Legislator Case Law & Legislation
1380/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative guarantee for state loans to inventors, upholding lower court's award of interest.

Case Number 1380/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering it to pay interest on a loan guaranteed to an inventor. The State argued it should only pay interest for three months after the third missed payment, but the Court found this interpretation incorrect. The Court ruled that the State's guarantee covers two years of both contractual and penalty interest without requiring the bank to declare the loan overdue immediately. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the State was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 200, 281, 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The State's guarantee for loans to inventors covers two years of interest, and the lender is not obligated to declare the loan overdue within a short period to limit the State's liability.

Keywords

AI generated
State guarantee liability inventor loan interest penalty interest coverage loan overdue declaration good faith principle administrative guarantee civil code interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 200, 281, 288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1380 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1380/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αναστάσιο Τσώνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5153/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 771/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 23-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην υπ' αριθμ. 6765/2142/28-7-1978 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Παρέχομε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις εμπορικές Τράπεζες παραιτούμενοι της ενστάσεως για την κάλυψη των δανείων που χορηγούνται από 1-5-1978 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις εφευρέτες για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στην απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής υπ' αρ. 197/1978 από το ειδικό κεφάλαιο που συνιστάται με την απόφαση αυτή (Κεφ. 11 §1). Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρέχεται για αόριστο χρόνο και καλύπτει τα ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια μέχρι ποσού που αντιστοιχεί στα ακόλουθα ποσοστά των δανείων... (τα οποία και καθορίζονται από 60% έως 100% κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις"). Περαιτέρω στην παρ.

ΙΙΙ της ανωτέρω αποφάσεως με την οποία ρυθμίζεται η διαδικασία εξοφλήσεως των απαιτήσεων των τραπεζών λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, ορίζονται μεταξύ άλλων, ότι: <<1) το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξοφλήσεως από τον πρωτοφειλέτη ολοκλήρου του δανείου ή μέρους αυτού, να εξοφλήσει το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου πλέον των επί του τμήματος τούτου αναλογούντων και ανεξοφλήτων τόκων (συμβατικών και υπερημερίας) δύο ετών κατ' ανώτατο όριο από της χρονολογίας που έπαυσαν να εξοφλούνται οι τόκοι, 2) ...

η δανείστρια Τράπεζα σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου δικαιούται να ζητήσει με έγγραφό της που θα απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλομένου ποσού, εφόσον α) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτιδα βιοτεχνία τριών τουλάχιστον δόσεων ή σε περίπτωση που η χρηματοδότηση είναι εφάπαξ καταβλητέα, εφόσον έχουν περάσει τρεις μήνες από της λήξεως της σχετικής προθεσμίας β) πριν από τις ανωτέρω προθεσμίες συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την ταχύτερη έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εισπράξεως της οφειλής και αφού προηγουμένως έχει παρασχεθεί σχετική έγκριση της αρμόδιας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων.

Μεταξύ δε των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το πιο πάνω έγγραφο της Τράπεζας αναφέρονται και οι οφειλόμενοι από το Δημόσιο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τόκοι μίας διετίας>>. Από όλες αυτές τις διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι στις περιπτώσεις χορηγήσεως δανείων από τις εμπορικές τράπεζες σε Βιοτεχνικές Επιχειρήσεις υπό τους όρους των προαναφερομένων αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής και του Υπουργού των Οικονομικών όταν τα δάνεια αυτά εξοφλούνται από τους πιστούχους κατά τους όρους της σχετικής συμβάσεως, με δόσεις, απαραίτητη προϋπόθεση, για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι, η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη τριών τουλάχιστον δόσεων χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια Τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, καθώς και τους οφειλόμενους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους, που αναλογούν στο ποσό αυτό, με μόνο βεβαίως τον περιορισμό, ότι οι τόκοι αυτοί δεν μπορούν να υπερβαίνουν κατ' ανώτατο όριο, τους τόκους δύο ετών από τη χρονολογία που έπαυσαν αυτοί να αποδίδονται.

Υποχρέωση της Τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το δάνειο μέσα σε ορισμένο και μάλιστα εύλογο χρόνο από την καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο των τριών πρώτων δόσεων του δανείου, με ποινή εκπτώσεως από τα δικαιώματά της έναντι του εγγυητού Ελληνικού Δημοσίου, όσον αφορά τους οφειλόμενους τόκους, δεν ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις περί εγγυήσεως του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα οι διατάξεις α) του άρθρου 866 ΑΚ, κατά το οποίο εκείνος που εγγυήθηκε μόνο για ορισμένο χρόνο ελευθερώνεται από την εγγύηση, αν ο δανειστής δεν επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σ' ένα μήνα από την πάροδο του χρόνου τούτου και δεν συνεχίσει τη σχετική διαδικασία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και β) του άρθρου 867 ΑΚ κατά το οποίο εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κυρία οφειλή να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σ' ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την διαδικασία, και αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ελευθερώνεται ο τελευταίος, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση εν όψει της ειδικής ρυθμίσεως που διαλαμβάνουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις.

Ενόψει των ανωτέρω παράλειψη της πιστώτριας Τράπεζας να κηρύξει αμέσως, ή μέσα σε εύλογο χρόνο από την καθυστέρηση καταβολής των τριών πρώτων δόσεων του δανείου απαιτητό το δάνειο και να ζητήσει την είσπραξή του από το Δημόσιο, δεν καθιστά καταχρηστική, με την έννοια της προφανούς αντιθέσεως στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, την άσκηση του δικαιώματος της Τράπεζας να απαιτήσει από το Δημόσιο, εκτός από το κεφάλαιο και τους πέραν των τριών μηνών από της καθυστερήσεως τόκους, μέχρι της συμπληρώσεως διετίας, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη προς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1435/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: <<Η εφεσίβλητη Τράπεζα χορήγησε τα αναφερόμενα στην αγωγή βιοτεχνικά δάνεια στους βιοτέχνες και στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις που, επίσης, αναφέρονται στην ίδια αγωγή, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των ανωτέρω υπ' αριθμ. 197/78 και 67651/2142/78 αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής και του Υπουργού Οικονομικών, αντίστοιχα, και στη συνέχεια μετά την καθυστέρηση εξοφλήσεως από τους πρωτοφειλέτες πιστούχους των τριών πρώτων δόσεων των δανείων η ίδια ενάγουσα ζήτησε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού τήρησε την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, την καταβολή του κεφαλαίου του κάθε δανείου κατά το μέρος που καλυπτόταν από την εγγύηση του εναγομένου, καθώς και των ανεξόφλητων τόκων δύο ετών, συμβατικών και υπερημερίας, οι οποίοι οφείλονταν από τότε που γεννήθηκαν και μέχρι τη συμπλήρωση διετίας, δεδομένου ότι είχαν συντρέξει, όπως δεν αμφισβητείται οι προϋποθέσεις καταπτώσεως της εγγυήσεως του εκκαλούντος Δημοσίου λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεών του από την προεκτεθείσα εγγυητική του ευθύνη κατέβαλε στην εφεσίβλητη, εκτός από το κεφάλαιο της εγγυήσεως τους ανεξόφλητους τόκους μέχρι κι ένα τρίμηνο μετά την τρίτη ληξιπρόθεσμη δόση με τον ισχυρισμό ότι μετά την πάροδο της εύλογης αυτής τρίμηνης προθεσμίας η εφεσίβλητη τράπεζα έπρεπε να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο, ώστε να μην επιβαρύνεται το Δημόσιο με τους οφειλόμενους τόκους δύο ετών.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, γιατί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εγγυητική ευθύνη του εκκαλούντος καλύπτει και τους ανεξόφλητους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους δύο ετών κατ' ανώτατο όριο, χωρίς να προβλέπεται ή να προκύπτει υποχρέωση της δανείστριας Τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το δάνειο και να επιδιώξει την είσπραξή του το ταχύτερο δυνατόν ή μέσα σε εύλογη προθεσμία μετά την πάροδο της προθεσμίας τριών ανεξόφλητων δόσεων.

Εξάλλου η αναμονή από τη δανείστρια τράπεζα και η μη ύπαρξη ληξιπροθέσμου του δανείου επί ικανό χρονικό διάστημα μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών πρώτων ανεξόφλητων δόσεων, είναι δυνατόν να οδηγήσει στην εξόφληση ολόκληρου ή μέρους του δανείου από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα την απαλλαγή ή την μείωση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, ώστε η συμπεριφορά αυτή της εφεσίβλητης, να μην αντιβαίνει στα επιβαλλόμενα από το νόμο χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη ούτε ν' αποτελεί καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της (άρθρ. 200, 281 και 288 ΑΚ) και πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι σχετικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της έφεσης.

Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της εφεσίβλητης Τράπεζας και υποχρέωσε το εκκαλούν να την καταβάλει εκτός από τους ανεξόφλητους τόκους μέχρι κι ένα τρίμηνο από την τρίτη ληξιπρόθεσμη και τους ανεξόφλητους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους δύο ετών, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση έφεσης>>.

Υπό τις παραδοχές αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο αφενός μεν δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους ευθύνης του αναιρεσείοντος για την καταβολή τόκων, επί των ποσών των ένδικων δανείων, πέραν του τριμήνου και μέχρι συμπληρώσεως διετούς χρονικού διαστήματος από της υπερημερίας των δανειοληπτών, υπέρ των οποίων αυτό είχε παράσχει σχετική εγγύηση.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι τόσον οι πρώτος και δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους), όσο και ο τρίτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.) αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 771/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριάκοσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ