Legislator Case Law & Legislation
137/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance coverage for corrugated warehouse storage of goods.

Case Number 137/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding insurance coverage for goods stored in corrugated warehouses. The appellate court had accepted that such storage was covered under the insurance policy without requiring specific mention of the construction type in the contract. The Supreme Court ruled the appeal inadmissible because the contested reasoning was merely subsidiary to the main, unchallenged finding that the storage complied with insurance terms.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(2) of the Code of Civil Procedure; Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if it attacks only subsidiary reasoning while the main decision rests on independent and valid grounds.

Keywords

AI generated
insurance coverage corrugated warehouse subsidiary reasoning inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 137 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:

1) Κοινοπραξίας των Ανωνύμων Τεχνικών Εταιρειών με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ-ΕΤΕΘ ΑΕ" πρώην κοινοπραξία με την επωνυμία "ΤΕΓΚ ΑΕ-ΕΤΕΘ ΑΕ", που εδρεύει στον Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΕΘ - Εταιρεία Τεχνικών Έργων Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρόβλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE AAE", τελούσας υπό εκκαθάριση, όπως μετονομάσθηκε η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS AEΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AEAZ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ZURICH Ins Co ΑΕ",

3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η εταιρία με την επωνυμία "CHARTIS ΕΛΛΑΣ ΑΕ", όπως είχε μετονομασθεί η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "NATIONAL UNION Ass Ιns Co",

4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" όπως μετονομάσθηκε η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6332/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5000/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες με την από 09-11-2009 αίτησή τους και οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 09-11-2009 αίτησή τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 2024/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5000/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5036/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 09-01-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των, στην παρούσα δίκη, διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 5036/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, δικάζοντας ως Δικαστήριο παραπομπής μετά την έκδοση της 2023/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση αναίρεσης των ήδη αναιρεσίβλητων εταιρειών και αναιρέθηκε η 5000/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την αντέφεση που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείουσες, δέχθηκε και κατ' ουσίαν ως βάσιμη την έφεση που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσίβλητες κατά της πρωτόδικης 6332/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12-12-2001 (αρ. κατ. 180/2002) αγωγή τους. Μετά, δε, την εξαφάνιση της τελευταίας απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας επί της άνω αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των ήδη αναιρεσειουσών, καθώς επίσης και των αναφερομένων δύο άλλων εναγομένων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, οι οποίοι δεν είχαν εμφανιστεί κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση και δικάστηκαν σαν να ήταν παρόντες, να καταβάλουν στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, για την εκτιθέμενη αιτία.

Η αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή, ασκηθείσα από απλούς ομόδικους στην δίκη ενώπιον του Εφετείου, ως προς τους οποίους η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της απόφασης πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς-ασαφείς αιτιολογίες) ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 526/2006) ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατικές αιτιολογίες) και εξαιτίας της αντίφασης δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Το κατά νόμο, δε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011), γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 286/2016).

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με βάση τα στοιχεία της οποίας προσδιορίζεται το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 116/2012).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της, που συντρέχουν μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011).

Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 57/1990).

[Γ] Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τους πρώτο έως και έβδομο λόγους της αναίρεσης, προσβάλλουν την απόφαση με την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι στερείται νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις που προβάλλουν αφορούν:

1) Στον πρώτο λόγο, τις αντιφατικές παραδοχές περί του αριθμού των ορόφων-επιπέδων του κτιρίου του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., και την ασάφεια σχετικά με την ύπαρξη χώρου υπογείου ή ισογείου ή ημιυπογείου, τη μη επαρκή αιτιολόγηση της ζημίας που δέχεται ότι προκλήθηκε, αφού δεν αναφέρει τους χώρους του εργοστασίου εντός των οποίων εισήλθαν τα ύδατα, ούτε τους χώρους στους οποίους βρισκόταν τα μηχανήματα και τα υλικά που καταστράφηκαν, ούτε τις ζημίες που έγιναν σε κάθε όροφο του κτιρίου, και έτσι, δέχθηκε καταστροφή μηχανημάτων και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, που, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης βρισκόταν στο ισόγειο και τους ορόφους όπου δεν είχαν εισέλθει ύδατα.

2) Στο δεύτερο λόγο, τη μη αιτιολόγηση της καταστροφής έτοιμων προϊόντων και υλικών που ήταν αποθηκευμένα σε αποθήκες, οι οποίες, κατά την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσίβλητων, βρισκόταν στον επάνω όροφο του κτιρίου, στον οποίο δεν εισήλθαν ύδατα.

3) Στον τρίτο λόγο, τη μη αιτιολόγηση της παραδοχής περί της πρόκλησης ζημίας στο συγκρότημα αερομεταφοράς αμύλου, το οποίο, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ήταν εγκατεστημένο στους πρώτο και δεύτερο όροφο του κτιρίου, στους οποίους δεν εισήλθαν ύδατα.

4) Στον τέταρτο λόγο της μη αιτιολόγησης του τρόπου υπολογισμού της ζημίας για τα έτοιμα προϊόντα, τις πρώτες ύλες και τα υλικά συσκευασίας.

5) Στον πέμπτο λόγο τη μη αιτιολόγηση της αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού που καταστράφηκε ή έπαθε ζημίες, υποστηρίζοντας ότι διαφορετική αξία αυτού προέκυπτε από τις νόμιμα προσκομισθείσες από αυτές αποφάσεις της Νομαρχίας Αθηνών.

6) Στον έκτο λόγο, τη μη αιτιολόγηση της παραδοχής περί της πρόκλησης ζημίας σε μηχανήματα τμήματος αποστείρωσης και συσκευασίας, μολονότι, από τις νόμιμα προσκομισθείσες άδειες της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών, προέκυπτε ότι είχε δοθεί άδεια διαχωρισμού του τμήματος αυτού και μετεγκατάστασής του σε άλλη θέση που δεν πλημμύρισε, εκτιμώντας, συμπερασματικά, ότι εξ αυτού του λόγου, δεν υπήρχαν τα φερόμενα ως ζημιωθέντα μηχανήματα στο κτίριο του εργοστασίου.

7) Στον έβδομο λόγο, τη μη αιτιολόγηση της πρόκλησης ζημίας σε φιάλες, οι οποίες δεν έχουν σχέση με το συμβάν της πλημμύρας.

Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, κατά κύριο λόγο εξαιτίας αοριστίας του αναιρετήριου. Τούτο διότι, οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν τη διάταξη του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με το αποδιδόμενο ως ανεπαρκές και αντιφατικό περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, με τον έλεγχο αυτής, εάν το πραγματικό του κανόνα αυτού καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της ή υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, η αποδιδόμενη ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών.

Επίσης, διότι οι αναιρεσείουσες δεν εκθέτουν, με πληρότητα και σαφήνεια, τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, στις οποίες θεμελιώνεται το πόρισμά του, επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων της υπόθεσης, δηλαδή επί των αυτοτελών ισχυρισμών που στηρίζουν την αγωγή των αναιρεσίβλητων ή τυχόν ένσταση των αναιρεσειουσών, προκειμένου να ελεγχθεί εάν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση της απόφασής του, σε σχέση και με τα στοιχεία του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις.

Οι αναιρεσείουσες αρκούνται στην παράθεση του, κατά την εκδοχή αυτών, πραγματικού μέρους της απόφασης, στην παράθεση περιορισμένων, μεμονομένων και κατ' επιλογή των ιδίων αποσπασματικών φράσεων των παραδοχών αυτής και της, με βάση αυτές, απόδοσης της θεώρησης των αναιρεσειουσών, περί την έννοια που αποδίδει η απόφαση στις παραδοχές αυτές, και την επιγραμματική αναφορά του συμπεράσματος του Εφετείου.

Έτσι, όμως, δεν είναι εφικτός, με βάση τα εκτιθέμενα στους αναιρετικούς αυτούς λόγους, ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και κατά συνέπεια του, συναπτώμενου αιτιωδώς με τις παραδοχές, διατακτικού της απόφασης, από την ορθότητα του οποίου εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν το Εφετείο δέχθηκε, πράγματι, ζημία μηχανημάτων, έτοιμων προϊόντων ή υλικών, τα οποία, κατά τις παραδοχές του, ήταν σε χώρους στους οποίους δεν εισήλθαν ή εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσαν να εισέλθουν ύδατα, ή πραγμάτων που δεν υπήρχαν καθόλου στο κτίριο του εργοστασίου, ούτε εάν προσδιόρισε ή όχι, κατά τον προσήκοντα τρόπο, την αξία των καταστραφέντων μηχανημάτων και υλικών.

Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις των λόγων αυτών του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό, την ανάλυση και αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τα ειδικά αναφερόμενα ζητήματα. Αποδίδουν, έτσι, εσφαλμένη κρίση του Εφετείου, επί των, θεμελιωτικών της ζημίας που προκλήθηκε και του ύψους αυτής, πραγματικών περιστατικών, και κατάληξη σε εσφαλμένο κατ' αυτές πόρισμα, και, συνεπώς, δεν μπορούν να ιδρύσουν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, οι άνω αναιρετικοί λόγοι, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1049/2019, ΑΠ 2084/2017).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνον από τον αριθμό 11 περ. α'. του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 440/2015), που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει".

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, προβάλλοντας αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, κατά παράβαση του άρθρου 443 ΚΠολΔ, α) το .../1-1-1997 ασφαλιστήριο της εταιρείας Nordstern Colonia Hellas ΑΕΓΑ, β) το .../1-1-1997 κοινό ασφαλιστήριο των εταιρειών Nordstern Colonia Hellas ΑΕΓΑ, GUARDIAN ROYAL, EXCHANGE ASS, ZURICH Ins. CO, NATIONAL UNION ASS και ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε., γ) τις εκθέσεις ζημιών με αρ. ... και ... της εταιρείας ... και ΣΙΑ ΕΠΕ, παρά το ότι τα ιδιωτικά αυτά έγγραφα, φέρουν μόνο υπογραφές, χωρίς να αναφέρεται το όνομα και επώνυμο του εκδότη - συντάκτη που τα υπογράφει. Ο άνω αναιρετικός λόγος, ανεξαρτήτως του αβάσιμου αυτού, αφού κατά το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί, επιτρεπτώς, να λαμβάνει υπόψη του και να εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι τον ισχυρισμό τους είχαν προτείνει νόμιμα ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, εκθέτοντας στο λόγο της αναίρεσης τον τρόπο πρότασης του ισχυρισμού, την επαναφορά αυτού και το περιεχόμενό του.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010).

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθέντα από αυτές με επίκληση αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα ισχυρίζονται:

1) Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης ότι, αν και προσκόμισαν νόμιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί της επικαλούμενης από αυτές αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού που φέρεται ότι καταστράφηκε ή υπέστη βλάβη, εκτός των άλλων, και τις .../17-2-1993 και .../14-5-1998 αποφάσεις του Νομάρχη Αθηνών, δεν έλαβε αυτές υπόψη και κατέληξε στην κρίση της ότι η ζημία που υπέστη η εταιρεία ... Α.Ε. από την πλημμύρα στο εργοστάσιό της, ανερχόταν στο ποσό των 66.620.156 δραχμών, ενώ από τις άνω αποφάσεις αποδεικνύονταν ότι η αξία των μηχανημάτων του εργοστασίου ανέρχονταν σε 38.000.000 δραχμές.

2) Με το δέκατο λόγο της αναίρεσης ότι, αν και είχαν προσκομίσει με επίκληση στο Εφετείο τις .../1960 και .../1969 οικοδομικές άδειες του κτιρίου του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., όπως και τα τέσσερα σχέδια κατόψεων, έγγραφα από τα οποία προέκυπτε ότι το κτίριο του εργοστασίου αποτελείται από τέσσερις ορόφους - επίπεδα (υπόγειο, ισόγειο, πρώτο πάνω από το ισόγειο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους), δεν έλαβε αυτά υπόψη και έκρινε ότι το κτίριο του εργοστασίου αποτελείται από υπόγειο και δύο ορόφους, δηλαδή από τρία επίπεδα.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Τούτο διότι, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη, που παραδεκτά επισκοπείται, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, σαφώς προσδιοριζόμενων, αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ακόμη και εκείνα που για πρώτη φορά προσκομίστηκαν νόμιμα στην ενώπιόν του δίκη, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό αυτής, σαφώς προκύπτει ότι αναμφίβολα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και αξιολόγησε και τα ανωτέρω έγγραφα που αφορούν οι δύο αναιρετικοί λόγοι. Η κρίση αυτή στηρίζεται και στο ότι, αναφορικά με τις επικαλούμενες αποφάσεις της Νομαρχίας Αθηνών για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου θρεπτικών προϊόντων της εταιρείας ... Α.Ε., στη Λ. ... του Δήμου Αθηναίων, ρητά αξιολογεί την εξ αυτών .../6-10-1994, ενώ από τις επικαλούμενες .../1960 και .../1969 οικοδομικές άδειες του κτιρίου, ειδικά αναφέρεται στην πρώτη τούτων, διαπιστώνοντας, μάλιστα, και παράβαση αυτής, λόγω αυθαίρετης κατασκευής υπογείου, μολονότι δεν προέβλεπε τούτο.

Η σχετική ρητή αναφορά στην πληττόμενη απόφαση των ανωτέρω εγγράφων, ουδόλως οδηγεί σε συμπέρασμα ότι τα υπόλοιπα συναφή έγγραφα των λοιπών αδειών λειτουργίας και των οικοδομικών αδειών με τα σχέδια τούτων, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ενόψει και της μη επίκλησης με τις προτάσεις των αναιρεσειουσών ενώπιον αυτού, διαφοροποιήσεων μεταξύ των εγγράφων αυτών. Το γεγονός, εξάλλου, ότι το Εφετείο κατέληξε σε παραδοχές τις οποίες οι αναιρεσείουσες θεωρούν εσφαλμένες και αντίθετες με όσα κατ' αυτές προκύπτουν από τα ως άνω έγραφα, ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί σε κρίση ότι, δεν λήφθηκαν υπόψη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε ως αληθή το δικαστήριο της ουσίας και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα του πορίσματός του.

Λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο το οποίο αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγχρόνως, προβάλλεται είτε ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του ίδιου αποδεικτικού μέσου και προσέδωσε σ' αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που πραγματικά έχει, κατά παράβαση του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είτε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 472/2008, ΑΠ 579/2007, ΑΠ 837/2006), καθόσον στις δύο τελευταίες περιπτώσεις προϋπόθεση αποτελεί η λήψη υπόψη του εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τους ενδέκατο, κατά ένα μέρος του, και δέκατο τρίτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και συγκεκριμένα των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικά την αποδεικτική δύναμη των .../17-2-1993 και .../14-5-1998 αποφάσεων του Νομάρχη Αθηνών, με τις οποίες χορηγείται άδεια λειτουργίας του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., και ορίζεται η αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού του σε 38.000.000 δραχμές και των .../1960 και .../1969 οικοδομικών αδειών του κτιρίου του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., όπως και των τεσσάρων σχεδίων κατόψεων (υπογείου, ισογείου, πρώτου πάνω από το ισόγειο και δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφων), αυτού. Ισχυρίζονται δε, ότι τα έγγραφα αυτά ως προς την προσδιοριζόμενη αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού τα πρώτα και ως προς τον αριθμό των ορόφων - επιπέδων του κτιρίου, τα δεύτερα, αποτελούν πλήρη απόδειξη ως δημόσια έγγραφα και το Εφετείο, κατά παράβαση της αποδεικτικής τους δύναμης, δέχθηκε, ανταποδεικτικά, ως αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού το ποσό των 66.620.156 δραχμών και έκρινε ότι το κτίριο του εργοστασίου αποτελείται από υπόγειο και δύο ορόφους, δηλαδή από τρία επίπεδα.

Επίσης, με τους δέκατο τέταρτο (κατά ένα μέρος του) και δέκατο πέμπτο λόγους της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερόμενων .../17-2-1993 και .../14-5-1998 αποφάσεων του Νομάρχη Αθηνών, με τις οποίες χορηγείται άδεια λειτουργίας του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., και των .../1960 και .../1969 οικοδομικών αδειών του κτιρίου του εργοστασίου της εταιρείας ... Α.Ε., όπως και των τεσσάρων σχεδίων κατόψεων (υπογείου, ισογείου, πρώτου πάνω από το ισόγειο και δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφων), αυτού. Τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δέχθηκε ότι το διαφορετικό ποσό της αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου που αναγράφεται στις άνω δύο άδειες λειτουργίας, αφορά μόνο τους δύο ατμολέβητες και δύο δεξαμενές προπανίου, μολονότι οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται στην αξία όλου του μηχανολογικού εξοπλισμού και, επίσης, δέχθηκε διαφορετικό αριθμό ορόφων-επιπέδων του κτιρίου από εκείνον που αναφέρεται στις οικοδομικές άδειες και σχέδια.

Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, καθόσον, οι αιτιάσεις τους, αναφερόμενοι στα ίδια έγγραφα και στο ίδιο αποδεικτέο γεγονός, με τους ανωτέρω εξετασθέντες ένατο και δέκατο λόγους εκ του άρθρου 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αντιφατικοί έναντι αυτών, καθόσον δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα, όπως υποστηρίζεται στους ένατο και δέκατο αναιρετικούς λόγους και παράλληλα να παραβίασε την αποδεικτική δύναμη και να παραμόρφωσε το περιεχόμενο τούτων των εγγράφων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Ειδικότερα, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία,,μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του, έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ.

Κατά την τελευταία διάταξη, το δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 97/2018, ΑΠ 749/2017).

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 1612/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 109/2008). Έτσι, εάν και τα δημόσια έγγραφα δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη για κάποια γεγονότα που βεβαιώνονται σ' αυτά, επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, τα έγγραφα, ως προς τα γεγονότα αυτά, θεωρούνται ισοδύναμα προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2084/2017, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003). Τέλος, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο, ή λιγότερο αξιόπιστο, ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 233/2011).

Με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης, κατά το έτερο μέρος του, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, παραβίασε τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της .../Φ. 14.4386/6-10-1994 Απόφασης της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας του εργοστασίου θρεπτικών προϊόντων της εταιρείας ... Α.Ε., καθόσον ενώ στην απόφαση αυτή, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε από αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο κατά τους νόμιμους τύπους, προσδιορίζεται η αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου σε 38.000.000 δραχμές και συνεπώς ως προς τούτο το στοιχείο υπάρχει πλήρης απόδειξη, το Εφετείο δέχθηκε ανταποδεικτικά, ότι η αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού ανέρχονταν σε 552.500.000 δραχμές και η επελθούσα ζημία σε 66.620.156 δραχμές, στηριχθείσα σε ιδιωτικά έγγραφα που ανέγραψαν την αξία που δήλωσε η εταιρεία ... Α.Ε., και τα οποία δεν έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, το αποδεικτέο περιστατικό, δηλαδή ποια είναι η πραγματική αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου, δεν είναι από εκείνα για τα οποία η επικαλούμενη ως άνω άδεια λειτουργίας παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, καθόσον η αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού που πραγματικά υπάρχει στο εργοστάσιο δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του συντάξαντος την άδεια λειτουργίας του εργοστασίου δημοσίου υπαλλήλου, ούτε βέβαια μπορεί να γίνει λόγος για γεγονότα που έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, ώστε να παρέχει περί αυτού πλήρη αποδεικτική δύναμη.

Συνεπώς, η επικαλούμενη άδεια λειτουργίας, ως προς την αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού που υπήρχε στο εργοστάσιο κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας, είναι ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο προς τα λοιπά που νόμιμα προσκομίστηκαν, το οποίο εκτιμάται και αξιολογείται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας και η παραδοχή διαφορετικής αξίας από την αναγραφόμενη σ' αυτό, δεν ιδρύει τον προτεινόμενο αναιρετικό λόγο.

Εξάλλου, με το δωδέκατο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι με την .../27-4-1990 άδεια της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών χορηγήθηκε άδεια μετεγκατάστασης (μετά από διαχωρισμό δραστηριοτήτων) του τμήματος αποστείρωσης και συσκευασίας από το κτίριο της Λ. ...

σε άλλο κτίριο στην περιοχή ... και με την .../27-7-1992 άδεια της ίδιας υπηρεσίας, χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας του τμήματος αποστείρωσης και συσκευασίας, το οποίο είχε εγκατασταθεί στο ως άνω άλλο κτίριο της εταιρείας. Έτσι, αποδίδει στο Εφετείο την ως άνω παράβαση, καθόσον, παρά την πλήρη αποδεικτική δύναμη που έχουν τα ως άνω επικαλούμενα δημόσια έγγραφα των αδειών ως προς το προκύπτον από αυτά γεγονός ότι κατά το χρόνο του συμβάντος (12-01-1997) δεν λειτουργούσε στο κτίριο της Λ. ...

τμήμα αποστείρωσης και συσκευασίας της εταιρείας ... Α.Ε., δέχθηκε, αντίθετα από τα έγγραφα αυτά, βασιζόμενο σε ήσσονος αποδεικτικής δύναμης ιδιωτικά έγγραφα, ότι στο κτίριο της Λ. ... λειτουργούσε τμήμα αποστείρωσης και συσκευασίας και επιδίκασε αποζημίωση για τα ειδικά αναφερόμενα μηχανήματα αυτού. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι το αποδεικτέο γεγονός για το οποίο παρέχουν οι δύο ως άνω άδειες πλήρη απόδειξη, είναι η χορήγηση αυτών και το αντικείμενο για το οποίο χορηγήθηκαν, όχι, όμως, και για το πραγματικό γεγονός της εξακολούθησης ή μη της λειτουργίας του συγκεκριμένου τμήματος αποστείρωσης και συσκευασίας στην προηγούμενη διεύθυνση, παρά το διαχωρισμό της δραστηριότητας και τη χορήγηση άδειας μετεγκατάστασης αυτής, καθώς και για την ύπαρξη ή όχι του φερομένου ως καταστραφέντος από την πλημμύρα μηχανολογικού εξοπλισμού στο χώρο που αυτή εκδηλώθηκε.

Επομένως, δεν συντρέχει αναγκαία προϋπόθεση για να αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς το γεγονός της ύπαρξης αυτού του μηχανολογικού εξοπλισμού και της καταστροφής του οι επικαλούμενες ως άνω άδειες και ως προς το συγκεκριμένο αποδεικτέο θέμα, επιτρεπτά, εκτιμώνται ελεύθερα από το Εφετείο, και αξιολογούνται μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, προς τα οποία θεωρούνται ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη και καταστροφή του μηχανολογικού εξοπλισμού που αποτελούσε εξοπλισμό τμήματος αποστείρωσης και συσκευασίας, εκτιμώντας ελεύθερα τις ως άνω άδειες, δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμη που αυτά τα έγγραφα είχαν και δεν ιδρύεται ο, εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως άνω αναιρετικός λόγος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008).

Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 2236/2009).

Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του, ισχυρίζονται ότι στη δεύτερη σελίδα της .../Φ. 14.4386/6-10-1994 Απόφασης της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας του εργοστασίου θρεπτικών προϊόντων της εταιρείας ...

Α.Ε.,, αναγράφεται ως αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου το ποσό των 38.000.000 δραχμών, και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω άδειας λειτουργίας, δεχόμενη ότι η ως άνω άδεια υπολογίζει στο ποσό αυτό μόνο την αξία των δύο ατμολέβητων και των δύο δεξαμενών προπανίου και όχι και του λοιπού εξοπλισμού που υπήρχε, μολονότι αφορούσε όλο το μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά αναγραφόταν ρητά μόνο οι δύο ατμολέβητες και οι δύο δεξαμενές προπανίου λόγω σχετικής υποχρέωσης καταγραφής ειδικά αυτών, επειδή σχετίζονται με θέματα ασφάλειας λειτουργίας του εργοστασίου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος,, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο το ακριβές και αληθές περιεχόμενο της επικαλούμενης ως παραμορφωθείσας άδειας λειτουργίας, ώστε από τη σύγκριση του περιεχόμενου αυτής και της σχετικής παραδοχής του Εφετείου, να προκύπτει η αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου της, αφετέρου, δε, διότι, με τον αναιρετικό λόγο, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, δεν αποδίδεται εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου της άδειας λειτουργίας, αλλά μη εκτίμηση του αληθούς, κατά τις αναιρεσείουσες, περιεχομένου αυτής, ότι το προσδιοριζόμενο ποσό της αξίας αναφερόταν σε όλο το μηχανολογικό εξοπλισμό του εργοστασίου και όχι μόνο στα αναγραφόμενα ειδικά ως άνω μηχανήματα.

Εξάλλου, με το δέκατο έκτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες, μέμφονται το Εφετείο, διότι, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1-1-1997 ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι από την ανάγνωση του συμβολαίου αυτού, προκύπτει ότι τα έτοιμα προϊόντα, πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας, ασφαλίζονται μόνον εφόσον ευρίσκονται εντός οικοδομών εκ μπετόν αρμέ και σιδηροκατασκευής, πλην, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να αναγνώσει τη φράση του συμβολαίου "οικοδομών εκ μπετόν αρμέ και σιδηροκατασκευής", δέχθηκε, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο αυτού, ότι στο άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν γίνεται αναφορά ότι, για την ασφάλιση αυτών των πραγμάτων, απαιτείται να βρίσκονται σε οικοδομές εκ μπετόν αρμέ και σιδηροκατασκευής. Καταλήγουν, δε, οι αναιρεσείουσες, ότι το Εφετείο, συνεπεία της παραμόρφωσης του ως άνω ασφαλιστήριου συμβολαίου, αναγνώρισε ως ασφαλισμένα προϊόντα και υλικά που βρισκόταν μέσα σε λαμαρινοσκεπή αποθήκη του περιβόλου και επιδίκασε αποζημίωση γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ότι, συνεπεία της πλημμύρας που εκδηλώθηκε στους χώρους του εργοστασίου της εταιρείας ... ΑΒΕΕ, καταστράφηκαν, εκτός των άλλων, και «πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας, ευρισκόμενα εντός λαμαρινοσκεπούς αποθήκης του περιβόλου (κουτιά βρεφικών τροφών, κρεπών, διπλών, λουκουμάδων κλπ, παλέτες ξύλινες και αμυλοσιρόπι, αξίας 9.647.665 δραχμών» και για το λόγο αυτό επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες την αιτηθείσα, ισόποση προς την αξίας τους, αποζημίωση.

Επίσης, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό, ότι τα είδη αυτά δεν ήταν ασφαλισμένα και συνεπώς, δεν έπρεπε να καταβληθεί γι' αυτά αποζημίωση, καθόσον βρισκόταν αποθηκευμένα εντός λαμαρινοσκεπών κτισμάτων, που βρίσκονται στον αύλειο χώρο του εργοστασίου, δεχόμενο ότι «με τη με αριθμό .../2007 ασφαλιστική σύμβαση ασφαλίστηκαν εκτός άλλων, έτοιμα προϊόντα, πρώτες ύλες, υλικά συσκευασίας άπαντα ευρισκόμενα ή ευρεθησόμενα εντός του εργοστασίου (επί της Λεωφόρου Αθηνών και ...) και των αποθηκών, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο είδος κατασκευής των κτισμάτων-αποθηκών».

Από την ως άνω σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την αποθήκη στην οποία ήταν αποθηκευμένα τα προαναφερόμενα είδη και υλικά, ότι ήταν λαμαρινοσκεπής, δηλαδή ότι η σκεπή της ήταν κατασκευασμένη από λαμαρίνα, όχι, όμως, και ότι οι πλευρές της αποθήκης αυτής, ως κτίσματος, ήταν, επίσης, κατασκευασμένες από λαμαρίνα και δεν ήταν από μπετόν αρμέ ή σιδηροκατασκευή.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του ως άνω ασφαλιστήριου συμβολαίου, δεν προκύπτει εξαίρεση από την ασφάλιση των συγκεκριμένων ειδών και υλικών, όταν η αποθήκευσή τους γίνεται σε κτίσματα με σκεπή από λαμαρίνα. Ούτε με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο προβάλλεται ισχυρισμός για τέτοια εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη.

Οι αναιρεσείουσες, μέμφονται την απόφαση για σφάλμα που συνίσταται στο ότι δέχθηκε ως ασφαλισμένα τα αναφερόμενα είδη και υλικά, μολονότι αυτά ήταν αποθηκευμένα σε λαμαρινοσκεπή αποθήκη. Ενόψει, όμως, της εκτεθείσας ανωτέρω παραδοχής του Εφετείου, ότι τα συγκεκριμένα είδη και υλικά, βρισκόταν αποθηκευμένα σε λαμαρινοσκεπή αποθήκη, η οποία στηρίζει την κρίση του περί της ασφαλιστικής κάλυψης αυτών από την .../2007 ασφαλιστική σύμβαση, αφού υπάγονται στους όρους της, η παραδοχή του ότι τα είδη αυτά καταλαμβάνονται από την ασφάλιση καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το είδος κατασκευής των κτισμάτων και αποθηκών, και, κατά συνέπεια, ότι το είδος της κατασκευής τους δεν επιδρά στην ασφαλιστική τους κάλυψη, είναι διαδοχική και εκφέρεται εκ περισσού.

Συνεπώς, ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτής της αιτιολογίας που στηρίζει την ασφάλιση των ως άνω ειδών, ο προβαλλόμενος ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής. Τούτο διότι, πλήττει αιτιολογία της απόφασης η οποία είναι διαδοχική και το διατακτικό αυτής στηρίζεται αυτοτελώς και βάσιμα στην πρώτη κύρια αιτιολογία, που δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση, ότι, δηλαδή, τα είδη στα οποία αναφέρεται ήταν επιτρεπτά αποθηκευμένα σε αποθήκη με λαμαρινοσκεπή, που πληρούσε τους όρους ασφάλισής τους. Έτσι, και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας του λόγου αναίρεσης που πλήττει την ως άνω διαδοχική αιτιολογία, δεν ανατρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 192/2017, ΑΠ 189/2017). Επίσης, ενόψει της ως άνω παραδοχής του Εφετείου, περί της αποθήκευσης των περιγραφόμενων ως άνω ειδών σε αποθήκη με λαμαρινοσκεπή, η, με το ανωτέρω περιεχόμενο, αποδιδόμενη παραμόρφωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου, δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, καθόσον και αν λαμβάνονταν υπόψη η, κατά τις αναιρεσείουσες, κρίσιμη περικοπή του συμβολαίου που παραλήφθηκε, το Εφετείο, δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ασφαλιστική κάλυψη των συγκεκριμένων ειδών και συνεπώς σε διαφορετικό διατακτικό. Κατ' ακολουθία ο δέκατος έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 09-01-2018 αίτηση για αναίρεση της 5036/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-01-2018 αίτηση αναίρεσης της 5036/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ