Supreme Court annuls lower court interest calculation, ordering public entity to pay debt with new statutory interest rate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final judgment of the Single Member Court of Appeal regarding interest calculations and remanded the case for trial. The public health region had argued that the lower court applied the wrong interest rate, claiming the new law of 2019 should apply retroactively to the entire debt period. The court agreed that the new statutory interest rate applies from May 1, 2019, and ordered the entity to pay the principal plus interest calculated from the date of the lawsuit filing using the new rate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 45 of Law 4607/2019; The court must apply the new statutory interest rate for debts owed by the state or public entities from May 1, 2019, even if the lawsuit was filed later, thereby correcting lower court errors in calculating interest periods.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 137 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Ζ. θυγ. Ν. Τ., συζ. Α. Κ., 3) Δ. Κ. του Α., 4) Ε. θυγ. Α. Κ., 5) Ν. Τ. του Ν. και 6) Ε. Φ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Φράγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 446/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2022 αίτησή του και τους από 27-12-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν: α) η από 24-11-2022 (με αριθμ.καταθ.1134/25-11-2022) , αίτηση αναίρεσης και β) οι με ιδιαίτερο δικόγραφο από 27-12-2023 (αριθμ. καταθ. 187/2023) πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ` αριθμ. 446/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της άνω προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Εξάλλου, παραδεκτά ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28-12-2023 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ` αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.
Γ. προς την πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων Μαρία Φράγκου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, οι οποίοι δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981), πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Με την από 29-6-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 4258/2046/2020) αγωγή τους εναντίον του εναγομένου - μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες - εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι, κατόπιν εγκρίσεως εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ με την υπ' αριθμ. ...-2004 απόφασή του, γνωστοποιηθείσα στο τότε Υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2004 εγγράφου του Τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ, καταρτίσθηκε, στις 1-7-2004, μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτου εξ αυτών, συγκυρίων οικήματος, κειμένου στο Κερατσίνι, αντιστοίχως κατά ποσοστό, 231,5%, 268,5%, 268,5% και 231,5% εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών, αφετέρου δε, του ΙΚΑ (νομίμως εκπροσωπηθέντος από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας), έγγραφη σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας οι πρώτοι, εκμίσθωσαν στο δεύτερο, το εν λόγω οίκημα, αντί μηνιαίου μισθώματος, ποσού 4.510 ευρώ, καταβαλλομένου στο αρμόδιο ταμείο του ως άνω Υποκαταστήματος, για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχομένης της σύμβασης μίσθωσης από την επομένη της παραλαβής, στις 2-7-2005, του ακινήτου, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως εκ μέρους του μισθωτή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας - Χαραυγής.
Ότι, μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε το έτος 2010 στο ποσό των 4.900 ευρώ και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας, καταρτισθείσας μεταξύ, των άνω εκμισθωτών και του μισθωτή, αυτό (μίσθωμα) μειώθηκε στο ποσό των 3.276,26 ευρώ μηνιαίως για το από 1-10-2012 έως 31-12-2014 χρονικό διάστημα. Ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...-2012 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ.
Κ. οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων μεταβίβασαν στους τρίτο και τέταρτη εξ αυτών (εναγόντων), αντιστοίχως, ποσοστά 57,875% και 67,125% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, με αποτέλεσμα οι δύο τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 125/000 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι πρώτοι να παραμείνουν συγκύριοι αυτού αντιστοίχως, κατά ποσοστό 115,75% και 134,25% εξ αδιαιρέτου.
Ότι, δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 7 του ν. 4238/2014 το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή, που απορρέουν από την ανωτέρω μισθωτική σχέση. Ότι το τελευταίο, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2014 έγγραφό του, κάλεσε αυτούς (ενάγοντες), κατ' άρθρο 7 του ν. 4238/2014, σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, με πρόταση για διαμόρφωσή του στο ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως, υποχρεώνοντάς τους να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24-7-2014. Ότι, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής διαπραγματεύσεων, αναφορικά με το πιεστικό χρονικό πλαίσιο και την υπερβολική μείωση του μισθώματος από το 2010, ο υποδιοικητής του εναγομένου, με την υπ' αριθμ. ...-2014 απόφασή του, καθόρισε μονομερώς το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.100 ευρώ.
Ότι το εναγόμενο ενήργησε αντισυμβατικά, αφού το άρθρο 7 του ν. 4238/2014 παρέχει σε αυτό τη δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και όχι μονομερούς μεταβολής του ύψους του μισθώματος, με αποτέλεσμα να ισχύει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 3.276,26 ευρώ. Ότι το εναγόμενο, αν και από το έτος 2014, που υπεισήλθε στη σύμβαση μίσθωσης και μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου αυτής (2-7-2017), αλλά και μετέπειτα, έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου, κατέβαλε ως μίσθωμα, μόνο το ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως, οφείλοντάς τους το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μισθώματος της χρονικής περιόδου Μαρτίου 2019 έως Ιουνίου 2020, συνολικού ποσού 34.820,16 ευρώ [16 μήνες X 2.176,26 ευρώ (3.276,26-1.100€)].
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά το λόγο του ειδικότερα αναφερομένου ποσοστού συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών επί του μισθίου ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μηνιαίου μισθώματος, άλλως από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής.
Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 85/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
άσκησε την από 25-6-2021 (αριθμ. καταθ. 4584/357/2021) έφεση και τους από 21-2-2022 (αριθμ.καταθ.159/2022) με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους. Επί των δικογράφων αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 337/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 811/2022, ΑΠ 1866/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ .../2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338 και 362 του ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν, ή ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.
"Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023 ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1446/2022,19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 739/2011).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο απέρριψε κάποιο ισχυρισμό χωρίς αιτιολογίες και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου διότι δεν έλαβε υπόψη κάποιο ισχυρισμό, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 129/2024, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013, ΑΠ 579/2007).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019,ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 325/2007, ΑΠ 269/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και .../1993 συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή αντίστοιχα της Συμβ/φου Πειραιά Π. Π.-Β. που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, ο πέμπτος και η δεύτερη των εναγόντων (ήδη πέμπτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, λόγω γονικής παροχής από η μητέρα τους και δωρεάς εν ζωή από τον θείο τους Ι.
ή Ν. Η., μία κάθετη ιδιοκτησία και συγκεκριμένα ένα ισόγειο διαμέρισμα μετά του δικαιώματος υψούν, με ποσοστό συγκυριότητας 53,70% επί του υπ'αριθμ.17 οικοπέδου του με αριθμό 8 τετραγώνου του Προσφυγικού Συνοικισμού Ευγένειας, της περιφέρειας του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Κερατσινίου Αττικής, με πρόσοψη επί της οδού Τραπεζούντος, με αριθμό 37 (πρώην 350), εκτάσεως 171,50 τ.μ.
Στη συνέχεια δε, με το υπ' αριθμ. .../2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Πειραιά, Γ. Α., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο πρώτος και η έκτη των εναγόντων (ήδη πρώτος και έκτη των αναιρεσίβλητων) απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την άλλη αυτοτελή επί του ως άνω οικοπέδου κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι ένα κατεδαφισθέν ισόγειο διαμέρισμα με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 46,3/100.Με την υπ'αριθμ. ...-2004 απόφαση του ΔΣ του IKA - ΕΤΑΜ, εγκρίθηκε η προς αυτό μίσθωση του προπεριγραφομένου ακινήτου, για τη στέγαση του Τοπικού Ιατρείου - Ευγένειας Χαραυγής, επί του οποίου αυτοί θα ανήγειραν με δικές τους δαπάνες, τετραώροφη οικοδομή με πυλωτή, σύμφωνα με τις υποδείξεις και την τεχνική περιγραφή της τεχνικής υπηρεσίας του.
Επακολούθησε δε η σύνταξη του από 1-7-2004 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο το μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 4.510 ευρώ για τα 2 πρώτα έτη της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τιμάριθμο, πλέον μίας μονάδας για κάθε έτος της επόμενης δεκαετίας και του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, καταβλητέου από την επομένη της παραλαβής του οικήματος που επρόκειτο να ανεγερθεί εντός αυτού, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα ή κάθε τριμηνίας, κατ'επιλογή του μισθωτή.
Η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής, με δικαίωμα του μισθωτή να την παρατείνει για 3 ακόμη έτη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι δυνάμει του υπ'αριθμ. ...-2004 συμβολαίου του Συμβ/φου Πειραιά, Σ. Κ., όλοι οι παραπάνω ενάγοντες, αφού κατεδάφισαν τα υφιστάμενα επί των ιδιοκτησιών τους κτίσματα, κατήργησαν την προπεριγραφόμενη κάθετη ιδιοκτησία και συνέστησαν τις παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες και δη την με αριθμό 1 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 65,40 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 16/1000 καθώς και τον υπ'αριθμ.
ΑΙ, ΒΙ, ΓΙ και Δ1 χώρο γραφείων του α, β, γ και δ αντίστοιχα ορόφου, επιφάνειας καθενός 93,59 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 246/1000...Τελικά η χρήση του μισθίου ακινήτου αποπερατωμένου παραδόθηκε από τους ως άνω ιδιοκτήτες στο μισθωτή στις 2-7-2005, οπότε συντάχθηκε και το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...-2012 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Σ. Κ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου Πειραιά στις 23-10-2012,ο πρώτος και δεύτερη των εναγόντων (ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) μεταβίβασαν στα τέκνα τους ήτοι στους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων), εξ ημισείας (50% εξ αδιαιρέτου) το ήμισυ του ανήκοντος σε καθέναν ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, παραμένοντας έτσι συγκύριοι στο απομένον ποσοστό.
Κατόπιν αυτών, το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων διαμορφώθηκε έκτοτε για τον 1ο εξ αυτών (εναγόντων) στο ποσοστό των 115,75/1000, για τη 2η σε 134,25/1000, για καθέναν από τους 3ο και 4η εξ αυτών σε 124,99/1000, για τον 5ο σε 268,5/1000, και για την 6η σε 231,5/1000, ενώ ο 3ος και 4η των εναγόντων υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά (άρθρ.614 ΑΚ σε συνδ με άρθρ.44 ΠΔ 34/1995).
Περαιτέρω, με έγγραφη συμφωνία του 1ου,2ης και 5ου των εναγόντων (518,5/1000 εξ αδιαιρέτου, πλειοψηφία των μερίδων κατ' άρθρο 789 του ΑΚ) και του μισθωτή, το μίσθωμα διαμορφώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως την 31-12-2014,στο ποσό των 3.276,26 ευρώ. Εν τω μεταξύ το ΙΚΑ, εντάχθηκε στον ΕΟΠΥΥ που κατέστη καθολικός διάδοχος, υπεισερχόμενος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή και στη συνέχεια με το άρθρο 21 παρ.7 του ν.4238/2014, η ένδικη μίσθωση ίσχυσε έναντι της Διοίκησης 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, στην οποία εντάσσεται η Υγειονομική Μονάδα που στεγάζεται το μίσθιο.
Κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 ΠΔ 34/1995,όπως άλλωστε με ισχύ δεδικασμένου ως προς το προδικαστικό ζήτημα της διάρκειας της επίδικης μίσθωσης κρίθηκε και από την υπ'αριθμ.401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς (σ.σ. Εφετείου αντί Πρωτοδικείου) Πειραιά, η επίδικη σύμβαση ίσχυσε για δώδεκα (12) έτη, δηλαδή μέχρι τις 2-7-2017.
Μετά δε την ως άνω ημερομηνία, το εναγόμενο (όπως συνομολογείται και από το ίδιο) εξακολουθούσε να κάνει χρήση του μισθίου ακινήτου, σε γνώση των εναγόντων συνεκμισθωτών μέχρι και τον Ιούλιο του 2020,οπότε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 611 του ΑΚ [σιωπηρή παράταση για άλλα 12 έτη και όχι αναμίσθωση αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι στις μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ δεν εφαρμόζεται ευθέως ο κανόνας του άρθρου 611 ΑΚ, περί σιωπηρής αναμίσθωσης (...), ενώ και η κατά το άρθρο 61 π.δ. 34/ 1995 παράταση της μίσθωσης για άλλα 4 έτη μετά τη λήξη της 12ετίας καταργήθηκε με το ν.4242/2014, από τη στιγμή κατά την οποία στις 13-8- 2014 η ένδικη μίσθωση ήταν ενεργός, σχετ.
η μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν.4242/2014], η σύμβαση παρατάθηκε για ισόχρονο χρονικό διάστημα 12 ετών. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο με το υπ'αριθμ. 20637/ 21-7-2014 έγγραφό του, κάλεσε τον 1ο, τη 2η, τον 5° και την 6η των εναγόντων (ήδη 1ο, 2η ,5ο και 6η των αναιρεσίβλητων) σε επαναδιαπραγμάτευση σχετικά με το ύψος του μισθώματος, με πρόταση για καθορισμό του στο ποσό των 1.100 ευρώ.
Οι εν λόγω συνεκμισθωτές επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24-7-2014, πλην όμως δεν έγινε τελικά διαπραγμάτευση. Το εναγόμενο ωστόσο, με την υπ'αριθμ. ...-2014 απόφαση του υποδιοικητή του, θεώρησε ότι το μίσθωμα είχε οριστικοποιηθεί στο προταθέν ποσό των 1.100 ευρώ, στο οποίο όμως οι συνεκμισθωτές ουδέποτε συμφώνησαν.
Αντιθέτως, οι τελευταίοι απέστειλαν το από 29-8-2014 έγγραφό τους με το οποίο εξέφρασαν την αντίθεσή τους σε περαιτέρω μείωση αλλά και το από 31-10-2014 εξώδικό τους με το οποίο δήλωναν ότι αποδέχονταν μία μείωση της τάξης του 15-25% και όχι του 34% όπως είχε προταθεί από το εναγόμενο. Ως εκ τούτου η ανωτέρω απόφαση στερείται έννομων συνεπειών, αφού η προαναφερόμενη διάταξη δίνει το δικαίωμα στις Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας να καταγγείλουν μονομερώς τη μίσθωση, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ως προς το ύψος του μισθώματος, όχι όμως και να καθορίσουν μονομερώς αυτό.
Συνεπώς, το μηνιαίο μίσθωμα καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον μήνα Ιούλιο 2014 μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (Ιούνιος 2020) ανέρχεται στο ποσό των 3.276,26 ευρώ, όπως δηλαδή τούτο είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 2012. Όλα δε τα ανωτέρω κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου από τις υπ'αριθμ.532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου επί προγενέστερων αγωγών των νυν εναγόντων που αφορούσαν επιδίκαση μισθωμάτων προηγούμενων μισθωτικών περιόδων και ειδικότερα, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου το ζήτημα ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26 ευρώ στο ποσό των 1.100 ευρώ με την μονομερή και αυθαίρετη ενέργεια του εναγομένου, ήτοι με την ως άνω υπ'αριθμ. 21766/1-8-2014 απόφασή του, δεσμευτική κρίση για το Δικαστήριο τούτο, που απορρέει από την υπ'αριθμ.532/2017 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη απόφαση) του Δικαστηρίου τούτου, που αφορά τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των νυν εναγόντων (ήδη πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσίβλητων).
Ως προς δε τους τρίτο και τέταρτη των νυν εναγόντων (και ήδη τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων), τα ίδια ως ανωτέρω κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ.401/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου...". Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα: "... Για τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτη και έκτη των εναγόντων, οι οποίοι κατέχουν την πλειοψηφία των μερίδων..., το δεδικασμένο για το παραπάνω κρίσιμο προδικαστικό ζήτημα της μείωσης του μισθώματος, απορρέει όχι από την υπ'αριθμ. 401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία έχει αναιρεσιβληθεί, αλλά από την υπ'αριθμ. 532/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έκρινε επί της πρώτης κατά σειρά αγωγής καταβολής μισθωμάτων των μηνών Ιουλίου 2014 έως Φεβρουάριο 2015, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη λόγω μη άσκησης κατ' αυτής έκτακτου ένδικου μέσου εντός της νόμιμης προθεσμίας από την επίδοσή της.
Ως προς δε τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, πράγματι το δεδικασμένο για το κρίσιμο για την παρούσα δίκη ως άνω προδικαστικό ζήτημα, απορρέει από την υπ'αριθμ.401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση, πλην όμως μόνη η άσκηση αίτησης αναίρεσης αφενός μεν δεν ανατρέπει το από την τελεσίδικη απόφαση παραγόμενο δεδικασμένο, παρά μόνο η ευδοκίμηση αυτής ανατρέπει το δεδικασμένο, αφετέρου δε, ναι μεν -κατ' εξαίρεση για τα ΝΠΔΔ-μόνη η άσκηση του πιο πάνω ένδικου μέσου έχει πράγματι αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα, πλην όμως, το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει το δεδικασμένο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον μέχρι να εκδοθεί απόφαση η οποία θα κρίνει τη βασιμότητα του πιο πάνω ένδικου μέσου, το δεδικασμένο της απόφασης αυτής εξακολουθεί να ισχύει και να δεσμεύει το δικαστήριο σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 321και 331 του ΚΠολΔ ...
Κατόπιν όλων των αποδειχθέντων, το εναγόμενο εξακολουθεί να οφείλει στους ενάγοντες για καθυστερούμενα μισθώματα των μηνών Μαρτίου 2019 έως Ιουνίου 2020 το συνολικό ποσό των (3.276,26-1.100)=2.176,26 ευρώ X 16 μήνες = 34.820,16 ευρώ, ποσό που θα πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του ένδικου μισθίου ως ακολούθως:
α) στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) θα πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των (34.820,16 X 115,75/000) = 4.030,43 ευρώ, β) στη δεύτερη το ποσό των (34.820,16 X 134,25/000) = 4.674,61 ευρώ, γ) στον τρίτο το ποσό των (34.820,16 X 125/000) = 4.352,52 ευρώ, δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των (34.820,16 X 125/000) = 4.352,52 ευρώ, ε) στον πέμπτο το ποσό των (34.820,16 X 268,50/000) = 9.349,22 ευρώ και στ) στην έκτη ενάγουσα το ποσό των (34.820,16 X 231,50/000) = 8.060,87 ευρώ, νομιμοτόκως όλα τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση...".
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο και τα εξής: "... Το εναγόμενο ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή άσκησαν καταχρηστικώς το δικαίωμά τους κατ'άρθρο 281 του ΑΚ, και ειδικότερα ότι η καταχρηστικότητα συνίσταται στα εξής : Ότι με το με ημερομηνία 21-7-2014 έγγραφο προς τους ενάγοντες -συνεκμισθωτές, προτάθηκε σ'αυτούς η μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26 ευρώ στο ποσό των 1.100 ευρώ, ότι ζητήθηκε από τους ανωτέρω να καταθέσουν εντός προθεσμίας 3 ημερών σχετική αντιπρόταση, ήτοι μέχρι την 24-7-2014,ότι με την από 29-8-2014 επιστολή τους αυτοί (ενάγοντες) με τη σειρά τους πρότειναν μείωση του μισθώματος σε διαφορετικό ποσό σε σχέση με αυτό που πρότεινε αυτό (εναγόμενο) ότι την ίδια ουσιαστικά αντιπρόταση έκαναν και δια της με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 2014 εξώδικης δήλωσης, διαφωνώντας με το εναγόμενο όχι καθεαυτή με τη μείωση του μισθώματος αλλά με το ποσό της μείωσης, ότι ουσιαστικά οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση για αναπροσαρμογή (μείωση) αλλά απλώς η διαφωνία μεταξύ των μερών έγκειται στο ύψος της μείωσης αυτής, ότι η αποδοχή της πρότασης για μείωση (έστω και αν υφίσταται διαφωνία ως προς το ποσό αυτής), δεν δίνει το δικαίωμα σ'αυτούς (ενάγοντες) να εμμένουν στην αξίωση καταβολής του μισθώματος όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 2012,ήτοι στο ποσό των 3.276,26 ευρώ, ότι το να εμμένουν στην επιδίωξη του μισθώματος ύψους 3.276,26 ευρώ, δια της παρούσας αγωγής, ενώ στην πραγματικότητα έχουν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να διαπραγματευθούν μείωσή του, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά ένσταση (άρθρα 281, 262 παρ. 1, 338 παρ.1 ΑΚ) απορριπτέος τυγχάνει ως απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κατ'άρθρο 330 ΚΠολΔ και τούτο διότι αν και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν ήταν ήδη γεγενημένα και μπορούσαν να προταθούν στις προαναφερόμενες προγενέστερες δίκες που ανοίχθηκαν με την άσκηση των από 16-2-2015 (αριθμ.καταθ. 1164/16-2-2015) και από 18-7-2016 (ΓAK/ΕΑΚ 5292,2769/ 22-7-2016) αγωγών καταβολής (διαφορών) μισθωμάτων μεταξύ των ίδιων διαδίκων που αφορούσαν προηγούμενα χρονικά διαστήματα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ'αριθμ.532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες οι αγωγές αυτές έγιναν τελεσίδικος δεκτές, ωστόσο, από την επισκόπηση όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προκύπτει ότι η εν λόγω ένσταση δεν προτάθηκε στις προηγούμενες δίκες και ως εκ τούτου η ένσταση αυτή έχει αποκλεισθεί από το δεδικασμένο (άρθρα 321,330 ΚΠολΔ) που απέρρευσε από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η επαναπροβολή της στην παρούσα δίκη.
Κατά συνέπεια, η εκκαλουμένη, η οποία ως προς την αγωγή για όλα τα ανωτέρω δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγόμενου που αποτελούν σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η από 25-6-2021 έφεση και οι από 21-2-2022 πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι...". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, μετά συνεκδίκαση των δικογράφων απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά της άνω υπ' αριθμ. 85/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τους δεύτερο κύριο και πρώτο πρόσθετο λόγους αναίρεσης [που επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 621/2024, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 253/2023)], υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.α, 19 και 8 εδ.β του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις:
α) ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 61 περ. δ του π.δ. 34/1995 σε συνδ. με άρθρο 280 ΑΚ, 611 ΑΚ, 37 του Π.Δ 715/1979, άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 4242/2014 και 29 παρ. 1 του Π.Δ 19/19/11/1932, με το να δεχθεί ότι η επίδικη μίσθωση μετά τη συμπλήρωση, στις 2-7-2014, 12ετίας από της ενάρξεώς της παρατάθηκε σιωπηρώς επίσης επί 12ετία (από 2-7-2017 έως 1-7-2029) και όχι, κατ' άρθρο 61 περ.
δ 34/1995, επί 4ετία, λόγω μη άσκησης αγωγής απόδοσης του μισθίου εκ μέρους των εκμισθωτών-αναιρεσίβλητων εντός 9μήνου από της λήξεως της 12ετίας, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διάρκειας της ένδικης μίσθωσης και δη εάν έλαβε χώρα σιωπηρή παράταση επί άλλα 12 έτη- λόγω της χρήσης του μίσθιου ακινήτου εκ μέρους του και γνώση αυτού του γεγονότος από τους αναιρεσίβλητους μέχρι και τον Ιούλιο 2020 (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ) και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό, που προέβαλε με λόγο έφεσης και πρόσθετο λόγο, περί αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης επί 4ετία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 61 περ.
δ του π.δ. 34/1995 (άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ). Οι άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι: 1) όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.α του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς το ζήτημα της σιωπηρής παράτασης της επίδικης μίσθωσης, μετά τη συμπλήρωση, στις 2-7-2014, 12ετίας από της ενάρξεώς της, 2) όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να έχει η απόφαση, αλλά και ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού οι πληττόμενες παραδοχές της απόφασης, όσον αφορά τη διάρκεια της μίσθωσης και την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων του επιδίκου χρονικού διαστήματος Μαρτίου 2019- Ιουνίου 2020, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ερείδονται στην ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από τις αναφερόμενες στην πληττόμενη αποφάσεις, 3) όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση, για το ζήτημα της διάρκειας της παράτασης της επίδικης μίσθωσης, έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό (περί 4ετούς παράτασης) και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι παράταση της μίσθωσης επί 12ετία.
Κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ` άρθρο 332 του ιδίου κώδικα, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι - δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά, για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021). Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021).
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 34/1992, ΑΠ 1227/2021, ΑΠ 759/2006).
Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), το δε δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 325 παρ. 2, και εκείνοι που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 του ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται, δε, ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 1598/2023, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 294/2014).
Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 846/2018). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1255/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τους δεύτερο κύριο (κατά το τέταρτο σκέλος του), τρίτο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 16 του ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι παρά το νόμο: α) δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 740/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς το ζήτημα της διάρκειας της επίδικης μίσθωσης και β) δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ. 532/2017 και 401/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς το ζήτημα του ύψους του μισθώματος της επίδικης μίσθωσης. Ο δεύτερος κύριος (κατά το τέταρτο σκέλος του) λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο α' αιτίαση), κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας το δεδικασμένο αυτό.
Σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμος, καθόσον το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, δεν προέβαλε ένσταση, περί ύπαρξης δεδικασμένου από την άνω απόφαση (αριθμ. 740/2020), αλλά, ένσταση, περί μη ύπαρξης δεδικασμένου από τις υπ' αριθμ. 532/2017 και 401/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Περαιτέρω, όσον αφορά τους ερευνώμενους τρίτο κύριο και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης (υπό στοιχείο β' αιτίαση), το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δέχθηκε [στο φύλλο 6ο (οπίσθια σελίδα) και στο φύλλο 7ο (εμπρόσθια σελίδα)] της προσβαλλομένης απόφασης ότι απορρέει δεδικασμένο από τις υπ'αριθμ.532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες και ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες εκδόθηκαν επί προγενέστερων, από 16-2-2016 και 18-7-2016 αντιστοίχως αγωγών των ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την επιδίκαση μισθωμάτων προηγουμένων μισθωτικών περιόδων (από Ιούλιο έτους 2014 έως Φεβρουάριο έτους 2015 και από Μάρτιο έτους 2015 έως Ιούλιο έτους 2016), το οποίο (δεδικασμένο) εκτείνεται και στην παρούσα δίκη.
Ειδικότερα, διέλαβε τις εξής παραδοχές: "Όλα δε τα ανωτέρω κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου από τις υπ'αριθμ.532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου επί προγενέστερων αγωγών των νυν εναγόντων που αφορούσαν επιδίκαση μισθωμάτων προηγούμενων μισθωτικών περιόδων και ειδικότερα, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου το ζήτημα ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26 ευρώ στο ποσό των 1.100 ευρώ με την μονομερή και αυθαίρετη ενέργεια του εναγομένου, ήτοι με την ως άνω υπ'αριθμ. 21766/1-8-2014 απόφασή του, δεσμευτική κρίση για το Δικαστήριο τούτο, που απορρέει από την υπ'αριθμ.532/2017 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη απόφαση) του Δικαστηρίου τούτου, που αφορά τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των νυν εναγόντων (ήδη πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσίβλητων).
Ως προς δε τους τρίτο και τέταρτη των νυν εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων), τα ίδια ως ανωτέρω κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ.401/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου...". Δηλαδή, το Εφετείο, δέχθηκε ότι από τις άνω υπ'αριθμ.532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες και ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει δεδικασμένο ότι το μηνιαίο μίσθωμα από το έτος 2012 έως και τη λήξη της 12ετίας, αλλά και κατά τη διάρκεια της σιωπηρής παράτασης της σύμβασης μίσθωσης, εντός της οποίας εμπίπτουν τα χρονικά διαστήματα, τα οποία αφορούν οι άνω αποφάσεις (από Ιούλιο έτους 2014 έως Φεβρουάριο έτους 2015 και από Μάρτιο έτους 2015 έως Ιούλιο έτους 2016), αλλά και το χρονικό διάστημα της επίδικης αγωγής (αίτημα επιδίκασης μισθωμάτων από Μάρτιο έτους 2019 έως Ιούνιο έτους 2020), ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 3.276,26 ευρώ, καθόσον ουδέποτε έλαβε χώρα κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο μείωση αυτού στο ποσό των 1.100 ευρώ με τη μονομερή και αυθαίρετη ενέργεια του ήδη αναιρεσείοντος.
Επομένως, ορθά κρίθηκε ότι η αξίωση καταβολής των αιτουμένων δια της ενδίκου αγωγής διαφορών μισθωμάτων (του μεταγενέστερου διαστήματος) καλύπτεται από το απορρέον από τις άνω αποφάσεις δεδικασμένο, οι δε περί του αντιθέτου τρίτος κύριος και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης (υπό στοιχείο β' αιτίαση), κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Όπως προελέχθη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, κατά την ερμηνεία της σύμβασης, τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 115/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 84/2008).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς, εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 751/2019, ΑΠ 527/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020). Ακόμη, στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Για να είναι δε ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνου που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να εκτίθενται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τους τέταρτο κύριο (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του), τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με το ζήτημα της διαπραγμάτευσης της πρότασής του για μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, καίτοι δέχθηκε (η αναιρεσιβαλλομένη) ότι δεν έλαβε χώρα διαπραγμάτευση, διαλαμβάνοντας κρίση περί μονομερούς μειώσεως του μισθώματος εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος).
Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης διότι, το Εφετείο, όπως προελέχθη, δέχθηκε την ύπαρξη δεσμευτικού δεδικασμένου, απορρέοντος από τις υπ' αριθμ. 532/2017 και 401/2020 προγενέστερες αποφάσεις του, όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα (ύψος του μισθώματος). Επομένως, οι άνω λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τους τέταρτο κύριο (κατά το τρίτο σκέλος του) και πέμπτο πρόσθετο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι μεταξύ των διαδίκων δεν έλαβε χώρα διαπραγμάτευση για το ύψος (μείωση) του μηνιαίου μισθώματος, μολονότι από το υπ' αριθμ.πρωτ. ...-2014 έγγραφό του πλήρως προέκυπτε ότι έλαβε χώρα έγγραφη διαπραγμάτευση επί συγκεκριμένης πρότασης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την οριστικοποίηση του ύψους του μισθώματος στο ποσό των 1.100 ευρώ, όπως αυτό προέκυπτε από την από 1-8-2014 απόφαση του Υποδιοικητή του.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού το αναιρεσείον, για τη θεμελίωσή τους, δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω περί της απόδειξης του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό, αλλά ότι αντικρούεται από τα αποδεικτικά μέσα που το ίδιο αναφέρει, πλήττοντας, όμως έτσι, την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του) το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.γ' (αληθώς 20) του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 29-8-2014 εγγράφου των αναιρεσίβλητων εκμισθωτών, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και δη ότι οι τελευταίοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους για περαιτέρω μείωση του μισθώματος, ενώ αντιθέτως συναινούσαν για μείωση αυτού της τάξεως του 15 έως 20%.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, κατ' άρθρο 566 του ΚΠολΔ, καθόσον στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται ολόκληρο το περιεχόμενο του εγγράφου, ούτε το αναιρεσείον προσδιορίζει το νόμιμο τρόπο που το έγγραφο προσκομίστηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Με τον πέμπτο κύριο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 7 ν. 4238/2014 σε συνδ. με άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/2014 και 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4002/2011, όσον αφορά το ζήτημα της εφαρμογής ή μη στην ένδικη περίπτωση των ανωτέρω διατάξεων, και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας και εφόσον το ίδιο δεν επιθυμεί την μονομερή καταγγελία της σύμβασης έχει τη δυνατότητα της μονομερούς μείωσης του μισθώματος. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης και, ως εκ τούτου, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι το εν λόγω ζήτημα, ήτοι ότι ουδέποτε έλαβε χώρα, κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο, μείωση του μηνιαίου μισθώματος, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, δυνάμει των υπ'αριθμ. 532/2017 και 401/2020 τελεσιδίκων και ήδη αμετάκλητων αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Κατά το άρθρο 330 του ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελιώσεως.
Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφ' όσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγουμένης δίκης, εφ' όσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 1203/2020, ΑΠ 243/2018, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1017/2001).
Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν περιλαμβάνεται και η από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, η ένσταση αυτή, παρά τη γινόμενη με το άρθρο 330 του ΚΠολΔ ρύθμιση, δύναται επιτρεπτώς να προταθεί στην περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, είναι μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 886/2004, ΑΠ 1187/2003, ΑΠ 35/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι απορρέει δεδικασμένο από τις υπ'αριθμ. 532/2017 και 401/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με τις οποίες κρίθηκε ότι δεν μειώθηκε μονομερώς το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 3.276,16 ευρώ στο ποσό των 1.100 ευρώ και υποχρεώθηκε αυτό (αναιρεσείον) να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους διαφορές μισθωμάτων που αφορούσαν προηγούμενα χρονικά διαστήματα και έτσι απέρριψε ως απαράδεκτη την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, την οποία δεν είχε προτείνει στη δίκη εκείνη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν δέχθηκε δεδικασμένο κατά παράβαση του νόμου, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και των άνω αποφάσεων, το αναιρεσείον δεν είχε προτείνει στα πλαίσια των δικών επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Επομένως, η προταθείσα στα πλαίσια αυτής της δίκης ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είχε καλυφθεί από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από τις προαναφερθείσες αποφάσεις και, ως εκ τούτου, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, σημειουμένου ότι με αυτήν (ένσταση) δεν έγινε επίκληση πραγματικών περιστατικών, συνιστώντων κατάχρηση, μεταγενέστερων της τελευταίας συζήτησης επί της οποίας εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του ΚΠολΔ αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη, ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δε θα μπορεί να προσβληθεί (ΑΠ 1440/2019). Η σχετική κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου, διότι απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη με αναίρεση εξουσία του (δικαστηρίου) (ΑΠ 874/2017, ΑΠ 1191/2010, ΑΠ 1530/2009, ΑΠ 215/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο κύριο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, απέρριψε το αίτημά του, περί αναστολής της δίκης λόγω άσκησης της από 27-9-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 401/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που αφορά τους τρίτο και τέταρτη των εφεσίβλητων και ήδη τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, δεχθέν ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν ανατρέπει το εκ της τελεσίδικης απόφασης δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26-06/10-07-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου και 7 παρ. 2 ν.δ 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος επί των κυρίων οφειλών του Δημοσίου και πάσης οφειλής των ΝΠΔΔ ανέρχεται σε 6% ετησίως και οφείλεται από την επίδοση της αγωγής.
Επομένως, ο νόμιμος, καθώς και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή του Δημοσίου, αλλά και των ΝΠΔΔ, ορίζεται σε 6% ετησίως (εκτός να ορίζεται διαφορετικά και ρητά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1).
Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2). Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 447/2024, ΑΠ 1303/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΑΠ 447/2024, ΑΠ 1303/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο ουδόλως εξέτασε το λόγο έφεσής του με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως διαφορές μισθωμάτων με το νόμιμο τόκο, για το μετά την επίδοση της από 29-6-2020 αγωγής χρονικό διάστημα, αντί του μειωμένου προβλεπόμενου από τις οικείες διατάξεις επιτοκίου, που έχει εφαρμογή και επί εκκρεμών δικών οφειλών των Ν.Π.Δ.Δ..
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24-4-2019, ίσχυε τόσο κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (3-3-2022), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (18-7-2022) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24-4-2019 ένδικη αξίωση των ιδιωτών - εναγόντων - εφεσίβλητων - και ήδη αναιρεσίβλητων, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα και για το διάδικο Ν.Π.Δ.Δ.
της παρούσης υπόθεσης, για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της ένδικης από 29-6-2020 αγωγής, αφού από 1-5-2019 και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και από τα Ν.Π.Δ.Δ.
τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019, το οποίο είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.
Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων-ήδη αναιρεσιβλήτων και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον-εναγόμενο, να καταβάλει στους ενάγοντες το επιδικασθέν (με την υπ' αριθμ. 85/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικυρωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος αυτής) ποσό των 34.820,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 29-6-2020 αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019.
Λόγος περί του, κατ` άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παραβόλου δεν γίνεται, διότι το αναιρεσείον, κατ` άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β` του ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και αυτών της παρούσας δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, καθώς και της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1, 179, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 446/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την από 29-6-2020 (αριθμ. κατ. 4258/2046/2020) αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο των τόκων.
Υποχρεώνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ)", να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων - αναιρεσίβλητων το επιδικασθέν ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων, οκτακοσίων είκοσι ευρώ και δέκα έξι λεπτών (34.820,16 ευρώ), κατά την αναλογία καθενός, με βάση το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του μισθίου ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 29-6-2020 (αριθμ. κατ. 4258/2046/2020) αγωγής μέχρι την εξόφληση, με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από τη Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ