Legislator Case Law & Legislation
137/2022 AI generated

137/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 137/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

137/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η γενική συνέλευση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για θέματα τα οποία ο νομοθέτης θεωρεί μείζονα για την ύπαρξη και γενικά την λειτουργία της εταιρίας. Για να πραγματοποιηθεί και να λάβει εγκύρως αποφάσεις η ΓΣ των μετόχων, πρέπει να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει ο νόμος και αφορούν στη σύγκληση και συγκρότηση της.

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing mismanagement organizational deficiency gestor without mandate concentrations between undertakings enterprise management
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 137 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ζ. Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Ε., συζύγου Ν. Κ., το γένος Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πετρούσκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-01-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/17/2011ΤΠ/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2017 του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-06-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη από 25-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 58/2017 απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 18/17/2011ΤΠ/2015/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 33 του Ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της ανώνυμης εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, οι δε αποφάσεις της δεσμεύουν και υποχρεώνουν και τους απόντες ή διαφωνούντες εταίρους, μπορούν δε οι μέτοχοι να μετάσχουν σ' αυτή και να ασκήσουν τα δικαιώματά τους αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου (άρθρ. 211, 216 ΑΚ), γεγονός που δεν ορίζεται ρητώς στο νόμο, προκύπτει όμως εκ διαφόρων διατάξεων του ν. 2190/20 και δη των άρθρων 27 παρ. 2 και 29 παρ. 1, οι οποίες, σχετικά με τα δικαιώματα των μετόχων πριν τη σύγκληση της ΓΣ και ενόψει συνεδρίασής της (άρθρο 27) και για τα απαιτούμενα ποσοστά απαρτίας (άρθρο 29), κάνουν λόγο περί αντιπροσώπων, χωρίς καμιά διάκριση.

Η γενική συνέλευση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για θέματα τα οποία ο νομοθέτης θεωρεί μείζονα για την ύπαρξη και γενικά την λειτουργία της εταιρίας. Για να πραγματοποιηθεί και να λάβει εγκύρως αποφάσεις η ΓΣ των μετόχων, πρέπει να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει ο νόμος και αφορούν στη σύγκληση και συγκρότηση της.

Από τις διατάξεις του άρθρου 35 α’ παρ.1-2 του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του. ν. 3604/2007 και εφαρμόζεται σε αποφάσεις γ.σ. που συγκλήθηκαν ή έλαβαν χώρα πριν την 8.10.2007 (άρθρ. 79 παρ. 7 εδ. β και 82 του ν. 3604/2007), "οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης είναι άκυρες και όταν:

α) ελήφθησαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας ή πλειοψηφίας διατάξεων ή β) δια του περιεχομένου των θίγουν διατάξεις του καταστατικού, τεθειμένας αποκλειστικώς ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρίας". Εξ αυτών συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας είναι άκυρες όχι μόνον στις με στοιχεία α’ και β’ των παραπάνω διατάξεων αναφερόμενες περιπτώσεις, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι αντίθετες σε απαγορευτικές διατάξεις του πιο πάνω ν.2190/1920 ή του ΑΚ (άρθρα 174, 180, 281 ΑΚ).

Άκυρη δε απόφαση, αδιαφόρως του λόγου της ακυρότητάς της, λογίζεται ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ) και δεν παράγει το σκοπούμενο αποτέλεσμα, δεν δεσμεύει την εταιρία και, εφόσον θεωρείται μη υπάρχουσα, δεν χρήζει προσβολής. Η ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει την ανυπαρξία της απόφασης με αγωγή ή ένσταση (ΑΠ 155/1985, ΑΠ 484/2010).

Διαφορετική είναι η περίπτωση της ανυπόστατης απόφασης της γενικής συνέλευσης, δηλαδή τέτοιας που δεν έχει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά εκδήλωσης δικαιοπρακτικής βούλησης, κατ' άρθρο 167 ΑΚ (ΑΠ 547/2019). Με το ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, εισήχθη για πρώτη φορά ειδική ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις, οι οποίες θεωρούνται πλέον ως μια ειδική κατηγορία ελαττωματικών αποφάσεων, διακρινόμενες σε εκείνες που λαμβάνονται στο πλαίσιο συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης (άρθρο 35γ) και σε εκείνες που λαμβάνονται χωρίς να προηγηθεί συνεδρίαση (άρθρο 32 παρ. 3), δηλαδή δια περιφοράς πρακτικού, δυνατότητα, που δεν προβλεπόταν μεν στο νόμο υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, πλην όμως δεν ήταν άγνωστη στην πράξη (ΑΠ 1340/2017).

Ωστόσο, και κατά το προ του ν. 3604/2007 ισχύον δίκαιο αναγνωριζόταν ως μορφή ανισχύρου της απόφασης Γ.Σ. και το ανυπόστατο αυτής, κατά μεταφορά της αντίστοιχης νομικής κατηγορίας από το δίκαιο της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, για να είναι υποστατή εκπεφρασμένη βούληση της ΓΣ, ως ανωτάτου οργάνου της ανώνυμης εταιρείας, πρέπει α) να έχει λάβει χώρα "πραγματική συνάθροιση των μετόχων", δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος ψήφου των συμμετασχόντων μετόχων να ασκείται σε πραγματική συγκέντρωση, β) να "συμμετέχουν" σε αυτή μέτοχοι, με την έννοια ότι σε όλους τους μετόχους να παρέχεται, σύμφωνα με τον νόμο, η δυνατότητα συμμετοχής σε αυτήν, γ) η απόφαση να έχει προέλθει από πραγματική άσκηση του δικαιώματος ψήφου των μετόχων, ανεξάρτητα αν είναι θετική ή αρνητική, και δ) οι μέτοχοι να έχουν συνείδηση ότι συγκεντρούμενοι απαρτίζουν το εταιρικό όργανο με σκοπό τη ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων στα πλαίσια της αρμοδιότητας που ο νόμος και η εσωτερική τάξη της εταιρείας παρέχει στο όργανο αυτό.

Η απουσία κάποιας από τις παραπάνω προϋποθέσεις ισοδυναμεί, καταρχήν, με ανυπαρξία γενικής συνέλευσης, και κατ' επέκταση, με ανύπαρκτη απόφαση. Έτσι, ανυπόστατη είναι η απόφαση της Γ.Σ. όταν τα μέλη δεν συνήλθαν ή συνήλθαν και δεν αποφάσισαν προς τούτο τα δικαιούμενα μέλη ή αποφάσισαν επ’ ευκαιρία κάποιας εκδήλωσης ή συνάντησης κ.λπ.

Συνεπώς, οι αποφάσεις της ΓΣ που ελήφθησαν χωρίς πραγματική συγκέντρωση των μετόχων θεωρούνται ανυπόστατες. Στην περίπτωση ανυπόστατης απόφασης, με την παραπάνω έννοια, οποιοσδήποτε έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τέτοιος δε είναι και ο μέτοχος, δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση αυτής ως ανυπόστατης, μετερχόμενος προς τούτο, ιδίως, την αναγνωριστική αγωγή, αλλά και με κάθε άλλο τρόπο, χωρίς να υπόκειται σε αποσβεστικές προθεσμίες.

Ειδική μορφή ΓΣ αποτελεί η καθολική γενική συνέλευση, ήτοι η συνέλευση στην οποία παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, με σκοπό να λάβουν αποφάσεις για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, έστω και χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις σύγκλησής της (ΑΠ 1979/2008), εφόσον όμως κανένας από τους μετόχους δεν αντιλέγει στην πραγματοποίησή της και στη λήψη αποφάσεων (αρ. 26 παρ. 3, όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το αρ. 11 παρ. 3 του ν. 2339/1995).

Στην περίπτωση, δηλαδή, της καθολικής ΓΣ, η σύγκληση υποκαθίσταται από την αυθόρμητη καθολική συμμετοχή όλων των εταίρων και την κοινή βούλησή τους (εκφραζόμενη και σιωπηρά δια της μη προβολής αντιρρήσεων) η συνάθροισή τους να έχει το χαρακτήρα συνέλευσης που θα λάβει δεσμευτικές αποφάσεις. Όταν, όμως, το οικείο πρακτικό εμφανίζει ως καθολική μία γενική συνέλευση, χωρίς στη συνεδρίασή της να παρίστανται όλοι οι μέτοχοι, ήτοι χωρίς πραγματική συγκέντρωση των μετόχων, δεν υπάρχει παράνομη σύνθεση της ("ψευδοσυνέλευσης" ή "ψευδεπίγραφης") καθολικής γενικής συνέλευσης, αλλά ανυπαρξία αυτής, αφού λείπει ένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της καθολικής γενικής συνελεύσεως και ως εκ τούτου οι αποφάσεις της είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες, αφού δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης.

Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται νομικά απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές. Η διάταξη του άρθρου 35α § 2, που αφορά στην ίαση της ακυρότητας των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως για οποιονδήποτε λόγο, εφαρμόζεται σε περίπτωση ακυρότητας των αποφάσεων, όχι όμως και όταν πρόκειται για "ανυπόστατη" γενική συνέλευση, οπότε είναι ανυπόστατες και οι "αποφάσεις" που αυτή λαμβάνει, αφού δεν μπορεί να λογίζονται ως πράξεις εταιρικού οργάνου.

Ενόψει αυτών, στην περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας βάσει ανυπόστατης απόφασης, οι μετοχές που προκύπτουν από αυτή την αύξηση είναι άκυρες. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 Ν.3884/2010 "Αι κατά τας συνελεύσεις συζητήσεις και αποφάσεις καταχωρίζονται εν περιλήψει εις ειδικόν βιβλίον.

Αιτήσει μετόχου ο Πρόεδρος της συνελεύσεως υποχρεούται να καταχωρήση εις τα πρακτικά ακριβή περίληψιν της γνώμης αυτού. Εν τω αυτώ βιβλίω καταχωρίζεται και κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων κατά την γενικήν συνέλευσιν μετόχων, συντεταγμένος συμφώνως τω άρθρω 27 παραγρ. 2". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι στα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως της ανώνυμης εταιρείας, καταχωρίζονται α) ο πίνακας των μετόχων που παρίστανται στην γενική συνέλευση, καθώς και των τυχόν πληρεξουσίων τους, ο οποίος συντάσσεται κατά το άρθρο 27 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, β) οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση, με μνεία του τρόπου λήψεώς τους (τρόπος ψηφοφορίας, αριθμός ψήφων, ανεξάρτητα αν πρόκειται για θετικές ή αρνητικές για έγκυρες ή άκυρες αποφάσεις) και γ) οι γνώμες και επομένως και αιτήσεις και ερωτήσεις των μετόχων που ζήτησαν την καταχώρησή τους.

Προκύπτει, επίσης, ότι τα πρακτικά των πράγματι γενομένων συνεδριάσεων των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, για την αποδεικτική δύναμη των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν δε ως προς την εταιρεία αποκλειστικό τρόπο αποδείξεων των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την συνέλευση που πραγματοποιήθηκε και των αποφάσεων που λήφθηκαν, ενώ οι τρίτοι, όπως και οι μέτοχοι, μπορούν να επικαλεσθούν και μάρτυρες.

Μόνη η έλλειψη της υπογραφής ενός μετόχου στο πρακτικό, εφόσον προκύπτει η πραγματική παρουσία του, δεν αποδεικνύει την μη συμμετοχή του στη γενόμενη γενική συνέλευση, εφ' όσον στο πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, ρητά σημειώνεται ότι παρέστησαν και ψήφισαν όλοι οι μέτοχοι τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο πρακτικό (ΑΠ 130/2020).

Πρακτικό θεωρείται το υπογεγραμμένο κείμενο που καταχωρίζεται και περιέχεται στο ειδικό βιβλίο πρακτικών και όχι οι πρόχειρες σημειώσεις που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της συνέλευσης (πρβλ ΑΠ 756/2017). Τα αντίγραφα του βιβλίου πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας αποδεικνύουν μόνον αν βεβαιώνεται ότι έχουν παραβληθεί προς το πρωτότυπο και έχει βεβαιωθεί η προς αυτό συμφωνία τους από κάποια αρχή, που έχει το δικαίωμα γι’ αυτό και προσδιορίζεται η ταυτότητά της (ΑΠ 542/1960).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 29/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθ. .../23.11.1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Νικολάου Αλεξ. Σταθακιού, που μεταγράφηκε νόμιμα ... και δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσείουσα), με έδρα το …, διάρκεια πενήντα ετών και σκοπό, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση του υπό ανέγερση ξενοδοχείου Β' τάξης στη θέση ...

ή ..., με μετόχους τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) και τον Ν. Κ. του Θ. (πρώτο εναγόμενο, ως προς τον οποίο έχει απορριφθεί η αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη) και, ειδικότερα, τον πρώτο ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο με 2.080 μετοχές του καθένα επί συνόλου 6.500 μετοχών, ήτοι ποσοστό συμμετοχής 32%, τον δε δεύτερο και την τρίτη των εναγόντων με 1.170 μετοχές του καθένα, ήτοι ποσοστό συμμετοχής 18%.

Το πρώτο Δ.Σ. της εναγομένης απαρτίστηκε από τον πρώτο ενάγοντα ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τον δεύτερο ενάγοντα ως Αντιπρόεδρο και τον μη μέτοχο Θ. Ν. Κ. ως μέλος. Ακολούθως οι ενάγοντες, ενόψει έλλειψης επαρκών γραμματικών γνώσεων, αλλά και στενής συγγενικής σχέσης του πρώτου από αυτούς με τον πρώτο εναγόμενο (αδελφοί), καθώς και διαρκούς απουσίας του δεύτερου και της τρίτης από τη …, λόγω του ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι …, είχαν εκχωρήσει με ειδικά πληρεξούσια εξουσίες και αρμοδιότητες, που απέρρεαν από τις ιδιότητες του μετόχου και του εκτελεστικού μέλους του Δ.Σ.

αντίστοιχα, στον πρώτο εναγόμενο και, συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων με το με αριθ. .../16.12.1992 ειδικό πληρεξούσιο του ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο τον εξουσιοδότησε να παρίσταται και να τους αντιπροσωπεύει στις γενικές συνελεύσεις της εναγομένης, που ανακάλεσε αργότερα με την με αριθ. …/8.5.2003 πράξη ανάκλησης της συμβολαιογράφου Σάμου Αικατερίνης Σταύρου Μανουσάκη, ο δεύτερος ενάγων με το με αριθ.

…/1.8.1990 ειδικό πληρεξούσιο του ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο τον εξουσιοδότησε, εκτός άλλων, να συστήσει εταιρεία οποιουδήποτε νομικού τύπου και να συμμετέχει στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας, που ανακάλεσε αργότερα με την με αριθ. .../10.6.2008 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου του αναπληρώνοντος την Γενική Πρόξενο στο Γραφείο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Καναδά και εκτελούντος εν προκειμένω συμβολαιογραφικά καθήκοντα ΔΓ Δ' Χρήστου Καρακλά και η τρίτη ενάγουσα με το με αριθ. .../16.8.1990 πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου στο Μόντρεαλ Αλεξάνδρου Αναστ.

Αλεξανδρή, με το οποίο τον εξουσιοδότησε, εκτός άλλων, να συστήσει εταιρεία οποιουδήποτε νομικού τύπου και να συμμετέχει στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας, που ανακάλεσε αργότερα με την με αριθ. .../6.9.2016 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου του Γενικού Προξένου στο Μόντρεαλ Νικολάου Σιγάλα. Με πρωτοβουλία του μετόχου Ν.

Κ. και με διαδοχικές γενικές συνελεύσεις της δεύτερης εναγομένης αυξήθηκε κατ' επανάληψη το μετοχικό κεφάλαιο αυτής, ο δε Ν. Κ. εξαγόρασε από τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόντων ποσοστό 2% των κατεχομένων από τον καθένα μετοχών, έτσι ώστε μεταβλήθηκαν τα ποσοστά συμμετοχής των μετόχων στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και ο μεν Ν.

Κ. κατέχει πλέον 16.284 μετοχές, ήτοι ποσοστό 50,37%, ο δε πρώτος ενάγων 8.483 μετοχές και καθένας από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων 3.780 μετοχές. Περαιτέρω, ως προς τις αποφάσεις των από 25.9.2001 και 31.12.2002 γενικών συνελεύσεων των μετόχων, που αφορούσαν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το άνευ αριθμού πρακτικό της από 25.9.2001 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης στα γραφεία της, στο …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, το οποίο φέρεται ως ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών Γ.Σ. - στο τέλος του οποίου, αφού γίνεται μνεία ότι "λύεται η συνεδρίαση και υπογράφεται το πρακτικό", υπάρχει καταχώριση με τυπογραφικά στοιχεία του Προέδρου της Γ.Σ.

Α. Κ. και του Γραμματέα της Γ.Σ. Ν. Κ., χωρίς υπογραφή τους και φέρει μονογραφή (ως ακριβές αντίγραφο) του Προέδρου του Δ.Σ. Α. Κ. (πρώτου ενάγοντος), όπως αυτό έχει κατατεθεί στη ΔΟΥ Σάμου με αριθ. 36/4.10.2001, έχει δε καταχωριστεί στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΕΚ 9074/Τευχ. ΑΕ & ΕΠΕ/15.10.2001) η έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού της εναγομένης με σχετική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που έγινε με απόφαση της εν λόγω από 25.9.2001 Γ.Σ. -, ενώ δεν προσκομίζεται (ούτε γίνεται επίκλησή του) από την εναγομένη το πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου, επικυρωμένο από αρμόδια αρχή, με τις υπογραφές των μετόχων, συνήλθαν οι μέτοχοι της εναγομένης, ήτοι οι ενάγοντες και ο Ν.

Κ., που είχαν δικαίωμα συμμετοχής, με την παρουσία και του λογιστή αυτής Ν. Α., κατόπιν της από 5.9.2001 πρόσκλησης του Δ.Σ., που δεν δημοσιεύθηκε, καθότι στη Γ.Σ. εκπροσωπείται το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και, ως εκ τούτου (ΑΠ 2543/1967), δεν απαιτείται δημοσίευση αυτής, ορίστηκε προσωρινός Πρόεδρος της Συνέλευσης ο πρώτος ενάγων, που προσέλαβε ως γραμματέα και ψηφολέκτη τον Ν.

Κ., και αποφάσισαν ομόφωνα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά τα αναγραφόμενα ποσά από τους μετόχους Ν. Κ. και Α. Κ., ενώ (κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω αντίγραφο) οι λοιποί δύο μέτοχοι δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής τους στην αύξηση. Ακολούθως, σύμφωνα με το άνευ αριθμού πρακτικό της από 31.12.2002 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης στα γραφεία της, στο …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες - στο τέλος του οποίου, αφού γίνεται μνεία ότι "λύεται η συνεδρίαση και υπογράφεται το πρακτικό", αναγράφεται με τυπογραφικά στοιχεία "Ο Πρόεδρος της Γ.Σ." και "Ο Γραμματέας της Γ.Σ.", χωρίς ονόματα και υπογραφές, αλλά, πιο κάτω έχει τεθεί η σφραγίδα της εναγομένης και υπογραφή "Α.Κ.", έχει δε καταχωριστεί στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΕΚ 1014/Τευχ.

ΑΕ & ΕΠΕ/5.2.2003) η έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού της εναγομένης με σχετική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που έγινε με απόφαση της εν λόγω από 31.12.2002 Γ.Σ. -, αλλά δεν προσκομίζεται (ούτε γίνεται επίκληση) από την εναγομένη το πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο το πρωτοτύπου, επικυρωμένο από αρμόδια αρχή, με τις υπογραφές των μετόχων, συνήλθαν οι μέτοχοι της εναγομένης, ήτοι οι ενάγοντες και ο Ν.

Κ., που είχαν δικαίωμα συμμετοχής, με την παρουσία και του λογιστή αυτής Ν. Α., κατόπιν της από 2.12.2002 πρόσκλησης του Δ.Σ., που δεν δημοσιεύθηκε, καθότι στη Γ.Σ. εκπροσωπείται το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και, ως εκ τούτου (ΑΠ 2543/1967), δεν απαιτείται δημοσίευση αυτής, ορίστηκε προσωρινός Πρόεδρος της Συνέλευσης ο πρώτος ενάγων, που προσέλαβε ως γραμματέα και ψηφολέκτη τον δεύτερο ενάγοντα Ν.

Κ., και αποφάσισαν ομόφωνα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας παγίων του ν. 2065/1992 και διανομή των νέων μετοχών στους μετόχους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο. Με βάση τ' ανωτέρω περιγραφόμενα "ακριβές αντίγραφο" πρακτικού και πρακτικό, που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, επρόκειτο για δύο φαινόμενες καθολικές γενικές συνελεύσεις, που δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα, ήτοι δεν έλαβε χώρα πραγματική συνάθροιση όλων των μετόχων στις 25.9.2001 και 31.12.2002, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πρακτικά υπογεγραμμένα από αυτούς και δη τους ενάγοντες, που αρνούνται ότι ήταν παρόντες.

Άλλωστε η εναγομένη συνομολογεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων δεν παρευρίσκονταν στις ως άνω γενικές συνελεύσεις, ισχυριζόμενη στη συνέχεια ότι τους εκπροσώπησε ο μέτοχος Ν. Κ. (πρώτος εναγόμενος) δυνάμει του με αριθ. .../1992 πληρεξουσίου, το οποίο όμως είχε καταρτίσει ο πρώτος ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ενώ τα πληρεξούσια του δεύτερου και της τρίτης είχαν καταρτιστεί πριν τη σύσταση της εναγομένης.

Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία της προ εικοσαημέρου πρόσκλησης των μετόχων να παρευρεθούν στη Γενική Συνέλευση, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται την ακυρότητα των αποφάσεων που λήφθηκαν κατά τις αντίστοιχες γενικές συνελεύσεις, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, με την προϋπόθεση βέβαια της προσβολής τους εντός της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι εμφανίζονται ως καθολικές οι ένδικες γενικές συνελεύσεις χωρίς να είναι, συνεπάγεται όχι παράνομη σύνθεση των καθολικών γενικών συνελεύσεων, αλλά ανυπαρξία αυτών, αφού λείπει ένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της καθολικής γενικής συνέλευσης και, ως εκ τούτου, οι αποφάσεις τους είναι ανύπαρκτες, με άλλη λέξη ανυπόστατες".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε το ανυπόστατο των αποφάσεων των από 25-9-2001 και 31-12-2002 εκτάκτων γενικών συνελεύσεων της αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή οι επίμαχες αποφάσεις των από 25-9-2001 και 31-12-2002 έκτακτων καθολικών γενικών συνελεύσεων της αναιρεσείουσας εταιρείας είναι ανυπόστατες, την κρίση δε αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης:

α) ότι δεν έλαβε χώρα πραγματική συνάθροιση όλων των μετόχων στις 25.9.2001 και 31.12.2002 και ότι επρόκειτο για δύο φαινόμενες καθολικές γενικές συνελεύσεις, που δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα, β) ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε ούτε και επικαλέστηκε το πρωτότυπο εκάστου πρακτικού ή ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου, επικυρωμένο από αρμόδια αρχή, περί έγκρισης της τροποποίησης του καταστατικού της με σχετική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, γ) ότι η αναιρεσείουσα συνομολόγησε με τις πρωτόδικες προτάσεις της ότι ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων δεν παρευρίσκονταν στις ως άνω γενικές συνελεύσεις, δ) ότι στα προσκομισθέντα, όμως, από την αναιρεσείουσα "ακριβές αντίγραφο" πρακτικού της πρώτης Γ.Σ.

και πρακτικό της δεύτερης, αναφέρεται ότι συνήλθαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας, που είχαν δικαίωμα συμμετοχής, εκπροσωπούντες το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή ότι άπαντες οι μέτοχοι είχαν φυσική παρουσία στις δύο γενικές συνελεύσεις, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία σ' αυτά, ότι συμμετείχε μόνον ο μέτοχος Ν.

Κ. ως πληρεξούσιος και των λοιπών μετόχων (αναιρεσιβλήτων), ε) ότι στο άνευ αριθμού πρακτικό της από 25.9.2001 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, που φέρεται ως ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών Γ.Σ. και στο τέλος του οποίου γίνεται μνεία ότι "λύεται η συνεδρίαση και υπογράφεται το πρακτικό", υπάρχει καταχώριση με τυπογραφικά στοιχεία του Προέδρου της Γ.Σ.

Α. Κ. και του Γραμματέα της Γ.Σ. Ν. Κ., χωρίς όμως υπογραφή τους, φέρει δε αυτό απλώς μονογραφή (ως ακριβές αντίγραφο) του Προέδρου του Δ.Σ. Α. Κ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου), και στ) ότι, επίσης, στο άνευ αριθμού πρακτικό της από 31.12.2002 Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, σύμφωνα με το οποίο ορίστηκαν προσωρινός Πρόεδρος της Συνέλευσης ο πρώτος αναιρεσίβλητος και γραμματέας ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, γίνεται δε μνεία στο τέλος αυτού, ότι "λύεται η συνεδρίαση και υπογράφεται το πρακτικό", αναγράφεται μεν, με τυπογραφικά στοιχεία, "Ο Πρόεδρος της Γ.Σ." και "Ο Γραμματέας της Γ.Σ.", χωρίς ωστόσο να αναγράφονται ονόματα και χωρίς αυτό να φέρει υπογραφές, αλλά, έχει τεθεί μόνον η σφραγίδα της αναιρεσείουσας εταιρείας και υπογραφή "Α.Κ.".

Πέραν των ανωτέρω παραδοχών, δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει το Εφετείο άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Επομένως, ο μοναδικός, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι αποδιδόμενες δε λοιπές αιτιάσεις περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, όσον αφορά τη συμμετοχή των μετόχων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, τους οποίους ο Ν.

Κ. τους αντιπροσώπευε δυνάμει γενικών πληρεξουσίων που του είχαν χορηγηθεί και επίσης ως προς το λόγο του ανυποστάτου των ένδικων γενικών συνελεύσεων, είναι απαράδεκτες, διότι συνάπτονται με την ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα εκτίθεται σαφώς και με πληρότητα.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ζ. Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 58/2017 απόφασης του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ