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ αλλά στην εικοσαετή του άρθρου 249 ΑΚ.
Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης της παρούσας δίκης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ", για αναίρεση της 7632/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ